Σάββατο, Ιουνίου 27, 2026

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΚΤΙΝΕΣ       

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 29η Ιουνίου 2026

    Πριν από δέκα χρόνια ακριβώς πραγματοποιήθηκε, όπως είναι γνωστό, στο Κολυμπάρι της Κρήτης η ψευδοσύνοδος της Κρήτης, (16 έως 27 Ιουνίου 2016).  Ένα κατ’ εξοχήν τραγικό και συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός παγκοσμίων διαστάσεων με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που προκάλεσε το πλέον οδυνηρό πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που σήμανε τον θρίαμβο της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και γέμισε με απερίγραπτη θλίψη την θριαμβεύουσα και τη στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού.

    Με αφορμή, λοιπόν, τη θλιβερή αυτή επέτειο θεωρήσαμε αναγκαίο να  καταθέσουμε στον πιστό λαο του Θεού κάποιες αλήθειες που αφορούν την ψευδοσύνοδο, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεώτεροι.

    Η ψευδοσύνοδος δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Και τούτο διότι:

    1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), ωσάν η Εκκλησία να έπαυσε να πολεμείται στην εποχή μας από σύγχρονες αιρέσεις, ενώ η θλιβερή σύγχρονη πραγματικότητα μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Απ’ εναντίας μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως «Εκκλησίες» τους ετεροδόξους.

    2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών και Ενδημουσών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω.

    3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κ.λ.π.

     4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών.

    5. Τα θέματα και οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

    6. Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ.1). Ωστόσο τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος της ομοφωνίας, που προβλέπει ο Κανονισμός.

    7. Προκάλεσε αλλοίωση και στρέβλωση του παραδοσιακού Συνοδικού Συστήματος και καθιέρωσε για πρώτη φορά ένα άλλο Συνοδικό Σύστημα, το οποίο οφείλεται κυρίως και πρωτίστως στην ανάπτυξη μιάς νέας οικουμενιστικής θεωρίας αυτής του «πρώτου άνευ ίσων».  

    8. Είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι:

    Α). Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν μόλις τον Φεβρουάριο του 2016, ολίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας.

    Β). Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156.

    Γ). Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» σε «πρώτους άνευ ίσων» .

    Δ). Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του  υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι καταφρονήθηκαν οι εισηγήσεις και τα πορίσματα της Ημερίδος που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016), οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, αλλά και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων, κληρικών και λαϊκών. Καταφρονήθηκαν οι πρό της ψευδοσυνόδου επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού.

    Ε) Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του αγίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.

    ΣΤ) Η ψευδοσύνοδος αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως.  Επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Διακήρυξη των Πατριαρχών της Ανατολής του 1848, έσχατος κριτής της ορθότητος και της εγκυρότητος των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, ή  απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων.

    Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις, κενά και ασάφειες.

    Πιο συγκεκριμένα:

    α)  Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παραγραφο διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση «ιστορική ονομασία», ισοδυναμεί με τη φραση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.

    β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών», με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

    Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους:

    1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους.

    2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007) του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν.

    Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε. επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων.

    Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]».

    Το καρκίνωμα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, αδελφοί μου, που ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα προχώρησε δυστυχώς σταδιακά και εξαπλώθηκε μεθοδικά, έτσι ώστε τελικά να βρεί πλήρη συνοδική νομιμοποίηση, αντί καταδίκης. Εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι να συγκληθεί μιά αληθινή Ορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα καταδικάσει τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Αυτό όμως το χαρμόσυνο γεγονός δεν πρόκειται να γίνει ως διά μαγείας, χωρίς δηλαδή τη συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, συνεργούσης βεβαίως και της Χάριτος. Δεν πρόκειται να γίνει χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες και θυσίες και πρό πάντων χωρίς την ευλογημένη αποτείχιση, η οποία στην παρούσα χρονική συγκυρία καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε.   



Δεν υπάρχουν σχόλια: