Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2026

 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»

εικόνα άρθρου: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μας έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας…»

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης: Για το μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως


~ Ο Θεός με το στόμα του Προφήτου Ησαΐα μάς παραγγέλλει λέγων:«Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών. Μάθετε καλόν ποιείν» (Ησ. α’ 16).

Η μετάνοια προϋποθέτει αμαρτία. Όποιος δεν έχει αμαρτία, αυτός δεν έχει ανάγκη μετανοίας. Όλοι, και πρώτος εγώ, αισθανόμεθα αμαρτωλοί.

Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδησι που μας πονάει, τραύμα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Η αμαρτία είναι κάρφωμα και ξανακάρφωμα στο Χριστό. Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία; ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς; ποιος δεν κτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως; Όποιος θα πη πως δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα έχει πει το μεγαλύτερο ψέμα….

Αλλ’ εάν η αμαρτία είναι το τραύμα, η μετάνοια είναι το φάρμακο· είναι το ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο….

Πολλοί χριστιανοί, με ευλαβή πόθο, αναζητούν να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, αλλ’ όσες φορές και αν μπούνε στον Ιορδάνη ποταμό και όσα μπουκάλια αγιασμό και αν πιούμε, αν δεν μετανοήσουμε δεν σωζόμεθα. Κοντά μας, δίπλα μας, είναι ο Ιορδάνης ποταμός. Κυλάει μέσα στην Εκκλησία, είναι η γλυκεία μετάνοια και εξομολόγησις. Ας λουσθούμε μέσα στην μετάνοια, διότι με αυτήν σβήνουν όλα τα αμαρτήματα. Και το λουτρό της μετανοίας είναι το δεύτερο βάπτισμα. Αυτό δε το λουτρό του θεϊκού βαπτίσματος, που λέγεται μετάνοια, γίνεται συνειδητά και αποφασιστικά. Πλένομαι, για να μη ξαναλερωθώ, ασχέτως αν δεν τα καταφέρω. Πλην πλένομαι με την απόφαση να μη ξαναλερώσω τον χιτώνα της ψυχής μου.

Το έλεος του Θεού είναι ανταπόκρισις στη μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού, η μετάνοια δεν είναι απλώς μεταμέλεια και εξομολόγησις αμαρτιών, αλλ’ είναι άφεσις, συγχώρησις, εξάλειψις τελεία των αμαρτιών. Η μετάνοια είναι ένας θρήνος που οδηγεί στην χαρά. Είναι το χαροποιό πένθος. Η μετάνοια είναι η σπορά των δακρύων, που φέρνει το θερισμό της λυτρώσεως… Με την αμαρτία χάνουμε την ηρεμία της συνειδήσεως. Με το κλάμα της μετανοίας παίρνουμε πίσω αυτό που χάσαμε. Με την αμαρτία χάνουμε το πολυτιμώτερο αγαθό, την ψυχή μας. Πεθαίνει η ψυχή μας. Και αν κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, θ’ αναστηθή η ψυχή μας….

Να κλάψουμε για τα αμαρτήματα μας, όπως έκλαψε ο Δαβίδ, που έβρεχε το προσκέφαλό του με τα δάκρυα του. Να κλάψουμε όπως η πόρνη, που τα δάκρυα της μοσχοβόλησαν περισσότερο από τα μύρα της, με τα όποια έβρεξε τα πόδια του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Πέτρος μετά την άρνησι του Διδασκάλου. Να κλάψουμε όπως έκλαψε ο Απόστολος Παύλος όταν θυμόταν ότι δίωξε την Εκκλησία του Χριστού. Να κλάψουμε όπως έκλαψαν οι μεγάλοι αμαρτωλοί που έγιναν άγιοι. Να κλάψουμε για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά να κλάψουμε και για τα αμαρτήματα των άλλων. Αμάρτησε ο άλλος; μη τον κατακρίνης. Κλάψε για την πτώσι του, δέστην σαν δική σου πτώσι. Είμεθα «αλλήλων μέλη». Ο άλλος είναι μέλος του ιδίου με σένα σώματος· μέλος του σώματος του Χριστού. Κλάψε εσύ για τον άλλον, όπως έκλαιγε ο Παύλος και έλεγε: «Ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον». Κλάψε εσύ για το παιδί σου που παρανόμησε, για το Χριστιανό που γλύστρισε και έπεσε.

Η αμαρτία είναι φωτιά. Και οι κρουνοί που σβύνουν αυτή την φωτιά, είναι οι κρουνοί της μετανοίας. Αν πιάση φωτιά το διπλανό σπίτι, δεν θα τρέξης και εσύ για να σβύση η φωτιά;  Αν αδιαφορήσης, η φωτιά θα επεκταθή και στο δικό σου σπίτι. Έτσι δεν μπορείς ν’ αδιαφορήσης όταν ο άλλος καίγεται από τη φωτιά της αμαρτίας. Ρίξε τα δάκρυά σου για να σβεσθή η φωτιά. Αν αδιαφορήσης, θάχης και συ κρίμα, αμαρτία. Κι αν όχι μόνο αδιαφορήσης αλλά γελάς κι όλας και σχολιάζης την αμαρτία του άλλου και την διαπομπεύης, τότε πια θα επιτρέψη ο Θεός να πέσης και εσύ, και η φωτιά της δικής σου αμαρτίας, μπορεί να είναι ο προθάλαμος της κολάσεως, κατά τον ιερό Χρυσόστομο.

Επιμένει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι πρέπει να θρηνούμε για τα αμαρτήματα των άλλων, αν αληθινά τους αγαπάμε. Αν ο άλλος βρίσκεται στο στόμα του λύκου, θα τον αφήσουμε να κατασπαραχθή; Αν ο άλλος κινδυνεύη να πνιγή, θα τον αφήσουμε να καταποντισθή;

Η μετάνοια, εξαλείφει όλα τα αμαρτήματα. Έχουμε δύο πραγματικότητες: η μία είναι η φιλανθρωπία του Θεού, η άλλη είναι η αμαρτωλότητα του ανθρώπου. Σας ερωτώ: Ποια από τις δύο είναι μεγαλύτερη; Τα αμαρτήματά μας, όσα κι αν είναι, είναι ωρισμένα και συγκεκριμένα. Η Φιλανθρωπία του Θεού είναι άπειρη, αμέτρητη. Ο ιερός Χρυσόστομος για να παρηγορήση τους αμαρτωλούς, παρουσιάζει το παράδειγμα με το κάρβουνο. Έχεις ένα αναμμένο κάρβουνο. Σε καίει. Αν όμως ρίξης το κάρβουνο αυτό μέσα στο πέλαγος, ποιος θα νικήση· το πέλαγος ή το κάρβουνο; Ασφαλώς το πέλαγος. Ένα τσαφ θ’ ακουσθή και θα εξαφανισθή το αναμμένο κάρβουνο.

Κάρβουνο, που κατακαίει τα σωθηκά μας, είναι η αμαρτία. Τι πόνος! Μη το αφήνης. Πάρτο την ώρα της σωστικής εξομολογήσεως και ρίξε το στο Πέλαγος της Φιλανθρωπίας του Θεού. Αμέσως το κάρβουνο της αμαρτίας σου θα σβύση και θα εξαφανισθή. Και αν μου πης πως δεν έχεις ένα κάρβουνο, αλλ’ έχεις πολλά αμαρτήματα που σε καίνε, θα σου πω και εγώ, ότι το έλεος του Θεού δεν είναι απλώς πέλαγος· είναι Ωκεανός· είναι κάτι απείρως μεγαλύτερο. Το πέλαγος και ο Ωκεανός έχουν κάποιο μέτρο, κάποια όρια, κάποιο τέλος. Η Φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απροσμέτρητη, απεριόριστη, ατέλειωτη.

Συνεχίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Όταν με δάκρυα μετανοούμε, να είσθε βέβαιοι ότι το σφουγγάρι της αγάπης του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα. «Το αίμα Ιησού Χριστού του υιού αυτού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α’ Ιωάν. 1, 7). Και η αγάπη του Θεού σβύνει όλα τα αμαρτήματα, ώστε ούτε ίχνος δεν αφήνει.

Αν εχης ένα τραύμα, γιατρεύεται, αλλά παραμένει το σημάδι, η ουλή. Αν έχης μία αμαρτία, με την μετάνοια συγχωρείται και εξαφανίζεται και ούτε ουλή μένει.

Η μετάνοια οδηγεί σ’ ένα καταπληκτικό θαύμα, στη λήθη του Θεού. Ο Θεός, καρδιογνώστης και παντογνώστης, που μέσα στη μνήμη Του είμεθα όλοι οι άνθρωποι, και είναι όλες οι πράξεις μας, αυτός ο Θεός φθάνει στην αμνησία! Λησμονεί τα αμαρτήματα των ανθρώπων που ειλικρινά μετανοούν.

Ω! πόσο θάρρος και παρηγοριά μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος! Ο χρυσός στην γλώσσα και στην καρδιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου, μισεί την αμαρτία, αγαπά τον αμαρτωλό· καυτηριάζει τα αμαρτωλά πάθη, αγκαλιάζει τους αμαρτωλούς. Ο Χρυσόστομος φοβάται να μη πέση ο αμαρτωλός σ’ ένα από τα δύο άκρα. Το ένα άκρο είναι η απόγνωσις και η απελπισία. Το άλλο είναι η ραθυμία και η επανάστασις. Ο διάβολος έχει δύο όπλα, με τα οποία δίνει τη χαριστική βολή στον αμαρτωλό. Το ένα όπλο είναι για τους ευαίσθητους, το άλλο για τους αναίσθητους.

Για τους ευαίσθητους διαθέτει το όπλο της απογνώσεως, της απελπισίας. Προσπαθεί ν’ απελπίση τον αμαρτωλό.

Πω πω! τι είναι αυτό που έκανες; τώρα για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Ποιος θα σε σώση; – όχι άπαντα ο Χριστιανός. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά της απογνώσεως. Φύγε, αλητήριε, γιατί με τη σκιά σου κρύβεις τον σταυρό του Χριστού, την μεγάλη μου ελπίδα. Αμαρτάνω, ναι, το ξέρω, αλλά πιστεύω στο έλεος του Θεού.

Για τους αναίσθητους έχει το όπλο της ραθυμίας και επαναστάσεως.

Έλα, καϋμένε, καλός είσαι. Και τι έκανες στο κάτω κάτω για να μετανοήσης; Εγκληματίας είσαι; δεν σκότωσες και κανένα; Μακάρι νάσαν όλοι σαν και σένα.

Όχι άπαντα ο Χριστιανός.

Ύπαγε πίσω μου, Σατανά της ραθυμίας και της ψευδαισθήσεως. Φύγε, γιατί η μορφή σου μού κρύβει τον πνευματικό καθρέπτη, για να καθρεπτιστώ και να ιδώ, με συναίσθησι, ότι είμαι γεμάτος πληγές και έχω ανάγκη θεραπείας.

Η μετάνοια έχει μεγάλη δύναμη. Παίρνει το κάρβουνο και το κάνει διαμάντι. Παίρνει τον λύκο και τον κάνει αρνί. Παίρνει τον άγριο και τον κάνει άγιο. Παίρνει τον αιματοβαμμένο ληστή και τον κάνει πρώτο κάτοικο του Παραδείσου. Ακριβώς, επειδή έχει τέτοια δύναμι η μετάνοια, γι’ αυτό ο Διάβολος αγωνίζεται ν’ αποτρέψη τον άνθρωπο από την μετάνοια. Έτσι εξηγούνται οι αντιρρήσεις πολλών ανθρώπων ως προς την μετάνοια και την εξομολόγησι.

Λέει κάποιος «Αφού θα ξαναπέσω, γιατί να πάω να εξομολογηθώ; Ξέρω ότι θα ξανακάνω τα ίδια…». Αδελφέ μου. Η αμαρτία είναι σαν την αρρώστια. Δεν αρρωσταίνεις μια φορά. Πολλές φορές αρρωσταίνεις από την ίδια αρρώστια. Και κάθε φορά που αρρωσταίνεις πηγαίνεις στο γιατρό και παίρνεις φάρμακα που σου δίνει. Το ίδιο κάνε και για την ψυχή σου. Κάθε φορά που πληγώνεσαι, έστω και αν πληγώνεσαι στο ίδιο μέρος, μετανόησε και εξομολογήσου. Κάποτε το φάρμακο της χάριτος θα γιατρέψη ολότελα την συγκεκριμένη πληγή.

Το αμαρτωλό πάθος μοιάζει πολλές φορές με δένδρο, που ρίζωσε βαθειά και φαίνεται δύσκολο να ξερριζωθή. Είδες τι έκαμναν οι υλοτόμοι στην παλαιά εποχή; Με τσεκούρι έκοβαν το δένδρο. Φαντάσου δένδρο ριζωμένο, με μεγάλο κορμό. Ο υλοτόμος το κτυπά με μια τσεκουριά. Δεν πέφτει ασφαλώς με την πρώτη τσεκουριά. Το κτυπά με δεύτερη, με τρίτη, με δέκα… Κάποτε το δένδρο λυγίζει και πέφτει. Έτσι είναι και το αμαρτωλό πάθος. Μπορεί με την πρώτη τσεκουριά να μην πέση. Συνέχισε με την διαρκή μετάνοια να κτυπάς το πάθος. Να είσαι σίγουρος, πως κάποια μέρα, θα πέση το πάθος, θ’ απαλλαγής από την αμαρτία που χρόνια σε βασάνιζε. Έτσι λέει ο Ιερός Χρυσόστομος.

«Μετανοώ, αλλά ντρέπομαι να ομολογήσω τ’ αμαρτήματά μου. Είναι τόσα πολλά, ώστε ντρέπομαι να τα παρουσιάσω στον εξομολόγο κληρικό». Η ντροπή πρέπει να υπάρχη, αλλά προ, όχι μετά την αμαρτία. Να ντρεπώμεθα να διαπράξωμε το κακό, να μη ντρεπώμεθα να ομολογήσουμε το κακό.

Η μετάνοια εκφράζεται σαν ομολογία των αμαρτημάτων, σαν εξαγόρευσις. Μη ντρέπεσαι να πης τις αμαρτίες σου. Κάποτε θα γίνη η αποκάλυψις των αμαρτημάτων μας. Ή θα τις αποκαλύψουμε εμείς, μόνοι μας, μπροστά σ’ ένα πρόσωπο, στον πνευματικό, ή θα τις αποκάλυψη ο Θεός την ήμερα εκείνη μπροστά σ’ όλους τους αγγέλους και τους ανθρώπους. Αν προλάβουμε πρώτοι να κατηγορήσουμε τον εαυτόν μας με την μετάνοια, εξαλείφονται όλες οι αμαρτίες μας και αθωωνόμαστε.

«Είμαι τόσο πολύ αμαρτωλός, που αμφιβάλλω για την σωτηρία μου…». Αδελφέ μου συναμαρτωλέ! Ο Παράδεισος δεν είναι για τους αναμάρτητους. Είναι για τους αμαρτωλούς. Ο Παράδεισος είναι γεμάτος από αμαρτωλούς που μετανόησαν. Είναι και για μας ανοικτός ο Παράδεισος. Αρκεί να κάνουμε το πρώτο βήμα εμείς· το βήμα της μετάνοιας. Τότε σπεύδει ο Θεάνθρωπος Κύριος να κάνη δέκα βήματα για να μας αγκαλιάση· είναι τα βήματα του ελέους και της συγγνώμης.

Με πόνο θερμής προσευχής ας πούμε:

Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησέ μας αληθινή, δακρύβρεκτη μετάνοια. Εσύ μάς έμεινες μοναδική Ελπίδα σωτηρίας. Είσαι η Αλήθεια μέσα σε τόσα ψέματα. Είσαι η Χαρά μας μέσα σε τόσες θλίψεις. Είσαι η Λύτρωσίς μας μέσα σε τόση αμαρτία. Είσαι η Ειρήνη μέσα σ’ ένα κόσμο τόσο ταραγμένο.

Δόξα τη μακροθυμία και τη Ανοχή σου Κύριε. Αμήν.

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου
ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΜΕ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»



 

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς:

Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!

εικόνα άρθρου: Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Η Εκκλησία είναι μία, οι αιρέσεις είναι πολλές!

“Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί…”


«Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ μοναδική. Ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλὰ σώματα κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ πολλὲς Ἐκκλησίες. Ἐν τῷ θεανθρωπίνῳ αὐτοῦ σώματι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ὅπως ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Χριστός, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός.

Διʼ αὐτὸν τὸν λόγον διαίρεσις, σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἕνα πράγμα ὀντολογικῶς ἀδύνατον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξη, πλὴν ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξη ἔκπτωσις ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ πίπτουν τὰ ξερὰ καὶ ἄγονα κλήματα ἀπὸ τὴν θεανθρωπίνην καὶ αἰωνίως ζῶσαν ἄμπελον, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς (Ἰω. 13,16).

Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέρη τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της.

Ἔτσι ἔχουν κατ’ ἀρχὴν ἀποκοπῆ οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοί, κατόπιν οἱ Πνευματομάχοι, κατόπιν οἱ Μονοφυσῖται, κατόπιν οἱ Εἰκονομάχοι, κατόπιν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οἱ Προτεστάνται, κατόπιν οἱ Οὐνῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν λεγεώνων.»

Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», (Γαλλικὴ μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Ἀναδημοσιεύτηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στὶς 29/6/2007



 

Ἅγιος Ἐφραὶμ: Νὰ λὲς τὴν εὐχή κι αὔριο μεθαύριο θὰ κάνει καρπό!

Ἁγίου
Ἐφραὶμ Κατουνακιώτου
Ἀφιέρωσε μισὴ ὥρα τὸ 24ωρο γιὰ νὰ λὲς τὴν εὐχούλα.
Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!
Ὅποτε μπορείς. Καλύτερα τὸ βράδυ. 
Νὰ τὴν λὲς χωρὶς νὰ κρατᾶς κομποσχοίνι.
Ικετευτικά, παρακλητικά, κλαψιάρικα. 
Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! 
Καλλιέργησε αὐτὸ καὶ θὰ δεῖς τί καρπὸ θὰ βγάλει. Ἀπὸ μισὴ ὥρα, θὰ γίνει μία ὥρα. Καὶ πρόσεξε ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἢ τὸ τηλέφωνο θὰ χτυπήσει, ἢ αὐτὴ τὴν δουλειὰ πρέπει νὰ τὴν κάνω τώρα, ἢ ὕπνος θὰ σοῦ ἔρθει, ἢ καμμιὰ βλασφημία θὰ σὲ κτυπήσει. Τίποτε! Κλεῖσε τὸ τηλέφωνο, τέλειωσε τὶς δουλειές σου καὶ κάνε αὐτὸ μισὴ ὥρα καὶ θὰ δεῖς. 
Φύτεψες ἕνα δενδράκι κι αὔριο μεθαύριο θὰ κάνει καρπό. Κυριε Ιησού Χριστέ ελέησον με!


 

Άγιος Σαμψών ο ξενοδόχος

ΑΓΙΟΣ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ
    Μια κατηγορία αγίων της Εκκλησίας μας είναι και οι Ανάργυροι και Ιαματικοί, οι οποίοι ανάλωσαν τη ζωή τους στην ανακούφιση των πασχόντων και ενδεών ανθρώπων. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος.
      Γεννήθηκε στη Ρώμη το 511 από πλούσιους γονείς. Έλκε δε την καταγωγή του από βασιλική γενιά. Ήταν απόγονος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν πιστοί άνθρωποι και γι’ αυτό τον μεγάλωσαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Χάρις στην οικονομική τους ευμάρεια έδωσαν στο γιό τους σπουδαία μόρφωση. Σπούδασε πολλές επιστήμες, αλλά μία τον κατέκτησε, η ιατρική. Κι’ αυτό διότι θα του έδινε την δυνατότητα να ασκεί την αγάπη του στους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε ως εικόνες του Θεού. 
       Όταν αποφοίτησε ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού, όχι για βιοπορισμό ή για πλουτισμό, αλλά ως προσφορά στον πάσχοντα άνθρωπο δωρεάν. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως για τους αρχαίους λαούς και ιδιαίτερα τους Ρωμαίους, το ιατρικό επάγγελμα, θεωρούνταν παρακατιανό και γι’ αυτό το ασκούσαν κυρίως οι δούλοι και οι πληβείοι, οι φτωχοί και άσημοι. Η ιατρική αναδείχτηκε ως υψηλό λειτούργημα από το Χριστιανισμό. Μια πληθώρα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν ονομαστοί γιατροί και θεράπευαν τους πάσχοντες δωρεάν και γι’ αυτό ονομάζονταν Ανάργυροι.
       Ο Σαμψών εκτός από την καλή γνώση της ιατρικής επιστήμης έλαβε από το Θεό και το χάρισμα από το Θεό να θαυματουργεί με την επίκληση του αγίου ονόματος του Ιησού Χριστού. Χιλιάδες ενδεείς άνθρωποι έτρεχαν σ’ αυτόν να θεραπευτούν και να ελεηθούν.
      Μετά τον θάνατο των γονέων του ένοιωσε ώριμος να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο φιλανθρωπικό του έργο. Μοίρασε τη μεγάλη πατρική του περιουσία στους φτωχούς, ώστε πλήθος αναξιοπαθούντων να ανακουφιστούν, να βρουν τροφή και στέγη. Η φήμη του φιλάνθρωπου γιατρού Σαμψών βγήκε και έξω από τη Ρώμη. Ακόμα και από μακρινά σημεία της Ιταλίας έφταναν στη Ρώμη για να βρουν γιατρειά και ελεημοσύνη από εκείνον.
       Όμως η μεγάλη κοσμοσυρροή τον ενοχλούσε, όπως και η φήμη, από ταπείνωση. Δε θεωρούσε ότι έκανε κάτι σπουδαίο, αλλά το χριστιανικό του καθήκον, το οποίο είναι καθήκον κάθε χριστιανού. Ήθελε να είναι αφανής και άσημος και να μην επαινείται από τους ανθρώπους. Γι’ αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Ρώμη και να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί το φιλανθρωπικό του έργο.
       Όταν έφτασε στη Βασιλεύουσα εγκαταστάθηκε σε κάποιο σπίτι, ανάμεσα στους ναούς της Αγίας Σοφίας και Αγίας Ειρήνης, το οποίο μετέβαλε σε νοσοκομείο, με όσα χρήματα του είχαν απομείνει και άρχισε να επιτελεί το θεάρεστο έργο του. Παράλληλα επιδόθηκε στην άσκηση, στην προσευχή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Την ημέρα ασκούσε δωρεάν την ιατρική και το βράδυ αφιέρωνε στο δικό του πνευματικό αγώνα. Το σπίτι του το είχε μεταβάλλει σε άμισθο ιατρείο. Η φήμη του ως Ανάργυρος ιατρός διαδόθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα και για τούτο χιλιάδες ασθενείς έτρεχαν εκεί για να βρουν θεραπεία και να πάρουν ψυχική δύναμη από αυτόν. Μοίραζε αφειδώς στους φτωχούς και πεινασμένους της πόλεως ό, τι άφηναν προαιρετικά οι θεραπευμένοι.
       Η φήμη του έφτασε και στους άρχοντες της Βασιλεύουσας. Ο Πατριάρχης Μηνάς (536-552) κάλεσε τον Σαμψών να τον γνωρίσει και να τον επαινέσει για το σπουδαίο και θεάρεστο έργο του. Βλέποντας τα σπάνια χαρίσματά του και τη βαθειά πίστη του στο Θεό, του πρότεινε να γίνει κληρικός. Ο Σαμψών υπάκουσε και έγινε ιερέας στην ηλικία των τριάντα ετών.  
       Η είσοδός του στον κλήρο του έδωσε ακόμα περισσότερο ζήλο για τον καλό του αγώνα και την προσφορά του στους συνανθρώπους του. Παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα συνέχιζε να ασκεί την ιατρική του διακονία εντελώς δωρεάν. Πλήθος ασθενών συνέρρεαν στο ίδρυμά του για να λάβουν σωματική και ψυχική θεραπεία.
      Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός (527-565), ο οποίος κάποτε αρρώστησε από ανίατη ασθένεια. Ζήτησε διάσημους γιατρούς από όλη την αυτοκρατορία να τον θεραπεύσουν. Όμως δεν κατάφεραν τίποτε και ο αυτοκράτορας στράφηκε στο Θεό. Με δάκρυα στα μάτια και ολόθερμη προσευχή παρακαλούσε το Θεό να τον γιατρέψει. Κάποιο βράδυ είδε στον ύπνο του διάφορους γιατρούς. Ένας από αυτούς του υπέδειξε έναν ταπεινό και σεμνό νέο ιατρό, ο οποίος, μόνος αυτός, μπορούσε να τον θεραπεύσει. Όταν ξύπνησε έδωσε διαταγή να παρουσιαστούν μπροστά του όλοι οι γιατροί της Κωνσταντινουπόλεως.    
         Δεν έμοιαζε όμως κανένας με εκείνον που είχε δει στο όνειρό του και γι’ αυτό λυπήθηκε πολύ. Άρχισε να τον αναζητεί σε όλη την πόλη. Κάποιος γιατρός τον πληροφόρησε για τον Σαμψών και τη δύναμη να θεραπεύει στο όνομα του Χριστού. Διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Όταν τον αντίκρισε, τον αναγνώρισε αμέσως, ήταν ολόιδιος με τον νεαρό γιατρό του ονείρου του. Ο άγιος γιατρός προσευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ο Θεός άκουσε τις ικεσίες του και θεράπευσε τον ασθενή αυτοκράτορα.
       Ο Ιουστινιανός από ευγνωμοσύνη θέλησε να του δώσει χρήματα. Ο ταπεινός και αφιλοχρήματος Σαμψών δεν τα δέχτηκε, αλλά τον συμβούλεψε να κτίσει μεγάλο νοσοκομείο για τη θεραπεία και ανακούφιση των φτωχών ασθενών. Εκείνος δέχτηκε την πρότασή του και ανακαίνισε έναν μεγαλοπρεπή ξενώνα, που είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά του 532 και οργάνωσε σ’ αυτό νοσοκομείο, δίνοντας την ονομασία: «Σαμψών ο ξενοδόχος». Ο άγιος υπηρέτησε για πολλά χρόνια στο πρότυπο αυτό ευαγές  ίδρυμα, ευεργετώντας χιλιάδες ανθρώπους. Το ίδρυμα αυτό επέζησε 600 χρόνια προσφέροντας ανεκτίμητο φιλανθρωπικό έργο.
        Κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας και το ιερό του λείψανο τοποθετήθηκε στο ναό του Αγίου Μάρτυρα Μωκίου. Αξιώθηκε και μετά την κοίμηση του να ευεργετεί τους πάσχοντες, θαυματουργώντας. Η μνήμη του τιμάται στις 27 Ιουνίου