Κυριακή, Ιουλίου 12, 2026

 

Ι. Μητρόπολη Σάμου: Φυλλάδια διαφημίζουν προτεσταντικό ραδιοσταθμό

  

Ἐπειδή προσφάτως κυκλοφορήθηκαν στά ἀκριτικά μας Νησιά φυλλάδια, τά ὁποῖα διαφημίζουν τόν Ραδιοφωνικό Σταθμό «Χριστιανισμός» τῆς Ἐλευθέρας Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Πεντηκοστῆς, στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς μας εὐθύνης ἐπιθυμοῦμε μέ πολλή ἀγάπη νά ἐπιστήσουμε τήν προσοχή σέ κάθε καλοπροαίρετο Ὀρθόδοξο Χριστιανό, καθώς οἱ Πεντηκοστιανοί, ὡς Προτεσταντική κίνηση, στηρίζονται μονομερῶς στήν Ἁγία Γραφή ἀπορρίπτοντας παράλληλα τήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἐν γένει τη διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἐκτός τοῦ ὅτι δέν ἀποδέχονται ὅλα τά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, παρά μόνο 66 ἀπό τά 76, πιστεύουν ὅτι το Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τον κάθε πιστό ξεχωριστά να κατανοήσει την Ἁγία Γραφή, γεγονός τό ὁποῖο στην πράξη οδηγεῖ σε ὑποκειμενικές ἑρμηνείες, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται.

Ἀπορρίπτουν ἐπίσης τήν τιμή πρός τήν Παναγία καί τούς Ἁγίους καί δέν ἀναγνωρίζουν τίς πρεσβεῖες καί τη μεσιτεία τους. Παρερμηνεύοντας τό σχετικό χωρίο ἀπό τήν Α΄ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή κεφ. β΄ στίχ. 5 θεωροῦν ὡς μόνο μεσίτη καί πρεσβευτή τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὅμως εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός πού δέχεται τη μεσιτεία καί τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων.

Ἐπίσης δέν ἔχουν μυστηριακή ζωή, ἀποδεχόμενοι μόνο ἕνα εἶδος βαπτίσματος (συνήθως μέ μία κατάδυση στό νερό) καί αὐτό σέ μεγάλη ἡλικία καί ὡς ὁμολογία πίστεως πιο πολύ, παρά ὡς κάθαρση καί πνευματική ἀναγέννηση καί θεωροῦν ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία ἔχει μόνο συμβολικό καί ὄχι πραγματικό χαρακτῆρα, ἀρνοῦνται δηλαδή τήν πραγματική μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.

imsamou.gr



 

Ἁγία Εὐφημία στὸν Ἅγιο Παΐσιο: «Ἂν ἤξερα τί δόξα ἔχουν οἱ Ἅγιοι, θὰ ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα νὰ περάσω πιὸ μεγάλα μαρτύρια»

Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, «Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου», σελ. 224-228, Ἔκδοσις Καλύβης Ἀναστάσεως, Καψάλα, Ἅγιον Ὅρος.

Ἦταν στὴν αὐλὴ τῆς Καλύβης του ὁ Γέροντας (Παΐσιος), ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Ἐπανελάμβανε συνεχῶς ἀπὸ τὴν καρδιά του: «Δόξα σοὶ ὁ Θεός», πάλιν καὶ πολλάκις. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἀχρηστεύεται κανεὶς μὲ τὴν καλὴ ἔννοια»;
-Ποιός, Γέροντα;
-Ἥσυχα καθόμουν στὸ Κελλί μου, ἦρθε καὶ μὲ παλάβωσε. Ὡραία περνοῦν ἐπάνω.
-Τί συμβαίνει, Γέροντα;
-Θὰ σοῦ πῶ, ἀλλὰ μὴν τὸ πεῖς σὲ κανέναν.
Τοῦ διηγήθηκε τότε τὸ ἕξης: «Εἶχα γυρίσει ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅπου εἶχα βγεῖ γιὰ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ θέμα. (Μὲ τὸ μακαρίτη Τρίτση).
Τὴν Τρίτη, κατὰ ἡ ὥρα 10 τὸ πρωί, ἤμουν μέσα στὸ Κελί μου καὶ ἔκανα...τὶς Ὧρες. Ἀκούω χτύπημα στὴν πόρτα καὶ μιὰ γυναικεία φωνὴ νὰ λέει: «Δὶ' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἠμῶν…». Σκέφθηκα:
«Πῶς βρέθηκε γυναίκα μέσα στὸ Ὅρος;». Ἐν τούτοις ἔνιωσα μιὰ θεία γλυκύτητα μέσα μου καὶ ρώτησα:
-Ποιὸς εἶναι;
-Ἡ Εὐφημία! (ἀπαντᾶ).
-Σκεφτόμουν, «ποιὰ Εὐφημία; Μήπως καμιὰ γυναίκα ἔκανε καμιὰ τρέλα καὶ ἦρθε μὲ ἀνδρικὰ στὸ Ὅρος; Τώρα τί νὰ κάνω;». Ξαναχτυπᾶ. Ρωτάω: «Ποιὸς εἶναι;». «Ἡ Εὐφημία», ἅπαντα καὶ πάλι. Σκέφτομαι καὶ δὲν ἀνοίγω. Στὴν τρίτη φορὰ ποὺ χτύπησε, ἄνοιξε μόνη της ἡ πόρτα, ποὺ εἶχε σύρτη ἀπὸ μέσα. Ἄκουσα βήματα στὸν διάδρομο. Πετάχτηκα ἀπὸ τὸ Κελί μου καὶ βλέπω μιὰ γυναίκα μὲ μανδήλα. Τὴν συνόδευε κάποιος, ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος ἐξαφανίσθηκε. Παρ’ ὅλο ποῦ ἤμουν σίγουρος ὅτι δὲν εἶναι τοῦ πειρασμοῦ, γιατί λαμποκοποῦσε, τὴν ρώτησα ποιὰ εἶναι.
 -Ἡ μάρτυς Εὐφημία, (ἀπαντᾶ).
-Ἂν εἶσαι ἡ μάρτυς Εὐφημία, ἔλα νὰ προσκυνήσουμε τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὅ,τι κάνω ἐγὼ νὰ κάνης καὶ σύ.
Μπῆκα στὴν Ἐκκλησία, κάνω μιὰ μετάνοια λέγοντας: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός». Τὸ ἐπανέλαβε μὲ μετάνοια. «Καὶ τοῦ Υἱοῦ». «-Καὶ τοῦ Υἱοῦ», εἶπε μὲ ψιλὴ φωνή.
-Πιὸ δυνατά, ν’ ἀκούω, εἶπα καὶ ἐπανέλαβε δυνατότερα.
-Ἐνῶ ἦταν ἀκόμα στὸ διάδρομο ἔκανε μετάνοιες, ὄχι πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ πρὸς τὸ Κελί μου. Στὴν ἀρχὴ παραξενεύτηκα, ἀλλὰ μετὰ θυμήθηκα ὅτι εἶχα μιὰ μικρὴ χάρτινη εἰκονίτσα τῆς Ἁγίας Τριάδος, κολλημένη σὲ ξύλο, πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Κελιοῦ μου. Ἀφοῦ προσκυνήσαμε καὶ γιὰ τρίτη φορά.
-«Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»

Μετὰ εἶπα: «Τώρα, νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ ἐγώ». Τὴν προσκύνησα καὶ ἀσπάστηκα τὰ πόδια της καὶ τὴν ἄκρη τῆς μύτης της. Στὸ πρόσωπο τὸ θεώρησα ἀναίδεια νὰ τὴν ἀσπασθῶ.
-Ὕστερα κάθισε ἡ Ἁγία στὸ σκαμνάκι καὶ ἐγὼ στὸ μπαουλάκι καὶ μοῦ ἔλυσε τὴν ἀπορία ποὺ εἶχα (στὸ ἐκκλησιαστικὸ θέμα).
-Μετά μου διηγήθηκε τὴν ζωή της. Ἤξερα ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἁγία Εὐφημία, ἀλλὰ τὸν βίο της δὲν τὸν ἤξερα. Ὅταν μου διηγεῖτο τὰ μαρτύρια της, ὄχι ἁπλῶς τὰ ἄκουγα, ἀλλὰ σὰν νὰ τὰ ἔβλεπα• τὰ ζοῦσα. Ἔφριξα! Πά, πά, πά!
-Πῶς ἄντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
-Ἂν ἤξερα τί δόξα ἔχουν οἱ Ἅγιοι, θὰ ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα νὰ περάσω πιὸ μεγάλα μαρτύρια.
-Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς γιὰ τρεῖς μέρες δὲν μποροῦσα νὰ κάνω τίποτα. Σκιρτοῦσα καὶ συνεχῶς δόξαζα τὸν Θεό. Οὔτε νὰ φάω, οὔτε τίποτα… συνεχῶς δοξολογία».

Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ ἀναφέρει: «Σ’ ὅλη μου τὴ ζωὴ δὲν θὰ μπορέσω νὰ ἐξοφλήσω τὴν μεγάλη μου ὑποχρέωση στὴν ἁγία Εὐφημία, ἡ ὁποία ἐνῶ ἦταν ἄγνωστή μου καὶ χωρὶς νὰ εἶχε καμιὰ ὑποχρέωση, μοῦ ἔκανε αὐτὴ τὴν μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος τὸ γεγονὸς πρόσθεσε μὲ ταπείνωση ὅτι παρουσιάστηκε ἡ ἁγία Εὐφημία, «ὄχι γιατί τὸ ἀξίζω, ἀλλὰ ἐπειδὴ μὲ ἀπασχολοῦσε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνα θέμα ποὺ εἶχε σχέση μὲ τὴν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας γενικά, καὶ γιὰ δύο ἄλλους λόγους».
Ἐντύπωση ἔκανε στὸν Γέροντα «πῶς αὐτὴ ἡ μικροκαμωμένη καὶ ἀδύνατη ἄντεξε τόσα μαρτύρια; Νὰ πεῖς ἦταν καμία… (ἐννοοῦσε σωματώδης καὶ δυνατή). Μιὰ σταλιὰ ἦταν».

Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας ἕνα στιχηρὸ προσόμοιο: «Ποίοις εὐφημιῶν ἄσμασιν εὐφημήσωμεν τὴν Εὐφημίαν, τὴν καταδεχθεῖσαν ἀπὸ ἄνωθεν καὶ ἐπισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχὸν ἐλεεινὸν ἐν τῇ Καψάλα. Ἐκ τρίτου τὴν θύραν πάλιν τοῦ ἔκρουσε τετάρτη ἠνοίχθη μόνη ἐκ θαύματος καὶ εἰσελθοῦσα μὲ οὐράνιον δόξαν, τοῦ Χριστοῦ ἡ Μάρτυς, προσκυνοῦντες ὁμοὺ Τριάδα τὴν Ἁγίαν».

Καὶ ἕνα ἐξαποστειλάριο κατὰ τὸ «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν…», ποὺ ἄρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ἔνδοξέ του Χρίστου Εὐφημία, σ’ ἀγαπῶ πολὺ-πολὺ μετὰ τὴν Παναγία…». (Φυσικὰ αὐτὰ δὲν τὰ εἶχε γιὰ λειτουργικὴ χρήση, οὔτε τὰ ἔψαλλε δημοσίως).
Παρὰ τὴν συνήθειά του βγῆκε πάλι στὴν Σουρωτὴ καὶ ἔκανε τὶς ἀδελφὲς μετόχους αὐτῆς τῆς οὐράνιας χαρᾶς. Μὲ τὴν βοήθειά του καὶ τὶς ὁδηγίες τοῦ ἁγιογράφησαν τὴν Ἁγία, ὅπως τοῦ ἐμφανίσθηκε.

Ὁ Γέροντας φιλοτέχνησε τὸ ἀρνητικό τῆς εἰκόνος τῆς Ἁγίας σὲ μήτρα ἀτσάλινη μὲ τὴν ὁποία ἔκανε πρεσσαριστὰ εἰκονάκια καὶ τὰ μοίραζε εὐλογία στοὺς προσκυνητὲς εἰς τιμὴν τῆς ἁγίας Εὐφημίας. Κατὰ τὸ σκάλισμα δυσκολεύτηκε νὰ κάνη τὰ δάχτυλα τοῦ ἀριστεροῦ της χεριοῦ. Εἶπε: «Παιδεύτηκα νὰ κάνω τὸ χέρι της, ἀλλὰ μετὰ ἔβαλα ἕναν καλὸ λογισμό: «Ἴσως ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ τὴν παίδεψα τὴν καημένη».


 

Τῆς ἐνθέου ἀγάπης..."

Ἀπολυτίκιο Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου

Τῆς ἐνθέου ἀγάπης τό πῦρ δεξάμενος, ὑπερβαλλούσῃ ἀσκήσει ἐδόθης ὅλος Θεῷ, καὶ παράκλησις πολλῶν ἀνθρώπων γέγονας, λόγοις θείοις νουθετῶν, προσευχαῖς θαυματουργῶν, Παΐσιε θεοφόρε, καὶ νῦν πρεσβεύεις ἀπαύστως ὑπέρ παντός τοῦ κόσμου, Ὅσιε.

Ψάλλουν οἱ Πατέρες τοῦ Ἱεροῦ Κουτλουμουσιανοῦ Κελλίου 
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Καρυές Ἁγίου Ὄρους


 

Αγία Βερονίκη η αιμορροούσα

ΑΓΙΑ ΒΕΡΟΝΙΚΗ Η ΑΙΜΟΡΡΟΟΥΣΑ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Οι αναφερόμενες γυναίκες στην Καινή Διαθήκη αποτελούν μια ξεχωριστή ομάδα αγίων, οι οποίες προσέφεραν, μαζί με τους άνδρες αγίους, σημαντικό έργο στην αρχαία Εκκλησία. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία του προχριστιανικού κόσμου καταξιώθηκε η γυναικεία φύση, παίρνοντας τη σωστή της θέση στην κοινωνία, χάρις στο απολυτρωτικό μήνυμα του Λυτρωτή μας Χριστού. Η αγαλλίαση αυτή είναι κάλλιστα αποτυπωμένη στις ευγενικές και αγνές ψυχές τους, σε αντίθεση με την απαισιοδοξία, την απελπισία και την κατήφεια που ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των μη χριστιανών γυναικών.

      Μια από τις πλέον συμπαθείς γυναίκες της Καινής Διαθήκης είναι και η αγία Βερονίκη η αιμορροούσα, συνδεδεμένη με την παράδοση για το «Ιερό Μανδήλιο»

     Η παράδοση της Εκκλησίας την θέλει να είναι η θεραπευμένη από τον Κύριο αιμορροούσα γυναίκα, όπου αναφέρεται το θαύμα, στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κεφάλαιο 9ο, στ. 20-22, στο κατά Μάρκον κεφάλαιο 5ο, στ. 25-34 και στο κατά Λουκάν κεφάλαιο 8ο  στ. 43-49.

      Έτσι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει: «Και ιδού γυνή, αιμορροούσα δώδεκα έτη, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού. Έλεγε γάρ εαυτή, εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι. Ο δέ Ιησούς επιστραφείς και ιδών αυτήν είπε: Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε. Και εσώθη η γυνή απο της ώρας εκείνης». Ο Ευαγγελιστής Μάρκος τονίζει πως «εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος».

      Μια ταλαιπωρημένη και πονεμένη γυναίκα, εξαιτίας σοβαρού γυναικολογικού προβλήματος, δώδεκα χρόνια ακατάσχετης αιμορραγία, μη βρίσκοντας γιατρειά στους γιατρούς της εποχής, πληροφορήθηκε ότι ερχόταν στο χωριό της ο μεγάλος Δάσκαλο και Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων. Δεν ήταν μόνο η νόσος που την ταλαιπωρούσε, αλλά και η κοινωνική κατακραυγή, διότι θεωρούταν «μολυσμένη» και όλοι την απέφευγαν.  Είχε ακούσει γι’ Αυτόν και τώρα που βρήκε την ευκαιρία, θέριεψε την πίστη στην ψυχή της, πως ακόμα και να ακουμπούσε το ένδυμά Του, θα θεραπεύονταν εξάπαντος!

      Πλησίασε από πίσω του κρυφά, επειδή ντρεπόταν και δεν ήθελε να γίνει φανερή η αρρώστια της, κι άγγιξε την άκρη του εξωτερικού ενδύματός του. Και το έκανε αυτό διότι έλεγε μέσα της, και μόνο ν’ αγγίξω το ένδυμά του θα γίνω υγιής. Ο Ιησούς τότε στράφηκε προς τα πίσω, και καθώς την είδε, είπε: Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη και η πεποίθηση που είχες ότι θα θεραπευόσουν εάν άγγιζες το ένδυμά μου, σε έχει θεραπεύσει. Και η γυναίκα αυτή έγινε τελείως υγιής από την ώρα εκείνη.

       Ο Συναξαριστής του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου αναφέρει, ότι η αγία αυτή καταγόταν από την πόλη Πανεάδα, γνωστότερη ως Καισάρεια του Φιλίππου, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται σήμερα στα υψίπεδα του Γκολάν.  Όταν τη γιάτρεψε ο Κύριος από την ασθένεια της αιμορραγίας, αυτή για να Τον ευχαριστήσει, φιλοτέχνησε τον ανδριάντα Του και τον έστησε μπροστά στο σπίτι της για να προσκυνείται απ’ όλους. Μάλιστα στη βάση του ανδριάντα, φύτρωσε βότανο που θεράπευε διάφορες ασθένειες.

      Η αγία Βερονίκη, όπως προναφέραμε, είναι συνδεδεμένη και με το περίφημο «Ιερό Μανδήλιο», ένα πολύτιμο κειμήλιο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την δραματική πορεία του Κυρίου στον Γολγοθά. Κατάκοπος και κατάστικτος από τις πληγές έφερε στους αγίους ώμους Του το ξύλο του σταυρού, το φονικό και επώδυνο όργανο της θανάτωσής Του. Οι Ρωμαίοι, θέλοντας να παραδειγματίσουν το λαό για τις συνέπειες των κακουργηματικών πράξεων, διαπόμπευαν τους μελλοθάνατους στους δρόμους των πόλεων. Αυτό έκαμε και για τον κατάδικο Χριστό, οι δήμιοι στρατιώτες τον διαπόμπευαν στους δρόμους της Ιερουσαλήμ.

     Όπως αναφέρουν οι Ιεροί Ευαγγελιστές ο Κύριος, ταλαιπωρημένος από τις πολύωρες ανακρίσεις, ταπεινωμένος από τις ύβρεις του ιουδαϊκού όχλου, εξουθενωμένος από τα σκληρά μαρτύρια, νηστικός και διψασμένος, κατέρρευσε. Οι στρατιώτες βλέποντας ότι ήταν αδύνατον να συνεχίσει να κουβαλά το βαρύτατο ξύλο του σταυρού,  «ἀγγαρεύουσι παράγοντά τινα Σίμωνα Κυρηναῖον, ἐρχόμενον ἀπ᾿ ἀγροῦ, τὸν πατέρα ᾿Αλεξάνδρου καὶ Ρούφου, ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Μάρκ.15,21).

     Τότε εμφανίστηκε μέσα από το πλήθος, που ακολουθούσε και έβριζε το Χριστό, μια γυναίκα, η οποία έτρεξε κοντά Του, για να ανακουφίσει λίγο τον πόνο Του,  και σκούπισε το καταϊδρωμένο και ματωμένο πρόσωπό Του, με ένα καθαρό μαντήλι. Ήταν η Βερονίκη, η οποία είδε ότι είχε αποτυπωθεί θαυματουργικά στο ύφασμα η γλυκιά μορφή του Ιησού! Είναι η πρώτη θαυμαστή «αχειροποίητος εικόνα» Του.

      Προφανώς Τον ακολούθησε ως τον Γολγοθά, μαζί με τις άλλες άγιες Γυναίκες, «μακρόθεν θεωροῦσαι» (Μαρκ.15,40), θρηνώντας και βιώνοντας το άδικο Πάθος του Μεγάλου Αθώου! Εκεί στον φοβερό Γολγοθά, έγινε μάρτυρας των φοβερών συμβάντων, όπως τα εξιστορούν οι ιεροί Ευαγγελιστές: «᾿Απὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης…  τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, 52 καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη» (Ματθ.27,45.51-52). Όλα αυτά τα υπερφυσικά φαινόμενα συντάραξαν τις αγνές ψυχές των αγίων Γυναικών και μαζί της Βερονίκης, οι οποίες δόξαζαν το Θεό για την άμετρη φιλανθρωπία και ανεξικακία Του κατά των θεοκτόνων Ιουδαίων! Είναι επίσης πιθανόν να συγκαταλέγεται μεταξύ των Μυροφόρων, στις λοιπές «συν αυταίς» (Λουκ.26,10), σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά, οι οποίες είχαν την ύψιστη ευλογία να δουν τον Κύριο αναστάντα!   

      Αργότερα η Βερονίκη έγινε μέλος της πρώτης Εκκλησίας, και παρέδωσε το πολύτιμο κειμήλιο του Αγίου Μανδηλίου σε Αυτή, καθότι αυτό ήταν η πρώτη αχειροποίητη εικόνα του Χριστού και αποτέλεσε, όπως είναι γνωστό το πρότυπο για τις κατοπινές εικονίσεις Του! Μάλιστα επιτελούσε πολλά θαύματα, με το πιο γνωστό τη θεραπεία του βασιλιά της Έδεσσας (Μεσοποταμίας) Άβγαρου Ε΄, ο οποίος βασίλεψε από το 7 μ. Χ. μέχρι το 50 μ. Χ. και είχε το προσωνύμιο «Ουχάμα» και έπασχε πιθανόν από λέπρα και ο οποίος πίστεψε στο Χριστό.

      Το κειμήλιο παρέμεινε στην πόλη της Έδεσσας, σε εμφανές σημείο, μέχρι και τον θάνατο του γιού του Άβγαρου, οπότε πήρε την εξουσία ο ανεψιός του, ο οποίος επανέφερε την ειδωλολατρία στο βασίλειο. Τότε με ενέργειες του επισκόπου της πόλης η εικόνα κρύφτηκε σε σημείο των τειχών. Αργότερα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον βυζαντινό στρατηγό Ιωάννη Κουρκούα το 944 μ. Χ. και χάθηκε κατά την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους κατά την Δ΄ σταυροφορία το 1204 μ. Χ. 

       Στη Ρώμη, σύμφωνα με τοπική παράδοση, υπήρχε εικόνα του Χριστού σε ύφασμα ονομαζόταν «Μανδήλιο της Βερονίκης» και συνδέεται με την εορτή της «Αγίας Όψεως». Κάποιοι, λαθεμένα, ταυτίζουν το Άγιο Μανδήλιο με την  αμφιλεγόμενη «Σινδόνη του Τορίνου», η οποία, κατά πάσα πιθανότητα είναι απατηλή δημιουργία του 12ου μ. Χ. αιώνα.  

     Δεν γνωρίζουμε περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της αγίας Βερονίκης. Εικάζουμε ότι υπήρξε εξέχον μέλος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες ως διάκονος των φτωχών και κατατρεγμένων ανθρώπων. Αφού έζησε αγία ζωή, ειρηνικά παρέδωσε το πνεύμα της στον Μεγάλο Ευεργέτη της ζωής της, το Χριστό, που τόσο αγάπησε!

      Η μνήμη της τιμάται στις 12 Ιουλίου και θεωρείται προστάτιδα των γυναικών που πάσχουν από γυναικολογικά προβλήματα υγείας.



 

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Άγιος Παΐσιος - Αποφθέγματα και λόγοι παρακλήσεως
ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
         Η αδιάκοπη ανάδειξη αγίων στο δισχιλιόχρονο διάβα της ιστορίας είναι το μόνιμο θαύμα στην Εκκλησία μας. Κάποιος μεγάλος ασκητής είχε πει πως όταν σταματήσουν να αναδεικνύονται άγιοι θα έρθει και το τέλος του κόσμου. Ο 20ος   αιώνας ανάδειξε μια πλειάδα νεοφανών αγίων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.

        Γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας και ονομάζονταν Αρσένιος Εζνεπίδης. Οι γονείς του Πρόδρομος και Ευλαμπία ήταν ευσεβείς άνθρωποι και είχαν άλλα οκτώ παιδιά. Το όνομά του το πήρε από τον επίσης νεοφανή άγιο, Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος του έδωσε το όνομά του για να τον αφήσει ως καλόγερο στο πόδι του, όπως είπε. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1924 έφυγε με την οικογένειά του στην Ελλάδα, ως πρόσφυγες. Βγήκαν στον Πειραιά και από εκεί πήγαν στην Κέρκυρα, όπου έμειναν στο κάστρο. Μετά ενάμισι χρόνο έφυγαν για την Ηγουμενίτσα και από εκεί στην Κόνιτσα, όπου εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Εκεί τελείωσε ο Αρσένιος το δημοτικό σχολείο και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Από παιδί τον ενθουσίαζε η μοναχική ζωή και συζητούσε με τους γονείς του το όνειρό του να γίνει μοναχός. Εν τω μεταξύ εργαζόταν σε ξυλουργείο και έμαθε την τέχνη του ξυλουργού. Ειδικεύτηκε στην κατασκευή φέρετρων.
      Το 1945 υπηρέτησε στο στρατό ως ασυρματιστής. Είχε την ατυχία να ζήσει και να πολεμήσει στον αδελφοκτόνο εμφύλιο (1945-1949). Συχνά έπαιρνε τη θέση οικογενειαρχών στρατιωτών πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, προτιμώντας να βλαφτεί ο ίδιος παρά εκείνοι που είχαν υποχρεώσεις. Απολύθηκε το 1949 και αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος για να πραγματοποιήσει την νεανική του επιθυμία να γίνει μοναχός. Όμως αναγκάστηκε να γυρίσει στην Κόνιτσα, για να αποκαταστήσει τις αδελφές του. Το 1950 γύρισε ξανά στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν στη Μονή Εσφιγμένου, όπου έλαβε την «ρασοευχή», παίρνοντας το πρώτο όνομα  Αβέρκιος. Έμεινε στη Μονή τέσσερα χρόνια και επέδειξε θαυμαστό ζήλο, υπακοή, ταπεινοφροσύνη και εργατικότητα. Μελετούσε συγγράμματα Πατέρων, και κύρια του Αββά Ισαάκ του Σύρου.
       Το 1954 εγκαταστάθηκε στην Μονή Φιλοθέου, όπου έγινε, το 1956, και η μοναχική κουρά του και έλαβε το όνομα Παΐσιος. Έμεινε στη Μονή ως το 1958, αλλά ύστερα από μια «εσωτερική πληροφόρηση» γύρισε και πάλι στην Κόνιτσα και εγκαταστάθηκε την Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο. Εκεί εργάστηκε πνευματικά μεταστρέφοντας πολλούς ετεροδόξους στην Ορθοδοξία και στηρίζοντας υλικά και πνευματικά τους ενδεείς της περιοχής. Έμεινε εκεί  τέσσερα χρόνια και απέκτησε τη φήμη του αγίου άνδρα.
       Το 1962 μετέβηκε στο Όρος Σινά, όπου μόνασε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Αγαπήθηκε πολύ από τους μοναχούς και τους Βεδουίνους, στους οποίους μοίραζε τρόφιμα και χρήματα, που κέρδιζε με το εργόχειρό του.
       Το 1964 επέστρεψε στο Άγιον Όρος, από όπου δεν έφυγε ποτέ ξανά. Εγκαταστάθηκες τη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων και έγινε υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα, με τον οποίο έμεινε ως το 1968.
       Το 1966 ασθένησε σοβαρά και νοσηλεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου του αφαιρέθηκε ο ένας πνεύμονας. Κατά το χρόνο ανάρρωσής του φιλοξενήθηκε στο Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Σουρωτής. Το 1967, όταν ανάρρωσε, πήγε ξανά στο Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε στα Κατουνάκια, στο Λαυριώτικο κελί του Υπατίου.  Το επόμενο έτος εγκαταστάθηκε στη Μονή Σταυρονικήτα και υπηρετούσε σε διάφορες χειρονακτικές εργασίες, παρ’ όλο το βεβαρυμμένο της υγείας του.
       Το 1979 μετακόμισε στη Μονή Κουτλουμουσίου και εγκαταστάθηκε στο εγκαταλειμμένο κελί της Παναγούδας. Εκεί φάνηκαν και τα πρώτα σημάδια της αγιότητάς του. Άρχισε η φήμη του να διαδίδεται παντού. Θεωρούνταν χαρισματικός μοναχός και προσέφευγαν σ’ αυτόν πλήθος βασανισμένων ανθρώπων για να πάρουν τις συμβουλές και τις ευλογίες του. Χιλιάδες μαρτυρίες επισκεπτών του βεβαιώνουν ότι ο Θεός τον είχε προικίσει με διορατικό και προορατικό χάρισμα. Διάβαζε τις ψυχές των επισκεπτών του σαν ανοιχτό βιβλίο! Δέχονταν χιλιάδες επιστολές, τις οποίες δεν προλάβαινε να διαβάσει. Επίσης οι πολυάριθμοι επισκέπτες του δημιουργούσαν πρόβλημα ησυχίας στους παρακείμενους μοναχούς, γεγονός που τον στεναχωρούσε πολύ.  
     Παρ’ όλο το βεβαρυμμένο καθημερινό του πρόγραμμα, δεν αμελούσε την ασκητική του ζωή. Νήστευε σκληρά, προσευχόταν αδιάκοπα και αναπαυόταν μόνο 2 με 3 ώρες την ημέρα.
       Τα προβλήματα υγείας του επιδεινώνονταν συνεχώς. Η σκληρή άσκηση και η άρνησή του να δεχτεί ιατρική βοήθεια επιδείνωσε σοβαρά την υγεία του. Το 1993 άρχισαν αιμορραγίες. Το Νοέμβριο πήγε στο Ησυχαστήριο της Σουρωτής. Εκεί ασθένησε σοβαρά. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαγνώστηκε κακοήθης όγκος στο παχύ έντερο. Δέχτηκε με ηρεμία την είδηση, ως εκπλήρωση παλιάς του επιθυμίας για την πνευματική του πρόοδο. Έλεγες συχνά «ο καρκίνος έβαλε στον παράδεισο χιλιάδες ανθρώπους». Στις 4 Φεβρουαρίου 1994 χειρουργήθηκε, αλλά λίγο καιρό μετά διαγνώστηκαν μεταστάσεις. Τον ταλαιπωρούσαν υψηλοί πυρετοί και δύσπνοια. Τέλος Ιουνίου 1994 οι γιατροί του  ανακοίνωσαν ότι έφτανε το τέλος του. Στις 11 Ιουλίου, εορτή της Αγίας Ευφημίας, κοινώνησε γονατιστός των Αχράντων Μυστηρίων και την επόμενη, 12 Ιουλίου, κοιμήθηκε. Το λείψανό του ενταφιάστηκε στο Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών.
      Ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος μυριάδων πιστών και άρχισαν να γράφονται εκατοντάδες βιογραφίες του και καταγραφή των λόγων του. Στην αλάνθαστη συνείδηση του πιστού ήταν άγιος. Τυπικά η αγιοκατάταξή του έγινε στις 13 Ιανουαρίου 2015 και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 12 Ιουλίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.
      Ο νεοφανής άγιος Παΐσιος υπήρξε γνήσιος ενσαρκωτής του  ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους και μάλιστα θεωρείται από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης του σύγχρονου μοναχισμού στο Άγιο Όρος. Παράλληλα υπήρξε ζηλωτής της σώζουσας Ορθοδόξου πίστεως, στηλιτεύοντας με τον γνωστό μειλίχιο και ταπεινό ύφος του τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες, ιδιαιτέρως τη σύγχρονη παναίρεση του οικουμενισμού