Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2026

 

Η ψευδοαγγελολογία και η «Αγγελοθεραπεία» υπό το φως της Ορθοδόξου Θεολογίας.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 30η Ιουνίου 2026

Η ΨΕΥΔΟΑΓΓΕΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η «ΑΓΓΕΛΟΘΕΡΑΠΕΙΑ» ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

(Θεολογική Προσέγγιση και Ποιμαντική Αντιμετώπιση μιας νεοφανούς πλάνης)

       Ο Τριαδικός Θεός, εκ της απείρου αγαθότητος και αγάπης Του προς την κτίση, εκχέει αδιαλείπτως τις άκτιστες ενέργειές Του στον κόσμο, διά των οποίων δημιουργείται, συντηρείται και συνέχεται σύμπασα η κτιστή πραγματικότητα. Ο θεόπνευστος Ψαλμωδός διακηρύσσει χαρακτηριστικά: «ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος… ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» (Ψαλμ.103,27-30). Αντιθέτως, όταν αποσυρθεί η ζωοποιός ενέργεια του Θεού, τα κτίσματα επιστρέφουν στην φθορά και τον θάνατο: «ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται· ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν» (Ψαλμ.103,29).

     Ιδιαιτέρως το Πανάγιο Πνεύμα μεταδίδει στον κόσμο τις θείες δωρεές και ενέργειές Του, διά των οποίων ο άνθρωπος ζει κατά φύσιν, τελειούται πνευματικώς και ολοκληρώνεται ως ψυχοσωματική ύπαρξη. Όπως επισημαίνεται εύστοχα στη σύγχρονη θεολογική γραμματεία, «το Πνεύμα μάς εισάγει στα βάθη του Θεού (Α΄ Κορ.2,10), όχι σε μία αδιαφοροποίητη άβυσσο, αλλά στο πλήρωμα της προσωπικώς μεθεκτής και άκτιστης θείας ενεργείας»[1]. Από την ημέρα της Αγίας Πεντηκοστής έως και τη συντέλεια των αιώνων, το Άγιο Πνεύμα παραμένει ενεργώς παρόν στην Εκκλησία, αγιάζοντας, καθαρίζοντας, σώζοντας και οδηγώντας τον άνθρωπο στην κατά χάριν θέωση.

     Δυστυχώς, με την πτώση των Πρωτοπλάστων εισήλθε στον κόσμο η αμαρτία και μαζί της μία ψευδής και σκοτεινή «πνευματικότητα», η οποία δεν προέρχεται από τον Θεό, αλλά από τον «ἀπ’ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνον» διάβολο (Ιωάν.8,44). Η δαιμονική αυτή ενέργεια επιδιώκει να υποκαταστήσει την αγιοπνευματική ζωή, να απομακρύνει τον άνθρωπο από την οδό της σωτηρίας και να τον οδηγήσει στην πνευματική απώλεια.

    Η ολέθρια αυτή μορφή ψευδοπνευματικότητας εκδηλώνεται ιστορικά και συγχρόνως μέσα από το ευρύ φάσμα του Αποκρυφισμού. Ο όρος «Αποκρυφισμός» δηλώνει την αναζήτηση δήθεν μυστικών γνώσεων και υπερφυσικών δυνάμεων, οι οποίες αποκτώνται μέσω αποκρύφων πρακτικών, τελετουργιών και επικλήσεων πνευματικών οντοτήτων. Πίσω από τις πρακτικές αυτές δεν κρύβεται η θεία χάρις, αλλά η πλάνη και η ενέργεια των δαιμονικών δυνάμεων, οι οποίες επιδιώκουν να απομακρύνουν τον άνθρωπο από την αλήθεια της εν Χριστώ ζωής. Σχετική ανακοίνωση, με τίτλο: «Η σύγχρονη επέλαση του αποκρυφισμού», είχαμε δημοσιεύσει στις 3 Φεβρουαρίου 2025[2] , αναλύοντας σε βάθος το φαινόμενο.

    Στη σύγχρονη εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη πνευματική σύγχυση και θρησκευτικό συγκρητισμό, ο Αποκρυφισμός παρουσιάζεται με ποικίλες μορφές και προσελκύει πλήθος ανθρώπων που αναζητούν νόημα, θεραπεία ή πνευματική εμπειρία έξω από την εκκλησιαστική ζωή. Ανάμεσα στις πλέον διαδεδομένες εκφάνσεις του συγκαταλέγεται και η λεγόμενη «Ψευδοαγγελολογία» ή «Αγγελοθεραπεία», ένα φαινόμενο που επιχειρεί να οικειοποιηθεί και να διαστρέψει τη χριστιανική διδασκαλία περί των Αγίων Αγγέλων.

      Η λεγόμενη αυτή «νέα θρησκεία των αγγέλων» προβάλλει διάφορες υπερφυσικές οντότητες ως πνευματικούς οδηγούς, θεραπευτές και μεσολαβητές μεταξύ του ορατού και του αοράτου κόσμου. Παρά τη χρήση ονομάτων γνωστών Αρχαγγέλων, όπως του Μιχαήλ, του Γαβριήλ και του Ραφαήλ, οι αντιλήψεις αυτές ουδεμία σχέση έχουν με την ορθόδοξη διδασκαλία περί των Αγίων Αγγέλων, οι οποίοι είναι κτιστά πνευματικά όντα, λειτουργικά πνεύματα και υπηρέτες του θελήματος του Θεού.

     Η σύγχρονη ψευδοαγγελολογία, επηρεασμένη από την Καμπάλα, τη Θεοσοφία, τον Εσωτερισμό και το ευρύτερο ρεύμα της «Νέας Εποχής», αποδίδει στους λεγόμενους «αγγέλους» ιδιότητες και εξουσίες που δεν μαρτυρούνται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Αντιθέτως, τους παρουσιάζει ως αυθύπαρκτες πνευματικές δυνάμεις, φορείς κοσμικών ενεργειών και μέσα προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, εισάγοντας έτσι τον άνθρωπο σε ένα πνευματικό περιβάλλον ξένο προς την αποκαλυφθείσα αλήθεια του Θεού.

     Για τον λόγο αυτό, η Εκκλησία αντιμετωπίζει τα φαινόμενα αυτά όχι ως αθώες μορφές εναλλακτικής πνευματικότητας, αλλά ως σοβαρές πνευματικές πλάνες, οι οποίες νοθεύουν το ορθόδοξο φρόνημα και εγκυμονούν κινδύνους για τη σωτηρία του ανθρώπου.

     Η σύγχρονη ψευδοαγγελολογία δεν αποτελεί ένα αυτόνομο θρησκευτικό φαινόμενο, αλλά εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο αποκρυφιστικό και νεοεποχίτικο πλέγμα αντιλήψεων, το οποίο επιχειρεί να υποκαταστήσει τη γνήσια εν Χριστώ πνευματική ζωή με μία εναλλακτική μορφή θρησκευτικότητας. Πρόκειται για ένα συγκρητιστικό σύστημα, το οποίο συνδυάζει ετερόκλητα στοιχεία προερχόμενα από τον Ιουδαϊκό μυστικισμό, τον Γνωστικισμό, τον Ερμητισμό, τη Θεοσοφία και τις διάφορες εκδοχές του σύγχρονου Εσωτερισμού.

     Ιδιαιτέρως καθοριστική υπήρξε η επίδραση της εβραϊκής Καμπάλα, η οποία θεωρείται από πολλούς ερευνητές ως ένας από τους βασικότερους πυλώνες του σύγχρονου Αποκρυφισμού. Η Καμπάλα παρουσιάζεται από τους οπαδούς της ως η δήθεν μυστική και ανώτερη παράδοση του Ιουδαϊσμού, η οποία μεταδόθηκε προφορικώς από τον Μωυσή σε έναν περιορισμένο κύκλο «μυημένων». Κατ’ αυτήν, η γραπτή αποκάλυψη (Τορά και γενικότερα η Παλαιά Διαθήκη) απευθύνεται στους πολλούς, ενώ η μυστική γνώση επιφυλάσσεται για τους «πνευματικώς προχωρημένους».

     Στην πραγματικότητα, όμως, το καμπαλιστικό σύστημα εισάγει αντιλήψεις οι οποίες αποκλίνουν ουσιωδώς από το πνεύμα της θείας Αποκαλύψεως. Αντί της πίστεως στον προσωπικό και ζώντα Θεό, ο οποίος δημιουργεί τον κόσμο εκ του μη όντος, προβάλλεται ένα σχήμα κοσμικών εκπορεύσεων και ενεργειακών βαθμίδων, το οποίο παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με νεοπλατωνικές και γνωστικές θεωρίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται και η ιδιαίτερη «αγγελολογία» της Καμπάλα, η οποία αποδίδει στους λεγόμενους αγγέλους ρόλους και ιδιότητες ξένες προς τη βιβλική και πατερική διδασκαλία.

      Σύμφωνα με τις καμπαλιστικές δοξασίες, οι «άγγελοι» δεν θεωρούνται απλώς λειτουργικά πνεύματα και διάκονοι του θείου θελήματος, όπως αναφέρεται στην Θεία Αποκάλυψη, αλλά ενδιάμεσες πνευματικές δυνάμεις, φορείς κοσμικών ενεργειών και διαχειριστές μυστικών γνώσεων. Συνδέονται με τα λεγόμενα «Σεφιρώτ», τις υποτιθέμενες εκπορεύσεις του θείου, καθώς και με διάφορα συστήματα μυστικής αριθμολογίας, αστρολογίας και αποκρυφιστικών αντιστοιχιών.

      Ιδιαίτερη θέση κατέχει η διδασκαλία περί των λεγομένων «72 αγγέλων», οι οποίοι υποτίθεται ότι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες πνευματικές ιδιότητες και ενεργειακές επιδράσεις. Κατά τις σχετικές δοξασίες, κάθε άνθρωπος συνδέεται με ορισμένους «προσωπικούς αγγέλους», ανάλογα με την ημερομηνία και την ώρα της γεννήσεώς του, οι οποίοι υποτίθεται ότι επηρεάζουν τη ζωή, τον χαρακτήρα και την πνευματική του πορεία, συνδέοντάς τις με μια ακόμα πλάνη, την αστρολογία.

     Είναι προφανές ότι οι αντιλήψεις αυτές δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί των Αγίων Αγγέλων. Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν γνωρίζει αγγέλους συνδεδεμένους με αστρολογικούς υπολογισμούς, αριθμολογικές θεωρίες ή μυστικές ενεργειακές δομές. Οι Άγιοι Άγγελοι είναι δημιουργήματα του Θεού, τα οποία υπηρετούν αποκλειστικώς το θείο θέλημα και διακονούν το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.

     Παράλληλα, η σύγχρονη ψευδοαγγελολογία έχει δεχθεί έντονες επιδράσεις από τη Θεοσοφία και το κίνημα της «Νέας Εποχής» (New Age). Στο πλαίσιο αυτό, οι «άγγελοι» παρουσιάζονται ως εξελιγμένες πνευματικές υπάρξεις, φορείς ανώτερης σοφίας και καθοδηγητές της ανθρωπότητας προς μια υποτιθέμενη νέα εποχή πνευματικής αφυπνίσεως. Οι αντιλήψεις αυτές συνοδεύονται συνήθως από πρακτικές διαλογισμού, οραματισμού, ενεργειακών θεραπειών και επικλήσεων πνευματικών οντοτήτων.

         Οι «άγγελοι» λοιπόν της Καμπάλα, της Θεοσοφίας και του Αποκρυφισμού, δεν είναι οι αγαθοί και Άγιοι Άγγελοι της Θείας Αποκαλύψεως, αλλά αλλότρια πνευματικά όντα. Από το ότι προβάλλονται από τον Αποκρυφισμό και συνδέονται με τις πρακτικές του και κυρίως με την μαγεία, τότε αυτοί δεν είναι άλλοι από εκπεσόντες άγγελοι, από δαιμονικές δυνάμεις!

     Αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία σε ιστότοπο του χώρου: «δεν επικαλούμαστε δαίμονες. Τους παρουσιάζουμε ως μυθικά αρχέτυπα που αντιπαρατίθενται με τους αγγέλους, για να αποκαλύψουμε την εσωτερική μάχη του ανθρώπου». Και στο ερώτημα: γιατί αναπτύσσουν την Αγγελολογία και Δαιμονολογία, απαντά: «Αποκαθιστούμε την ισορροπία: Η Αγγελολογία εμπνέει, αλλά η Δαιμονολογία παραμένει παρεξηγημένη. Ενώνουμε και τις δύο για να χαρτογραφήσουμε την πλήρη πνευματική γεωγραφία—όχι ως αντίθεση, αλλά ως συμπληρωματική αποκάλυψη. Προστατεύουμε την πρωτοτυπία: Αντιπαραθέτουμε κάθε άγγελο με τον αντίπαλό του, χτίζοντας ένα απαράμιλλο σύστημα που κανείς δεν μπορεί να αντιγράψει.  “Η Σύγκρουση Sehaliah vs Vine ” ανοίγει τον δρόμο. Εμβαθύνουμε στον μύθο: Δεν βλέπουμε άγγελους και δαίμονες ως απλές οντότητες. Τους αναγνωρίζουμε ως δυνάμεις, σύμβολα και εσωτερικές φωνές που συγκρούονται μέσα μας…»[3] . Μια ξεκάθαρη ομολογία ότι η «αγγελολογία» του Αποκρυφισμού είναι «δαιμονολογία».

     Ιδιαιτέρως διαδεδομένη είναι η λεγόμενη «Αγγελοθεραπεία», σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι μπορούν να επικαλούνται αγγελικές δυνάμεις για τη θεραπεία σωματικών, ψυχολογικών ή πνευματικών προβλημάτων. Στο πλαίσιο αυτό εμφανίζονται διάφοροι «θεραπευτές», «μέντιουμ» ή «πνευματικοί σύμβουλοι», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι επικοινωνούν με αγγέλους και μεταδίδουν τα μηνύματά τους στους ενδιαφερομένους.

     Η πρακτική αυτή, όμως, εγείρει σοβαρά θεολογικά ζητήματα. Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, ουδεμία αυθεντική επικοινωνία με τον πνευματικό κόσμο μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και της ζωής της Εκκλησίας. Κάθε απόπειρα επικλήσεως πνευματικών οντοτήτων μέσω αποκρυφιστικών τεχνικών, μέντιουμ, καναλιών επικοινωνίας (channeling) ή μαγικών πρακτικών καταδικάζεται σαφώς από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση.

     Η Εκκλησία διακρίνει πάντοτε μεταξύ της θείας χάριτος και των πλανών των πονηρών πνευμάτων. Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι ο διάβολος και οι δαίμονες έχουν τη δυνατότητα να μετασχηματίζονται και να εμφανίζονται με μορφές φωτεινές και ελκυστικές, προκειμένου να εξαπατήσουν τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί ότι «αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ.11,14).

     Η πατερική γραμματεία και οι βίοι των Αγίων παρέχουν πλήθος σχετικών παραδειγμάτων. Ιδιαιτέρως οι μεγάλοι ασκητές της ερήμου αντιμετώπισαν πολυάριθμες δαιμονικές εμφανίσεις, κατά τις οποίες τα πονηρά πνεύματα επιχειρούσαν να παρουσιασθούν ως άγγελοι ή ακόμη και ως πρόσωπα αγίων, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αγωνιστές της πίστεως. Η νίκη επί των πειρασμών αυτών επιτυγχανόταν πάντοτε διά της ταπεινώσεως, της προσευχής και της προσκολλήσεως στην εκκλησιαστική εμπειρία.

       Απέναντι στις συγκεχυμένες και πλανεμένες αυτές αντιλήψεις, η Ορθόδοξη Εκκλησία προβάλλει αδιαλείπτως την αυθεντική διδασκαλία της περί των Αγίων Αγγέλων, όπως αυτή αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή και ερμηνεύεται από την ιερά Πατερική Παράδοση. Οι Άγιοι Άγγελοι είναι κτιστά, λογικά και νοερά πνεύματα, δημιουργήματα του Θεού, τα οποία υμνούν ακαταπαύστως τη θεία μεγαλοσύνη και διακονούν το σωτηριώδες σχέδιό Του για τον κόσμο και τον άνθρωπο.

     Η ύπαρξη και η διακονία τους μαρτυρούνται σε ολόκληρη την Αγία Γραφή. Από τις πρώτες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης έως τα αποκαλυπτικά οράματα της Καινής Διαθήκης, οι Άγγελοι εμφανίζονται ως λειτουργοί του θείου θελήματος, ως αγγελιοφόροι των θείων βουλών και ως προστάτες των πιστών. Ποτέ όμως δεν ενεργούν αυτοβούλως ούτε διαθέτουν αυθύπαρκτες δυνάμεις και εξουσίες. Κάθε ενέργειά τους πηγάζει από τη χάρη και την πρόνοια του Θεού, τον Οποίο υπηρετούν με απόλυτη υπακοή.

     Η Εκκλησία ουδέποτε δίδαξε ότι οι Άγιοι Άγγελοι αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης λατρείας ή ότι δύνανται να επικαλούνται με ειδικές τεχνικές και μυστικιστικές μεθόδους. Αντιθέτως, η τιμή που αποδίδεται στους Αγγέλους ανάγεται πάντοτε στον Δημιουργό τους, τον Τριαδικό Θεό, από τον Οποίο λαμβάνουν την ύπαρξη, τη δύναμη και την αποστολή τους. Κάθε μορφή αγγελολατρείας ή υπερβολικής ενασχολήσεως με τον αγγελικό κόσμο απορρίπτεται ως παρέκκλιση από την ορθή πίστη.

     Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί τους πιστούς να μην παρασύρονται από όσους προβάλλουν μία ψευδεπίγραφη ταπείνωση και μία ιδιότυπη λατρεία των αγγέλων, «μηδεὶς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ θρησκείᾳ τῶν ἀγγέλων» (Κολ. 2,18), απομακρύνοντάς τους από τον Χριστό, ο Οποίος είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας και η μοναδική πηγή της σωτηρίας. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται μέσω μυστικών γνώσεων, αποκρύφων αποκαλύψεων ή επικλήσεων υπερφυσικών οντοτήτων, αλλά διά της εν Χριστώ ζωής, της μετανοίας και της συμμετοχής στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας.

     Η λεγόμενη «Αγγελοθεραπεία» προβάλλει ως βασικό της επιχείρημα την αναζήτηση θεραπείας, παρηγορίας και εσωτερικής ισορροπίας. Η βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου για ανακούφιση από τον πόνο, τη μοναξιά και την υπαρξιακή αγωνία καθίσταται συχνά το σημείο μέσω του οποίου οι διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες προσελκύουν ανυποψίαστους ανθρώπους. Υπόσχονται εύκολες λύσεις, άμεση ψυχική ανακούφιση και υπερφυσική βοήθεια, αποκρύπτοντας τον πραγματικό πνευματικό κίνδυνο που ενυπάρχει στις πρακτικές τους.

     Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αρνήθηκε τη θεραπευτική διάσταση της πίστεως. Αντιθέτως, ολόκληρη η ζωή της αποτελεί ένα συνεχές θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων. Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται στα ιερά Ευαγγέλια ως ο κατεξοχήν Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ο Οποίος θεραπεύει όχι μόνον τις σωματικές ασθένειες, αλλά και τη βαθύτερη αιτία της ανθρώπινης τραγωδίας, δηλαδή την αμαρτία και τον θάνατο.

     Μέσα στο σώμα της Εκκλησίας ο άνθρωπος καλείται να βιώσει την αληθινή θεραπεία διά της μετανοίας, της προσευχής, της ασκήσεως, της εξομολογήσεως και της θείας Ευχαριστίας. Η θεραπεία αυτή δεν έχει χαρακτήρα μαγικό ούτε λειτουργεί αυτοματοποιημένα. Αποτελεί καρπό της ελεύθερης συνεργίας του ανθρώπου με τη θεία χάρη και εντάσσεται στην πορεία του αγιασμού και της σωτηρίας.

     Ιδιαιτέρως στη σύγχρονη εποχή, όπου η πνευματική σύγχυση και ο θρησκευτικός συγκρητισμός λαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις, απαιτείται εγρήγορση, διάκριση και σταθερή προσήλωση στην εκκλησιαστική παράδοση. Πολλές από τις σύγχρονες μορφές ψευδοπνευματικότητας εμφανίζονται με ελκυστικό και φιλικό προσωπείο, χρησιμοποιώντας όρους όπως «αγάπη», «φως», «ενέργεια», «θεραπεία» και «πνευματική εξέλιξη». Πίσω όμως από την ελκυστική αυτή ορολογία αποκρύπτονται συχνά αντιλήψεις και πρακτικές οι οποίες αλλοιώνουν τη χριστιανική πίστη και οδηγούν τον άνθρωπο μακριά από τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου.

      Η εμπειρία της Εκκλησίας διδάσκει ότι κάθε αυθεντική πνευματική ζωή έχει ως θεμέλιό της την ταπείνωση. Αντιθέτως, ο αποκρυφισμός και οι ποικίλες μορφές εσωτερισμού καλλιεργούν συνήθως την αυταρέσκεια, την πεποίθηση περί δήθεν ανώτερης γνώσεως και την ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει πνευματικές δυνάμεις ή ιδιαίτερα χαρίσματα ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού. Η νοοτροπία αυτή αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη της αρχαίας πτώσεως, κατά την οποία ο άνθρωπος επιχείρησε να αυτονομηθεί από τον Δημιουργό του.

      Γι’ αυτό και η Εκκλησία απευθύνει πατρική προειδοποίηση προς όλους τους πιστούς να αποφεύγουν κάθε ενασχόληση με αποκρυφιστικές πρακτικές, μορφές μαντείας, ενεργειακές θεραπείες, επικλήσεις πνευμάτων, «αγγελικές επικοινωνίες», σεμινάρια μυστικών γνώσεων και κάθε συναφή δραστηριότητα. Οι πρακτικές αυτές δεν οδηγούν στην κοινωνία με τον Θεό, αλλά εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους πνευματικής πλάνης και απομακρύνσεως από την εκκλησιαστική ζωή.

      Ο πιστός δεν έχει ανάγκη από μυστικούς μεσολαβητές, αποκρυφιστικές τεχνικές ή υποτιθέμενες υπερφυσικές δυνάμεις. Έχει τον Χριστό, τον μόνο Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου, ο Οποίος «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ.13,8), καθώς και την Αγία Του Εκκλησία, μέσα στην οποία προσφέρεται αφθόνως η σωστική χάρη του Αγίου Πνεύματος.

      Κατακλείοντας, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η λεγόμενη «Αγγελολογία – Αγγελοθεραπεία», όπως εμφανίζεται στους χώρους του σύγχρονου Αποκρυφισμού και της «Νέας Εποχής», δεν αποτελεί ακίνδυνη εναλλακτική πρόταση πνευματικότητας ούτε γνήσια έκφραση της χριστιανικής πίστεως, αλλά πρόκειται για μια ακόμη δαιμονική παγίδα, για τον αποπροσανατολισμό μας και την πρόσδεσή μας στις αποκρυφιστικές πρακτικές. Πρόκειται για ένα συγκρητιστικό και αποκρυφιστικό σύστημα αντιλήψεων, το οποίο διαστρέφει την ορθόδοξη διδασκαλία περί των Αγίων Αγγέλων και οδηγεί τους ανθρώπους σε πνευματικές ατραπούς ξένες προς το Ευαγγέλιο του Χριστού. Αποτελεί ένα σύστημα μυστικών διδασκαλιών που μελετά την ιεραρχία, τα ονόματα και τις ιδιότητες των υπερφυσικών όντων, χρησιμοποιώντας πρακτικές όπως η επίκληση, η Καμπάλα και η μαγεία για την επικοινωνία μαζί τους.

     Η αληθινή θεραπεία, ο φωτισμός και η σωτηρία δεν προέρχονται από αμφίβολες πνευματικές τεχνικές ή από την επίκληση αγνώστων πνευματικών οντοτήτων, αλλά από τη ζωοποιό χάρη του Παναγίου Πνεύματος, η οποία ενεργεί αδιαλείπτως μέσα στην Εκκλησία. Εκεί τελεσιουργείται το μυστήριο της σωτηρίας, εκεί προσφέρεται η άφεση των αμαρτιών, εκεί θεραπεύονται οι πνευματικές πληγές του ανθρώπου και εκεί προγεύεται ο πιστός την αιώνια Βασιλεία του Θεού.

    Καλούμαστε έτσι να συνειδητοποιήσουμε πως μόνον ο «Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός», ο αληθινός Τριαδικός Θεός, μπορεί να μας ευλογήσει και να μας χαρίσει τα άπειρα αγαθά Του και προπαντός το ύψιστο δώρο της σωτηρίας, της υιοθεσίας μας από Αυτόν και της κατά χάριν θέωσής μας. Έξω και πέρα από την δική Του χάρη υπάρχει το κακό, η απάτη, το έρεβος και η καταστροφή. Ο ολέθριος αντίδικός μας γνωρίζει αυτή την αλήθεια και την ύψιστη ευεργεσία του Θεού για μας και θέλει να μας απομακρύνει από αυτή, να μας στερήσει τις θείες ευλογίες και να μας καταστρέψει,  οδηγώντας μας να αναζητήσουμε «βοήθεια» και  «λύτρωση» στις δικές του δαιμονικές δυνάμεις, τις οποίες προβάλλει ως «αγγελικές»! Για τούτο ο θεόπνευστος λόγος του Θεού μας προτρέπει να απέχουμε από τα έργα του σκότους, από τις μεθοδείες του Σατανά, για το δικό μας συμφέρον.

      Ας παραμείνουμε, λοιπόν, στερεωμένοι στην πίστη των Αγίων Πατέρων, προσηλωμένοι στην εκκλησιαστική ζωή και προφυλαγμένοι από κάθε μορφή πλάνης, έχοντας ως μοναδική ελπίδα και καταφυγή τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, «τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών ημών» (Α΄ Πέτρ.2,25), στον Οποίο ανήκει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[1] https://www.vatopedi.gr/theologia/i-ekklisia-tou-ag-pnevmatos-ke-i-monastiki-zoi/

[2] https://www.ierovima.gr/pages/article.aspx?id=66749   

[3] https://torah.gr/



 

†Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ο Οικουμενισμός

“Ο παπισμός αποτελεί μεγάλην απειλήν δια την εν Χριστώ ελευθερίαν του ανθρώπου”

†Aρχιμανδρίτου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΨΑΝΗ, Καθηγουμένου της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους (Εκοιμήθη στις 8 Ιουνίου το 2014) 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ, δηλαδή η κίνησις δια την ένωσιν των “εκκλησιών”, όπως διεξάγεται σήμερον, φαίνεται ότι έχει ουμανιστικόν – ανθρωποκεντρικόν χαρακτήρα και όχι θεολογικόν και πνευματικόν. Παραμερίζει την Πίστιν (δόγμα) και την Παράδοσιν της Εκκλησίας και αποβλέπει περισσότερον εις πρακτικούς σκοπούς. Βλέπει την Εκκλησίαν κυρίως ως ανθρώπινον ίδρυμα, το οποίον ηνωμένον θα δυνηθή να αντιμετωπίση καλλίτερον τους εχθρούς του.

Δι’ αυτό δεν λαμβάνονται σοβαρώς υπ’ όψιν αι βασικαί διαφοραί περί την πίστιν και το πνεύμα των “εκκλησιών”, ούτε η ιστορία και η συνείδησις της Εκκλησίας. Εξ άλλου “δημιουργείται κάθε τόσο, από την μεγάλη επιθυμία για ένωση, ένας εύκολος ενθουσιασμός, που πιστεύει πως μπορεί με την συναισθηματική του θερμότητα να ρευστοποιήση την πραγματικότητα και να την ξαναπλάση χωρίς δυσκολία. Δημιουργείται ακόμα μία διπλωματική συμβιβαστική νοοτροπία, που νομίζει πως μπορεί να συμφιλιώση με αμοιβαίες υποχωρήσεις ωρισμένες δογματικές θέσεις ή γενικώτερες καταστάσεις, που κρατούν τις εκκλησίες χωρισμένες” (π. Δημήτριος Στανιλοάε). Η εκκλησιολογία, η οποία υπόκειται ως βάσις εις τον οικουμενισμόν, είναι επίσης λανθασμένη. Δεν αναγνωρίζει την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, αλλ’ ως τμήμα ή κλάδον της Καθολικής Εκκλησίας. Δι’ αυτό και πολλοί Ορθόδοξοι βλέπουν εις τον οικουμενισμόν μίαν εκκλησιολογικήν αίρεσιν χωρίς να σημαίνη ότι αναπαύονται και εις τον ζωλωτισμόν, ο οποίος αποτελεί επίσης εκκλησιολογικήν παρέκκλησιν. Οικουμενισμός και ζηλωτισμός δεν εκφράζουν την Ορθοδοξίαν. Αισθανόμεθα τον οικουμενισμόν ως κάτι που απομακρύνει την ένωσιν και μάλιστα τόσον όσον φαίνεται να την φέρη πλησίον μας. Αγαπώμεν τους ετεροδόξους χριστιανούς και δι’ αυτό θέλομεν μίαν πραγματικήν και αγίαν ένωσιν μαζί των. Δεν θέλομεν συνύπαρξιν ή μίαν ανοχήν ή μίαν ποικιλίαν “πίστεων”, διότι αυτό δεν είναι η αγάπη του Χριστού, ούτε ασφαλής και διαρκής ένωσις εις την Αγίαν Τριάδα. Θέλομεν να πιστεύωμεν ό,τι κοινωνούμεν και να κοινωνούμεν ό,τι πιστεύωμεν, τον Θεάνθρωπον Χριστόν, ολόκληρον εις ολόκληρον το Σώμα Του.

Μόνον ο όλος Θεάνθρωπος ημπορεί να σώση και τον όλον άνθρωπον. Εν ονόματι αυτού του όλου Θεανθρώπου Χριστού και του όλου Σώματός Του, της Ορθοδοξίας, δεν δυνάμεθα να διαπραγματευθώμεν “επί ίσοις όροις” με τους “παραμορφωμένους Χριστούς” των δυτικών, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών. Ούτε θέλωμεν να προδώσωμεν τον άνθρωπον, που αναμένει την σωτηρίαν του από τον όλον Θεάνθρωπον. Δι’ αυτό ημπορούμεν να ομολογήσωμεν, ημπορούμεν και να αποθάνωμεν, αλλ’ όχι να συμβιβασθώμεν. Ειδικώτερον όσον αφορά εις τον παπισμόν αισθανόμεθα, αυτό που πάντοτε ησθάνοντο οι Ορθόδοξοι, ότι παραμορφώνει την Αγίαν Τριάδα, ότι παραμερίζει τον Χριστόν, ότι δεν φανερώνει την Εκκλησίαν ως Εικόνα της Αγίας Τριάδος, αλλ’ ως ανθρωπίνην μονοκρατορίαν, ότι δίδει εις το Άγιον Πνεύμα διακοσμητικήν μόνον θέσιν. Έτσι ο άνθρωπος δεν βοηθείται και δεν σώζεται. Ο παπισμός αποτελεί μεγάλην απειλήν δια την εν Χριστώ ελευθερίαν του ανθρώπου. Η μελέτη αυτή αποτελεί μίαν διαμαρτυρίαν και μίαν ομολογίαν έναντι των Ορθοδόξων εκείνων που λησμονούν τα ανωτέρω, βιάζονται να χαρακτηρίσουν τον πάπαν ως “άγιον” και την ρωμαϊκήν εκκλησίαν ως “αγίαν” χωρίς να σκέπτωνται ότι με αυτόν τον τρόπον αδικούν περισσότερον από όλους τους δυτικούς, διότι δεν τους βοηθούν να αντιληφθούν την αυθεντίαν των. Δεν σκέπτωνται επίσης ότι με όσα λέγουν δεν εκφράζουν την πίστιν και το φρόνημα των Εκκλησιών, των οποίων προΐστανται. Αλλά και η δικαιολογία ότι όλα αυτά γίνονται “διπλωματικώς” αποτελεί ήδη μίαν πνευματικήν πτώσιν εν σχέσει προς την απαίτησιν του Ευαγγελλίου να “αληθεύωμεν εν αγάπη” (Εφ. δ’ 15) και συμβιβασμόν με το κοσμικόν πνεύμα. […] Εάν μάλιστα ημείς ως Αγιορείται ομιλήσωμεν διαφορετικά απ’ ό,τι ομίλησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι μη συλλειτουργήσαντες με τους Λατινόφρονας και θανατωθέντες Αγιορείται, ο όσιος Νικόδημος και οι λοιποί Πατέρες μας, οι εν ασκήσει και αθλήσει διαλάμψαντες, τούτο θα είναι Θεού εγκατάλειψις. Και τα οστά μας θα διασκορπισθούν με τα οστά των ανθρωπαρέσκων. (Ψαλμ. 52,6) Με αυτό το πνεύμα ας ακούσουν και οι αδελφοί μας την ταπεινήν φωνήν μας.

“Ορθόδοξος Παράδοσις και Παπισμός, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1979”

katanixi.gr



 

Μαρτυρίες Αγιασμένων Μορφών της Εκκλησίας για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

 

Μαρτυρίες Αγιασμένων Μορφών της Εκκλησίας για την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

Ομιλεί* ο Αρχιμανδρίτης π. Παύλος Δημητρακόπουλος.

Να δούμε, εν ολίγοις πάλι και επί τροχάδην, τί είπαν για αυτήν την μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδο μεγάλες οσιακές μορφές της εποχής μας, που και η γνώμη τους φυσικά έχει μεγάλη βαρύτητα διότι πρόκειται περί Αγίων ανθρώπων.

Σύγχρονες οσιακές μορφές της εποχής μας, παρακολουθώντας από κοντά την όλη πορεία των αλλεπαλλήλων πανορθοδόξων διασκέψεων και διαβουλεύσεων και την προετοιμασία της ‘Συνόδου της Κρήτης’, διέκριναν με τον θείο φωτισμό που είχαν μέσα τους την ολέθρια οικουμενιστική γραμμή πάνω στην οποία βάδιζε η όλη προετοιμασία. Αλλά και τα σαθρά οικουμενιστικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε η όλη προσπάθεια και προείδαν ότι η μέλλουσα να συγκληθεί ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδος’ δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια οικουμενιστική αιρετική ψευδεσύνοδος.

Ας δούμε τί είπε ο Άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Μέγας Άγιος και Ομολογητής της εποχής μας. Αυτός υπέβαλε το 1971 υπόμνημα προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Σερβικής με τίτλο: «Περί την μελετομένην μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.». Πρόκειται για ένα ιστορικής σημασίας κείμενο, λαμπράς Ορθοδόξου ομολογίας, στο οποίο ο θεοφόρος Πατήρ, επσημαίνει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Προσωπικώς δεν βλέπω ότι κατά τα σημερινάς περιστάσεις υπάρχει πράγματι αναπόφευκτος ανάγκη για την σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου. Εάν όμως υπάρχει, η παρούσα στιγμή είναι η πλέον ακατάλληλος εις την ιστορία της Εκκλησίας μας.

Πάσα νέα Οικουμενική Σύνοδος δεν θα είναι ούτε Αγία, ούτε Οικουμενική, ούτε 8η, εάν πρωτίστως δεν δεχθεί τας προγενεστέρας οικουμενικάς και ασαλεύτους αποφάσεις των.»

Διέβλεπε ο Όσιος ότι δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την σύγκληση μίας Οικουμενικής Συνόδου. Επειδή ήδη από την εποχή εκείνη κυριαρχούσε ο οικουμενισμός σε όλες σχεδόν τις Τοπικές Εκκλησίες και συνεπώς εάν επραγματοποιείτο η σύγκλησή της δεν θα ήταν Σύνοδος Αγίων Πατέρων αλλά μια ψευδοσύνοδος οικουμενιστών αρχιερέων.

Εάν όμως οι τότε περιστάσεις ήταν, κατά την εκτίμηση του Αγίου, ακατάλληλες, σκεφθείτε πόσο ακατάλληλες είναι τώρα, μετά από πεντέμιση δεκαετίες. Πόσο ακατάλληλες έγιναν σήμερα οι συνθήκες όπου η θύελλα της αιρέσεως του οικουμενισμού έχει σαρώσει τα πάντα και έχει λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Και κατακλείει το ιστορικό αυτό υπόμνημά του ο Άγιος, με τους εξής προφητικούς λόγους:

Αλλά τέλος, είναι γνωστόν και εις τους Αγγέλους και εις τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ότι εις αυτήν την αποκαλυπτικήν εποχήν είναι δύσκολο, ή μάλλον αδύνατο σε πολλούς ιεράρχες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, λόγω ανθρωπίνων αδυναμιών, να ομολογήσουν Ορθοδόξως και Αγιοπατερικώς σε αυτήν την ενδεχομένως μέλλουσα να συνέλθει ‘Οκουμενική Σύνοδο’ τα Ορθόδοξα δόγματα και τας κανονικάς αληθείας.

Ένεκα τούτου, το Ορθοδοξότερο θα ήταν να μην συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος ή τουλάχιστον, να μην συμμετάσχει κανείς σε αυτήν.

Πέντε χρόνια αργότερα το 1976 ο Άγιος Ιουστίνος, διαβλέποντας τους πικρούς καρπούς από την σύγκληση της ‘Συνόδου της Κρήτης’, θα κάνει και πάλι νέα έκκληση προς την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας με νέο υπόμνημα. Γράφει:

Απευθύνομαι και πάλι κατά την υπαγόρευση της συνειδήσεώς μου δια ταύτης παρακλησεώς μου και της υιικής εν προσευχή κραυγής μου προς την Ιερά Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας, όπως η Εκκλησία της Σερβίας απόσχει την συμμετοχή της εις την προπαρασκευή μιας κατ’ όνομα ‘Οικουμενικής Συνόδου’, όλως δε ιδιαιτέρως της εν αυτής συμμετοχής, εάν τελικώς συνέλθει αυτή.

Και άλλα τα οποία παραλείπω, δεν μας παίρνει ο χρόνος.

Ο ‘Οσιος Γέροντας Φιλόθεος ο Ζερβάκος, γνωστός σε όλους σας, εκοιμήθη το 1980, ο οποίος και αυτός παρακολουθούσε εναγωνίως τις εξελίξεις σχετικά με την προετοιμαζόμενη ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’. Σε απόλυτη συμφωνία με τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς γράφει σε σχετικό άρθρο του με τίτλο «Περί Οικουμενικής Συνόδου» τα εξής:

Ώστε, όλως περί τί νομίζομεν ότι είναι η σύγκληση ‘Οικουμενικής Συνόδου’ περί ζητημάτων εις τα οποία έχουν αποφανθεί δια των Ιερών Κανόνων οι θείοι Απόστολοι και θεόσοφοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας.

Τις ίδιες διαπιστώσεις κάνει σχετικά με την μελετομένη Σύνοδο, και τους ίδιους κινδύνους από ενδεχόμενη πραγματοποίηση της Συνόδου, και ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Αυτός ο οποίος ίδρυσε τον Ορθόδοξο Τύπο (την εφημερίδα) και την Πανελλήνια Ορθόδοξος Ένωση (ΠΟΕ). Γράφει:

Δυστυχώς, και η ετοιμαζόμενη ‘8η Οικουμενική Σύνοδος’ θα είναι ληστρική. (λες και τα ‘λεγε προφητικά). Εάν κρίνομεν εξ’ όσων βλέπομε μέχρι στιγμής, με την μελετόμενη να συνέλθει ‘8η Οικουμενική Σύνοδο’ μηχανεύονται οι οικουμενιστές να επικυρώσουν τους νεωτερισμούς, τους οποίους οι ίδιοι προωθούν σήμερα στην Εκκλησία. Την θέλουν σαν Σύνοδο που θα ξεθεμελιώσει τις προηγούμενες αποφάσεις των 7 Οικουμενικών Συνόδων.

Μια άλλη μεγάλη Οσιακή Πατερική μορφή, ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος, σε βαρυσήμαντο άρθρο του στη Σπίθα γράφει:

Εάν κυρία αιτία για την οποίαν συγκαλούνται Οικουμενικές Σύνοδοι είναι η αίρεση, υπάρχει πράγματι σοβαρός λόγος για να συγκληθεί ‘Οικουμενική Σύνοδος’. Και ο λόγος αυτός είναι, εκτός των άλλων πλανών και αιρέσεων, αι οποίες πρέπει να καταδικασθούν, είναι και η αίρεσις η οποία υπό διαπρεπούς αειμνήστου Ιεράρχου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ονομάστηκε αίρεσις των αιρέσεων. Το όνομα της αιρέσεως; Οικουμενισμός.

Ο αείμνηστος, πανορθοδόξου κύρους και πνευματικότητος, Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Μυτιληναίος, σε βιβλίο του με τίτλο: «Δύο ομιλίες αναφερόμενες στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων», αναφερόμενος στην μέλλουσα να συγκλιθεί ‘Αγία και Μεγάλη Σύνοδο’, είπε το 1991:

Μια τέτοια Σύνοδο δεν την κινεί το Πνεύμα το Άγιον αλλά την κινούν οι σκοτεινές δυνάμεις με επικεφαλής την μασονία. Αυτό ας γίνει δεκτό. Ναι. Γι’ αυτό και αν γίνει αυτή η Σύνοδος, θα χαρακτηρισθεί Ψευδοσύνοδος (λες και τα έλεγε προφητικά και αυτός). Δεν θα γίνει αποδεκτή. Αυτοί οι επίσκοποι που θα καθίσουν για να συζητήσουν τα θέματα αυτής της Συνόδου σε ποια κατάσταση βρίσκονται; Ορθοδοξούν ή δεν ορθοδοξούν; Απ’ όσα μπορούμε να ξέρουμε σήμερα, και εγώ και εσείς και όλοι μας, εκείνοι που θα παρακαθίσουν έχουν αλωθεί από τον οικουμενισμό. Απερίφραστα, εκτός ίσως από κάποιες εξαιρέσεις, αυτοί οι άνθρωποι δεν ορθοδοξούν. Έστω κι αν λέγονται Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι. Δεν ορθοδοξούν. Τον γνωρίζουμε τον τρόπο που κινούνται και εκφράζονται. Το γνωρίζουμε αυτό. Θα το πω άλλη μια φορά. Έχουν αλωθεί από την μασονία και τον οικουμενισμό.

Εδώ ο πατήρ Σεραφείμ (Ζήσης) κάνει σειρά ομιλιών αυτόν τον καιρό με τίτλο: «Σταδιακή μασονοποίηση της Εκκλησίας», σε πλήρη εναρμόνιση με αυτά που λέει εδώ τώρα ο πατήρ Αθανάσιος ο μακαριστός.

Και άλλα λέει, δεν θέλω γιατί πέρασε η ώρα. Θα κλείσω με αυτά που είπε μία άλλη μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της εποχής μας, ο χαρισματούχος και διορατικός Αμερικανός Ορθόδοξος Μοναχός π. Σεραφείμ Ρόουζ. Γνωστός σε όλους σας από τα βιβλία. Έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. Νομίζω εκεί στην Καλιφόρνια έζησε ο αγιασμένος αυτός Μοναχός π. Σεραφείμ. Τί λέει λοιπόν αυτός; Έγραφε το 1976:

Κρινόμενες βάσει του νηφαλίου προτύπου του αναλοιώτου της Πατερικής Ορθοδοξίας, οι προετοιμασίες για μια ‘8η Οικουμενική Σύνοδο‘, τώρα καλουμένη ως ‘Πανορθόδοξη Σύνοδος’, φανερώνονται ως ανορθόδοξες, στερούμενες σοβαρότητος και ποιμαντικά εντελώς ανεύθυνες. Τέτοιου είδους Σύνοδος είναι μία προσπάθεια ριζωμένη όχι στο Ορθόδοξο φρόνημα και στην εγκάρδια φροντίδα για την σωτηρία των ψυχών, αλλά μάλλον στο πνεύμα της εποχής. (εμείς θα λέγαμε σήμερα, στο πνεύμα της νέας εποχής) Σκοπεύει να είναι ευάρεστη όχι στον Θεό αλλά στον κόσμο και συγκεκριμένα στον ετερόδοξο κόσμο. Κρίνοντας από την εμπειρία της Βατικανής Συνόδου (που είχε προηγηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα) και τις συνέπειες αυτής στον παπισμό, τέτοια Σύνοδος εάν συγκληθεί θα παράγει βαθειά ακαταστασία και αναρχία στον Ορθόδοξο κόσμο. Η προτεινόμενη ‘Οικουμενική Σύνοδος’, κρινόμενη επί τη βάσει των προετοιμασιών που έχουν ήδη γίνει, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά μια ληστρική Σύνοδος, μία προδοσία του Χριστού και της Εκκλησίας Του.

…………………………………………

*«Ψευδοσύνοδος της Κρήτης – στάδιο προετοιμασίας»