Κυριακή, Ιουλίου 05, 2026

 

Το μέγα ατόπημα των συμπροσευχών μετά βουδιστών και βραχμάνων

Το μέγα ατόπημα των συμπροσευχών μετά βουδιστών και βραχμάνων

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Πως μπορεί ένας Ορθόδοξος να συμπροσεύχεται μετά βουδιστών και βραχμάνων, οι οποίοι αρνούνται την Ανάσταση του Χριστού και βιώνουν το έρεβος του θανάτου;   Η συμπροσευχή μόνο εν αληθεία νοείται.  Αυτό δυστυχώς στις μέρες μας αυτό αγνοείται σκανδαλίζοντας τους πιστούς.

«Ολάκερη η ιστορία του ανθρώπινου γένους δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά εκκωφαντική επιβεβαίωση του θανάτου. Όλες οι τρικυμίες και οι καταιγίδες της, οι ηρεμίες και οι ασκήσεις, όλοι οι δημιουργοί της και οι μαχητές, μαρτυρούν μόνο, μόνο το εν: ‘’Ο θάνατος είναι μία αναγκαιότητα. Κάθε άνθρωπος είναι θνητός, αναπότρεπτα και αναπόφευκτα θνητός. Τούτο είναι το φινάλε του καθενός ανθρώπινου όντος, τούτο είναι η διαθήκη την οποία αφήνει πίσω της ανεξαίρετα κάθε άνθρωπος του πλανήτη μας. Τη διαθήκη αυτή άφησαν στον καθένα από μας οι πρόγονοί μας. Σ’ αυτή στέκουν μόνο αυτά τα  τρία λόγια, ο θάνατος είναι αναγκαιότητα»*, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς στο σύγγραμμά του ‘’Φιλοσοφικοί κρημνοί’’. Με την Ανάσταση του ο Χριστός εχάρισε ζωήν «τοις εν τοις μνήμασι».

Οι πλάνες του βραχμανισμού και του βουδισμού, στο πρόβλημα του θανάτου σκορπούν ζόφο. Στις θρησκειακές αυτές πλάνες του βραχμανισμού και του βουδισμού, δεν υπάρχει υπέρβαση του θανάτου. Ο άνθρωπος έχει τη ψευδαίσθηση του προσπεράσματος του θανάτου, αλλά κατ’ ουσία στο θάνατο εγκλωβίζεται. Για τούτο στις θρησκείες αυτές η ελπίδα και η αληθινή χαρά είναι ξένες, και φυσικά σωτηρία δεν υπάρχει.

Πραγματικά ο βραχμανισμός είναι η πλάνη που οδηγεί στον άνθρωπο στο έρεβος του θανάτου. ‘’Για τον βραχμανισμό ο θάνατος είναι όπως και όλος ο ορατός κόσμος: H μάγια είναι η απατηλή πραγματικότητα, το μη ον, η ανυπαρξία. Το πρόβλημα του θανάτου συγκαταλέγεται σε κάποιο είδος αποκαλουμένων πραγματικοτήτων, τις οποίες πρέπει να υπερβεί κανείς με τη δύναμη του θελήματός του. Όλος ο ορατός κόσμος είναι έκθεση φαντασμάτων που χάνονται στα μη πραγματικά στοιχεία. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει έτσι το πρόβλημα του θανάτου ο βραχμανισμός δεν το επιλύει αλλά το αρνείται’’* αναφέρει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. 

"Την ίδια περίπου αντιμετώπιση του θανάτου έχει και η ζοφώδης πλάνη του της απελπισίας. Τούτο όχι μόνο η φιλοσοφία αλλά και η θρησκεία της απαισιοδοξίας. Το μυστήριο του μη όντος είναι πιο ευχάριστο από το πικρό υπέρπικρό μυστήριο του όντος. Ο θάνατος είναι η απελευθέρωση από τα δεσμά αυτού του φοβερού τέρατος που ονομάζεται κόσμος. Πίσω από τον θάνατο είναι  η μακαριότητα της νιρβάνας. Έτσι ο βουδισμός δεν επιλύνει, αλλά παραλείπει το ζήτημα του θανάτου∙ δεν νικά το θάνατο, αλλά αδύνατα τον καταριέται’’*. ‘’Παρόμοια και οι άλλες θρησκείες δεν παρουσιάζουν τίποτ’ άλλο παρά το φαλλίρισμα ενώπιον του προβλήματος του θανάτου’’* σημειώνει ο Ομολογητής Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου απαρχήν, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον», ψάλλομε στην Εκκλησία μας. 

Οι πλάνες του βραχμανισμού και του βουδισμού ή οι πλάνες του θανάτου, έχουν εφευρεθεί με την συνέργεια του πονηρού. Πως μπορεί να υπάρξει συμπροσευχή κάποιου που Ορθοδόξως πιστεύει στον Αληθινό Τριαδικό Θεό, με κάποιον που πιστεύει στην δαιμονιώδη πλάνη του βραχμανισμού και του βουδισμού;

Διάπυρος προσευχή προς τον Πανοικτίρμονα Κύριο για τους ευρισκομένους στην πλάνη του Βραχμανισμού και του βουδισμού συνανθρώπους μας χρειάζεται, όχι όμως και συμπροσευχή με τους ευρισκόμενους σε πλάνη συνανθρώπους μας, βραχμάνους και βουδιστές.

«Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο από τι, παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος, του θαύματος της  του Χριστού αναστάσεως, το οποίον συνεχίζεται διαρκώς εις όλας τας καρδίας των χριστιανών από ημέρας εις ημέραν, από έτους εις έτος, από αιώνος εις αιώνα μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας»** λέγει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. 

«Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν», ψάλλουμε στην Εκκλησία μας. Πως μπορεί ο Ορθόδοξος, ο οποίος βιώνει την ελπίδα της Ανάστασης να συμπροσευχηθεί με βουδιστή και βραχμάνο, που αρνούνται την Ανάσταση του Χριστού και βιώνουν το έρεβος του θανάτου; Η συμπροσευχή μόνο εν αληθεία νοείται.

*Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς ‘’Φιλοσοφικοί κρημνοί’’

**Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς ‘’Άνθρωπος και Θεάνθρωπος’’ (Μελετήματα Ορθοδόξου Θεολογίας), Εκδοτικό οίκος «ΑΣΤΗΡ», Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου.

Δείτε και -Πως δικαιολογούνται συμπροσευχές με βουδιστές και βραχμάνους;



 

Ἡ ὑποδούλευσις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς πολιτικὰς σκοπιμότητας ὡς κίνητρον τοῦ οἰκουμενισμοῦ

 

Ἡ ὑποδούλευσις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς πολιτικὰς σκοπιμότητας ὡς κίνητρον τοῦ οἰκουμενισμοῦ

Τοῦ κ. Nicolò Ghigi, ὑποψ. διδάκτορος, Scienze dellAntichitá, Πανεπιστήμιον Ca Foscari, Venezia

  Σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

 Τὸ παρὸν συνέδριο, στὸ ὁποῖο ἔχω τὴν τιμὴ νὰ συμμετέχω, τονίζει τὶς σκοτεινὲς συσχετίσεις ἀνάμεσα στὶς προσπάθειες ὑπονομεύσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκ τῶν ἔσω, μέσῳ τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καὶ στὰ στρατηγικὰ συμφέροντα ὁρισμένων παγκόσμιων δυνάμεων γιὰ τὸν ἀφανισμὸ αὐτοῦ ποὺ οἱ ἴδιες θεωροῦν ὡς ἕνα ἁπλό γεωπολιτικὸ χῶρο, δηλαδὴ τὸν ὀρθόδοξο χῶρο.

   σχέσις μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικοῦ συμφέροντος, γιὰ νὰ μιλᾶμε εἰλικρινά, συνοδεύει αὐτὴν τὴν αἵρεσιν ἀπὸ τὴν γέννησί της· ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησι τοῦ κυρίως λεγόμενου οἰκουμενισμοῦ, μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι πολιτικὴ ἐξουσία ἦταν συχνὰ ἕτοιμη νὰ ἀπεμπολήσῃ τὴν ὀρθόδοξη πίστι στὸ ὄνομα τοῦ στρατηγικοῦ συμφέροντος.

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὰ λίγα παραδεί­γματα ποὺ σκοπεύω νὰ σᾶς παρουσιάσω, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουμε μία προκαταρκτικὴ διάκρισι. Ὀφείλουμε πράγματι νὰ διακρίνουμε τουλάχιστον τρία εἴδη οἰκουμενισμοῦ, τὰ ὁποῖα – παρόλο ποὺ συνεργάζονται καὶ συχνὰ συγχέονται – εἶναι καρπὸς διαφορετικῶν ἰδεολογιῶν καὶ ἐπιδιώκουν διαφορετικούς στόχους.

  Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ ὀνομαζόμενος ἱστορικὸς οἰκουμενισμός, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ ἐφαρμόστηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξι τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὡς ἰδεολογίας καὶ θεολογίας κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα. Πρόκειται γιὰ τὸν διάλογο μεταξὺ χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ ἀπέβλεπε στὴν ἀναζήτηση συμφωνιῶν, κυρίως χρήσιμων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση κοινῶν ἐχθρῶν.

  Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς περιπτώσεις ποὺ ἀφοροῦσαν ἄμεσα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως τὶς προσπάθειες διαλόγου μὲ τοὺς Καλβινιστὲς ἐπὶ Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως γιὰ ἀντιλατινικὸ σκοπό· ἐκεῖνες μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς «μὴ ὁρκιζομένους» (Non-jurors) ποὺ διεξήχθησαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσαλύμων καὶ τὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα, καὶ τὶς προσπάθειες ἑνώσεως τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς τὸ 1875, πάντοτε μὲ σκοπὸ τὴν ἀντιπαράθεσι πρὸς τὸν παπισμό.

  Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς διαλόγους δὲν εἶχε στὴν πραγματικότητα κάποιο ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο διεξάγονταν ἦταν ριζικὰ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν σύγχρονον οἰκουμενισμόν, καθὼς περιελάμβανε αὐστηρὲς θεολογικὲς συζητήσεις καὶ δὲν ἐπέτρεπε καμμίαν ἀσάφειαν. Γενικά, ζητεῖτο ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἡ ὑπογραφὴ μιᾶς ὀρθόδοξης ὁμολογίας πίστεως, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν Προτάσεων τῶν ὑπολειμμάτων τῆς Βρετανικῆς Ἐκκλησίας ποὺ στάλθηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστές, παρόλο ποὺ θεωροῦν αὐτὲς τὶς συνομιλίες ὡς προδρόμους τῆς πρακτικῆς καὶ τῆς ἰδεολογίας τους, καὶ εἰς αὐτὸ δὲν ἔχουν ἀπόλυτα δίκαιο κατὰ τὴν γνώμην μου, μολαταῦτα συχνὰ καταδικάζουν τὴ στενότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμβλύνοιαν τῶν συμμετεχόντων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μιὰ νοοτροπία τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δική τους.

  Τὸ δεύτερο εἶναι ὁ προτεσταντικῆς προελεύσεως οἰκουμενισμός, ποὺ ἐπινοήθηκε στοὺς κύκλους συνδεομένους μὲ τὴν μασονία τοῦ προοδευτικοῦ ἀμερικανικοῦ μεθοδισμοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰώνα. Αὐτὸς ὁ οἰκουμενισμὸς ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ λεγόμενη «θεωρία τῶν κλάδων», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία καμμία χριστιανικὴ κοινότητα δὲν ἀποτελεῖ ἤδη τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι σὰν ἕνα δένδρο τοῦ ὁποίου κάθε κλάδος – δηλαδή, κάθε ἐκκλησία ἢ αἵρεσις – ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος. Βασικὴ παραδοχὴ αὐτῆς τῆς αἱρέσεως εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σήμερα δὲν ὑπάρχει σὲ μορφὴ ὀργανωμένη καὶ ὁρατή, ἀλλὰ σὲ μιὰ μορφὴ ἀόρατη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ ὁρατὴ μέσῳ τῆς συνεργασίας μεταξὺ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, μέχρι νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἑνότης.

  Αὐτὴ ἡ μορφὴ οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἀπολύτως σχετικοκρατικὴ καὶ λαμβάνει τὴν ἀρχὴν συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν ριζοσπαστικῶν μεταρρυθμιστῶν· ἐντούτοις, ἀποτελεῖ τὴν βάσι τοῦ ΠΣΕ (Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν) καὶ τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῶν παγκόσμιων οἰκουμενικῶν ὀργανώσεων καὶ πρωτοβουλιῶν. Σὲ αὐτὸν τὸν οἰκουμενισμὸ αἱ κατὰ τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἔχουν δυστυχῶς ὑποχωρήσει ὅλες ἐν μέρει, καθὼς ἔχουν ἐγγραφῆ στοὺς προαναφερθέντες ὀργανισμούς, παρόλο ποὺ στὰ λόγια ἀρνοῦνται τὴ θεωρία τῶν κλάδων καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι συμμετέχουν σὲ αὐτὰ τὰ ὄργανα μόνο γιὰ «νὰ παρουσιάσουν τὴν ὀρθόδοξη θέσι»· στὴν πρᾶξι ὅμως ἐντάσσονται ὡς πλήρη μέλη σὲ ὄργανα ποὺ ἀνοικτὰ ἀρνοῦνται τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν.

  Τὸ τρίτο, τέλος, εἶναι ὁ ρωμαιοκαθολικῆς προελεύσεως οἰκουμενισμός, ποὺ γεννήθηκε μετὰ τὴν Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο. Αὐτὸς ξεκινᾶ ἀπὸ παραδοχὲς πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸ (ὁ ὁποῖος ἀκόμη καὶ σήμερα ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴ Λατινικὴ ἐκκλησία), παρόλο ποὺ ἔχει φθάσει σὲ στενὴν συνεργασίαν μαζί του. Ἡ Λατινικὴ ἐκκλησία θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς τὴν ἀληθινὴν ὁρατὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει μιὰν ὁρισμένην μορφὴν ἐκκλησιαστικότητος στὰ σώματα ποὺ ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ αὐτήν. Ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀρχηγὸς τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλων τῶν χριστιανῶν τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἐξουσίαν του.

  Αὐτὴ ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ μέρος τῆς λατινικῆς ἀντίληψης γιὰ τὸ πρωτεῖο ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες, καὶ βλέπουμε πρακτικές της ἐφαρμογὲς ἤδη ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅπου τὰ καθίσματα μέσα στὸν καθεδρικὸν ναόν, ὅπου ἔγιναν αἱ συζητήσεις, εἶχαν τοποθετηθῆ ἔτσι, ὥστε ὁ πάπας νὰ κάθεται στὸ κέντρο, ἀνάμεσα στὴν ῥωμαϊκὴν καὶ τὴν λατινικὴν ἀντιπροσωπίαν, ὡς «πατέρας καὶ ἀρχηγὸς» καὶ τῶν δύο, καὶ ὄχι ὡς ἀρχηγὸς μόνον τῆς λατινικῆς ἀντιπροσωπίας· πρᾶγμα ποὺ φυσικὰ προκάλεσε τὶς διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς οἰκουμενικὲς συναντήσεις ποὺ γίνονται σήμερα στὸ Βατικανό, ὅπου ὁ πάπας κάθεται σὲ μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ὑπερυψωμένη θέσι, μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων παρισταμένων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.

Ἐπίσης, ἱστορικὰ ἡ Λατινικὴ ἐκκλησία θεωροῦσε πάντοτε ὡς πρῶτο στοιχεῖο ἐπανενώσεως τῶν ὁμάδων ποὺ εἶχαν ἀποκοπῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναγνώρισι τῆς παπικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ συνέπεια τῆς ὀρθότητος τῆς διδασκαλίας τοῦ πάπα, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ υἱοθέτησις τῶν ἐθίμων, τῶν τελετουργιῶν ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ λατινικοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀλλὰ ἐπιτρέποντάς τους νὰ διατηρήσουν τὸ δικό τους, κατὰ τὸ ἰησουϊτικὸ λεγόμενον· unité de la foi, diversité des rites. Πρόκειται γιὰ τὸ περίφημο φαινόμενον τοῦ Οὐνιτισμοῦ.

 Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ὁ νέος ρωμαιοκαθολικὸς οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ συνέχισις τοῦ οὐνιτισμοῦ μὲ ἄλλα μέσα καὶ ἄλλους τόνους, σαφῶς πιὸ διαλλακτικοὺς καὶ εἰρηνικούς σὲ σχέση μὲ τὸ παρελθόν. Δὲν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι οἱ κληρικοὶ καὶ τὰ ὄργανα τῆς καθολικῆς προπαγάνδας, ποὺ κατὰ τὶς δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο ἦσαν ταγμένα στὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ῥώμη τῶν ἄλλων χριστιανῶν, ἔγιναν τὰ ἴδια ὄργανα διαδόσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐπιδιώκοντας πράγματι τὸν ἴδιον στόχον μὲ διαφορετικὰς μεθόδους.

  Αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ἔχουν δυστυχῶς ἐκτεθῇ πλήρως σὲ αὐτὸ τὸ εἶδος οἰκουμενισμοῦ, καθὼς ὅλες τους διατηροῦν στενὲς οἰκουμενικὲς ἐπαφὲς μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης, πολὺ ἰσχυρότερες ἀπὸ τὶς τυπικὲς σχέσεις μὲ τὸ ΠΣΕ καὶ τὶς προτεσταντικὲς κοινότητες· σὲ ὁρισμένες μάλιστα περιπτώσεις, ὅπως στὴ Ρωσία ἐξαιτίας τῆς ἐπιρροῆς τοῦ μητροπολίτου Νικοδήμου (Ρότωφ),  φθάσανε μέχρι καὶ στὴν ἐπιτροπὴν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας (intercommunio), ἡ ὁποία εὐτυχῶς μετέπειτα ἀποσύρθηκε ἀμέσως μόλις αὐτὸ ἔγινε δυνατό.

  Ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία περίπτωση θὰ ἤθελα νὰ ξεκινήσω τὴν ἀνάλυσι τῶν σχέσεων μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικῆς. Δὲν εἶναι μυστικὸ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Νικόδημος, ὁ ἀποκαλούμενος «κόκκινος μητροπολίτης» γιὰ τὴν ἀπόλυτη πιστότητά του πρὸς τὶς κομμουνιστικὲς ἀρχές, ἄνοιξε τὴν νέαν οἰκουμενιστικὴν πορείαν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐπὶ ἐποχῆς Χρουσώφ: ἦταν μιὰ σαφὴς ὁδηγία τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΚΚΣΕ, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ὑποταγμένη σὲ αὐτή, Ἐκκλησία ὡς ὄργανον ἐξωτερικῆς προπαγάνδας, στὴν προσπάθειάν της γιὰ ἄνοιγμα πρὸς τὸν κόσμον μὲ τὴν λεγομένην ἀποσταλινοποίησι. Ὁ οἰκουμενισμὸς μὲ τὴ Ρώμη, ἡ εἴσοδος στὸ ΠΣΕ, μέχρι καὶ τὸ κοινὸν ποτήριον καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἀλλοιώσεις τῆς πίστεως, εἰσήχθησαν ἔτσι στὸ Πατριαρχεῖο ὡς συνέπεια μιᾶς συγκεκριμένης ἐπιθυμίας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία αὐτὸ ἦταν πλήρως ἐξαρτημένο μετὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν προηγουμένων δεκαετιῶν καὶ τὴν ἀνασύσταση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τὸ 1943. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸ ὑποταγμένον εἰς τὴν Δύσι Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ ὁποίου αἱ οἰκουμενιστικαὶ δραστηριότητες ἄρχισαν τὸ 1920 μὲ τοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἀγγλικανούς· πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἤδη ἀπὸ τὸν Κριμαϊκὸν Πόλεμον ἡ βρεττανικὴ πρεσβεία ἀποτελοῦσε νομικὸ προστάτη τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, καὶ εἰδικὰ στὰ χρόνια τῆς πτώσεως τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ ἔτσι τὸ Πατριαρχεῖο συνέχισε νὰ συμμετέχῃ ὅλο καὶ πιὸ ἐνεργὰ σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, καὶ νὰ ἐργάζεται στὴν πρώτην γραμμὴν γιὰ τὴν ἀλλοίωσι τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας, ὑπακούοντας στοὺς θρησκευτικοὺς κανονισμοὺς τοῦ ἀμερικανοκρατουμένου δυτικοῦ γεωπολιτικοῦ χώρου, καὶ συνεχίζει νὰ τὸ κάμῃ μέχρι σήμερα μὲ τὰ ζητήματα τὰ γνωστά.

  Ἂν ὅμως κοιτάξουμε σὲ παλαιότερες ἐποχές, τότε ποὺ ὁ οἰκουμενισμὸς ὀνομαζόταν ἀκόμη οὐνιτισμός, διαπιστώνουμε ὅτι σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἡ ὑποχώρηση τῶν οὐνιτῶν πρὸς τὴν Ρώμη εἶχε κίνητρα καθαρῶς πολιτικά, εἴτε ἐπρόκειτο γιὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν δυτικῶν Ρουθηνῶν εὐγενῶν νὰ ἀνεξαρτητοποιηθοῦν ἀπὸ τὴ Μοσχοβία, εἴτε γιὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ νὰ λάβῃ στρατιωτικὴ βοήθειαν ἐνάντια στὴν τουρκικὴ πολιορκίαν, εἴτε γιὰ ἐκείνην τοῦ Μιχαὴλ Η΄ νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν κατάστασι τῆς διαιρεμένης Αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν φραγκοκρατία.

  Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, πρόκειται γιὰ ἐπιθυμίες πολιτικῆς ἐπιτυχίας ποὺ τέθηκαν πάνω ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς πίστεως, ὑποχωρήσεις σὲ ἕνα ἀπαράδεκτο συμβιβασμὸ σὲ δογματικὰ ζητήματα μὲ σκοπὸ τὴν ἀπόκτηση κάποιου ἐγκόσμιου ὀφέλους.

  Ὅσοι δὲ ἐναντιώθηκαν σὲ αὐτὲς τὶς ἑνώσεις δὲν ἦσαν βεβαίως ἐχθροὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, οὔτε μισοῦσαν τὴν πατρίδα τους ἢ δὲν ἤθελαν νὰ τὴν βοηθήσουν. Ἀπὸ τὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ τῆς Ἐφέσου, γιὰ παράδειγμα, εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀγωνία ποὺ ἔτρεφε γιὰ τὴν τύχην τῆς Πόλεως· ἐντούτοις, ἐκεῖνος ξεκαθαρίζει ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴν ὅτι ἐὰν μιὰ ἕνωσις μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὴν Πόλιν, αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι μιὰ ἕνωσις θεμελιωμένη στὴν Ἀλήθεια, καὶ ὄχι στὴν μεσότητα καὶ στὸ ψέμα.

  Ἡ ὁδὸς τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν οὐνιτικῶν-οἰκουμενιστικῶν προσπαθειῶν ὑπῆρξε ἱστορικὰ μιὰ ὁδὸς καθόλου εὔκολη, μιὰ ὁδὸς μαρτυρικὴ καὶ ὁμολογητική, ἡ ὁποία ὁδήγησε σὲ ἀναρίθμητα βάσανα, σὲ ἐξορίες, σὲ ἀκρωτηριασμούς (ἂς σκεφτοῦ­με τὶς περιπτώσεις τῶν ὁμολογητῶν μοναχῶν Μελετίου καὶ Γαλακτίωνος, οἱ ὁποῖοι κήρυξαν αἱρετικὸ καὶ ἔκπτωτον τὸν οὐνίτη αὐτοκράτορα Μιχαήλ), μέχρι καὶ στὸ ὕψιστο μαρτύριο τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν τοῦ Πρωτάτου καὶ τῆς Μονῆς Ζωγράφου, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλησαν νὰ ὑποκύψουν στὶς πιέσεις τῶν λατινοφρόνων.

  Ὡστόσο, αὐτὴ εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς διὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς θεμελιώδους εὐαγγελικῆς ἀρχῆς τοῦ «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καὶ τοῦ «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», δηλαδὴ τῆς ὀρθῆς καὶ ἀμόλυντης ὁμολογίας τῆς πίστεως, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπεμπολῆ κανεὶς τὰ νάματα τῆς πίστεως, λόγῳ κοσμικῶν αὐταπατῶν

orthodoxostypos



 

Μέγα Σημείο: Η Παναγία Εμφανίστηκε σε Μοναχή και της Έδωσε Οδηγίες για την Αφαίρεση του Εσταυρωμένου.

ΕΠΕΙΓΟΝ – ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΗΣ 

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ

Προειδοποίηση της Παναγίας για την αφαίρεση Του Εσταυρωμένου από την Αγία Τράπεζα σε μοναχή.

Μία συγκλονιστική μαρτυρία, η οποία τις προκαλεί έντονο προβληματισμό και βαθιά συγκίνηση  έρχεται να φωτίσει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της αφαίρεσης του Εσταυρωμένου από την κεντρική Αγία Τράπεζα ναών.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία μοναχής από την Αττική, (τα στοιχεία της οποίας γνωρίζουμε) πνευματικού τέκνου του Αγίου Πορφυρίου, η ίδια βίωσε μία ιδιαίτερη πνευματική εμπειρία, κατά την οποία είδε την Υπεραγία Θεοτόκο ενύπνιο ντυμένη στα μαύρα, με μορφή μοναχής. Όπως περιγράφει, η Παναγία εμφανίστηκε με πρόσωπο γεμάτο θλίψη, δάκρυα και βαθιά οδύνη. Ταυτόχρονα, η στάση της ήταν αυστηρή και γεμάτη αγανάκτηση και θυμό για όσα συμβαίνουν σχετικά με την απομάκρυνση του Εσταυρωμένου.

Κατά τη μαρτυρία της μοναχής, το μήνυμα που έλαβε ήταν ξεκάθαρο, επείγον και κατηγορηματικό:

«ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΚΟ. ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΩΡΑ!»

Η μοναχή αναφέρει ότι της δόθηκε εντολή να μεταβεί σε ναό των Αθηνών όπου είχε πραγματοποιηθεί αφαίρεση του Εσταυρωμένου από την κεντρική Αγία Τράπεζα και να μεταφέρει το μήνυμα αυτό στον ιερέα.

Υπακούοντας σε αυτό που θεώρησε ως βαρύ πνευματικό χρέος, πήγε στον συγκεκριμένο ναό και συνάντησε τον ιερέα. Μετέφερε με πόνο ψυχής όσα είχε δει και ακούσει, περιγράφοντας τη θλίψη, τα δάκρυα και την αυστηρή προειδοποίηση που έλαβε από την Παναγία.

Η αντίδραση που συνάντησε, όπως η ίδια αφηγείται, ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Ο ιερέας απέρριψε τα λεγόμενά της, της φώναξε να αποχωρήσει από τον ναό χαρακτηρίζοντας τους πιστούς που αντιδρούν στην αφαίρεση Του Εσταυρωμένου ως «ειδωλολάτρες», που «προσκυνούν τα ξύλα».

Η μοναχή έφυγε από τον ναό συντετριμμένη 

Η μαρτυρία αυτή αγγίζει το βαθύτερο ζήτημα!

Ο Εσταυρωμένος για την Ορθόδοξη συνείδηση Είναι η εικόνα της θυσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είναι το σημείο πάνω στο οποίο αποκαλύφθηκε η άκρα Αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι το κέντρο του αποστολικού κηρύγματος και της εκκλησιαστικής ζωής.

Γι' αυτό και η αφαίρεσή του από την Αγία Τράπεζα προκαλεί βαθιά οδύνη και αίσθημα πνευματικής αποξένωσης. Τέτοιες ενέργειες δεν αποτελούν απλώς μία αλλαγή διάταξης μέσα στον ναό, αλλά αγγίζουν τον ίδιο τον συμβολισμό της θυσίας Του Χριστού και τη θέση που κατέχει στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Επίσης σύμφωνα με τα λεγόμενα και την στάση του ιερέα, εν έτη 2026 ζούμε μια νέα εικονομαχία, καθώς αυτά ακριβώς ήταν τα επιχειρήματα των εικονομάχων.

Η συγκεκριμένη μαρτυρία παρουσιάζεται ως μία ισχυρή έκκληση αφύπνισης.

 Ως μία προειδοποίηση που καλεί σε σοβαρό προβληματισμό, προσευχή και επανεξέταση των αποφάσεων που οδηγούν στην απομάκρυνση του Εσταυρωμένου από το ιερότερο σημείο του ναού.

Σε μία εποχή πνευματικής σύγχυσης, η Φωνή αυτή έρχεται να υπενθυμίσει ότι ο Εσταυρωμένος Χριστός παραμένει η καρδιά της πίστεώς μας, το σημείο της σωτηρίας μας και το ακατάλυτο σύμβολο της νίκης κατά του θανάτου.

Η μαρτυρία αυτή, θέτει ένα ερώτημα που ζητά απάντηση από όλους μας:

Πώς είναι δυνατόν να μην προβληματιστούμε όταν ακούγεται μία τόσο δραματική προειδοποίηση από την Ίδια την Μητέρα Του Κυρίου μας γύρω από την απομάκρυνση του Εσταυρωμένου, του ίδιου του συμβόλου της θυσίας και της σωτηρίας του κόσμου;

Η Ανάγκη αποκατάστασης της πράξης της Αφαίρεσης Του Εσταυρωμένου είναι πλέον επιβεβλημένη και η προειδοποίηση αυτή έρχεται από την ίδια την Μητέρα Του Θεού

Την Κυρία Θεοτόκο.

Ο έχων ώτα ακούει ακουΈτω!

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ ΣΤΩΜΕΝ ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ

Οι πιστοί 

Ιεράπετρα Ομολογία Πίστεως

Γνωρίζουμε, τόσο τα στοιχεία της μοναχής, όσο και του Ιερού Ναού αλλά και του ασεβούς Ιερέως 

Πηγή Ορθή Πίστη



 

Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης: Ο θεμελιωτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ: Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ
     Το Άγιο Όρος αποτελεί την κιβωτό του ορθόδοξου μοναχισμού εδώ και χίλια χρόνια. Αποτελεί δε δημιούργημα ενός μεγάλου άνδρα της Εκκλησίας μας, του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Αυτός υπήρξε ο πρώτος κτήτορας κοινοβιακής μονής στον Άθωνα, της σεβάσμιας Μονής της Μεγίστης Λαύρας. 
      Γεννήθηκε το 930 μ. Χ. στην Τραπεζούντα του Πόντου από γονείς που είχαν έρθει από τη μακρινή Αντιόχεια. Δυστυχώς πέθαναν νωρίς. Ο πατέρας του πριν γεννηθεί ο Αθανάσιος και λίγο καιρό αργότερα η μητέρα του. Πριν πεθάνει η μητέρα του βάπτισε το νεογέννητο αγόρι και του έδωσε το όνομα Αβράμιος. Μια ευσεβής φίλη της και μοναχή, ανάλαβε να μεγαλώσει το ορφανό. Το φρόντιζε σαν δικό της παιδί και του ενέπνευσε την πίστη στο Θεό, την ευσέβεια και την αγάπη για το μοναχικό ιδεώδες. Όμως και αυτή, όταν ήταν επτά χρονών το παιδί, αρρώστησε και πέθανε. Κάποιοι άλλοι συγγενείς το περιμάζεψαν και το φρόντισαν ώσπου να ενηλικιωθεί. Τον έστειλαν μάλιστα να σπουδάσει στα ονομαστά σχολεία της περιοχής.
      Περί το 950 ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για να συμπληρώσει τις σπουδές του, τον οποίο φιλοξένησε και φρόντισε μια πλούσια εξαδέλφη του, σύζυγος ανωτέρου αξιωματικού του βυζαντινού στρατού, Ζεφινεζέρ. Σπούδασε στη σχολή του ονομαστού φιλοσόφου και δασκάλου Αθανασίου. Μάλιστα ήταν τέτοια η επίδοσή του, ώστε μετά την αποφοίτησή , ανάλαβε καθήκοντα διδάσκοντος στη σχολή. 
Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρισθεί με έναν άγιο άνθρωπο, τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνο,  ηγούμενο της μονής Κυμινά της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία. Ο Μιχαήλ διέκρινε ότι στην ψυχή του νεαρού Αβράμιου ήταν κρυμμένος ο πόθος της μοναχικής ζωής και ασκήσεως. Γι’ αυτό και του δίδαξε τους κανόνες της μοναχικής ζωής. Αλλά την ίδια περίοδο είχε και μια άλλη γνωριμία, η οποία θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην κατοπινή του πορεία, τον ανεψιό του μοναχού Μιχαήλ, Νικηφόρο Φωκά, τον μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου.
       Ο Αβράμιος ακολούθησε τον Μιχαήλ στη Μονή του, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα Αθανάσιος. Έδειξε δε μεγάλο ζήλο για τη μοναχική ζωή και απέκτησε πλούσια πνευματική καρποφορία. Μετά από τέσσερα χρόνια αποσύρθηκε στην έρημο, για μεγαλύτερη άσκηση, κάθαρση και πνευματικό αγώνα. Μόνο που ο ηγούμενος Μιχαήλ τον όρισε ως πνευματικό πατέρα και καθοδηγητή του Νικηφόρου Φωκά. Ύστερα από λίγο καιρό, πλήθος ανθρώπων από τη γύρω περιοχή έτρεχε στο ερημητήριό του για να εξομολογηθεί και να ζητήσει τις πνευματικές του συμβουλές και να πάρει την ευλογία του.
      Αυτό όμως δεν άρεσε στον ασκητή Αθανάσιο, διότι, λόγω της ταπεινότητάς του, δεν πίστευε ότι ήταν ικανός για μια τέτοια πνευματική ακτινοβολία. Η κοσμική φήμη τον αρρώσταινε. Γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση να καταφύγει στον απομονωμένο τότε Άθωνα, σε κάποιο μοναστήρι, του Ζυγού, όπου συστήθηκε ως μοναχός Βαρνάβας. Αλλά ύστερα από λίγο καιρό έγινε γνωστή η ταυτότητά του. Μάλιστα μαθεύτηκε η νέα του διαμονή και ως την Κωνσταντινούπολη, στον Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος έχασε τον πολύτιμο πνευματικό του πατέρα. Μετέβηκε μάλιστα στον Άθωνα για να τον συναντήσει και να του εκμυστηρευτεί την επιθυμία του να γίνει και εκείνος μοναχός κοντά του. Δεν είχε γίνει ακόμη αυτοκράτορας, ήταν ανώτερος αξιωματικός (δομέστικος) του στρατού. Το 960 του ανατέθηκε να εκστρατεύσει εναντίον των Αράβων, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Κρήτη και έσφαζαν τον εκεί πληθυσμό. Ένα χρόνο αργότερα, αφού νίκησε τους εισβολείς και απελευθέρωσε το νησί, γύρισε με πλούσια λάφυρα, μέρος των οποίων έδωσε στον Αθανάσιο για να κτίσει μοναστήρι στον Άθωνα.  
      Το 963, τη χρονιά που ο Νικηφόρος έγινε αυτοκράτορας, αρχίζει η ανοικοδόμηση του τεραστίου συγκροτήματος της Μονής Μεγίστης Λαύρας, της οποίας έγινε ηγούμενος ο Αθανάσιος. Στον άλλοτε έρημο εκείνο τόπο κτίσθηκε τώρα μια μικρή πολιτεία. Γύρο από το καθολικό της Μονής κτίσθηκαν κελιά, μαγειρείο, τράπεζα, νοσοκομείο, ξενώνες, εργαστήρια, αποθήκες, νερόμυλος, υδραγωγείο, κλπ. Πολλοί μοναχοί και ερημίτες της περιοχής ήρθαν να επανδρώσουν το λαμπρό μοναστήρι. Ο άγιος Αθανάσιος, με βάση τους μοναχικούς κανόνες της αρχαίας Εκκλησίας, σύνταξε νέους κανονισμούς κοινοβιακού μοναχισμού, οι οποίοι θα αποτελέσουν κατόπιν τη βάση του αγιορείτικου μοναχισμού. Έτσι ο άγιος Αθανάσιος θεωρείται ο θεμελιωτής του.
      Ποίμανε τη Μονή για σαράντα περίπου χρόνια και ευτύχησε να φτάσει ακόμα και τους χίλιους μοναχούς. Ο Νικηφόρος Φωκάς είχε εκδηλώσει την  επιθυμία να αφήσει το θρόνο και να ντυθεί το μοναχικό σχήμα στη Μονή του Αθανασίου, όμως τον πρόλαβε η φρικτή δολοφονία του το 969 από τον ανεψιό του Ιωάννη Τσιμισκή.
      Περί το 1004, κατά διάρκεια οικοδόμησης κάποιου παρεκκλησίου της Μονής, κατέρρευσε ένα μέρος του τρούλου και καταπλάκωσε τον Αθανάσιο, ο οποίος λίγες μέρες μετά, κοιμήθηκε εν ειρήνη. Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Ιουλίου.
      Είναι πολύ σημαντικό να προβάλλονται στις μέρες μας μορφές της Εκκλησίας μας, σαν τον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, διότι αποτελούν πρότυπα ζωής για τον σύγχρονο αποπροσανατολισμένο πνευματικά άνθρωπο.  Άγιοι, σαν τον άγιο Αθανάσιο, βίωσαν με συνέπεια την ασκητική του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, η οποία είναι το μοναδικό αντίδοτο στον δικό μας καταναλωτικό βαρβαρισμό, ο οποίος ευθύνεται πρωτίστως για την σύγχρονη παγκόσμια οικονομική (και όχι μόνο) κρίση. Ειδικά ο αγιορείτικος κοινοβιακός μοναχισμός, τον οποίο θεμελίωσε ο άγιος Αθανάσιος, αποτελεί το νοητό πνευματικό φάρο και την ελπίδα για μια καλλίτερη και ανθρωπινότερη κοινωνία, στα πρότυπα του ορθοδόξου τρόπου ζωής και  πολιτείας.