Σάββατο, Ιουλίου 11, 2026

 

Ἡ συμφιλίωσις μὲ τὸν θάνατο: μάθημα πίστεως ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παΐσιο

«Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», (2015) Βασιλικά Θεσσαλονίκης: Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος».
— Γέροντα, ἔγινε ἡ τελικὴ διάγνωσις. Ὁ ὄγκος ποὺ ἔχετε εἶναι καρκίνος, καὶ μάλιστα ἄγριος.
— Φέρε ἕνα μαντήλι νὰ χορέψω τὸ «Ἔχε γειὰ, καημένε κόσμε»! Ἐγὼ ποτὲ δὲν χόρεψα στὴν ζωή μου, ἀλλὰ τώρα, ἀπὸ τὴ χαρά μου ποὺ πλησιάζει ὁ θάνατος, θὰ χορέψω.
— Γέροντα, ὁ γιατρὸς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ γίνουν πρῶτα ἀκτινοβολίες, γιὰ νὰ συρρικνωθεῖ ὁ ὄγκος, καὶ μετὰ νὰ γίνῃ ἐπέμβασις.
— Κατάλαβα! Πρῶτα θὰ βομβαρδίσῃ ἡ ἀεροπορία καὶ μετὰ θὰ γίνῃ ἡ ἐπίθεσις! Λοιπόν, θὰ πάω ἐπάνω καὶ θὰ σᾶς φέρω νέα!...
Μερικοί, ἀκόμη καὶ γέροι, ἂν τοὺς πῇ ὁ γιατρὸς «θὰ πεθάνῃς» ἢ «πενήντα τοῖς ἑκατὸ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ζήσῃς», στεναχωριοῦνται. Θέλουν νὰ ζήσουν. Τί θὰ βγάλουν; Ἀπορῶ! Ἂν εἶναι κανείς νέος, ἐ, κάπως δικαιολογεῖται· ἀλλὰ ἕνας γέρος νὰ κάνῃ προσπάθεια νὰ ζήσῃ, αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω. Ἄλλο εἶναι νὰ κάνῃ μία θεραπεία, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ ἀντέξῃ κάπως τὸν πόνο. Δὲν θέλει, δηλαδή, νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του, ἀλλὰ θέλει μόνο νὰ εἶναι λίγο πιὸ ὑποφερτοὶ οἱ πόνοι καὶ νὰ αὐτοεξυπηρετεῖται, μέχρι νὰ πεθάνῃ· αὐτὸ ἔχει νόημα.


 

Ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, κρίνουμε εὔκολα...

Γέροντας Ἐφραὶμ Ἀριζόνας (1928-2019✞)
"ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν, πρῶτος βαλέτω λίθον" 
«Ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, μὲ πρῶτο ἐμένα, κρίνουμε εὔκολα. 
Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ἢ τὸν βλέπουμε ἁμαρτωλό, ἢ ἀκούσαμε ὅτι ἁμάρτησε, ἢ μᾶς τὸν κατηγόρησαν ἄλλοι, ἀμέσως ἀσυζητητὶ χωρὶς ἔλεγχο, χωρὶς βασανισμό, κατὰ πόσο εἶναι αὐτὸ ἀλήθεια ἢ ὄχι, ἀμέσως ρίχνουμε τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος καὶ τὸν χτυπᾶμε ἐφαρμόζοντας τὸν Μωσαϊκὸ νόμο.» 

 



 

Ἡ Αὐτοεκτίμηση ποὺ βλάπτει τὴ ψυχὴ

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
Ἀπάνθισμα Ἐπιστολῶν, Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου
Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας. Ἡ πρόοδος στὴν πνευματικὴ ζωὴ διακρίνεται μὲ τὴν ὁλοένα καὶ περισσότερη συναίσθησι τῆς μηδαμινότητός μας. Ἐνῶ ὅσο αὐξάνει ἡ ἐκτίμησις τοῦ ἑαυτοῦ μας σὲ κάτι, τόσο βαδίζουμε στὴν καταστροφή. Ὁ ἐχθρὸς θὰ τὸ ἐκμεταλλευθῆ αὐτό. Θὰ πλησιάση καὶ θὰ ἐπιχειρήση νὰ πετάξη κανένα πετραδάκι στὸν δρόμο μας γιὰ νὰ σκοντάψουμε. Μία ψυχὴ ποὺ δίνει στὸν ἑαυτὸ της ἀξία, μοιάζει μὲ τὸν κόρακα τοῦ Αἰσώπου ποὺ ἀκούγοντας τὶς κολακεῖες τῆς ἀλεποῦς γιὰ τὴν «ὡραία» του φωνή, ἄνοιξε τὸ στόμα καὶ τοῦ ἔπεσε τὸ τυρί…
Πόσο χρήσιμο θὰ ʼταν νὰ βρισκόταν κάποιος νὰ σᾶς κατηγορῆ. Νὰ χαίρεσθε , ἂν ποτὲ συμβῆ αὐτό. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο νὰ σᾶς ἐπαινοῦν ὅλοι καὶ κανεὶς νὰ μὴν σᾶς λέει τὴν ἀλήθεια. Εἶναι νομίζετε δύσκολο νὰ πλανηθῆ ἢ νὰ σκοντάψη κανείς; Ἀπέχετε πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτὸ σας ἅγιο καὶ ἄξιο νὰ συμβουλεύη τοὺς ἄλλους;.
Στὸ Κίεβο ἀσκήτευε κάποτε κάποιος μὲ πολλὴ νηστεία καὶ μόνωσι. Τὸν πολέμησε ὅμως ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἄλλα πάθη. Πῆγε λοὶπὸν καὶ ἐξωμολογήθηκε τοὺς λογισμούς του στὸν μακαριστὸ στάρετς Παρθένιο. Ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε χρήματα καὶ τὸν... ἔστειλε στὴν ἀγορὰ λέγοντας: «Ἀγόρασε κρέας καὶ φάγε τὸ μπροστὰ στοὺς ἄλλους». Ὁ ἀσκητὴς ἀκολούθησε τὴν συμβουλὴ τοῦ στάρετς καὶ ὅλοι οἱ πειρασμοὶ τοῦ φύγανε. Νὰ πῶς οἱ Πατέρες πολεμοῦσαν τὴν ὑπερηφάνεια. Σὺχνὰ νὰ ἐλέγχετε καὶ σεῖς τὸν ἑαυτὸ σας στὸ σημεῖο αὐτό. Γιατί δὲν εἶναι μικρὴ συμφορά… Λένε ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κλέφτης ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ σπίτι. Ἔρχεται συχνὰ σὲ συνεννόησι μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς κλέφτες, τοὺς ἀνοίγει πόρτες καὶ παράθυρα, κι ἐκεῖνοι μπαίνουν καὶ ἁρπάζουν κάθε θησαυρό.

Ἀγωνισθῆτε, ἐνῶ συναναστρέφεσθε μὲ ἄλλους καὶ φροντίζετε γιὰ τὶς βιοτικὲς ὑποθέσεις, συγχρόνως νὰ σκέπτεσθε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἔχετε τὴν συναίσθησι ὅτι βρίσκεται κοντά σας καὶ σᾶς κατευθύνει σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιὸ Του θέλημα. Ἔτσι δὲν θὰ διασπᾶσθε στὴν ἐσωτερική σας ἐργασία. Ἡ διάσπασις εἶναι ἡ πρώτη ἐπιτυχία τοῦ διαβόλου.Ἡ δεύτερη ἐπιτυχία του εἶναι ἡ προσκόλλησις τῆς καρδιᾶς σὲ κάτι τὸ γήινο καὶ ἡ αἰχμαλωσία τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν σκέψεων σ’ αὐτό. Αὐτὴ εἶναι χειρότερη ἐπιτυχία τοῦ ἐχθροῦ. Προσπαθῆστε ν’ ἀποδεσμεύεσθε ἀπὸ κάθε αἰχμαλωσία τῆς καρδιᾶς καὶ ἀπὸ κάθε διάσπασι τῆς ἐσωτερικῆς σας ἐργασίας. Ὁ τρόπος εἶναι ἕνας: Νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἡ προσοχὴ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὴν συναίσθησι τῆς παρουσίας Του. Οἱ ὑπερβολὲς δὲν ὁδηγοῦν ποτὲ σὲ καλό. Τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ κενοδοξία, ἡ πεποίθησις δηλαδὴ ὅτι εἶμαι κάτι. Τὸ δεύτερο εἶναι ἡ οἴησις, ἡ συναίσθησις δηλαδὴ τοῦ ὅτι ὄχι ἁπλῶς εἶμαι κάτι, ἀλλὰ κάτι σπουδαῖο ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν οἴησι γεννιέται πλῆθος ὑπερήφανων λογισμῶν, βδελυκτῶν στὸν Θεό. Ἡ αὐτογνωσία καὶ ἡ βίωσι τῆς μηδαμινότητός μας μπορεῖ ἐδῶ νὰ βοηθήση. Συχνὰ ἂς φέρνουμε στὴν μνήμη μας σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἂς κατακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας γιʼ αὐτά.

Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σᾶς εὐχαριστῶ πὸλὺ γιὰ τὴν πολύτιμη διδασκαλία σας. Ἁπλὴ καὶ βαθειά, σύντομη καὶ ὁλοκληρωμένη, μεστὴ καὶ ἀπέρριτη. Ἂς εὐλογήση ὁ Κύριος τοὺς ποιμαντικούς σας κόπους σ’ ὅλο τὸ πλάτος τους. Σᾶς δόθηκε ἡ χάρις ὄχι μόνο νὰ διδάσκετε, ἀλλὰ καὶ νὰ πράττετε. Ἂς σᾶς ἐνισχύη ὁ Κύριος νὰ ὑπηρετῆτε καρποφόρα τοὺς ἀδελφοὺς χριστιανούς.Ἐσεῖς βρίσκεσθε σὲ δρᾶσι. Γιὰ μένα ἦλθε ὁ καιρὸς νὰ παραδώσω τὰ ὅπλα. Ἐσεῖς εἶσθε ὁ ποιμένας ὁ καλός, ἐγὼ ὁ ἀρχιποιμένας ὁ ἄχρηστος. Γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου ἀδυνάτισα σωματικὰ καὶ ἀκόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλὸ δὲν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε ἀξιόλογο δὲν ἐλπίζεται. Μένει μόνο: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Εἴθε νὰ εὐδοκήση ὁ Κύριος, ἔστω κι αὐτὴ ἡ κραυγὴ νὰ βγαίνη μὲσ’ ἀπ’ τὴν καρδιά.

Νὰ καλλιεργῆτε μέσα σᾶς τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλάβεια ἐνώπιον τοῦ ἀπερίγραπτου μεγαλείου Του. Νὰ ἔχετε καρδιὰ συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη . Νὰ θεωρῆτε ὅλους ἀνώτερούς σας. Ν’ ἀγαπᾶτε τὴν σιωπή, τὴν μόνωσι, τὴν συνομιλία μὲ τὸν Κύριο, ποὺ θὰ γίνη χειραγωγὸς καὶ διδάσκαλός σας. Τὰ ἅγια δάκρυα ἀποτελοῦν ἐκδήλωση θείου ἐλέους καὶ ἀσφάλεια στὴν πνευματικὴ ξηρασία καὶ στὴν σκλήρυνσι τῶν αἰσθημάτων. Μὴν τὰ περιφρονῆτε καὶ μὴν τὰ διώχνετε. Τὰ ἁμαρτωλὰ δάκρυα προκαλοῦν οἴησι, ἀγαποῦν τὴν ἐπίδειξι καὶ παρέρχονται σύντομα. Ὅταν σᾶς πλησιάζη ἡ ὑπερηφάνεια διῶξτε τὴν καὶ τοποθετῆστε στὴν θέσι της τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ τὴν συντριβή.

Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἀπόρθητο φρούριό μας εἶναι ἡ ταπείνωσις. Δύσκολα τὴν ἀποκτᾶ κανείς. Μπορεῖ νὰ θεωρῆ ταπεινὸ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἔχη ἴχνος ἀπ’ αὐτή. Ὁ σωστότερος ἢ ὁ μοναδικὸς δρόμος γιὰ τὴν ταπείνωσι εἶναι ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἰδίου θελήματος. Χὼρὶς αὐτὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτύξη κανεὶς ἐσωτερικὰ ἑωσφορικὸ ἐγωισμό, παρὰ τὴν ἐξωτερικὴ ταπεινὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς ταπεινολογίες. Σταθῆτε λοὶπὸν καὶ ἀναρωτηθῆτε, ἂν ἔχετε ὑπακοὴ καὶ ἀπάρνησι τοῦ ἰδίου θελήματος.

Ἀγωνισθῆτε ν’ ἀποκτήσετε ταπείνωσι. Ἡ ταπείνωσις εἶναι εὐωδία Χριστοῦ καὶ ἔνδυμα Χριστοῦ. Γιὰ χάρι της ὅλα θὰ τὰ συγχωρήση ὁ Θεός. Δὲν θὰ ἐξετάση τὶς ἐλλείψεις ποὺ εἶχε ὁ ἀγώνας μας. Ἐνῶ χωρὶς ταπείνωσι καμιὰ ἄσκησι δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήση. Μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθῆ. Χωρὶς ὅμως αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο δὲν θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ μπῆ στὸν παράδεισο ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ταπεινούς.

Ἡ ταπείνωσις πρέπει ν’ ἀποτελῆ τὸ φόντο τῆς ζωῆς σας, ὅπως καὶ τοῦ καθενὸς ποὺ ζῆ εἰλικρινὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

Ἀγωνισθῆτε στὸν ἑαυτὸ σᾶς μὲ ὅλες σας τὶς δυνάμεις καὶ ὁ Θὲὸς θὰ σᾶς βοηθήση. Ἔχετε σὰν σκὸπὸ ν’ ἀποκτήσετε «πνεῦμα συντετριμμένον», «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην» (Ψάλμ. 50, 19 ) . Ὅταν ὑπάρχουν αὐτά, σημαίνει ὅτι βρίσκεσθε σὲ καλὴ κατάστασι. Τότε ἔχετε τὴν σκέπη καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Τότε ἡ προσήλωσις στὸν Θὲὸ εἶναι σταθερὴ καὶ ἡ ἐνθύμησίς Του ἀδιάλειπτη.

Προσπαθῆστε νὰ παλέψετε μὲ τὸ εὐέξαπτο τοῦ χαρακτῆρος σας. Τὸ πάθος αὐτὸ ἐκδηλώνεται ὅταν κάποιος ἐνεργήση ἀντίθετα μὲ τὴν δική σας θέλησι, ἐπιθυμία ἢ ἐντολή. Ὅσὸ ὅμως ζῆ μέσα σας ἡ ὑπερηφάνεια τίποτε δὲν θὰ κατορθώσετε. Αὐτὴ ὅλα τὰ κυβερνᾶ. Ἂν μπορῆτε πετᾶξτε την πέρα ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ σας καὶ ἀπαγορέψτε της νὰ ξαναπαρουσιασθῆ. Νὰ σκέπτεσθε τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θανάτου εἶναι οἱ καλύτεροι διδάσκαλοι γιὰ τὴν θεραπεία τῶν παθῶν.

Εἴθε νὰ σᾶς διατηρήση ὁ Κύριος τὸ χάρισμα τῶν δακρύων γιὰ πάντα. Αὐτὰ μαλακώνουν τὴν καρδιὰ καὶ χαρίζουν τὴν κατάνυξι. Πρέπει ὅμως νὰ τὰ κρύβετε. Διότι ἡ ὑπερηφάνεια ὁλόγυρά τους περιφέρεται , ὅπως ὁ σκύλος γύρω ἀπὸ τὴν τροφή.


 

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ: «Ἡ διαμάχη μὲ τὸν Θεό»

Τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ
 
«Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ποὺ μὲ ἀπασχολοῦσαν ἦταν τὸ πῶς εἶναι ποτὲ δυνατόν νὰ ζήσεις “ἀναμαρτήτως” μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. Γιατὶ ὅλες μας οἱ πράξεις εἶναι τόσο ἀσήμαντες, σὲ σχέση μὲ ὅσα ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο, στὸ τέλος, φαίνεται νὰ εἶναι ἁπλῶς ἀδύνατο καὶ οὐτοπικό.
»Καὶ κατὰ τὴ διαμονή μου στὸν Ἄθωνα, ὅπως συνέβαινε καὶ πρὶν νὰ γίνω μοναχός, κάποιες φορὲς ἡ προσευχή μου διεκόπτετο ἀπὸ “θεομάχους” λογισμούς.
»Θυμᾶμαι πόσο φοβερὰ βασανίσθηκα κάποτε ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀπὸ τὸ ὅτι δηλαδὴ δὲν κατόρθωσα οὔτε νὰ μὴν κατακρίνω μὲ τὶς σκέψεις, οὔτε νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι, οὔτε νὰ μὴν αἰσθάνομαι ἀντιπάθειες κτλ. Καὶ, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ κατόρθωσα, ἄρχισα μὲ τὸν Θεὸ ἕνα εἶδος “διαμάχης” τῆς τάξεως ποὺ θὰ λεχθεῖ παρακάτω.
»Ἔτσι, σὲ μία στιγμή, ἀπὸ τὴ μαρτυρική μου παράσταση μπροστὰ στὸ... κριτήριο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, παρὰ τὶς προσπάθειές μου, αἰσθάνθηκα τὴν ἄκρα ἀδυναμία μου νὰ παραμείνω στὸ πνεῦμα τῶν Ἐντολῶν Του. Καὶ θυμᾶμαι ποὺ πρόφερα τότε αὐτοὺς τοὺς ἄφρονες λόγους:
—«Μιλᾷς, λοιπόν, Ἐσύ γιὰ τὴν ἔσχατη καὶ φοβερὴ Κρίση! Ἀλλὰ πῶς ἄραγε θὰ κρίνεις Ἐσὺ ἐμένα; Ποῖο εἶναι τὸ δικό Σου τὸ Εἶναι; Ποιὲς εἶναι οἱ δικές Σου δυνατότητες καὶ ποιὲς οἱ δικές μου; Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος· ἂν δὲν κοιμηθῶ, ἂν δὲν φάω κτλ., θὰ πεθάνω! Κι ἂν κάποιος ἢ κάτι μὲ χτυπήσει, πάλι μπορῶ νὰ πεθάνω! Καὶ Ἐσύ, λοιπόν, θὰ κρίνεις ἐμένα;! Μὰ Ἐσὺ δὲν ἔχεις κὰν τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κρίνεις! Γιὰ νὰ εἶσαι δικός μου Κριτής, σύμφωνα μὲ κάθε ἔννοια δικαιοσύνης, ὀφείλεις πρῶτα Ἐσὺ ὁ Ἴδιος νὰ βρεθεῖς σὲ ὅμοιες μὲ μένα συνθῆκες. Ἐσύ, ὅμως, εἶσαι Ἄπειρος μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀνάρχου Εἶναί Σου. Ἐνῶ ἐγώ, μέσα στὴ φθαρτότητά μου, εἶμαι ὅμοιος μὲ τὸ σκουλήκι!...».
»Ἡ προσευχή μου ἀπευθυνόταν “γενικὰ” πρὸς τὸν Θεό. Καὶ, ἀφοῦ παρέμεινα ἀρκετὰ σ᾿ αὐτὴ τὴ “διαμάχη”, ξαφνικά, μοῦ ἔγιναν κατανοητὰ μέσα μου τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἔλαβα μέσα στὴν καρδιά μου τὴν ἑξῆς ἀπάντηση:
—«Ὁ Πατὴρ δὲν κρίνει καὶ δὲν καταδικάζει κανέναν, ἀλλὰ ὅλη τὴν ἐξουσία τῆς Κρίσεως τὴν ἔχει δώσει στὸν Υἱό Του, γιατί Αὐτὸς ἔγινε καὶ εἶναι Υἱὸς Ἀνθρώπου» (βλ. Ἰωάν. ε΄ 22 καὶ 27).
»Καὶ στὴ “διαμάχη” αὐτὴ μὲ τὸν Θεό, βγῆκα τελικὰ νικημένος· Ἐμένα θὰ μὲ κρίνει ὁ Ἄνθρωπος–Χριστός· Αὐτός, ποὺ ἐξεπλήρωσε τὸν Νόμο, Ἐκεῖνος ποὺ ἐδημιούργησε ὅλα αὐτά.
»Μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή πολλὲς φορὲς εἶχα διαβάσει αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀλλὰ ποτὲ μου δὲν τοὺς κατανόησα μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια.
»Ἔνιωσα ντροπή. Μεγάλη ἦταν καὶ ἡ συστολή μου· πάντοτε ζοῦσα σὲ συνθῆκες ποὺ ἦταν πολὺ εὐκολότερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ πέρασε ὅλη ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.
»Στ᾿ ἀλήθεια! Αὐτὸς ἔχει τὸ ἀπόλυτο δικαίωμα νὰ κρίνει ὅλον τὸν κόσμο. Κανένας δὲν Τὸν ξεπέρασε ποτὲ κατὰ τὰ παθήματά Του. Ἐξωτερικά, πολλοὶ μὲν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπέμειναν καὶ ὑπομένουν ἀκόμη καὶ τώρα φρικτὰ βασανιστήρια μέσα στοὺς θαλάμους τῶν συγχρόνων φυλακῶν, ἀλλὰ ποιοτικὰ ὁ δικός Του ᾅδης –ἕνας “ᾅδης ἀγάπης”!– εἶναι (καὶ θὰ εἶναι!) ὀδυνηρότερος ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων…».


 

Λόγοι ζωῆς καὶ πνευματικῆς σοφίας τοῦ Ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ (11 Ἰουλίου)
«Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος δὲν ἀντιλαμβάνεται…»
«Ὅταν ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος διαπράττει τὴν ἁμαρτίαν, δὲν αἰσθάνεται τὰς συνεπείας αὐτῆς, ὅπως τὰς αἰσθάνεται ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος.
Ὁ σαρκικός, μὴ ἔχων ἀκόμη πεῖραν τῆς αἰωνίου ζωῆς τοῦ Πνεύματος, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεώς του μετὰ τὴν διάπραξιν τῆς ἁμαρτίας, διότι μένει πάντοτε εἰς πνευματικὸν θάνατον.
Ἀντιθέτως, ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, εἰς πᾶσαν κλίσιν τοῦ θελήματός του πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, βλέπει ἐντός του τὴν μεταβολὴν τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως, ἐξ αἰτίας τῆς μειώσεως τῆς χάριτος.»
«Μὴ κρίνετε…»
«Νὰ εἶσθε πολὺ προσεκτικοί! Μὴν ἐπιτρέπετε εἰς κανέναν ἀρνητικὸν λογισμὸν νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν καρδίαν σας.
Μὴν ὑποτιμᾶτε τοὺς ἀρνητικοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχετε διὰ τὸν πλησίον, ὅταν εὑρίσκεσθε εἰς τὸ κελλίον σας.
Φυλάχθητε ἀπὸ κάθε λόγον ποὺ πληγώνει. Τοῦτο εἶναι πολὺ σημαντικόν...
Νὰ ἐνθυμεῖσθε καὶ τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.» (Λουκ. στ΄ 31)
Ἐὰν κρίνετε τοὺς ἄλλους διὰ ἀσήμαντα καὶ ἐξωτερικὰ πράγματα, θὰ χάσετε τὸ πᾶν.»
«Τὸ νόημα τῆς ζωῆς…»
«Ἀλήθεια, ὅλον τὸ νόημα τῆς ζωῆς εὑρίσκεται εἰς τὸ νὰ ζῇ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία μας μὲ τὸν Θεόν· νὰ γίνῃ ὁ Θεὸς ἡ ζωὴ μας.»
«Τὰ ὑπόλοιπα δὲν ἔχουν σημασία…»
«Δὲν μὲ φοβίζει οὔτε ὁ πόνος τῶν ἀνθρώπων, οὔτε τὰ παθήματά τους, οὔτε ὁποιεσδήποτε συμφοραὶ καὶ καταστροφαὶ ἐὰν συμβοῦν.
Ἕν μόνον μὲ τρομάζει, μὲ ἀπασχολεῖ·
Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου; Ποία εἶναι ἡ σχέσις του μὲ τὸν Θεόν; Ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὴν ψυχήν του εἰρήνη καὶ ἐλπίς.
Τὰ ὑπόλοιπα δὲν ἔχουν σημασία.»
«Τὸ δογματικὸν καὶ ἀσκητικὸν θεμέλιον τῆς εὐχῆς "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με"»
«Ὁ Κύριος, κατὰ τὰς τελευταίας ὥρας τῆς μεθ’ ἡμῶν ζωῆς Αὐτοῦ, εἶπεν·
"Ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί Μου· αἰτεῖτε, καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη… Ἀμὴν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν Πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί Μου, δώσει ὑμῖν."
Οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν τὸ δογματικὸν καὶ ἀσκητικὸν θεμέλιον τῆς διὰ τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ προσευχῆς.»
«Μετὰ διακρίσεως ἡ πνευματικὴ ἐργασία!»
«Εἶναι προτιμοτέρα ὀλίγη πνευματικὴ ἐργασία, ἀλλὰ μὲ εἰρήνην εἰς τὴν καρδίαν μας, παρὰ νὰ ἐπιδιώκωμεν πολλά καὶ νὰ χάνωμεν τὴν καρδιακὴν εἰρήνην.»
«Ὅλα ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστό…»
«Δὲν διαβάζω ἐφημερίδας γιὰ νὰ ἰδῶ τί γίνεται…
διότι δὲν γίνεται τίποτε σωστό!
Ὅλα ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστόν εἶναι μία κουταμάρα.»
«Γέροντα, διὰ τί εἶσθε τόσον χαρούμενος;»
Κάποτε ἠρώτησε μία κοπέλα τὸν Ἅγιον Σωφρόνιον:
— «Γέροντα, διὰ τί εἶσθε τόσον χαρούμενος;»
Καὶ ἐκεῖνος ἀπεκρίθη:
— «Παιδί μου, διότι ὅλην τὴν νύκτα ἔκλαιγα…»

Ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ


 

Μά ἐγώ παιδί μου τρώω ἐλιές

Κάποτε ὁ ἅγιος Παρθένιος βρέθηκε στόν Κρουσώνα καί φιλοξενήθηκε στό σπίτι ἑνός πολύ καλοῦ ἀνθρώπου πού ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τό μοναστήρι τοῦ Κουδουμᾶ κι εὐλαβοῦνταν πολύ τούς δύο ἁγίους πατέρες. Ἐπειδή ὁ ἁπλός ἐκεῖνος ἄνθρωπος δέν ἔτυχε ποτέ νά ἀκούσει πώς στό μοναστήρι οἱ πατέρες δέν ἔτρωγαν κρέας, γιά νά περιποιηθεῖ τόν ἅγιο Παρθένιο καί τόν μοναχό πού τόν συνόδευε ἔσφαξε τό καλύτερο ζωντανό του. Ὁ γέροντας γιά νά μήν λυπήσει τόν νοικοκύρη, πού μέ τόση ἀγάπη τούς φιλοξένησε, κάθισε στό τραπέζι κι ἔφαγε ὅτι τοῦ σέρβιραν. Ὁ μοναχός πού ἦταν μαζί του, ξέροντας πόσο αὐστηρός ἦταν ὁ γέροντας, τά ἔχασε ὅταν τόν εἶδε νά τρώει κρέας. Μέ τρόπο τότε ἔσκυψε καί τοῦ λέει σιγανά γιά νά μήν τούς ἀκούσουν…
Γέροντα, τρῶς κρέας; Ὁ γέροντας μέ φυσικότητα τοῦ ἁπαντά ψιθυριστά…– Ὄχι παιδί μου. Δέν τρώω κρέας. Ἐγώ ἐλιές τρώω. Ὁ μοναχός παραξενεύτηκε ἀπό τήν ἀπάντηση μά δέν ξαναμίλησε. Ὅταν ὅμως σηκώθηκαν ἀπό τό τραπέζι ἔπεσε τό βλέμμα του στό πιάτο τοῦ γέροντα. Βλέπει τότε ἔκπληκτος νά μήν... ὑπάρχουν κόκαλα παρά κουκούτσια ἀπό ἐλιές. Ὅταν βρέθηκαν μόνοι ὁ ἅγιος Παρθένιος εἶπε στόν μοναχό…– Φαντάζεσαι, παιδί μου, σέ πόσο δύσκολη θέση θά ἔφερνα αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἄν τοῦ ἔλεγα πῶς δέν τρώω κρέας; Σκέφτεσαι πόσο θά στενοχωριόταν ποῦ δέν θά μποροῦσε νά μᾶς φιλοξενήσει ὅπως ἤθελε; Θά πήγαιναν χαμένες ὅλες οἱ ἑτοιμασίες πού ἔκανε. Γι’ αὐτό κι ἐγώ προσευχήθηκα τήν ὥρα ἐκείνη στόν Θεό καί Τόν παρακάλεσα νά μήν ἐπιτρέψει νά γευθῶ τή νοστιμιά τοῦ ὡραίου αὐτοῦ φαγητοῦ ἀλλά νά νοιώθω τή γεύση πού ἔχουν οἱ ἐλιές. Ἔτσι κι ἔγινε. Ἐπέτρεψε ὅμως καί σ’ ἐσένα νά δεῖς αὐτό τό μεγάλο θαῦμα.