Τετάρτη, Ιουλίου 15, 2026

 

Ἰδοὺ αἱ λεγόμεναι “ἐκκλησιολογικαὶ’’ προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Τορόντο

  

(Ποῖος συμφωνεῖ μὲ αὐτὰς εἰς τὴν Κύπρον;)

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Ἕνα θέμα ποὺ δὲν τολμήθηκε ποτὲ ὁποιαδήποτε θεολογικὴ ἀνάλυση, ἀπὸ τοὺς ἀπολογητὲς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι καὶ οἱ λεγόμενες “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, οἱ ὁποῖες ἔχουν παρεισφρήσει στὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἐνῶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν παν­επιστημιακῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἀπολογητὲς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, στὸ θέμα τοῦτο τηροῦσαν ἀφωνία.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ καλούμενες “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις” στὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ἔχουν ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὴν πνιγηρὴ πλειοψηφία τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων τοῦ Π.Σ.Ε. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ «προσλαμβάνωμεν τὸ ἀλλότριο, φθείροντες τὸ ἡμέτερον», λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (PG 35, 1124).

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, γίνεται σαφὴς ἀναφορὰ στὶς “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, χωρὶς ὅμως νὰ καταγράφονται ἀναλυτικά. Αὐτὸ συνέβαλε στὴν εὐκολότερη ἀποδοχή τους.

Στὴ γνωστὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ποὺ τιτλοφορεῖται «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἀναφέρεται στὴν παράγραφο 5 ὅτι «Οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας*». Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀναγνώριση στοιχείων τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας στοὺς Πεντηκοστιανούς, τοὺς Λουθηρανούς, στοὺς Μεθοδιστὲς καὶ στὶς λοιπὲς αἱρετικὲς ὁμάδες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.;

Στὴν παράγραφο 8 τῆς «Δήλωσης τοῦ Τορόντο», ἀναφέρεται ὅτι, «Οἱ ἐκκλησίες-μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωὴ τῶν ἐκκλησιῶν*».

Πότε στὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει εἰπωθεῖ τέτοιος λόγος; Θὰ μποροῦσε ποτὲ κανεὶς ἐκ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀναφέρει ὅτι, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὶς πνευματικὲς σχέσεις μὲ αἱρετικὲς κοινότητες;

Στὴ Δήλωση τοῦ Τορόντο τονίζεται καὶ τὸ ἀκόλουθο : «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας»*.

Κατ’ οὐσία ἡ καλούμενη αὐτὴ “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση”, ὄχι μόνο σχετικοποιεῖ τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναιρεῖ μὲ ἕνα περίεργο τρόπο, καθότι ὑποδεικνύει καθοδηγητικὰ μὲ τὸν τονισμὸ “περιεκτικότερο” (more inclusive), σὲ ποιὰ ἐκκλησία ἔχει μεγαλύτερη σημασία νὰ ἀποτελοῦμε μέλη. Ὑπογράφοντας μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ὅτι δὲν ἔχει τόση σημασία νὰ ἀνήκομε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι περιεκτικότερο νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀναιρεῖ ἢ δὲν ἀναιρεῖ ἡ προϋ­πόθεση – παραδοχή, τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων;

Οἱ λεγόμενες “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις”, ἀποτελοῦν τὸ καταστάλαγμα τοῦ συνονθυλεύματος τοῦ Π.Σ.Ε., καὶ σκοπὸ εἶχαν νὰ καταγράψουν προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ὑπηρετοῦν τὴ “συνύπαρξη” ἐντὸς αὐτοῦ.

Πρόσφατα στὴν Κύπρο, ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης στὸ σύνολό τους, ἦταν βασικότατη προϋπόθεση, γιὰ νὰ μὴ τεθεῖ σὲ ἀργία Ἐπίσκοπος. Σὲ καμιὰ Τοπικὴ Ἐκκλησία, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ δέχθηκαν τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, δὲν ἔχει ἐπισυμβεῖ κάτι τέτοιο.

Ἀλήθεια ποιὸς στὴν Κύπρο ἔχει τοποθετηθεῖ συγκεκριμένα ἐπὶ τῶν λεγομένων “ἐκκλησιολογικῶν” προϋποθέσεων τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, μὲ ἀναγνώριση στοιχείων τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας σὲ αἱρετικὲς κοινότητες κ.λπ.;

Σὲ κείμενο τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται “Ὑπόμνημα σχετικὰ μὲ τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”**, τὸ ὁποῖο εἶχε κατατεθεῖ στὴ συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στὶς 11 Φεβρουαρίου 2016, καὶ περιλαμβάνεται στὸ βιβλίο “Ἐκκλησιολογικὴ παρέμβαση”, τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου (Ἔκδοση Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Λευκωσία 2020), γίνεται σχολιασμὸς ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ γιὰ τὴν παράγραφο 5 τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο.

Ὁ Θεοφιλέστατος Καρπασίας σχολιάζοντας μὲ ὀρθόδοξη σοβαρότητα τὴν κοινὴ αὐτὴ δήλωση σημειώνει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς : “«Ἡ κοινὴ αὐτὴ δήλωση» ἀναγνωρίζει μ’ ἕνα ἄμεσο τρόπο τὴ λεγόμενη «θεωρία τῶν κλάδων» τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι κάθε «Ἐκκλησία» – Ὁμολογία κατέχει μέρος τῆς ἀλήθειας καὶ ἡ συνένωση ὅλων θὰ ἀποτελέσει τὴ μία ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια”**. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ λοιπὸν νὰ «προσλαμβάνωμεν τὸ ἀλλότριο, φθείροντες τὸ ἡμέτερον», λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (PG 35, 1124).

Σημειώσεις:

*«Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη)

** “Ἐκκλησιολογικὴ παρέμβαση”, Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, Ἔκδοση Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Λευκωσία 2020.



 

 

 

 

 


Ο Θεοφιλ. Καρπασίας δια την ‘’θεωρίαν των κλάδων’’ εις την Δήλωσιν του Τορόντο

Σε κείμενο του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, το οποίο τιτλοφορείται ‘’Υπόμνημα σχετικά με τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας’’*, το οποίο είχε κατατεθεί στη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στις 11 Φεβρουαρίου 2016, γίνεται σχολιασμός  και για την παράγραφο 5 της Δήλωσης του Τορόντο.  

 Η παράγραφος 5 της Δήλωσης του Τορόντο – Καναδάς 1950 ,  του Π.Σ.Ε.  αναφέρει ότι «Οι εκκλησίες-μέλη του Π.Σ.Ε.  αναγνωρίζουν στις άλλες εκκλησίες στοιχεία της αληθούς εκκλησίας**». 

 Ποια αναγνώριση στοιχείων αληθούς εκκλησίας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε στους Πεντηκοστιανούς, τους Λουθηρανούς, στους Μεθοδιστές και στις  λοιπές αιρετικές ομάδες μέλη του Π.Σ.Ε.;

 Ο Θεοφιλέστατος Καρπασίας σχολιάζοντας με ορθόδοξη σοβαρότητα την κοινή αυτή δήλωση σημειώνει τα εξής : ‘’«Η κοινή αυτή δήλωση» αναγνωρίζει μ’ ένα άμεσο τρόπο τη λεγόμενη «θεωρία των κλάδων» του Προτεσταντισμού, η οποία διδάσκει ότι κάθε «Εκκλησία» - Ομολογία κατέχει μέρος της αλήθειας και η συνένωση όλων θα αποτελέσει τη μια ολοκληρωμένη αλήθεια’’*.   

 H κακοδοξία της ‘’θεωρίας των κλάδων’’, αμφισβητεί τη μοναδικότητα της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.  

 Επίσης η κακόδοξη αναγνώριση στοιχείων αληθούς Εκκλησίας στα άλλα μέλη του Π.Σ.Ε., συνεπάγεται αμφισβήτηση της μοναδικότητας της Εκκλησίας . 

 

*‘’Εκκλησιολογική παρέμβαση’’, Επισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, Έκδοση Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Λευκωσία 2020.

**«Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (Στυλιανού Χ. Τσομπανίδη.

Διατί παραθεωρείται ότι Πανορθοδόξως έχει ανασκευασθή η Δήλωσις του Τορόντο;

      Ο Επίσκοπος Καρπασίας στο σύγγραμμά του ‘’Εκκλησιολογική παρέμβαση’’ σημειώνει σχετικά τα ακόλουθα :

 ‘’Οφείλουμε να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι η αντιπροσωπεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Β΄ Γενική Συνέλευση (EVANSTON 1954) (του Π.Σ.Ε. ) κατέθεσε δήλωση δια της οποίας έκανε ξεκάθαρο ότι :

«μόνον η επιστροφή όλων των ομολογιών εις την πίστιν της αρχαίας, ηνωμένης και αδιαιρέτου Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων, ήτοι εις την καθαράν, αναλλοίωτον και κοινήν κληρονομίαν των προγόνων όλων των διηρεμένων Χριστιανών, θα πραγματοποιήση την ευκταίαν ένωσιν όλων των κεχωρισμένων Χριστιανών.  Διότι μόνον η ενότης όλων των Χριστιανών υπό μίαν κοινήν πίστιν θα έχει ως αποτέλεσμα την κοινήν αδελφοσύνην αυτών τοις μυστηρίοις και την αδιάσπαστον ενότητα αυτών ενός και του αυτού σώματος της μίας Εκκλησίας του Χριστού». Και κατέληγεν με την υπόμνηση ότι «οφείλομεν να διαδηλώσωμεν την πεποίθησιν ότι μόνον η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία διεφύλαξε πλήρη και άθικτον την άπαξ παραδοθείσαν τοις αγίοις πίστιν.  Όχι ένεκεν της ανθρωπίνης ημών αξιομισθίας, αλλά διότι ευαρεστείται ο Θεός, όταν διατηρή τον θησαυρόν Αυτού  εν οστρακίνοις σκέυεσιν, ίνα η υπερβολή της δυνάμεως ή  του Θεού».’’*

     Και σημειώνει ο Θεοφιλέστατος Καρπασίας με Ορθόδοξη σοβαρότητα τα ακόλουθα : ‘’Παρ’ όλα αυτά στην πράξη το Π.Σ.Ε. όχι μόνο δεν υιοθέτησε τη δήλωση αυτή, αλλά οι  ενέργειες και πρακτικές του καταδεικνύουν ότι ο στόχος των Προτεσταντικών Ομολογιών είναι η θεμελίωση και παγίωση της «θεωρίας των κλάδων». 

       Επειδή δεν έγινε κατορθωτό να υιοθετηθεί η ανασκευή αυτή το έτος 1954 από το λεγόμενο Π.Σ.Ε., θα πρέπει επακόλουθα η Ορθόδοξη Εκκλησία να τις υιοθετήσει, εντάσσοντάς τις μάλιστα στις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης;   Και παρεπόμενα οι εμμένοντες στην διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας να λοιδορούνται ως ακραίοι;  

 Παρατηρώντας κανείς προσεκτικά την Πανορθόδοξη αυτή ανασκευή, αντιλαμβάνεται το μέγεθος των εκκλησιολογικών στρεβλώσεων της Δήλωσης της Τορόντο. 

 Είναι πασιφανής η πνιγηρή πλειοψηφία των Προτεσταντικών παραφυάδων στο λεγόμενο Π.Σ.Ε.   και φυσικά δεν θα περίμενε κανένας να συμφωνήσουν σε κάτι τέτοιο. Ήταν αδύνατο να συμφωνήσουν οι εμμένοντες με τόσο πείσμα στις κακοδοξίες τους. 

 Το πρόβλημα είναι για όσους των Ορθόδοξων έκαναν   τις εκκλησιολογικές στρεβλώσεις της Δήλωσης του Τορόντο ‘’παντιέρα’’, ως δήθεν Ορθόδοξες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις και ως μη ώφειλαν παρεισέφρησαν αυτές σε κείμενα των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης. 

*‘’Εκκλησιολογική παρέμβαση’’, Επισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, Έκδοση Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Λευκωσία 2020. (Τα αναφερόμενα είναι από κείμενο του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, το οποίο τιτλοφορείται ‘’Υπόμνημα σχετικά με τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας’’*, το οποίο είχε κατατεθεί στη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου στις 11 Φεβρουαρίου 2016).



 

 

 

 

Ιστορική διαδρομή  – Η βλάσφημη αίρεση των Λατίνων

περί του αλαθήτου του Πάπα

Σχετικά με την επιβολή της φρικτής αίρεσης των Λατίνων περί του «αλαθήτου» του Πάπα ως απαράβατου δόγματος πίστεως της Παπικής «Εκκλησίας» διαβάζουμε στο άρθρο «Ο Παπισμός χθες και σήμερα» (Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής) [2]:

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

[…]

Ζ’. Τους δύο τελευταίους αιώνες η Ρώμη, αντί να διδα­χθεί από τα λάθη του παρελθόντος, σκληραίνει περισσότερο τη στάση της.

 Η Α’ Βατικανή Σύνοδος (1870) επιβάλλει ως απαράβατο δόγμα πίστεως το πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο του πάπα. Πρόκειται για την τελειωτική πτώση της Δυτικής «Εκκλησίας». Ο Χριστός, η μόνη αλάθητη Κεφαλή της Εκκλησίας, εξορίζεται από τη γη, και τη θέση Του καταλαμβάνει ο ειδωλοποιημένος ποντίφηκας της Ρώμης! Στη διαμαρτυρία καρδιναλίου για την αντιπαραδοσιακότητα του νέου δόγματος, ο πάπας Πίος Θ’ αντιτάσσει τον παροιμιώδη του λόγο: «Η παράδοση είμαι εγώ»! Από τους Λατίνους που διαφωνούν με τη δογματοποίηση του παπικού απολυταρχισμού, μια σημαντική μερίδα αποσχίζεται και δημιουργεί την «Παλαιοκαθολική Εκκλησία».

Η Β’ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965), παρόλο που επαγγέλλεται την ανακαίνιση, διατηρεί το αλάθητο του πάπα και το επεκτείνει σε όλες τις αποφάσεις του. Ταυτόχρονα, η ίδια Σύνοδος καλεί τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων σε παγχριστιανική ενότητα με κέντρο, όμως, τη Ρώμη και αρχηγό τον πάπα (ρωμαιοκεντρικός/παποκεντρικός οικουμενισμός)».

 

Παπικές κακοδοξίες

 Το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο. Εφόσον, με τις κακοδοξίες του Filioque και της κτιστής χάριτος, το Άγιο Πνεύμα υποβαθμίστηκε και ολόκληρη η Τριαδική θεότητα απωθήθηκε στον χώρο του εμπειρικά απρόσιτου, το κενό που δημιουργήθηκε έρχεται να το καλύψει ένας άνθρωπος, ο ποντίφηκας της Ρώμης. Αυτός ανακηρύσσεται αλάθητος και απόλυτος κύριος της παγκόσμιας Εκκλησίας.

 Για να μη νομιστεί ότι το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο ανήκουν πια στο παρελθόν της Δυτικής «Εκκλησίας», αναφέρουμε κάποιες πτυχές της σύγχρονης πρακτικής του πάπα και παραθέτουμε αποσπάσματα από το «Δογματικό Σύνταγμα περί Εκκλησίας»6 της Β’ Βατικανής Συνόδου (1965), που περιλαμβάνονται και στη σύγχρονη «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας»7:

«Ο επίσκοπος Ρώμης, με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».

«Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου».

«Το αλάθητο, με το οποίο ο θείος Λυτρωτής θέλησε εφοδιασμένη την Εκκλησία του, το έχει ο επίσκοπος Ρώμης… Γι’ αυτό και οι αποφάσεις του, πολύ ορθά, θεωρούνται αμετάκλητες από τον δικό τους χαρακτήρα και όχι από τη συναίνεση της Εκκλησίας… Γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη από την επικύρωση των άλλων, ούτε επιδέχονται έκκλητο σε άλλο όργανο κρίσης».

Με τον αέρα της αλάθητης εξουσίας, ο πάπας Παύλος ΣΤ’ ανακήρυξε, το 1963, τη Β’ Βατικανή Σύνοδο ως Οικουμενική με τα εξής λόγια: «Εγώ, λοιπόν, ο Πάπας, που συγκεντρώνω στο πρόσωπό μου και στο άγιο αξίωμά μου όλη την Εκκλησία, ανακηρύσσω τη Σύνοδο αυτή ως Οικουμενική». Και υπέγραψε τις αποφάσεις της Συνόδου με τη φράση «Εγώ ΠΑΥΛΟΣ, Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας». Αλλά και ο εκάστοτε πάπας, θεωρώντας τον εαυτό του υπερεπίσκοπο, δεν υπογράφει ως «Επίσκοπος Ρώμης» αλλά ως «Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας» (μόνος αυτός!) ή απλώς με το όνομά του, π.χ. «Βενέδικτος ΙΣΤ’»».

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε τη φρικτή αίρεση των Λατίνων για το αλάθητο του Πάπα 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε το παπικό δόγμα της Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870) που εδογμάτισε ότι ο Πάπας είναι η αλάθητη κεφαλή της Εκκλησίας, τη μεγάλη αίρεση για το αλάθητο του Πάπα. 

Διαβάζουμε σχετικά στο άρθρο του ομότιμου καθηγητή Πατρολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, με τίτλο «Διαστρέφουν την Διδασκαλία της Εκκλησίας ο Μητροπολίτης της Φλώρινας και άλλοι» (Δεκέμβριος 2024) [3]: 

«Οὔτε οἱ ἐπίσκοποι οὔτε οἱ σύνοδοι εἶναι ἀλάθητοι. Ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο κλήρου καί λαοῦ εἶναι ἀλάθητη, γιατί ἀλάθητη εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια, καί ἀλάθητο εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού τήν καθοδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»17. Ἑπομένως ἀλάθητη εἶναι ἡ κοινή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή πάντες οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί ὅλων τῶν αἰώνων, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μόνον λογίζεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλάθητο. Αὐτό ἔγραψαν τό 1848 οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἀπαντώντας στόν πάπα Πίο Θ´: «Παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν πατέρων αὐτοῦ»18. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέρριψε τό παπικό δόγμα τῆς Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870), πού ἐδογμάτισε ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἡ ἀλάθητη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τήν μεγάλη αἵρεση γιά τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, καί θά ἀπορρίπτει ὅποιον πατριάρχη, ἐπίσκοπο, σύνοδο ἐμφανίζεται ὡς ἀλάθητος. Ὕψιστη αὐθεντία εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία· οὔτε οἱ ἐπίσκοποι μόνοι, μολονότι κατέχουν διακεκριμένη θέση στήν Ἐκκλησία, οὔτε ὁ κλῆρος γενικῶς, ἄν καί εἶναι ἐκλεκτό μέρος τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ λαϊκοί μόνοι· ὅλοι οἱ ἀνωτέρω εἶναι τμήματα μόνον τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὁλόκληρο τό σῶμα. Γι᾽ αὐτό καί τό καθένα ἀπό τά τμήματα αὐτά μόνο του δέν θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐγγύηση γιά τήν ἀλήθεια19Τήν ἀλήθεια τήν ἐγγυῶνται ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, καί ἡ ψυχή της, τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ἐνεργοῦν ὄχι μόνον διά τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί δι᾽ ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος, πού ἐκφράζουν καί ὅταν ἐκφράζουν τήν διαχρονική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας». 

[…]

«Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία του ὑπάρχουν ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καί ὄχι ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη. Ὅσοι εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅσοι εἶναι μέ τήν αἵρεση εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Τό ἐκφράζει αὐτό ἄριστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀκολουθώντας τήν προηγούμενη Πατερική Παράδοση, ἰδιαίτερα τόν Ἅγιο Μάξιμο, τόν ἐπαξίως καί ἁρμοζόντως ὀνομασθέντα Ὁμολογητή. Ἀμφότεροι εἶχαν ἀποτειχισθῆ, εἶχαν διακόψει τήν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς τους, ὁ Ἅγιος Μάξιμος μέ τούς Μονοθελῆτες καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μέ τούς Βαρλααμίτες».

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς περί του αλαθήτου του Πάπα: «Tὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ»

Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ακολουθώντας τους μεγάλους αντιπαπικούς Αγίους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξέφρασε με ακαταμάχητα επιχειρήματα την παντελή αλλοτρίωση του Παπισμού από τις ευαγγελικές αλήθειες, ουσιαστικώς την διαστροφή του Ευαγγελίου.

Καταδικάζοντας μία μόνο από τις αμέτρητες κακοδοξίες των Λατίνων, το «αλάθητο» του πάπα, το χαρακτήριζε όχι μόνο ως αίρεση, αλλά ως μια αίρεση των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστοῦ. 

Διότι καμμία αίρεση δεν εξεγέρθηκε τόσο ριζοσπαστικά καί τόσο ολοκληρωτικά κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, όπως έπραξε ο παπισμός διά του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα-ἀνθρώπου:

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος» (κεφ. «Σκέψεις περί του «αλαθήτου» του Ευρωπαίου ανθρώπου», σελ. 145) [4]:

«9. Τὸ ἀλάθητο εἶναι φυσικό θεανθρώπινο ἰδίωμα καὶ φυσικὴ θεανθρώπινη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ὡς Θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου αἰώνια Κεφαλὴ εἶναι ἡ ἡ Ἀλήθεια, ἡ Παναλήθεια, ἡ Δευτέρα Ὑπόσταση τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, στὴν πραγματικότητα ὁ πάπας ἀνακηρύχθηκε σὲ Ἐκκλησία καὶ ὁ πάπας-ἄνθρωπος κατέλαβε τὴν θέση τοῦ Θεανθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ τελικός θρίαμβος τοῦ ουμανισμοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ «ὁ δεύτερος θάνατος» τοῦ παπισμοῦ, μέσῳ δὲ αὐτοῦ καὶ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τοῦ κάθε οὑμανισμοῦ. Ὅμως, κατὰ τὴν Ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὑπάρχει στὸν ἐπίγειο κόσμο μας ὡς θεανθρώπινο σώμα, τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεσηΔιότι καμμία αἵρεση δὲν ἐξεγέρθηκε τόσο ριζοσπαστικὰ καὶ τόσο ὁλοκληρωτικὰ κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπως ἔπραξε τοῦτο ὁ παπισμὸς διὰ τοῦ δόγματος περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα-ἀνθρώπου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· τὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου ΧριστοῦΤὸ δόγμα αὐτὸ εἶναι, φεῦ, ἡ πλέον φρικτή ἐξορία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν γῆ· νέα προδοσία τοῦ Χριστοῦ· νέα σταύρωση τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο πάνω στὸν ξύλινο ἀλλὰ καὶ στὸν χρυσό σταυρὸ τοῦ παπικοῦ οὑμανισμοῦ. Καὶ ταῦτα πάντα εἶναι κόλαση, κόλαση γιὰ τὸ ἄθλιο γήινο ὄν, ποὺ λέγεται ἄνθρωπος».

Το μονοπάτι της απώλειας χαράσσεται από εκκλησιαστικούς άρχοντες μεταπατερικών συγκρητιστικών κέντρων μέσω των διαλόγων της «αγάπης», από τους οποίους απουσιάζει η Αλήθεια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Η θέση του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς περί του αλαθήτου του Πάπα είναι ξεκάθαρη, ακόλουθη της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Τὸ δόγμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση».

[1] https://www.orthodoxtimes.gr

[2] https://www.impantokratoros.gr

[3] https://katanixi.gr

[4] Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε [Πόποβιτς], Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Γ’ Έκδοση, σ. 145



 

 

Ὄλγα, ἡ Ἡγεμονίς τοῦ μεγάλου ρωσικοῦ Κιέβου, ἑορταζομένη τὴν 11ην Ἰουλίου

Ὄλγα, ἡ Ἡγεμονίς τοῦ μεγάλου ρωσικοῦ Κιέβου, ἑορταζομένη τὴν 11ην Ἰουλίου

Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Ζιόμπολα

  Ἐπρόκειτο νὰ ἀποτελέσει σταθμό, ὥστε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ ἐπιτύχει στὴ συνέχεια τὴν ἁλίευση τῆς ἀπεράντου Ρωσίας στὴν Ὀρθοδοξία. Ὑπῆρξε ἡ ἐπίσημη συνάντηση μεταξὺ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους μὲ τὴν συνοδεία της. Τοῦτο ἔγινε ἐπὶ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογέννητου τὸ 955.

Συνέβη ἡ πρέπουσα ὑποδοχὴ καὶ δεξίωση τῆς ἀρχόντισσας τῆς Ρωσίας εἰς τὸ λεγόμενο Χρυσοτρίκλινο παλάτι. Γοητεύθηκε ἀπὸ τὰ βλεπόμενα καὶ ἀκουόμενα.

Προέτρεψε νὰ δεχθοῦν αὐτὴ καθότι εἶχε δημιουργήσει τὸ πνευματικὸ ἔδαφος, ὥστε νὰ γίνει δεχτή στοὺς κόλπους τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Προσωπικὴ ἡ θέλησή της νὰ βαπτισθεῖ  καὶ αὐτὸ μέτρησε. Τὸ ὄνομα Ὄλγα, λέξις σκανδιναυϊκὴ σημαίνουσα φλόγα, σημάδεψε τὶς σχέσεις τῶν δύο λαῶν. Μέτρησε ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς ποὺ ἐπέλεξε καὶ ὑπῆρξε τὸ ἔναυσμα, ὥστε νὰ δεχθεῖ ὁ λαὸς τὴ θρησκεία τῆς ἀγάπης. Ἔζησε διάστημα καὶ ἔφυγε τὸ 969 ἀφήνοντας ὡς διάδοχο τὸν ἐγγονό της Βλαδίμηρο. Ἕνα μέρος τῶν ἐκεῖ ἐλάτρευον ἀκόμη τὶς δυνάμεις τῆς φύσεως ὡς εἰδωλολάτρες, τὸν ἥλιο, τὸν ἄνεμεο, τὸν κεραυνὸ ὡς καὶ πνεύματα τῶν ὑδάτων. Ὅμως τὰ τελευταῖα εἴδωλα πῆραν τέλος: Τὸ ἀργυροκέφαλον ἄγαλμα τοῦ θεοῦ Περούν, ὅπου μαζὶ μὲ ἄλλα ὡς εἴδωλα ἐκάησαν.

Σπάνια περίπτωση τῆς ἀλλαγῆς τρόπου ζωῆς ἄρχοντος καὶ ἐν γένει διοικήσεως τοῦ βαπτισθέντος Βλαδιμήρου. Πλέον ὥς τότε βάρβαρος καὶ ἄγριος Ρῶσος ἡγεμών, ὡς χριστιανὸς πλέον οὐσίας, μεταβαλὼν ἤθη καὶ βίον καὶ τιμηθεὶς ὡς ἅγιος. Πλέον πέραν τῆς προσωπικῆς του ζωῆς θέλησε νὰ καταστήσει τὸ Κίεβον ἄλλη Κωνσταντινούπολη. Διετέλεσε σύμμαχος τοῦ Βυζαντίου. Ἡ Χερσώνα, πόλι τῆς Κριμαίας διεδραμάτισε ρόλο μεταδώσεως τοῦ χριστιανισμοῦ στὴν ἀπέραντη Ρωσία.

Οὕτω πως ἔχει τὸ θέμα τῆς βασίλισσας Ὄλγας, τὸ ὁποῖον πέρασε σὲ Ρωσία καὶ Βυζάντιο καὶ σημάδεψε τὶς σχέσεις τῶν δύο λαῶν. Μέτρησε ὡς πρὸς τὴ συνέχεια καὶ ἡ σημασία τοῦ ὅτι μόνη της ἐπέλεξε τὴ βάπτισή της.

Τιμήθηκε δεόντως καὶ ὑπὸ τῆς ρωσικῆς βυζαντινῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ ἑορτάζεται. Ἡ ρωσικὴ Ἐκκλησία τῆς ἀπένειμε καὶ τὸν ὑψηλὸ τίτλο τῆς Ἰσαποστόλου, ἐπειδὴ ἔζησε θεάρεστα.

Ὁ Βλαδίμηρος εἰσήγαγε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Πίστη τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐπίσημη ὁμολογία τοῦ κράτους του. Τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στοὺς Ρώσους τὴν εὐνόησαν καὶ οἱ ἐμπορικές τους σχέσεις. Νὰ τονισθεῖ ὅτι «τὸ προάστιον περὶ τοῦ Ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν εἶχε καταστεῖ τότε ἕνα κέντρο Ἱεραποστολῆς».

Θέλων νὰ ἐξέλθη μὲ τὸν λαὸν αὐτοῦ τῆς εἰδωλολατρίας, ἔπεμψε πρέσβεις εἰς χώρας Μουσουλμάνων, Ἰουδαίων καὶ δυτικῶν (παπικῶν) καὶ ἀνατολικῶν Χριστιανῶν, διὰ νὰ ἐξετάσουν τὰ τῶν θρησκειῶν δογμάτων. Οὗτοι περιέγραψαν καὶ τὰς τελετὰς τῆς ρωμαϊκῆς (παπικῆς/Ἐκκλησίας) καὶ τῆς ἐν Κων/νουπόλει, ὅπου καταγοητεύθησαν ἀπὸ τὴν μεγαλοπρέπεια τῶν τελετῶν τῆς Ἁγίας Σοφίας, τελουμένων παρὰ τῶν αὐτοκρατόρων, Πατριάρχου καὶ μεγάλου χοροῦ Ἀρχιερέων καὶ τοῦ ἄλλου κλήρου, καὶ διέθεσαν τὸν ἡγεμόνα ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀνατολικῶν Χριστιανῶν διὰ πρεσβειῶν στὸ ἴδιο θρήσκευμα – δόγμα τὸν δυνάστην ἐκεῖνον τοῦ Ἄρκτου (τοῦ Βορρᾶ). Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι οὗτος ἀπεφάσισε νὰ ἀσπασθῆ τὸν Χριστιανισμὸν καὶ νὰ δεχθῆ τὸ νέον θρήσκευμα παρ’ ἐκείνων ἀπὸ τῶν ὁποίων εἶχε δεχθῆ ἡ προμήτωρ αὐτοῦ Ὄλγα.

Πλέον ὁ ἕως τότε ἄγριος Ρῶσος ἡγεμών, ἐγένετο χριστιανὸς οὐσίας τοῦ βυζαντινοῦ οἴκου ἰσαπόστολος κληθεὶς ὑπὸ τῶν Ρώσων. Πλέον ἠθέλησε νὰ καταστείλη καὶ μεταβάλη σὲ ἄλλη Κωνσταντινούπολι ναὸν ὡς τῆς ἁγίας Σοφίας. Διετέλεσε σύμμαχος τοῦ Βυζαντίου. Διαδραμάτισε ρόλο, ἀπ’ ὅπου μεταδόθηκε ὁ Χριστιανισμὸς στὴν ἀπέραντη Ρωσία.

988-1988 Τὰ χίλια ἔτη Ὀρθοδοξίας εἰς τὸν Ρωσικὸν λαόν

 Ὅταν, τὸ 1988 συμπληρώθηκαν χίλια χρόνια ἀπὸ τὴ βάπτιση τοῦ Βλαδιμήρου ὡς ἀρχὴ στὸ Κίεβο ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἑορτάσθηκαν πανηγυρικά. Ἐγένετο θύμιση βάπτιση τῆς Ὄλγας καὶ τοῦ ἐγγονοῦ της Βλαδιμήρου ὡς καὶ πάμπολλες ἀρχικὰ σὲ χιλιάδες βαπτίσεις.

Πρὸ τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 τὸ «Ρωσικὸν Χρονικὸν» περιέχει ἔντονη κατηγορία τῶν Φράγκων Λατίνων διὰ παραβάσεις, ὁπότε καὶ τὴν δυσμένεια τῶν Ρώσων πρὸς παπισμόν. Ὁ ἀποδιδόμενος εἰς Μητροπολίτην Γεώργιον «Διάλογος πρὸς Λατίνους» ἀναφέρει πολλαπλὲς κατηγορίες κατὰ τῶν Λατίνων.

Ἀργότερα διὰ κανονικῆς ἐνέργειας ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰερεμίου τοῦ Β΄, ὁ μέχρι τότε Μητροπολίτης Μόσχας ἀνεκηρύχθη Πατριάρχης. Τοῦτο ἔγινε τὸ 1589, ποὺ σήμαινε ἅπλωμα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανισμοῦ.

Ὁ μέχρι τότε Μητροπολίτης Μόσχας, «ἀνηγορεύθη πανηγυρικῶς Πατριάρχης Βλαδιμηρίας Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας, πρῶτος ὁ Ἰώβ».

Γενόμενος ὁ Μόσχας ἰσότιμος τῶν 4 Πατριαρχῶν. Ἐντεῦθεν πολὺς ὁ λόγος καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ ἐκεῖ Πατριαρχείου.

Στὸ Κίεβο δεσπόζει καὶ ἡ λεγομένη Λαύρα τῶν Σπηλαίων. Αὐτὸς ὁ χῶρος τοῦ Μοναχισμοῦ ἱδρύθηκε τὸ 1050 ἀπὸ ἁγιορείτη ὅσιο.

Μοναδικὸ στὸν Ὀρθόδοξο κόσμο καὶ ὡς φαινόμενο, ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων, τὸ κατ’ ἐξοχὴν σημεῖον συγκεντρώσεως ἁγίων καὶ ἱερῶν σκηνωμάτων, ὁλοσώμων δηλαδὴ Ἁγίων ποὺ ἐτάφησαν καὶ στὸν δέοντα καιρὸ ἐκταφῆς εὑρέθησαν ἀδιάφθορα καὶ εὐωδιάζοντα, τὰ ἱερὰ αὐτῶν σκηνώματα. Τελείως ἀποῦσα δυσοσμία.

Στὰ δύο αὐτὰ σημεῖα δεσπόζουν σὲ ὑπόγειους χώρους ποὺ συνεχῶς δέχονται προσκυνητὰς ἀπ’ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία. Καὶ εἶναι παρακαλῶ σὲ ἀριθμὸ 118 ἱερὰ λείψανα, ἀπὸ ὅπου δεσπόζει ὁ Μοναχικὸς βίος. Τοιαῦτα σημεῖα ἀδύνατο νὰ προέλθουν γενικὰ ἀνθρωπίνως· προϋποθέτουν ζωὴ ἀπόλυτα Ὀρθόδοξη Χριστιανική, αὐτὸ εἶναι τόσο ἀναγκαῖο διὰ τὴν ὕπαρξή των.

Ὅσοι ἐπισκέπτονται Ἅγιο Σπυρίδωνα, Ἅγιο Γεράσιμο καὶ Ἅγιο Ἰωάννη Ρῶσο, μποροῦν νὰ συλλάβουν τὴν ὕπαρξη τῶν 118. Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἄκρως χριστιανικὸ φαινόμενο ἀπὸ τὸ χῶρο, γενικὰ λέγω τῆς ἀπόλυτης ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστως. Θέμα εἰδικῆς μελέτης ἀπαιτοῦν τὸ ποῦ, πότε ἔζησε ὁ καθένας τους.

orthodoxostypos