Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2026

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, «Η κτίσις υπέρ και κατά του ανθρώπου» (Μνήμη αγίου Παντελεήμονος)

 

MNHMH AΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου  με θέμα:

«Η κτίσις υπέρ και κατά του ανθρώπου»

       [εκφωνήθηκε στις 27-7-1990]            [Β’  Γ122]         

     Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, τιμά την μνήμην του αγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος. Είναι ο ιατρός άγιος, που γίνεται δημοφιλέστατος από τον λαό του Θεού, γιατί συχνά τον επικαλείται στις ποικίλες αρρώστιες που τον μαστίζουν.

     Ο άγιος κατήγετο από την πόλιν της Νικομηδείας της Μικράς Ασίας. Και ο μεν πατέρας του, ο Ευστόργιος, ήταν ειδωλολάτρης. Πλην όμως καλός άνθρωπος και αργότερα, μετά τον θάνατον της συζύγου του, ο υιός του, ο άγιος Παντελεήμων, τον έπεισε και έγινε Χριστιανός. Η δε μητέρα του, ονόματι Ευβούλη, ήτο Χριστιανή εκ προγόνων. Ο άγιος Παντελεήμων γεννήθηκε εις τα τέλη του 3ου αιώνος. Ήταν ένας νέος στοχαστικός και πολύ μελετηρός. Σπούδασε την ιατρική τέχνη κοντά σε έναν φημισμένο γιατρό, τον Ευφρόσυνο. Και φαίνεται ότι έδειχνε πολλή προκοπή στην ιατρική του επιστήμη. Ταυτόχρονα εμάθητευσε και κοντά εις τον ευλαβή ιερέα Ερμόλαον, του οποίου την μνήμη εχθές εορτάσαμε, απ’ όπου εκατηχήθη το περιεχόμενον της πίστεως.

    Αιτία του μαρτυρίου του τι λέτε εστάθη; Η θεραπεία ενός τυφλού. Με μόνο έναν λόγο που είπε ο άγιος, να γίνει καλά. Και έγινε ο τυφλός καλά. Δηλαδή με έναν λόγο… την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Και ο τυφλός επίστευσε εις τον Χριστόν. Και τότε ερωτηθείς, πώς και έγινε καλά, και είπε ότι με το όνομα του Ιησού Χριστού, εις τον Οποίον εφεξής πιστεύει, την ιδίαν στιγμήν, τον ταλαίπωρον αυτόν πρώην τυφλόν, τον απεκεφάλισαν. Τον δε άγιο Παντελεήμονα ανεζήτησαν και τον βρήκαν. Και επειδή ακριβώς εθεράπευσε αυτόν τον τυφλόν, υπέστη φοβερά βασανιστήρια, γι' αυτό και μεγαλομάρτυς λέγεται, από τον βασιλέα Μαξιμιανό, το 304.

      Ένας καλοπροαίρετος, αγαπητοί μου, ακροατής, θα αναλογιστεί και θα πει, το τι κακό έκανε ο άγιος Παντελεήμων, για να βρει μαρτυρικόν θάνατον; Αντί να ανακηρυχθεί ένας ευεργέτης της κοινωνίας, καταδιώκεται σαν εχθρός της κοινωνίας; Το ίδιο παράπονο εκφράζεται υμνογραφικά από τον Κύριον, είναι παρμένο από μία προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, προς τον λαό Του· από τον Κύριό μας Ιησούν Χριστόν. «Λαέ μου, τι σου έκανα και με σταυρώνεις; Στους τυφλούς σου έδωκα το φως και στους λεπρούς σου τον καθαρισμό. Λαέ μου, τι σου έκανα και με σταυρώνεις;».

      Βλέπει λοιπόν κανένας ότι υπάρχει ένας παραλογισμός, ένα αναποδογύρισμα, θα λέγαμε, των αξιών. Ο άνθρωπος στρέφεται εναντίον του Θεού, αλλά και εναντίον των ανθρώπων του Θεού, και εναντίον των δικαίων του Θεού. Γιατί; Γιατί μέσα του κατέχεται από ένα δαιμονικό στοιχείο. Και τότε –αυτό θέλω να προσέξετε- τότε αναλαμβάνει την εκδίκησιν, ούτως ειπείν, της υποθέσεως και του Θεού και των ανθρώπων, των δικαίων, τι λέτε; Αυτή η ίδια η κτίσις· η οποία, όταν δει- μα, θα μου πείτε, είναι άλογος η κτίσις –η οποία όταν δει να υπάρχει αυτός ο παραλογισμός, να επαινείται το κακό και να καταδιώκεται το αγαθό, αγανακτεί και αναστρέφεται εναντίον των αδικούντων. Έχομε πολλά τέτοια παραδείγματα.

     Αν θέλετε, απ’ το αγιολόγιο, μια που αναφερόμεθα εις τον άγιον Παντελεήμονα, όταν ο πατέρας της αγίας Βαρβάρας, συνέλαβε την κόρη του, που έτρεχε στο βουνό για να γλυτώσει, επειδή ήτο χριστιανή, εκείνος ειδωλολάτρης, και την έσφαξε με τα ίδια του τα χέρια, την ίδια στιγμή, μόλις επετέλεσε το φοβερό αυτό έγκλημα της παιδοκτονίας, έπεσε ένας κεραυνός και τον εσκότωσε επί τόπου. Να πώς εκδικείται η κτίσις.  Γι΄αυτό ακόμα, στην Σταύρωση του Χριστού, που εσταυρώθη ο δίκαιος, βλέποντάς τον σαν άνθρωπο, ο Υιός του Θεού, που εσταυρώθη, σ’ αυτό το πελώριο έγκλημα που έκαναν οι άνθρωποι, τότε η κτίσις διαμαρτύρεται μπροστά σε αυτούς τους αναισθήτους ανθρώπους. Ο ήλιος κρύβεται. Πέφτει βαριά συννεφιά σαν σκότος. Και σε λίγο γίνεται μεγάλος σεισμός. Ήταν η διαμαρτυρία της κτίσεως, η οποία είχε αγανακτήσει για εκείνο το κακό που έκαναν, επαναλαμβάνω, οι αναίσθητοι άνθρωποι.

       Έτσι, αγαπητοί, στα αναγνώσματα της σημερινής γραφής, εχθές στον Εσπερινό, που ήταν τα δύο από την Σοφία Σολομώντος, ανεφέρετο αυτή η διαμαρτυρία της κτίσεως, εναντίον των κακών ανθρώπων. Ένα στίχο σας αναφέρω. Λέγει: «Ὅπου ἀγανακτήσει κατ' αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοί δέ συγκλύσουσιν ἀποτόμως»· Σοφία Σολομώντος, 5,22. Δηλαδή θα αγανακτήσει το νερό της θαλάσσης, με εκείνο το κακό που γίνεται και τα ποτάμια αποτόμως θα πλημμυρίσουν, για να τους πνίξουν. Ύστερα, μην ξεχνάτε ότι στα έσχατα που θα έχει πολύνει, πολύνει η αμαρτία και η ανομία και η αποστασία, η θάλασσα, μια που αναφέρθηκα στην θάλασσα, σας το λέγω συνειρμικά, η θάλασσα θα έχει τέτοιον σάλον, σάλος θα πει να σηκώνει πελώρια κύματα, ώστε οι άνθρωποι, λέγει, θα γεμίσουν από φόβο, θα τρομάξουν. Και ο φόβος των θα είναι τόσος πολύς, που θα φθάνει ακόμη και τα όρια του θανάτου. «Ἀποψυχώντων», λέει η Αποκάλυψις, που πεθαίνουν από τον φόβο της θαλάσσης, του σάλου της θαλάσσης. Γιατί; Η ίδια η κτίσις διαμαρτύρεται αγανακτώσα.

     Έτσι, αγαπητοί μου, βλέπομε αυτό το φοβερό, ώστε να λέγει ο Κύριος, όταν έμπαινε μέσα στα Ιεροσόλυμα, θριαμβευτικά, του είπαν οι κακεντρεχείς εκείνοι άρχοντες: «Πες να σταματήσουν τα παιδιά· να μη σε υμνούν, να μην σε δοξάζουν». Και είπε: «Αν αυτοί σταματήσουν, οι λίθοι κεκράξονται». Τότε θα κράξουν οι πέτρες. Αυτό το «οι λίθοι κεκράξονται» είναι αυτός ο υπαινιγμός ότι η κτίσις θα αρχίσει να διαμαρτύρεται. Προσέξατέ το αυτό. Έχει πάρα πολλή σημασία σε κάθε εποχή και στην εποχή μας, όπως θα δείτε στη συνέχεια.

     Γι΄αυτό ο Θεός, βλέποντας τον παραλογισμό των ανθρώπων, κάποτε για τον λαό Του, τον Ισραήλ, τον παραλογισμό που είχαν να στρέφονται εναντίον του Θεού, αρχίζει ο προφήτης Ησαΐας το προφητικό του βιβλίο έτσι: «Ἄκουε οὐρανέ καί ἐνωτίζου γῆ (:Άκου, ουρανέ, βάλε καλά να ακούσεις γη) ὅτι Κύριος ἐλάλησεν -και τι είπε ο Κύριος;- υἱούς ἐγέννησα καί ὕψωσα, αὐτοί δέ μέ ἠθέτησαν». « Εγώ», λέει, «έκανα παιδιά και τα δόξασα. Αυτοί δε δεν με ανεγνώρισαν. Μου γύρισαν την πλάτη τους και με ηθέτησαν». Παραλογισμός! Και επικαλείται ο προφήτης τον ουρανό και την γη, σ’ αυτό το τρομερό, θα λέγαμε, κατάντημα των ανθρώπων.

    Και πώς αντιδρά η κτίσις; Αξίζει να δούμε. Το ιερό κείμενο της Σοφίας του Σολομώντος που ακούσαμε, διαβάσαμε χθες το απόγευμα, όπως σας είπα. Παίρνω ένα κομματάκι μόνο που αναφέρεται στο σημείο, στο θέμα μας αυτό· πώς η κτίσις αντιδρά. Ακούστε: «Συνεκπολεμήσει δέ αὐτῷ ὁ κόσμος - δηλαδή μαζί με τον Θεό, θα πολεμήσουν όλα τα στοιχεία της φύσεως- ἐπί τους παράφρονας -Είδατε πώς αποκαλεί εκείνους που στρέφονται εναντίον του Θεού και εναντίον των δικαίων ανθρώπων; Παράφρονας, τρελούς. Γιατί αν είχαν μυαλό, έτσι δεν θα εκινούντο- . Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καί ὡς ἀπό εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν ἐπί σκοπόν ἀλοῦνται, καί ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ῥιφήσονται χάλαζαι». Δηλαδή έτσι κεραυνοί θα στραφούν εναντίον των, με πολλήν επιτυχία, και σαν από καλά τανισμένο τόξο, θα βρουν τον στόχο του, που είναι οι ασεβείς. Και σαν πέτρες που εκσφεντονίζονται από καλοζυγισμένη σφενδόνη,  θα εξαπολυθεί πλησμονή χαλάζης εναντίον των. Στη συνέχεια: «Ἀγανακτήσει κατ' αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης (:θα αγανακτήσει εναντίον των το νερό της θαλάσσης) ποταμοί δέ συγκλύσουσιν ἀποτόμως (:τα ποτάμια θα πλημμυρίσουν απότομα και θα τους πνίξουν) ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καί ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς (:θα αντισταθεί ο δυνατός άνεμος και σαν λαίλαπα, σαν καταιγίδα που τα σηκώνει όλα, θα τους λιανίσει)».

     Βλέπομε λοιπόν εδώ ότι η κτίσις γίνεται όργανον του Θεού, είτε προστασίας του ανθρώπου, είτε τιμωρίας του. Προσέξτε. Είτε προστασίας, είτε τιμωρίας. Μία τυπική περίπτωση και προστασίας και τιμωρίας ταυτοχρόνως, είναι όταν οι Εβραίοι πέρασαν από την Ερυθρά Θάλασσα. Οι Εβραίοι πέρασαν ἀβρόχοις ποσίν, χωρίς να βραχούν καν τα πόδια τους. Και σώθηκαν. Άνοιξε η θάλασσα. Όταν μπήκαν οι Αιγύπτιοι, έκλεισε η θάλασσα. Και πνίγηκαν μέχρις ενός. Το ίδιο φαινόμενο, το φαινόμενο του διαχωρισμού των υδάτων της Ερυθράς Θαλάσσης, αυτό το φυσικό φαινόμενο ή καλύτερα, τα φυσικά στοιχεία σε ένα υπερφυσικό φαινόμενο, οι μεν προστατεύονται, οι δε τιμωρούνται. Με το ίδιο φαινόμενο.

    Έτσι, ακόμα, οι δέκα πληγές στην Αίγυπτο, δεν είναι παρά ένα ξεσήκωμα της κτίσεως εναντίον των ενεργειών του Φαραώ. Μάλιστα του έλεγαν οι δικοί του: «Μα, θέλεις να φθάσεις να καταστραφεί η πατρίδα μας, η χώρα μας, για να τους αφήσεις να φύγουν τους Εβραίους, να λατρεύσουν τον Θεό τους στην έρημον; Εκεί το πηγαίνεις;». Λέγεται, και η αρχαιολογική σκαπάνη το βρήκε αυτό, δεν θα σας πω πιο πολλά για να μην αργήσω, ότι σε εκείνους που κατεδίωξαν τους Εβραίους και πνίγηκαν μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα, ανάμεσά τους ήταν και ο Φαραώ· και ο οποίος και αυτός πνίγηκε. Είναι χαρακτηριστικό αυτό.

       Όταν πολεμούσε ο Ιησούς του Ναυή τους Αμορραίους, τότε… ακούστε τι λέγει εδώ το βιβλίο «Ιησούς του Ναυή» στο 10ο κεφάλαιο: «Καί Κύριος ἐπέρριψεν αὐτοῖς λίθους χαλάζης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕως Ἀζηκά, καί ἐγένοντο πλείους οἱ ἀποθανόντες διά τούς λίθους τῆς χαλάζης ἤ οὖς,οὕς ἀπέκτειναν οἱ υἱοί Ἰσραήλ μαχαίρᾳ ἐν τῷ πολέμῳ». Πήγαν οι Αμορραίοι να πολεμήσουν τους Ισραηλίτας. Τότε ο Ιησούς του Ναυή επετέθη εναντίον των. Και τότε φεύγοντας αυτοί, έπεσε χαλάζι, σαν πέτρες. Και άρχισε να χτυπάει τους Αμορραίους, σε βαθμό που πιο πολλοί είναι εκείνοι που σκοτώθηκαν, λέει το ιερό κείμενον, από το χαλάζι, παρά από το μαχαίρι, το σπαθί των Εβραίων. Αυτό θα πει ότι ο Θεός συνεκπολεμεί, πολεμά μαζί με τα στοιχεία της κτίσεως εναντίον των κακών.

    Είναι δε αξιοπαρατήρητο ότι όταν οι δύο προφήται της Αποκαλύψεως, ο Ηλίας και ο Ενώχ, θα λέγουν: «Αυτός είναι ο Αντίχριστος» στην πλατεία της Ιερουσαλήμ, και θα κηρύσσουν μετάνοια και δείχνοντες τον Αντίχριστον, τότε θα τους πιάσουν. Ο Αντίχριστος θα δώσει εντολή να τους συλλάβουν και να τους κρεμάσουν. Και όταν τους κρεμάσουν και τους αφήσουν παραδειγματικά 3 ½ μέρες κρεμασμένους, τότε, λέει: «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ -την τρίτη ημέρα-  ἐγενέτο σεισμός μέγας καί τό δέκατον τῆς πόλεως ἔπεσε· καί ἀπεκτάνθησαν ἐν τῷ σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων χιλιάδες ἑπτά». Το ένα δέκατο της πόλεως γκρέμισε και 7000 σκοτώθηκαν. Γιατί έγινε ο σεισμός; Ηγανάκτησε η κτίσις δια τον άδικον θάνατον των δύο προφητών.

     Ακόμη, το αντίθετο τώρα, όταν θα καταφύγει η Εκκλησία εις την έρημον και ο διάβολος, ο όφις ο αρχαίος, θα την καταδιώξει την Εκκλησία, για να την πνίξει, λέγει μία … εικόνα φοβερή, έβγαλε νερό απ’ το στόμα του –προσέξτε, αυτά είναι εικόνα, τι σημαίνουν το καθένα, έχει πολλή σημασία- και επειδή δεν την έφθανε, έριξε το νερό, όπως τον κυνηγούμε έναν άνθρωπο και δεν τον φθάνομε, παίρνομε πέτρα και τον χτυπούμε, να τον φθάσει η πέτρα μας, έβγαλε νερό από μέσα του, για να την καταστήσει, λέει, ποταμοφόρητον, να την πνίξει την Εκκλησία. Και ακούστε τι έγινε. «Καί ἔβαλεν ὁ ὄφις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ὀπίσω τῆς γυναικός ὕδωρ ὡς ποταμόν, ἳνα αὐτήν ποταμοφόρητον ποιήση -και κοιτάξτε- καί ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῇ γυναικί -εβοήθησε την γυναίκα, την Εκκλησία. Ποιος; Η γη. Η γη εβοήθησεν- καί ἤνοιξε ἡ γῆ τό στόμα αὐτῆς (:άνοιξε –λέει- το στόμα της) καί κατέπιεν τόν ποταμόν ὅν ἔβαλεν ὁ δράκων ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ». Σκεφθείτε για μια στιγμή να ανοίγει ένα όρυγμα και όλο το νερό να πέφτει μέσα στο όρυγμα και να γλυτώνουν εκείνοι που κυνηγιώνται απέναντι από το όρυγμα. Το αντιλαμβάνεσθε;

     Βλέπετε λοιπόν η κτίσις, από τη μια προστατεύει τους ευσεβείς, από την άλλη τιμωρεί τους ασεβείς. Και όλα αυτά αν ρωτήσετε τι σημαίνουν, θα σας έλεγα το εξής. Ο Θεός έκανε την κτίσιν, για να υπηρετήσει τον άνθρωπον. Και ο άνθρωπος, μαζί με την κτίσιν, να λατρεύσουν τον Θεό. Έτσι, η κτίσις για τον άνθρωπο και ο άνθρωπος για τον Θεό. Όταν όμως ο άνθρωπος στραφεί εναντίον του Θεού, τότε η κτίσις στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Ακούσατε; Στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Και έτσι επιτελείται αυτό το κακό. Γι΄αυτό ο άνθρωπος δεν πρέπει να αμαρτάνει. Θα λέγαμε όμως για την εποχή μας, ότι η αποστασία μας είναι έκτυπη, είναι φοβερή. Είναι ίσως η πιο έκτυπη περίπτωση αποστασίας και αμαρτωλότητος στην εποχή μας, που βλέπομε τώρα την κτίση να στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Όλα τα σύγχρονα οικολογικά φαινόμενα είναι ένας δείκτης. Η φύσις καταστρέφεται διαρκώς. Και καταστρεφόμενη, στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Το ακούσατε; Στρέφεται εναντίον του ανθρώπου.

     Το εκπληκτικόν όμως είναι, αυτό θέλω να προσέξετε, όταν διαβάζομε την Αγία Γραφή, ότι «ο Θεός εσκλήρυνε», λέει, «την καρδίαν του Φαραώ»… Λέγει στον Μωυσή: «Εσύ θα πας. Θα του πεις αυτά. Αλλά εγώ θα σκληρύνω την καρδίαν του Φαραώ και δεν θα σου δώσει εκείνο που του ζητάς». Αυτό, επί δέκα φορές. Κάνει μεγίστη εντύπωση, περίεργο, ο Θεός να στέλνει τον Μωυσή, τον θεράποντά του. Να ζητάει τι; Την λατρεία του Θεού από τους Εβραίους. Να το επιτρέψει ο Φαραώ. Και από την άλλη μεριά να πηγαίνει ο Θεός να σκληραίνει την καρδιά του Φαραώ. Δεν είναι περίεργο; Δεν είναι αντιφατικό; Δεν είναι παράξενο; Είναι έκφρασις, αγαπητοί μου, της Αγίας Γραφής. Δεν ήρχετο ο Θεός να σκληρύνει την καρδιά του Φαραώ· διότι τότε πώς θα τον τιμωρούσε; Δεν θα ήτο άδικος ο Θεός; Τι σημαίνει; Ότι ο Φαραώ είχε ελευθέραν βούλησιν. Η προαίρεσή του ήτο κακή. Και ενώ έδειχνε ότι μετανοεί, επανήρχετο στην κακή του προαίρεση. Και όταν λέγει: «Ο Θεός σκληραίνει» θα πει: επιτρέπει ο Θεός, παραχωρεί ο Θεός να σκληρύνει και να μείνει σκληρή η καρδιά του Φαραώ. Αυτό θα πει «σκληραίνει ο Θεός».

     Αυτό ξέρετε τι σημαίνει για την εποχή μας; Ό,τι, ό,τι πληγές έχομε, διαβάστε την Αποκάλυψη, θα δείτε φοβερές πληγές, αυτές, όχι θα έλθουν, έχουν έλθει. Ζούμε ήδη πληγές. Φοβερές πληγές. Η μεγαλύτερη, νομίζω, είναι η ραδιενέργεια· που πεθαίνομε από αυτήν. Θα πεθάνουν στην Ελλάδα, στα δέκα χρόνια αυτά που έρχονται, πολλές χιλιάδες κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. Δεν έχομε καθαρόν αέρα. Μας καίει ο ήλιος. Δεν έχομε νερό. Όλα αυτά είναι πληγές. Προσέξτε όμως. Δεν τις δίνει ο Θεός. Γι΄αυτό σας είπα το προηγούμενο παράδειγμα. Εμείς με τα χεράκια μας και τον πολιτισμό μας και την τεχνική μας, καταστρέφομε την φύσιν. Εμείς, εμείς. Συνεπώς… ο Θεός δεν μας εμποδίζει. Μας αφήνει και καταστρέφομε την κτίσιν, η οποία στρέφεται σαν τιμωρός εναντίον μας. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι εμείς οι ίδιοι φτιάχνομε τις πληγές εναντίον του εαυτού μας, ότι αυτό το σπίτι μας, την γη, εμείς με τα χέρια μας, το καταστρέφομε; Και αν μεν καταστρέψεις το σπίτι που έφτιαξες, μπορείς να πας πιο πέρα. Όταν καταστρέψεις την γη, πού θα πας; Πού θα φύγεις;

     Αγαπητοί, ο άγιος Παντελεήμων, ήταν ένας ανθός, ένα λουλούδι μέσα στην κοινωνία που ζούσε. Αλλά η κοινωνία τον απέρριψε. Και να, τον θανάτωσε. Με φοβερό μαρτύριο. Το καλό έτσι, δεν γίνεται ανεκτό πολλές φορές από τους ανθρώπους. Και το δίκαιο το ίδιο. Δεν γίνεται δεκτό από τους ανθρώπους. Μια τέτοια κοινωνία, σε μια τέτοια φοβερή εποχή, παρουσιάζει τέτοια φαινόμενα, γιατί έφυγε η εποχή, οι άνθρωποι, θεληματικά από τον Θεό. Και όταν υπάρχει αυτή η αποστασία, τότε ο Θεός επιτρέπει κατά παραχώρηση, να πέφτει ο άνθρωπος στα χέρια του εαυτού του. Με τα χέρια μας δεν κάναμε τις πληγές; Να πέφτει ο άνθρωπος στα χέρια του εαυτού του. Κυριότατος αίτιος είναι αυτός ο αποστατημένος άνθρωπος.

    Και μάλιστα εδώ φθάνει ο άνθρωπος στο σημείο να μην γίνεται δεκτή η μετάνοιά του. Έχομε πολλά σημεία, δεν έχω καιρό να σας το δείξω, και μάλιστα μία σύγχρονη περίπτωσις, που είναι τώρα 6-7 χρόνια… «Όχι, μην με παρακαλάς, -είπε ο Θεός σε κάποιον ασκητή- μην με παρακαλάς. Θα τους τιμωρήσω!». Ξέρετε ποιους;  Τους Έλληνας! Τι μένει; Να μετανοήσομε. Δεν είναι αρκετό να ευχηθεί ένας, όσο άγιος και να είναι. Πρέπει να μετανοήσομε. Για να μην πω κάποτε και κάποια μετάνοιά μας, όταν είναι φαραωνική μετάνοια, δεν γίνεται δεκτή. Να αλλάξομε στάση απέναντι εις τον Κύριο της δόξης. Βλέπετε πόσες καταστροφές, έχομε σήμερα. Πού θα πάμε; Πρέπει να διψάσομε; Πρέπει να πεινάσομε; Ή πρέπει να πεθάνομε όχι από καθαρόν αέρα; Πρέπει δηλαδή εκεί να φθάσομε, για να καταλάβομε ότι πρέπει να μετανοήσομε; Εμείς διασκεδάζομε. Εμείς μένομε στις ηδονές μας και εις τις αμαρτίες μας. Δεν καταλαβαίνομε ότι κάποτε πρέπει να ζήσομε με μία λιτότητα; Δεν σηκώνει άλλο. Ότι ο ευδαιμονισμός είναι ο χειρότερος διώκτης και της Εκκλησίας και της κοινωνίας και της καθ’ όλου φύσεως; Δεν το αντιλαμβανόμεθα αυτό; Γι΄αυτό λέγει η Σοφία Σολομώντος: «Ἐρημώνει πᾶσαν τήν γῆν ἀνομία». Τι θα ερημώσει όλην την γην; Η ανομία. Η ανομία θα ερημώσει τη γην. Δεν φταίει ο Θεός.

      Συνεπώς; Ας επιστρέψομε εις τον Κύριον των αγίων. Και να παρακαλέσομε και τον άγιο Παντελεήμονα τον μεγαλομάρτυρα, αυτό το θύμα της τότε εποχής του. Της τότε κακεντρεχούς εποχής του.  

                ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

 ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.



 

Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν

Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν

Ὑπὸ τοῦ Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ, ὑπ. δρ Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.

  Ὁ κατ’ ἐξοχὴν κανόνας ποὺ ἐπικαλοῦνται κατὰ κύριο λόγο οἱ νέοι κανονολόγοι ὡς πρὸς τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας, εἶναι ὁ Ζ΄ (7ος) τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς (καὶ ὁ 95ος τῆς Πενθέκτης ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν ἐπαναλαμβάνει). 

Στὴ σύγχρονη πρακτικὴ παρατηρεῖται ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς χρησιμοποιεῖται ἀφειδῶς καὶ ἀπροϋπόθετα γιὰ ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς ὡς εἶδος “κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ”, ποὺ ἄκομψα οἰκονομεῖ τοὺς πάντες, δίχως νὰ λαμβάνεται ὑπόψιν οὔτε τὸ γράμμα ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κανόνα. Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ λανθασμένη ἄποψη ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς εἶναι ὁ “κανόνας τῆς οἰκονομίας” καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ παραπέμπεται ἀλόγιστα ὡς κανονικὸ στήριγμα ἀθεμελίωτων προτροπῶν, ἰδίως δὲ σὲ περιβάλλοντα οἰκουμενικῶν συγκλήσεων. Ἔτσι, ἀναφέρεται ἀδόκιμα, αὐθαίρετα καὶ ἀλόγιστα γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ ἐπιθυμεῖται νὰ ἀσκηθεῖ (ἀπροϋπόθετη) οἰκονομία, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ γιὰ περιπτώσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ κανόνας δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία σχέση, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς ἱερωσύνης ἐξ αἱρέσεως, δεδομένου ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος [1], ἔχοντας οὐδεμία σχέση μὲ αὐτὸ τῆς ἱερωσύνης. Δεῖγμα καὶ αὐτὸ τοῦ ἀντιεπιστημονικοῦ καὶ ἀντιεκκλησιαστικοῦ τρόπου χρήσης τῶν κανόνων.

  Ὡς πρὸς τὴν οὐσία τοῦ 7ου κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικά. Ἀρχικὰ ὁ κανόνας αὐτὸς δὲν ἀναφέρεται μόνον σὲ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ δύνανται νὰ οἰκονομηθοῦν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ποὺ δὲν οἰκονομοῦνται, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ ἀκρίβεια τῆς βάπτισης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται σὲ ἐμπροϋπόθετη καὶ ὄχι ἀπροϋπόθετη οἰκονομία, καὶ συν­επῶς δὲν εἶναι μονομερῶς ὁ «κανόνας τῆς οἰκονομίας». Οἱ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ οἰκονομοῦνται καὶ γίνονται δεκτὲς μόνο μὲ λίβελλο πίστεως καὶ χρῖσμα, εἶναι ὁμάδες ποὺ εὑρίσκοντο ὡς συνοδικῶς ἀκατάκριτες, οἱ ὁποῖες ὅμως κατεκρίθησαν ὡς αἱρέσεις ἀπὸ αὐτὴν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (381) (Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τὸ τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ρίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου). Στὶς ὁμάδες αὐτὲς ἔγινε δεκτὸ τὸ βάπτισμα, διότι τελέσθηκε κατὰ τὸν τύπο καὶ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ μὴ καθηρημένους -εἰσέτι- ἱερεῖς [2]. Οἱ ὁμάδες τῶν Ὁμοίων καὶ Ὁμοιουσιανῶν (ἡμιαρειανοὶ) ὀνομάζονταν καὶ αὐτὲς ὡς ἀρειανικές, ὄχι διότι ταυτίζονταν μὲ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ διότι, ἔχοντας υἱοθετήσει ὡς ἐκκινοῦσα ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τὴν ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καὶ «ὑπόσταση», δὲν ἀποδέχονταν τὸν ὅρο «ὁμοούσιος», διότι τὸν ἀντιλαμβάνονταν ὡς ὅρο ποὺ κατέλυε τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ· εἴτε ὡς «ὁμοϋπόστατος», δηλαδὴ ὡς τὴν συναλοιφὴ τῶν τριῶν ὑποστάσεων σὲ μία (στὴν περίπτωση ποὺ τονιζόταν ἡ μία φύση ὡς μία ὑπόσταση), εἴτε ὡς διαίρεση τῶν ὑποστάσεων λόγῳ ἑτερουσιότητας αὐτῶν (στὴν ἀντίστροφη ἑρμηνεία τῶν τριῶν ὑποστάσεων ὡς τριῶν διαφορετικῶν φύσεων), δεδομένα ποὺ θεωροῦσαν ὅτι τοὺς ταυτίζουν μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου ἢ τοῦ Εὐνομίου (Ἀνόμοιοι) ἀντίστοιχα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν. Οἱ δὲ Μακεδονιανοὶ Πνευματομάχοι, γιὰ τὸ χρονικὸ πλαίσιο ποὺ ἐξετάζουμε, δὲν ἔχουν εἰσέτι συνοδικὰ καταδικασθεῖ ἀπὸ Γενικὴ Σύνοδο (συνοδικῶς ἀκατάκριτοι αἱρετικοὶ ἔχοντες ὑποστατὰ μυστήρια)· αὐτοὶ ἀντιμετωπίζονται καὶ καταδικάζονται τελεσιδίκως ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 381, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελικὰ διασάφησε τὸ περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω φιλοσοφικῶν ὅρων (φύση-ὑπόσταση), δίδοντας σὲ αὐτοὺς σαφὲς θεολογικὸ περιεχόμενο.

Περαιτέρω, πέραν τῶν ἤδη κεκριμένων αἱρετικῶν, ὑπῆρχαν κι ἄλλες ὁμάδες συνοδικῶς ἀκατάκριτων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ οἰκονομηθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὶς ὁμάδες ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες, λόγῳ τῶν ἀκραίων ἀρειανικῶν τους θέσεων, εἶχαν παραλλάξει εἴτε τὸν τύπο τοῦ βαπτίσματος (μονὴ κατάδυση) εἴτε τὴν ἐπίκληση τῶν ὀνομάτων τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων, τὶς ὁποῖες δὲν δέχονταν καὶ δὲν πίστευαν ὡς ὁμοούσιες (Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστὰς τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαββελλιανοὺς τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοὶ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῆς Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι)· πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα. Καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς χριστιανούς· τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους, εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροάσθαι τῶν Γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν). Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὁ τρόπος τῆς διατύπωσης κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ κανόνα: «Τοὺς προσ­τιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν» [3]. Ὁ κανόνας ἀναφέρει ὅτι ὁ τρόπος ἀποδοχῆς ποὺ ἐμπεριέχεται δὲν εἶναι κάτι ἔκτακτο, ἀλλὰ “ὑποτεταγμένη ἀκολουθία καὶ συνήθεια”, δεδομένο τὸ ὁποῖο προδίδει τὴν πρόθεση συνοδικῆς κατοχύρωσης τῆς πάγιας πρακτικῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεμελιοῦται στὴν σαφῆ διάκριση ἀκατάκριτων καὶ κεκριμένων αἱρετικών [4] ἀπὸ τὴν μία, καὶ στὴν διατήρηση τῶν λειτουργικῶν τύπων (ἐπίκληση, τριττὴ κατάδυση), ἀπὸ τὴν ἄλλη. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, ὁ κανόνας οἰκονομεῖ διὰ λιβέλλου καὶ χρίσματος τὶς ἀντίστοιχες ὁμάδες, τὶς ὁποῖες ἀναφέρει ρητὰ καὶ ὀνομαστικά, ἐνῶ τὶς ὑπόλοιπες τὶς χαρακτηρίζει ὡς ἀνοικονόμητες (πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα), γιὰ τὶς ὁποῖες ἐπιβάλλεται ὁ (ἀνα)βαπτισμός. Ἐπιπρόσθετα κάνει λόγο γιὰ “προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν”. Στὴν διατύπωση αὐτὴ ὑποκρύπτεται σαφῶς ἡ περὶ ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία καὶ ὁ σωτηριώδης χαρακτήρας τῆς Μίας Ἐκκλησίας, διατύπωση ἡ ὁποία φανερώνει τὸν ἀποκλειστικὸ (καὶ ὄχι περιεκτικὸ) χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιολογίας. Οἱ κατεγνωσμένοι αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ συν­επῶς ἐκτὸς τῆς σωτηρίας, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐξετάζει τὸν τρόπο προσδοχῆς αὐτῶν στὴν σωτηριώδη ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνίας τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Μὲ βάση τὶς σύγχρονες ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ἀποφεύγεται ἡ χρήση τοῦ ὅρου «αἱρετικός», ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθεῖ ὅλες τὶς ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν μονότροπα καὶ μόνο μὲ χρῖσμα, ἁπλὰ καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶχαν «τριαδικὴ ἐπίκληση» στὸ βάπτισμα. Βλέπουμε ὅμως ὅτι ἡ Β΄ Σύν­οδος ἔθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις δίχως νὰ καταλύει τὰ ἐκκλησιολογικὰ ὅρια καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικοὺς ἄξονες, διακρίνοντας τοὺς αἱρετικοὺς σαφῶς σὲ χριστέους καὶ βαπτιστέους [5].

Τὸ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἕνα σπουδαῖο διακριτικὸ στοιχεῖο τοῦ πῶς ὁρίζεται ἡ οἰκονομία στὴν διαχρονία τῆς συνοδικῆς πράξης καὶ πῶς στὴ σύγχρονη πρακτικὴ τῶν ἑνωτικῶν ζυμώσεων, τῆς ὑποβόσκουσας οἰκουμενικῆς θεολογίας καὶ τῆς συναφοῦς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”. Ἡ οἰκονομία ἀσκεῖται στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων της. Ἔχοντας ὡς δεδομένο ὅτι οἱ σχισματικοὶ καὶ οἱ συνοδικῶς κεκριμένοι αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς αὐτῆς, θέτει ὅρους καὶ κριτήρια προκειμένου νὰ τοὺς προσλάβει καὶ νὰ τοὺς καταστήσει ὡς γνήσια μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ χῶρος τῶν σύγχρονων ἑνωτικῶν στερεῖται σοβαρῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι νὰ χαρακτηρίζονται ἀφενὸς ἀπὸ πιστότητα πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφετέρου ἀπὸ ποιότητα ὡς πρὸς τὸν ἐπιστημονικὸ χαρακτήρα τῆς γραφίδας τους. Ὁ ἰδιοτελὴς τρόπος χρήσης τῶν πηγῶν πρὸς ὑποστήριξη λήψεως τοῦ ζητουμένου δὲν παραπέμπει ἀσφαλῶς σὲ σοβαροὺς ἐπιστήμονες, ἀλλὰ μᾶλλον σὲ ἡμιμαθεῖς ἐντολοδόχους.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ἐπὶ παραδείγματι Θεόδωρος Γιάγκου, Μέγας Φώτιος καὶ Νικόδημος Ἁγιορείτης· ἡ συμβολή τους στὴν ἀποτύπωση τοῦ Κανονικοῦ Συνειδότος, στὸ Θεολογία ΠΗ΄ (2017), σ. 195. Στὸ ἀνωτέρω ἄρθρο σημειώνεται ἡ ἐν λόγῳ λανθασμένη χρήση τῶν κανόνων 7 τῆς Β΄ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης. Οἱ σημειούμενες θέσεις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἔτους 2017 ἔρχονται σὲ εὐθεῖα ἀντίθεση μὲ παλαιότερο πόνημα τοῦ ἔτους 2009 τοῦ ἰδίου καθηγητῆ ὡς αὐτοαναιρούμενες. Γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν θέσεων τοῦ 2017 βλ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής, Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, σ. 327-337.

[2] Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα, Ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ Ζ΄ Κανόνος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες καὶ τὸν Κων/νο Οἰκονόμο, ἔκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 19962,  σ. 37-56.

[3] Πηδάλιον, σ. 163.

[4] Βλ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής, Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, σ. 235-265. Πρβλ. Οἱ Κολλυβάδες καὶ ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς, Τὸ ζήτημα τῆς “ἀνακρίσεως τοῦ” Πηδαλίου καὶ τοῦ Κανονικοῦ, ἔκδ. Ἔρεισμα, Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν, Χαλανδρίτσα Ἀχαΐας 2020, σ. 661-670, ὅπου ὑπάρχει σχετικὸ ὑποκεφάλαιο ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἱστορικο-κανονικὴ θεώρησις τῆς διακρίσεως ἐληλεγμένων καὶ ἀνεξελέγκτων αἱρετικῶν».

[5] Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα, σ. 47.

orthodoxostypos



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ -ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (26-07-2026)