Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2024

 

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ


ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

 

 Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὑμανισμῶν (ἀνθρωπισμῶν), μέ ἐπί κεφαλῆς τόν Παπισμόν. Ὅλοι δέ αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι οἱ ψευδοεκκλησίαι, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν. Τό κοινόν εὐαγγελικό ὄνομά των εἶναι ἡ παναίρεσις. Διατί; Διότι στό διάστημα τῆς ἱστορίας οἱ διάφορες αἱρέσεις ἠρνοῦντο ἤ παραμορφώνουν ἰδιώματα τινά τοῦ Θεανθρώπου καί Κυρίου Ἰησοῦ, οἱ δέ εὐρωπαϊκές αὐτές αἱρέσεις ἀπομακρύνουν ὁλόκληρο τόν Θεάνθρωπο καί στήν θέση του τοποθετοῦν τόν Εὐρωπαῖον ἄνθρωπον. Ἐδῶ δέν ὑπάρχει οὐσιαστική διαφορά μεταξύ τοῦ Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ, Οἰκουμενισμοῦ καί ἄλλων αἱρέσεων, ὤν τό ὄνομα «λεγεών».

Τό ὀρθόδοξο δόγμα, μᾶλλον τό πανδόγμα περί τῆς Ἐκκλησίας, ἀπερρίφθη καί ἀντικατεστάθη διά τοῦ λατινικοῦ αἱρετικοῦ πᾶν-δόγματος περί τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλάθητου τοῦ πάπα, δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξ αὐτῆς δέ τῆς παναιρέσεως γεννήθηκαν καί γεννῶνται συνεχῶς ἄλλες αἱρέσεις: τό Filioque, ἡ ἀποβολή τῆς Ἐπικλήσεως, τά ἄζυμα, ἡ εἰσαγωγή τῆς κτιστῆς χάριτος, τό καθαρτήριον πῦρ, τό θησαυροφυλάκιο τῶν περισσῶν ἔργων, ἡ μηχανοποιημένη διδασκαλία περί τῆς σωτηρίας καί ὡς ἐκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί τῆς ζωῆς, ὁ παποκαισαρισμός, ἡ Ἱερά Ἐξέτασις, τά συγχωροχάρτια, ὁ φόνος τοῦ ἁμαρτωλοῦ διά τήν ἁμαρτία, ὁ ἰησουϊτισμός, ἡ σχολαστική, ἡ καζουιστική, ὁ μοναρχισμός, ὁ κοινωνικός ἀτομικισμός διαφόρων εἰδῶν...

Ὁ Προτεσταντισμός; Εἶναι τό πλέον πιστό τέκνο τοῦ Παπισμοῦ, τό ὁποῖον διά τῆς ὀρθολογιστικῆς σχολαστικῆς τοῦ πίπτει διά μέσου τῶν αἰώνων ἀπό τήν μίαν αἵρεσιν στήν ἄλλην αἵρεσιν καί πνίγεται συνεχῶς στά διάφορα δηλητήρια τῶν αἱρετικῶν πλανῶν του. Πρός τούτοις, ἡ παπιστική ὑψηλοφροσύνη καί ἡ «ἀλάθητος» ἀφροσύνη βασιλεύει ἀπολυταρχικός καί ἐρημώνει τάς ψυχάς τῶν πιστῶν του. Κατ’ ἀρχήν ἕκαστος Προτεστάντης εἶναι ἕνας ἀνεξάρτητος πάπας εἰς ὅλα τά ζητήματα τῆς πίστεως. Τοῦτο δέ πάντοτε ὁδηγεῖ ἀπό τόν ἕνα πνευματικόν θάνατον στόν ἄλλον΄ τέλος αὐτοῦ τοῦ «ἀποθνήσκειν» δέν ὑπάρχει, καθ’ ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν πνευματικῶν θανάτων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναρίθμητος.

Ἀφοῦ οὕτως ἔχουν τά πράγματα, τότε διά τον παπιστικόν-προτεσταντικόν Οἰκουμενισμόν μέ τήν ψευδοεκκλησίαν του καί τόν ψευδοχριστιανισμό του δέν ὑπάρχει διέξοδος ἀπό τό ἀδιέξοδόν του, ἄνευ ὁλοψύχου μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Του. Ἡ μετάνοια εἶναι τό φάρμακο δι’ ἑκάστην ἁμαρτίαν, φάρμακο δοθέν στόν ἄνθρωπον ἀπό τόν μόνον Φιλάνθρωπο.

Ἄνευ τῆς μετανοίας καί εἰσδοχῆς στήν Ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀφύσικο καί ἀδιανόητο νά ὁμιλῇ τις περί τῆς ἑνώσεως «τῶν Ἐκκλησιῶν», περί τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης, περί τῆς intercommunio (δηλ. διακοινωνίας). Τό σπουδαιότερο ὅλων εἶναι νά γίνη τις «σύσσωμος» τό Θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί διά τούτου κοινωνός τῆς ψυχῆς τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἅγιου Πνεύματος, καί κληρονόμος ὅλων τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν τοῦ Θεανθρώπου.

1. Ὁ σύγχρονος «διάλογος τῆς ἀγάπης», ὁ ὁποῖος τελεῖται ὑπό τή μορφή γυμνοῦ συναισθηματισμοῦ, εἶναι στήν πραγματικότητα ὀλιγόπιστη ἄρνηση τοῦ σωτηριώδους ἁγιασμοῦ τοῦ Πνεύματος καί τῆς πίστεως τῆς Ἀλήθειας (Β’ Θέσ. 2, 13), δηλαδή τῆς μοναδικῆς σωτηριώδους «ἀγάπης τῆς ἀληθείας» (Β’ Θέσ. 2, 10). Ἡ οὐσία τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἀλήθεια΄ ἡ ἀγάπη ζεῖ καί ὑπάρχει ἀληθεύουσα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ καρδιά κάθε θεανθρώπινης ἀρετῆς, ἑπομένως καί τῆς ἀγάπης. Καί κάθε μία ἀπό αὐτές κηρύττει καί εὐαγγελίζεται τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ ὡς τόν μόνο ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ σάρκωση καί ἡ εἰκόνα τῆς Θείας Ἀλήθειας, δηλαδή της Παναλήθειας. Ἐάν τυχόν ὑπῆρχε περίπτωση νά εἶναι ἡ ἀλήθεια ὁτιδήποτε ἄλλο καί ὄχι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, τότε αὐτή θά ἦταν μικρή, ἀνεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τέτοια θά ἦταν ἡ ἀλήθεια, ἐάν ἦταν νόημα, ἰδέα, θεωρία, νοῦς, ἐπιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα, ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρωπότητα, ὁ κόσμος ἤ ὅλοι οἱ κόσμοι, ἤ ὁποιοσδήποτε ἤ ὁτιδήποτε ἤ ὅλα αὐτά μαζί. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι Πρόσωπο καί μάλιστα τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, τοῦ δεύτερου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀθάνατη καί μή πεπερασμένη, αἰώνια. Διότι στόν Κύριο Ἰησοῦ ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή εἶναι ὁμοούσιες: ἡ Ἀλήθεια ἡ αἰώνια καί ἡ Ζωή ἡ αἰώνια (πρβλ. Ἰω. 14, 6′ 1, 4.17). Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πιστεύει στόν Κύριο Ἰησοῦ αὐξάνει ἀκαταπαύστως διά τῆς Ἀληθείας Του στίς θεῖες της ἀπεραντοσύνες. Αὐξάνει μέ ὅλο το εἶναι του, μέ ὅλη τή διάνοιά του, μέ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή του. Ἐν Χριστῷ οἱ ἄνθρωποι ζοῦμε «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», διότι μόνον ἔτσι μποροῦμε νά «αὐξήσωμεν εἰς Αὐτόν τά πάντα, ὀς ἐστίν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός» (Ἐφ. 4, 15). Αὐτό πραγματοποιεῖται πάντοτε «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. 3, 18), πάντοτε μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἀλλιῶς δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά αὐξάνει σ’ Ἐκεῖνον, «ὀς ἐστίν ἡ κεφαλή» τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή στόν Χριστόν.

Ἄς μήν ἀπατοῦμε τόν ἑαυτό μας. Ὑπάρχει καί ὁ «διάλογος τοῦ ψεύδους», ὅταν οἱ διαλεγόμενοι συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα ψεύδονται ὁ ἕνας στόν ἄλλο. Τέτοιος διάλογος εἶναι οἰκεῖος στόν «πατέρα τοῦ ψεύδους», τόν διάβολο, «ὅτι ψεύστης ἐστί καί ὁ πατήρ αὐτοῦ» (Ἰω. 8, 44). Οἰκεῖος εἶναι καί σ’ ὅλους τούς ἑκούσιους ἤ ἀκούσιους συνεργάτες του, ὅταν αὐτοί θελήσουν νά πραγματοποιήσουν τό «καλό» τους διά τοῦ κακοῦ, νά φθάσουν στήν «ἀλήθεια» τους μέ τή βοήθεια τοῦ ψεύδους. Δέν ὑπάρχει «διάλογος τῆς ἀγάπης» χωρίς τόν διάλογο τῆς ἀλήθειας. Διαφορετικά τέτοιος διάλογος εἶναι ἀφύσικος καί ψευδής. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐντολή τοῦ Ἀποστόλου ζητεῖ νά εἶναι «ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος» (Ρώμ. 12, 9).

Ὁ αἰρετικο-οὐμανιστικός χωρισμός καί ἡ διαίρεση τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλήθειας εἶναι σημάδι ἐλλείψεως τῆς θεανθρώπινης πίστεως καί τῆς ἀπολεσθείσης πνευματικῆς θεανθρώπινης ἰσορροπίας καί ὀρθοφροσύνης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τοῦτο δέν ἦταν ποτέ οὔτε εἶναι ἡ ὁδός τῶν Πατέρων. Μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι, ριζωμένοι καί θεμελιωμένοι «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» στήν ἀλήθεια καί στήν ἀγάπη, ἔχουν καί ἀναγγέλλουν, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, αὐτή τή θεανθρώπινη σωτηριώδη ἀγάπη πρός τόν κόσμο καί πρός ὅλα τά κτίσματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ γυμνός ἠθικιστικός μινιμαλισμός [=μειωμένη χριστιανική ἠθική] καί ὁ ἀνθρωπιστικός εἰρηνισμός τοῦ σύγχρονου Οἰκουμενισμοῦ πράττουν μόνο ἕνα πρᾶγμα: φέρνουν στό φῶς τίς φυματικές οὐμανιστικές ρίζες τους, δηλαδή τήν ἀρρωστημένη φιλοσοφία τους καί τήν ἀνθρώπινη, «κατά τήν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων» (Κόλ. 2, 8), ἀνίσχυρη ἠθική τους. Φανερώνουν ἐπί πλέον τήν κρίση τῆς ἀνθρωπιστικῆς πίστεώς τους στήν ἀλήθεια καί τήν δοκητιστική [=μή πραγματική ἀντίληψη] ἀναισθησία τους γιά τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή γιά τήν ἀποστολική καί καθολική συνέχειά της, στήν ἀλήθεια καί στή χάρη. Ἐνῷ ὁ ἀποστολικός ἁγιοπατερικός θεονούς καί ἡ ὀρθοφροσύνη εὐαγγελίζονται μέ τό στόμα τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τήν ἑξῆς ἀλήθεια τῆς πίστεως: «Ἡ πίστη εἶναι ἡ βάση τῶν ἀρετῶν πού ἀκολουθοῦν, ἐννοῶ τῆς ἐλπίδας καί τῆς ἀγάπης, θέτοντας ἔτσι σάν βάση τήν ἀλήθεια μέ τρόπο ἀσφαλῆ» (Ρ.G. 90, c. 1189Α).

Δέν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι τό ἁγιοπατερικό μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τούς ἀνθρώπους καί τῆς σχέσεως πρός τούς αἱρετικούς, πού κληρονομήθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους, ἔχει ὁλοτελῶς θεανθρώπινο χαρακτῆρα. Τοῦτο ἐκφράζουν θεοπνεύστως οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ ἴδιου Ἁγίου: «Καί δέν τά γράφω αὐτά, μη γένοιτο, ἐπειδή θέλω νά θλίβονται οἱ αἱρετικοί, οὔτε νοιώθοντας χαρά γιά τήν κακοποίησή τους, ἀλλά περισσότερο γιατί χαίρομαι καί ἀγάλλομαι μαζί τους γιά τήν ἐπιστροφή τους. Γιατί τί εἶναι πιό εὐχάριστο γιά τούς πιστούς ἀπό τό νά βλέπουν τά διασκορπισμένα παιδιά τοῦ Θεοῦ νά μαζεύονται ὅλα μαζί; Οὔτε τά γράφω αὐτά παρακινῶντας σας νά δείξετε τή σκληρότητα τοῦ Φιλάνθρωπου. Ὄχι τέτοια μανία! Ἀλλά τά γράφω αὐτά γιά νά σᾶς παρακαλέσω νά ἐκτελεῖτε καί νά ἐφαρμόζετε, μέ προσοχή καί μετά ἀπό ἐξέταση, τά καλά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί νά γίνεσθε τά πάντα σέ ὅλους, ἀνάλογα μέ τό τί χρειάζεται καθένας τους ἀπό ἐσᾶς. Καί θέλω καί εὔχομαι νά εἶστε ἀπόλυτα σκληροί καί ἀμείλικτοι μόνο στό νά μή συμπράξετε μέ τούς αἱρετικούς στή σύσταση καί συγκρότηση τῆς φρενοβλαβοῦς (αἱρετικῆς) δοξασίας τους. Καί τοῦτο διότι ἐγώ ὁρίζω ὡς μισανθρωπία καί ὡς χωρισμό ἀπό τή θεία ἀγάπη τήν προσπάθεια ἐνισχύσεως τῆς πλάνης (τῆς αἱρέσεως), πού ἔχει ὡς συνέπεια τήν ἀκόμη μεγαλύτερη φθορά ἐκείνων πού ἔχουν ἤδη πέσει σ’ αὐτήν» (Ρ.G. 91, c. 465c).

2. Ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πού διατυπώθηκε ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους, ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, ἀπό τίς ἀγίες Συνόδους, γύρω ἀπό τό θέμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἡ ἑξῆς: οἱ αἱρέσεις δέν εἶναι Ἐκκλησία, οὔτε μποροῦν νά εἶναι Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό δέν μποροῦν οἱ αἱρέσεις νά ἔχουν τά ἁγία Μυστήρια, ἰδιαίτερα τό Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, αὐτό τό Μυστήριο τῶν Μυστηρίων. Γιατί ἀκριβῶς ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τό πᾶν καί τά πάντα στήν Ἐκκλησία: δηλαδή εἶναι καί ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς καί ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία καί γενικά κάθε τι πού ἀνήκει στόν Θεάνθρωπο.

Ἡ «intercommunio», δηλαδή ἡ διακοινωνία μέ τούς αἱρετικούς στά ἁγία Μυστήρια, ἰδιαιτέρως στή θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ πλέον ἀναίσχυντη προδοσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα. Πρόκειται μάλιστά περί προδοσίας ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀποστολικῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἁγιοπατερικῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἁγιοπαραδοσιακῆς, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μιᾶς καί μοναδικῆς. Ἐδῶ θά πρέπει νά σταματήσει κάποιος τόν χριστοποιημένο νοῦ του καί τή συνείδηση μπροστά σέ μερικά ἅγια γεγονότα, ἅγια μηνύματα καί ἅγιες ἐντολές.

Πρῶτον, πρέπει νά διερωτηθοῦμε σέ πιά ἐκκλησιολογία καί σέ πιά θεολογία μέ θέμα τήν Ἐκκλησία θεμελιώνεται ἡ λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γύρω ἀπό τό θέμα τῆς Ἐκκλησίας βασίζεται καί θεμελιώνεται ὄχι στήν inter-communio (διά-κοινωνία), ἀλλά στή θεανθρώπινη πραγματικότητα τῆς communio δηλαδή στή θεανθρώπινη Κ ὁ ἰ ν ὦ ν ἴ α (πρβλ. Α΄ Κόρ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κόρ. 13, 13. Ἔβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ἰω. 1, 3), ἐνῷ ἡ ἔννοια inter-communio, διά-κοινωνία, εἶναι καθ’ ἑαυτήν ἀντιφατική καί ὁλότελα ἀδιανόητη γιά τήν Ὀρθόδοξη καθολική συνείδηση.

Τό δεύτερο γεγονός, καί μάλιστα ἱερό γεγονός τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, εἶναι τό ἑξῆς: Στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τό θέμα τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἁγίων Μυστηρίων, τό μόνο καί τό μοναδικό μυστήριο εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, οὕτως ὥστε αὐτή νά εἶναι καί ἡ μόνη πηγή καί τό περιεχόμενο ὅλων τῶν θείων Μυστηρίων. Ἔξω ἀπό αὐτό τό θεανθρώπινο καί παμπεριεκτικό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, τό Πᾶν-μυστήριο, δέν ὑπάρχουν οὔτε μποροῦν νά ὑπάρχουν «μυστήρια»΄ ἑπομένως, καί οὐδεμία «διά-κοινωνία» (inter-communio) ὑπάρχει στά Μυστήρια. Ὡς ἐκ τούτου μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία, στό μοναδικό τοῦτο Παμμυστήριο τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά γίνει λόγος γιά τά Μυστήρια. Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξη, καθώς εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πηγή καί τό κριτήριο τῶν Μυστηρίων καί ὄχι τό ἀντίθετο. Τά Μυστήρια δέν μποροῦν νά ἀναβιβάζονται πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία, οὔτε νά θεωροῦνται ἔξω ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἕνεκα τούτου, σύμφωνα μέ τό φρόνημα τῆς Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί σύμφωνα μέ ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν παραδέχεται τήν ὕπαρξη ἄλλων μυστηρίων ἔξω ἀπ’ αὐτήν, οὔτε τά θεωρεῖ ὡς μυστήρια, μέχρις ὅτου προσέλθει κάποιος μέ μετάνοια ἀπό τήν αἱρετική «ἐκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Μέχρι τότε πού μένει κάποιος ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, χωρίς νά ἔχει ἑνωθεῖ μαζί τῆς διά τῆς μετανοίας, μέχρι τότε αὐτός εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία αἱρετικός καί ἀναπόφευκτα βρίσκεται ἔξω ἀπό τή σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη καί ἀνομία; τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος;» (Β’ Κόρ. 6, 14).

Ὁ πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος, μέ τήν ἐξουσία πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεάνθρωπο, δίνει ἐντολή: «Αἱρετικόν ἀνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. 3, 10). Ἐκεῖνος, λοιπόν, ὁ ὁποῖος, ὄχι μόνο δέν παραιτεῖται ἀπό τόν «αἱρετικόν ἄνθρωπον» ἀλλά δίνει σ’ αὐτόν καί τόν ἴδιο τόν Κύριο τήν θεία Εὐχαριστία, αὐτός βρίσκεται στήν ἀποστολική καί θεανθρώπινη ἁγία πίστη; Ἐπί πλέον ὁ ἀγαπημένος Μαθητής τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, Ἀπόστολος τῆς ἀγάπης, δίνει ἐντολή: ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν πιστεύει στή σάρκωση τοῦ Χριστοῦ καί δέν παραδέχεται τήν εὐαγγελική γι’ Αὐτόν διδασκαλία ὡς Θεανθρώπου «μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν» (Β’ Ἰω. 1, 10).

Ὁ Κανόνας ΜΕ’ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων βροντοφωνεί: «Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος, αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω΄ εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ’ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου). Ἡ ἐντολή αὐτή εἶναι σαφής, ἀκόμη καί γιά τή συνείδηση τοῦ κουνουπιοῦ. Δέν εἶναι ἔτσι;

Ὁ Κανόνας ΞΔ’ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων διατάζει: «Εἰ τις κληρικός, ἤ λαϊκός, εἰσέλθη εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἤ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι, καί καθαιρείσθω, καί ἀφοριζέσθω». Καί τοῦτο εἶναι σαφέστατο καί γιά τήν πλέον πρωτόγονη συνείδηση.

Ὁ Κανόνας Μς’ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων:«Επίσκοπον ἤ πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἤ θυσίαν καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γάρ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῶ μετά ἀπίστου;». Εἶναι ὀφθαλμοφανές καί γιά τούς ἀόμματους ὅτι ἡ ἐντολή αὐτή ὁρίζει κατηγορηματικά ὅτι δέν πρέπει νά ἀναγνωρίζουμε στούς αἱρετικούς κανένα ἅγιο Μυστήριο καί ὅτι αὐτά πρέπει νά τά θεωροῦμε ὡς ἄκυρα καί χωρίς θεία Χάρη.

Ὁ θεόπνευστος φορέας τῆς ἀποστολικῆς καί ἁγιοπατερικῆς καθολικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, εὐαγγελίζεται ἀπό τήν καρδιά ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅλων τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὅλων τῶν ἁγίων Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας τήν ἑξῆς θεανθρώπινη ἀλήθεια: «Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος δέν εἶναι τύπος τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ (μή γένοιτο), ἀλλά τό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Κυρίου θεωμένο... Διά μέσου αὐτοῦ καθοριζόμενοι ἑνωνόμαστε μέ τό Σῶμα τοῦ Κυρίου καί μέ τό Πνεῦμα Του καί γινόμαστε Σῶμα Χριστοῦ (=ἡ Ἐκκλησία)... Καί ὀνομάζεται μετάληψη΄ γιατί διά μέσου αὐτῆς μεταλαμβάνουμε τήν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ. Κοινωνία δέ ὀνομάζεται καί εἶναι ἀληθινά, ἐπειδή διά μέσου αὐτῆς κοινωνοῦμε μέ τόν Χριστό καί μετέχουμε τή σάρκα Του καί τή Θεότητά Του. Διά μέσου αὐτῆς κοινωνοῦμε καί ἑνωνόμαστε μεταξύ μας. Γιατί ἐπειδή μεταλαμβάνουμε ἀπό ἕναν ἄρτο, ὅλοι εἴμαστε ἕνα Σῶμα Χριστοῦ καί ἕνα Αἷμα, καί γινόμαστε μέλη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, ἀποτελῶντας ἕνα σῶμα (σύσσωμοι) τοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό λοιπόν, ἄς φυλαχτοῦμε μέ κάθε τρόπο νά μήν παίρνουμε μετάληψη αἱρετικῶν, οὔτε νά τούς δίνουμε. Μή δίνετε τά ἅγια στούς σκύλους, λέγει ὁ Κύριος, οὔτε νά ρίχνετε τά μαργαριτάρια σας μπροστά στούς χοίρους (Μάτθ. 7, 6), γιά νά μή γίνουμε συμμέτοχοι στήν (αἱρετική) κακοδοξία καί συνεπῶς καί στήν καταδίκη τους. Γιατί ἐάν βέβαια ἡ θεία μετάληψη εἶναι ἕνωση μέ τόν Χριστό καί μεταξύ μας, τότε ὁπωσδήποτε ἑνωνόμαστε μέ τή θέληση μᾶς καί μέ ὅλους πού μεταλαμβάνουν μαζί μας. Γιατί αὐτή ἡ ἕνωση γίνεται μέ τή θέλησή μας καί ὄχι χωρίς τή γνώμη μας. Γιατί ὅλοι ἕνα σῶμα εἴμαστε, ἐπειδή μεταλαμβάνουμε ἀπό τόν ἕνα ἄρτο, ὅπως λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδ. Ὄρθ. πίστεως 4,13, PG 94, c. 1149. 1152.1153. Πρέβ. Α΄ Κόρ. 10, 17).

Ὁ ἀτρόμητος ὁμολογητής τῶν θεανθρωπίνων ὀρθοδόξων ἀληθειῶν (ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης) ἀναγγέλλει σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν κόσμων: «Τό νά κοινωνεῖ κανείς ἀπό αἱρετικό ἤ ὁλοφάνερα διαβεβλημένο ὡς πρός τόν βίο του, τόν ἀποξενώνει ἀπό τόν Θεό καί τόν ἐξοικειώνει μέ τόν διάβολο» (Ρ.G. 99, c. 1668c). Σύμφωνα μέ τόν ἴδιο ὁ ἄρτος τῶν αἱρετικῶν δέν εἶναι «σῶμα Χριστοῦ» (Ρ.G. 99, c. 1597Α). Γι’ αὐτό, «Ὅπως λοιπόν o θεῖος ἄρτος, ὅταν μετέχουν σ’ αὐτόν οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅλους ὅσους μετέχουν τούς κάνει νά ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα’ ἔτσι ἀκριβῶς καί o αἱρετικός (ἄρτος), καθιστῶντας μεταξύ τους κοινωνούς αὐτούς πού μετέχουν ἀπ’ αὐτόν, τούς ἐμφανίζει ἕνα σῶμα ἀντίθετο στόν Χριστό» (Ρ.G. 99, c. 1480cd).

Ἐπί πλέον «Ἡ κοινωνία πού δίνεται ἀπό τούς αἱρετικούς, δέν εἶναι κοινός ἄρτος, ἀλλά φαρμάκι (=δηλητήριο), πού δέν βλάπτει τό σῶμα ἀλλά πού μαυρίζει καί σκοτίζει τήν ψυχή»

ΠΗΓΗ :http://www.alavastron.net/2016/09/Ioustinis-Popovitch.html



 



Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 22.9//5.10.2024.

Ὁσίου Κοσμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ 26 Ὁσιομαρτύρων

Ἐν  Ἄθω μαρτυρισάντων ἐπὶ τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου Βέκκου.

Πολεμᾶς τὸν Τίμιο Σταυρὸ, τοῦ Χριστοῦ Σημαία καὶ Τρόπαιο;

Ὑπὸ Ἁγιορειτῶν Κελλιωτῶν Πατέρων.

Εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ γίου Πνεύματος.

Ἀμήν.

Θύελλα, ταραχὴ καὶ σκάνδαλο στὴν μητρόπολη Περιστερίου. Αἰτία, ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐκ τοῦ Ἱεροῦ τῶν ναῶν, ἀπὸ τὸν οἰκεῖο μητροπολίτη.

Ἐνῷ γιὰ τὸν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο, καὶ γιὰ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ὁ Τίμιος Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι καύχημα, γιὰ τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ κάποιους ἀπὸ τοὺς σύγχρονους γραμματεῖς, Φαρισαίους καὶ ἀρχιερεῖς, εἶναι μέγα «σκάνδαλο».1

«Καύχημα καυχημάτων ὁ Σταυρός»2, βροντοφωνάζει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων. Ἐσὺ ντρέπεσαι γι’ αὐτόν;

Ἀλλὰ ὁ Σταυρὸς εἶναι δόξα3 τοῦ Ἰησοῦ, ὄχι ἀτιμία4. Ἐσὺ τὸν ἀτιμάζεις; Δὲν σὲ ἐλέγχει ὁ Γολγοθᾶς, οὔτε τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ; 5  

«Πολλοὶ σταυρώθηκαν στὴν οἰκουμένη, ἀλλὰ κανένα δὲν τρέμουν οἱ δαίμονεςΤοῦ Χριστοῦ, ὅμως, μόνο τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ νὰ δοῦν, τρέμουν οἱ δαίμονες».6 Τρέμεις κι ἐσὺ στὴ θέα του;

«Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τὸν Σταυρό, ἐπειδὴ γνωρίζομε τὴν Ἀνάσταση».7 Ἐσὺ τὸν ἀρνεῖσαι; Ποιός τέλος πάντων εἶσαι;

Ἀνώτερος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου; Ἢ μήπως τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων ὑπερέχεις;

Ὁ  Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὅταν ἦταν αἰχμάλωτος στοὺς «Ἀχαιμενίδες, τοὺς ὁποίους ὀνομάζομε Τούρκους»8 ἀπαντᾶ μὲ θάρρος στὶς προκλήσεις τοῦ Ἰσμαήλ. Στὴν ἐρώτηση τοῦ τελευταίου «πῶς προσκυνᾶτε ἐσεῖς τὸ ξύλο καὶ τὸν σταυρό;».

Ἀποκρίθηκε θαρραλέα ὁ Ἅγιος μὲ ἀπάντηση «τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔδωκε».9  

«Καὶ σὺ ἀποδέχεσαι αὐτοὺς ποὺ τιμᾶνε τὸ σημεῖο (σημαία) σου, ἐνῷ ἀγανακτεῖς πάρα πολὺ γιὰ ἐκείνους ποὺ τὴν ἀτιμάζουν. Τοῦ Χριστοῦ ὅμως τρόπαιο καὶ σημεῖο (σημαία) εἶναι ὁ Σταυρὸς».10

Ἐσὺ ὑποτιμᾶς τὴν Σημαία καὶ τὸ Τρόπαιο τοῦ Χριστοῦ; Ἀναλογίσου πῶς συμπεριφέρθηκες καὶ συμπεριφέρεσαι ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Τρόπαιου, αὐτῆς τῆς Σημαίας ποὺ θὰ προηγηθεῖ τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας !

Σοῦ τὸ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς11, τὸ ἐπαναλαμβάνουν οἱ Ἅγιοι. Ἂς ἀκούσουμε, ἂς ἀκούσεις κι ἐσὺ μήπως συγκινηθεῖς καὶ ἀλλάξεις γνώμη, τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ . «...ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία....θα προηγεῖται αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ φρικτὴ Σημαία Του μὲ πολλὴ δύναμη καὶ δόξα»12 .

Μόνο τολμητίες, ἀλλόφρονες καὶ ἀλλόπιστοι καταφέρονται μὲ πράξεις φρικτῆς ὑποτίμησης τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.

«Αὐτὸς (ὁ Σταυρὸς) ἔχει δοθῇ σὲ μᾶς σημάδι στὸ μέτωπό μας... διαχωριζόμεθα οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ γνωριζόμεθα»13 ἀναφέρει ὁ ἐκ Δαμασκοῦ  Ἅγιος Ἰωάννης.

Γιατί πρωτοστάτησες σ’ αὐτὴ τὴν περιφρόνηση, σ’ αὐτὴ τὴν ἱεροσυλία; Τί θλιβερὴ πρωτιά ! Ποιόν ὠφελεῖς; Τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, βέβαια. Εἶναι θλιβερὸ νὰ παίρνεις θέση στὴν ὁμάδα, ποὺ ἀρχηγό της καὶ πρωτοπαλίκαρο ἔχει τὸν Ἰούδα.

Ἔρχου εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἴδε. Ὄπισθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὑπάρχει Τίμιος Σταυρός. Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας ὑπάρχει Σταυρὸς ἐφαπτόμενος (σχεδὸν) τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὁ φερόμενος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Τὸ ἴδιο καὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπεδίου καὶ ἀλλοῦ.

Ἐκτὸς, τούτου, ὑπάρχουν Σταυροὶ ἐντὸς τοῦ Ναοῦ. Μικρὸς ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ στὶς κορυφὲς τῶν τέμπλων, τὰ λεγόμενα «λυπητερὰ» (γιατί εἰκονίζονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἡ Ἀειπάρθενος Θεοτόκος Μαρία καὶ ὁ Ἅγιος  Ἰωάννης Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής, θρηνοῦντες ἐπὶ τῷ φρικτῷ θεάματι).

Πληροφορηθήκαμε ὅτι σὲ ναοὺς τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας Περιστερίου, δὲν ὑπάρχει πλέον Τίμιος Σταυρός, οὔτε ὄπισθεν, οὔτε ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ἐνῷ τὰ τέμπλα δὲν ἔχουν τὸ κορυφαῖο σύμβολο τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ στὴν κορυφή τους.

Ἑπομένως ποῦ ὁδηγεῖ αὐτὴ ἡ πρακτική;

Στὴ Σούρα 4, ἐδάφιο 157, τὸ Κοράνι ἀναφέρει πὼς ὁ Χριστὸς δὲν σταυρώθηκε.

Μήπως γι’ αὐτὸ θέλουν τὴν ἀπουσία τοῦ Σταυροῦ ἀπὸ τοὺς ναούς; Γιὰ νὰ μή...θίγονται οἱ μουσουλμᾶνοι; Θέλουν ἀπὸ Χριστιανικοὶ ποὺ εἶναι οἱ ναοὶ νὰ γίνουν τόποι ὅπου θὰ συγκεντρώνονται  καὶ ἀλλόπιστοι;  Ἤδη εἴδαμε σὲ χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ πρώην Χριστιανικοὺς ναοὺς (Ἀγγλικανῶν καὶ λοιπὰ) νὰ μετατρέπονται σὲ ἑστιατόρια καί καφετέριες !!!

Θέλουν νὰ μετατρέψουν τοὺς Χριστιανικοὺς ναοὺς –ἄλλοτε τόπους λατρείας τοῦ Χριστοῦ - σὲ ἀποϊεροποιημένους  τόπους ποὺ θὰ συναγελάζονται μὴ Χριστιανικοὶ λαοί-ἄπιστοι  ποὺ αὐτὸ εἶναι μέγιστη μορφή βλασφημίας καί ἀσεβείας;

Ἡ πολεμικὴ  ἑναντίον τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἔχει σήμερα παγκόσμια ἔξαρση καὶ δυναμική.

Γιὰ παράδειγμα :

α. Στὴ Γιουροβίζιον αὐτὴ τὴν χρονιὰ (2024) τραγουδοῦσαν  χορεύοντας - ποδοπατῶντας - ἐπάνω σὲ Σταυρό. Ἐπάνω σ’ αὐτὸν ἔγινε καὶ σατανικὴ τελετή.

β. Ὁ πάπας κάθεται σὲ θρόνο μὲ πλάτη ἀνάποδο, ἀνεστραμμένο σταυρό, σύμβολο τοῦ σατανισμοῦ.

γ. Τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.) ἀντικατέστησε τὸ παλαιὸ σύμβολο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μὲ ἄλλον, πλάγιο, κι αὐτὸ σύμβολο τοῦ σατανισμοῦ.

δ.Πατριάρχες μοιράζουν Κοράνια, ποὺ ἀμφισβητεῖται ἀπὸ αὐτὸ ἡ Σταύρωση ἐξ’
οὗ καὶ ὁ Τίμιος Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.

ε. Ὁ μητροπολίτης Περιστερίου ἐξοβελίζει τὸν Τίμιο Ζωοποιό  Σταυρὸ  ἀπὸ  τοὺς ναοὺς τῆς περιφέρειάς του κ.ἄ.

Τὰ γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν στὴν μητρόπολη Περιστερίου ἀνέδειξαν ἕνα μέγιστο πρόβλημα τῆς σύγχρονης ποιμαντικῆς τῆς διοικοῦσας ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δὲν στάθηκε ἱκανὴ νὰ ἀφουγκραστεῖ τοὺς προβληματισμοὺς τῶν σκανδαλισμένων καὶ ἐναγωνίως διαμαρτυρομένων γιὰ τὸ ἐν λόγῳ θέμα τέκνων της καὶ ΔΕΝ ΚΑΤΑΔΕΧΤΗΚΕ !!! - ἂν εἶναι δυνατόν – νὰ παραλάβει τὸ εὐγενὲς ψήφισμα διαμαρτυρίας τους. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς περιφρονητικῆς καὶ ἀλαζονικῆς ἀντιμετώπισης τῶν σύγχρονων «ποιμένων» πρὸς τὰ πνευματικά τους τέκνα.

Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ὅσοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἀπὸ τὴν τιμητικὴ του θέση, καὶ σωστὰ ἔκαναν καὶ ἅγια ἔπραξαν…!!!

Σ’ αὐτὸ συνηγορεῖ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης ὅταν ἐπεξηγεῖ στὸν ἐπίσκοπο Ἰσίδωρο γιὰ ποιό λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν εἶπε ἁπλὰ . «Νὰ ἔχετε εἰρήνη μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους», ἀλλὰ πρόσθεσε. «ἐὰν εἶναι δυνατὸν».14

Ἂς τὸν ἀκούσουμε :

«Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει εἰρήνη μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους .

α. Ὅταν ὁ λόγος εἶναι γιὰ τὴν πίστη.

β. Ὅταν πρόκειται γιὰ δίκαιο πράγμα.

γ. Ὅταν πρόκειται γιὰ σωφροσύνη.

δὍταν πρόκειται γιὰ ὅλες γενικὰ τὶς ἀρετές».

Συνεχίζοντας, ἔπειτα ἀπὸ λίγο, ὁ Ἅγιος προσθέτει :

«Ἐὰν ὅμως νομίζεις, ὅτι αὐτοὶ εἶναι συλλογισμοί, κοίταξε τὸν ἴδιο τόν Παῦλο, ἂν εἶχε εἰρήνη μὲ ὅλους. Ἂν μάλιστα θέλεις τὸν λόγο νὰ τὸν ὁδηγήσεις πιὸ ἐπάνω, κοίταξε τὸν Χριστό, ἐὰν συνθηκολόγησε μὲ ὅλους».15

Σύμφωνα μὲ τὰ προαναφερθέντα, κακῶς  λοιπόν  μεταθέτουν κάποιοι «ἀγαπούληδες» τὸ πρόβλημα στοὺς πιστούς, ποὺ ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση κοσμίως διαμαρτύρονται.

Ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι αὐτῶν ποὺ προσπαθοῦν νὰ σβήσουν τὴν φωτιά, ἀλλὰ αὐτοῦ ποὺ τὴν ἄναψε, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο χλευάζει τοὺς σώφρονες «πυροσβέστες», ἀλλὰ ὡσὰν πυρομανὴς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνάψει ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴ καὶ ἄλλες.

Ἁγιορεῖτες Κελλιῶτες Πατέρες.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ :

1. Γαλ.5,11.

2. Ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων Κατήχηση Φωτιζομένων ΙΓ΄,   Α΄εἰς τό   τὸν σταυρωθέντα καὶ ταφέντα.

3. ἔ.ἀ. ΣΤ΄.

4. ἔ.ἀ. ΚΒ΄.

5. πρβλ. ἔ.ἀ.Δ΄.

6. ἔ.ἀ.Γ΄.

7. ἔ.ἀ. Δ΄.

8. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ΕΠΕ 7,165. Εἰς τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν.

9. ἔ.ἀ.175.

10. ἔ.ἀ.

11. Ματθ.24,30.

12. ΕΠΕ 8, 491 (βλέπε καὶ Ὁμιλία ΙΑ΄ Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν).

13.Ἰωάν. Δαμ. ΕΠΕ 1,450 Ἔκδοσις ἀκριβὴς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Περὶ Σταυροῦ.

14. Ρωμ.12,18.

15. Ἁγίου Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, ΕΠΕ 4, 371.



 

 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 11, 2024

 

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Γραπτός

Ὁ Μεγάλος Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας μας

(11 Οκτωβρίου )

 



ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητοῦ

 

Μιά ἀπό τίς ἡρωικότερες περιόδους τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας εἶναι καί ἡ περίοδος της εἰκονομαχίας (726-842), κατά τήν ὁποία ἀνεδείχθησαν πλῆθος ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ὑπερασπίσθηκαν μέ σθένος τήν Ὀρθοδοξία, ὀρθώνοντας τό ἀνάστημά τους στούς διῶκτες τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, οἱ ὁποῖοι ἔχοντας τήν αὐτοκρατορική δύναμη, δίωκαν μέ μανία τούς ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἕνας ἀπό αὐτούς ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ ἐπονομαζόμενος Γραπτός. Γεννήθηκε στήν Παλαιστίνη τό 745. Πατέρας του ἦταν...ὁ εὐσεβής Ἰωαννάς, ὁ ὁποῖος φρόντισε νά μεταδώσει, τόσο στόν ἴδιο, ὅσο καί στόν ἀδελφό του Θεόδωρο τήν εὐσέβεια. Φρόντισε ἐπίσης νά τούς μορφώσει, στέλνοντάς τους στή φημισμένη Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα, κοντά στό σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ, νά σπουδάσουν τήν ἱερή ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας, καθώς καί ἀρχαία Ἑλληνικά, γραμματική, ποίηση, μουσική κλπ.

 

Τά δύο ἀδέλφια ἔδειξαν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καί ἐπιμέλεια στίς σπουδές τους καί ἐπίσης μυήθηκαν στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί στό μοναχικό ἀσκητικό πνεῦμα. Ὁ δάσκαλός τους Μιχαήλ τό 811 τους πῆρε μαζί του, ὡς ὑποτακτικούς του στή Μονή τῶν Σπουδαίων, κοντά στό ναό τῆς Ἀναστάσεως. Κατόπιν ὁ Πατριάρχης Θωμᾶς τους χειροτόνησε ἱερεῖς καί τούς ἔστειλε πρέσβεις στήν Κωνσταντινούπολη καί στή Ρώμη, προκειμένου νά στηρίξουν τούς διωκόμενους Ὀρθοδόξους ἀπό τούς διῶκτες τούς εἰκονομάχους, ἀλλά καί νά ζητήσουν τή στήριξη γιά τίς ἀπειλές καί τίς διώξεις πού ἀσκοῦσαν οἱ Ἄραβες μουσουλμᾶνοι κατά τοῦ Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐγκαταστάθηκαν στήν περίφημη Μονή τῆς Χώρας.

 

Ἀλλά, λίγο ἀργότερα, τό 815 πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Ἀ΄ Ραγκαβές (811-813) καί ἀνέβηκε στό θρόνο ὁ Λέων Ε΄ ὁ Ἀρμένιος (813-820), ὁ ὁποῖος ἐγκαινίασε τή δεύτερη περίοδο τῆς εἰκονομαχικής ἔριδας. Διέταξε τήν πλήρη ἀπαγόρευση προσκύνησης καί τιμῆς τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀκόμα καί μέ τήν ποινή τοῦ θανάτου, τήν καταστροφή ὅλων τῶν Εἰκόνων καί τό ἀσβέστωμα τῶν τοιχογραφιῶν τῶν ναῶν. Τότε τά δύο ἀδέλφια, Θεοφάνης καί Θεόδωρος, μαζί μέ το δάσκαλό του Μιχαήλ, παρουσιάστηκαν στόν ἀσεβῆ αὐτοκράτορα καί τόν ἤλεγξαν γιά τό διάταγμά του. Ὁ Λέων, ὄχι μόνον δέν ἔδειξε σημάδια συνετισμοῦ, ἀλλά διέταξε τόν ἄγριο βασανισμό τους. Τούς μαστίγωσαν ἄγρια καί τούς ἔκλεισαν στή φυλακή. Ἀφοῦ ἀπέκρουσαν καί τίς προσπάθειες τοῦ μελλοντικοῦ εἰκονομάχου Πατριάρχη Ἰωάννου Γραμματικοῦ, νά συμμορφωθοῦν μέ τό αὐτοκρατορικό διάταγμα, τούς ξεχώρισαν. Ἔκλεισαν τά δύο ἀδέλφια σέ ἕνα φρούριο στό Βόσπορο, στερῶντας τούς ἀκόμα καί τήν τροφή.

 

Μετά τή δολοφονία τοῦ Λέοντα (820) κόπασαν οἱ διωγμοί τῶν Ὀρθοδόξων καί τά δύο ἀδέλφια ἐγκαταστάθηκαν στήν Ἱερά Μονή Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ  τοῦ Σωσθενίου στό Βόσπορο, οἱ ὁποῖοι μέ τόν ὑποδειγματικό ἀσκητικό τους ἀγῶνα καί τίς πολλές ἐπιστολές τους στερέωσαν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Ἀλλά τό 829 ἀνέβηκε στό θρόνο ὁ ἐπίσης φανατικός εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Θεόφιλος (829-842), ὁ ὁποῖος ἐγκαινίασε νέα σφοδρή εἰκονομαχική περίοδο, καταδιώκοντας ἀπηνῶς τούς ὁμολογητές Ὀρθοδόξους. Τά δυό ἀδέλφια ἐξορίστηκαν στή νῆσο Ἀφουσία, τό 834, μαζί μέ ἄλλους ὀρθοδόξους ὁμολογητές. Ἐπειδή δέν πειθάρχησαν, καί ἀσκοῦσαν σφοδρή κριτική κατά τῶν εἰκονομάχων καί τοῦ Παλατίου, κλήθηκαν τό 836 σέ νέα ἀνάκριση ἀπό τόν αὐτοκράτορα. Οἱ δύο ὁμολογητές μοναχοί ἤλεγξαν καί πάλι μέ θάρρος καί παρρησία τόν ἀσεβῆ αὐτοκράτορα, ὁμολογῶντας τήν ὀρθόδοξη πίστη. Ὑποβλήθηκαν καί πάλι σέ νέα βασανιστήρια. Μέ πυρωμένο σίδερο ἔγραψαν στά μέτωπά τους δώδεκα ἰμαβικούς στίχους, μέ τήν αἰτία τῶν διώξεών τους. Γι' αὐτό ὀνομάστηκαν ἀπό τότε Γραπτοί.  Στή συνέχεια τούς ἔριξαν στήν πιό ὑγρή καί σκοτεινή φυλακή τοῦ Πραιτωρίου, μέ στόχο νά πεθάνουν ἀπομονωμένοι. Τότε πῆραν ἐπιστολές παρηγορητικές ἀπό το δάσκαλό τους Μιχαήλ καί τόν ἅγιο Μεθόδιο, ἐνθαρρύνοντας τούς νά ὑπομείνουν ὡς τέλους τά μαρτύρια. Σέ λίγο καιρό τους ἔστειλαν σέ νέα ἐξορία στήν Ἀπάμεια τῆς Βιθυνίας (Μουδανιά), ὅπου ὅμως ἔγιναν ἐνθουσιωδῶς δεκτοί ἀπό το λαό. Ὁ Θεόδωρος, κοιμήθηκε τό 838, ἐξουθενωμένος ἀπό τίς κακουχίες. Ὁ ἀδελφός του Θεοφάνης, ἀψηφῶντας τήν διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα, νά μείνει ἄταφο τό σῶμα του, τό ἐνταφίασε, συνθέτοντας καί ἕναν ἐξαίσιο ποιητικό κανόνα.

 

Μετά ἀπό τήν θαρραλέα αὐτή πράξη του, ὁ Θεοφάνης ἐξορίστηκε στή Θεσσαλονίκη, ὅπου ἐργάστηκε δραστήρια γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ Ὀρθοδόξου Δόγματος καί τήν ἀπόκρουση τῆς αἱρέσεως της εἰκονομαχίας. Ἀλλά τό 842 πέθανε ὁ ἀσεβής Θεόφιλος καί στό θρόνο ἀνέβηκε ὁ ἀνήλικος γιός τοῦ Μιχαήλ Γ΄ (842-867),   τόν ὁποῖο ἐπιτρόπευε ἡ εὐσεβής αὐτοκράτειρα ἁγία Θεοδώρα, ἡ ὁποία ἔπαυσε ἀμέσως τούς διωγμούς, ἐπανέφερε σέ ἰσχύ τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) καί τό 842 ἀναστήλωσε ὁριστικά τίς ἅγιες Εἰκόνες. Παράλληλα ἐπανέφερε ἀπό τήν ἐξορία καί ἔβγαλε ἀπό τίς φυλακές τούς ὁμολογητές τῆς πίστεως. Ὁ Θεοφάνης ἀνακλήθηκε ἀπό τήν ἐξορία καί ὁ Πατριάρχης ἅγιος Μεθόδιος τό 842 τόν χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας. Ἐκεῖ πέρασε τό ὑπόλοιπο τοῦ πολυτάραχου ἐπίγειου βίου του, ποιμαίνοντας θεοφιλῶς τό ποίμνιό του, προσευχόμενος καί ἀσκούμενος. Ὡς ἄφθαστος ποιητής καί ὑμνογράφος συνέθεσε πλῆθος ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται μέχρι σήμερα κατά τίς δεσποτικές καί θεομητορικές ἑορτές καί σέ μνῆμες ἁγίων. Κοιμήθηκε εἰρηνικά την 11η Ὀκτωβρίου τοῦ 845. Ἀνακηρύχτηκε ἅγιος καί ἡ σεπτή μνήμη του ἑορτάζεται τήν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς του.

 

Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Γραπτός συγκαταλέγεται στούς μεγάλους Πατέρες,  Ὁμολογητές καί ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε ὁλόκληρη τή ζωή του στήν ὁμολογία καί τήν προάσπιση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς μόνης ἀληθινῆς καί σώζουσας πίστεως. Τόσον αὐτός, ὅσο καί οἱ ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι (πρέπει νά εἶναι) καί σε μᾶς σήμερα τά μεγάλα ζωντανά παραδείγματα, νά μήν κάνουμε τήν παραμικρή ἔκπτωση καί ὑποχώρηση στά θέματα τῆς πίστεως, ὅπως ἔκαμαν καί ἐκεῖνοι!



 

 



Ἀρ­χιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀναστασίου

Προη­γου­μέ­νου Ἱ. Μ. Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, Ἁγίων Μετεώρων

10 Ὀκτωβρίου 2024

Δημόσια τοποθέτηση γιά τό Διαθρησκευτικό Συνέδριο Τρικάλων

Προσφάτως πληροφορηθήκαμε ὅτι ἡ Διεύθυνση Παιδείας Πολιτισμοῦ καί Ἀθλητισμοῦ τοῦ Δήμου Τρικκαίων διοργανώνει στίς ἀρχές Νοεμβρίου 2024 στά Τρίκαλα διαθρησκευτικό συνέδριο Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, Μουσουλμάνων καί Ἑβραίων. Μάλιστα δέ πρόκειται γιά τό πρῶτο μιᾶς σειρᾶς ἀναλόγων συνεδρίων πού ἕπονται.

Τό σχεδιαζόμενο συνέδριο δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἐφαρμογή στήν πράξη τῶν σχεδίων καί τῶν πρακτικῶν τῆς Νέας Ἐποχῆς μέσῳ τοῦ διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ καί τῆς πανθρησκείας.

Δέν εἶναι, ἄλλωστε, τυχαῖο ὅτι στήν διοργάνωση τοῦ συγκεκριμένου συνεδρίου πρωτοστατοῦν δύο Ὑπουργοί μέ πρωταγωνιστικό ρόλο στήν μετάλλαξη τῆς πατρίδος μας καί τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Ὁ πρῶτος κ. Κυριάκος Πιερακάκης, μέσῳ τῆς ἐξαρθρώσεως τῆς ἑλληνορθοδόξου παιδείας (Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος) συνεχίζοντας τό καταστρεπτικό καί διαλυτικό ἔργο τῆς προκατόχου του κ. Κεραμέως. Τό καταστροφικό αὐτό κυβερνητικό ἔργο στόν χῶρο τῆς παιδείας, μέσῳ τῆς ἀποχριστιανοποίησης καί ἀφελληνοποίησης, τῆς σεξουαλικῆς διαπαιδαγώγησης ἀκόμη καί στά νήπια, τῆς ἐπιβολῆς τῆς ΛΟΑΤΚΙ ἀτζέντας στά σχολεῖα, καί τόσα ἄλλα, λειτουργεῖ ἀλλοτριωτικά γιά τά παιδιά μέ τραγική συνέπεια, μεταξύ ἄλλων, τήν πρωτοφανή καί τρομακτική αὔξηση τῆς παιδικῆς παραβατικότητας καί ἐγκληματικότητας!!!

Ὁ δεύτερος, κ. Δημήτριος Παπαστεργίου, συνεχίζοντας μέ ἰδιαίτερο ζῆλο τό ἔργο τοῦ προκατόχου του κ. Πιερακάκη στό Ὑπουργεῖο Ψηφιακῆς Διακυβέρνησης, μέσῳ τοῦ ψηφιακοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καί τῆς ἠλεκτρονικῆς φυλακῆς πού ἐπιχειρεῖ νά ἐπιβάλει στούς πολίτες, μᾶς εἰσάγει στήν χοάνη τῆς Παγκοσμιοποίησης καί τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Ἄλλωστε ὁ πολιτικός συγκρητισμός πού ἐκφράζει ἡ Παγκοσμιοποίηση (μέ στόχο μία Παγκόσμια Κυβέρνηση) εἶναι ὁ ἕνας ἀπό τούς δύο μοχλούς στήριξης τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ θρησκευτικός συγκρητισμός μέ σκοπό τήν ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας.

Γιά τά οὐσιώδη αὐτά τῆς Πίστεώς μας ζητήματα ἔχουμε στό παρελθόν δημοσιεύσει σχετικά κείμενα. Ἡ ἐπικινδυνότητα τῶν θεμάτων καί ἡ συχνότητα μέ τήν ὁποία αὐτά ἀνακύπτουν, μᾶς ἀναγκάζουν νά ἐπανερχόμαστε ἐπωνύμως καί γραπτῶς κάθε φορά πού ἀπαιτεῖται γιά τήν ἐνημέρωση τοῦ πιστοῦ λαοῦ μας.

Τόνιζε χαρακτηριστικά ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Οὐδέποτε μειώθηκε τόσο τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἀπειλήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ὅσο στά ὅρια τῆς συγκροτούμενης ἀπό τήν “Νέα Ἐποχή” “Πανθρησκείας”. Οἱ συναντήσεις τῆς πανθρησκειακῆς κινήσεως τῆς Ν. Ἐποχῆς (Ἀσσίζη, 1,2 καί 3) [καί ἄλλες πού ἀκολούθησαν] δέν ἀφήνουν πιά ἀμφιβολία. Μέ τή συμμετοχή καί ἐκπροσώπων τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου προωθεῖται ἡ “Πανθρησκεία”, στήν ὁποία ἰσοπεδώνεται καί ἀναιρεῖται κυριολεκτικά τό Πανάγιο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ συμφυρόμενον μέ ὅλες τίς “κατασκευασμένες” “θεότητες” τοῦ κόσμου τῆς πτώσεως. Ποτέ δέν ἀμφισβητήθηκε τόσο ἄμεσα καί ἀπόλυτα ἡ μοναδικότητα καί ἀποκλειστικότητα τοῦ Χριστοῦ ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου. Καί μόνο γι’ αὐτό εἶναι ἡ “Νέα Ἐποχή” ἡ μεγαλύτερη πρόκληση ἱστορικά γιά τήν Ὀρθοδοξία. Αὐτό, πού δέν πέτυχε ὁ Διάβολος μέ τούς διωγμούς καί τίς αἱρέσεις, τό ἐπιδιώκει τώρα μέ τόν ἀνανεωμένο “οἰκουμενισμό” τῆς Πανθρησκείας»[1].

Δυστυχῶς ὅλοι αὐτοί οἱ διαχριστιανικοί καί διαθρησκειακοί διάλογοι καί συναντήσεις πραγματοποιοῦνται ὄχι ἁπλῶς μέ τήν ἀνοχή, ἀλλά ἀντιθέτως μέ τήν ἐνεργή συμμετοχή καί πρωτοβουλία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Πατριαρχῶν καί Ἐπισκόπων, ἀποδεικνύοντας μέ καταφανή τρόπο ὅτι δέν πορεύονται «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι» καί δέν ἀκολουθοῦν τίς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων.

Ὅμως, στήν Ἅγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας «οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν ποτὲ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστιν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ, ὡς ἔργῳ ἐπειράθησαν καὶ πολλοὶ τῶν ἀπὸ τοῦ σχίσματος Παπῶν τε καὶ Πατριαρχῶν Λατινοφρόνων μηδὲν ἀνύσαντες…»[2].

(Μετάφραση: Οὔτε Πατριάρχες, οὔτε Σύνοδοι (Ἱεραρχῶν) μπόρεσαν ποτέ νά εἰσαγάγουν νέα στοιχεῖα (στά ἱερά δόγματα), διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας εἶναι αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι ὁ ἴδιος ὁ λαός, ὁ ὁποῖος θέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητο καί σύστοιχο μέ τό θρήσκευμα τῶν Πατέρων αὐτοῦ. Πράγμα πού στήν πράξη προσπάθησαν καί πολλοί μετά τό σχίσμα [1054] Πάπες καί Πατριάρχες λατινόφρονες, χωρίς νά ἐπιτύχουν τίποτε).

Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει, σέ καμμία περίπτωση, νά ὑπάρξει ἀδράνεια, χαλάρωση, ἐφησυχασμός, φόβος ἤ δειλία ἐκ μέρους τῶν πιστῶν. Ἀπαιτεῖται ἀνδρεῖο καί ἐν Χριστῷ ὁμολογιακό φρόνημα, θάρρος, πνευματική λεβεντιά, ἐπαγρύπνηση, κινητοποίηση, πληροφόρηση καί παρεμβάσεις τέτοιες, πού θά σταθοῦν ἀνάχωμα στόν οἰκουμενιστικό ὀλετήρα τῆς Νέας Ἐποχῆς καί θά ἀναχαιτίσουν τίς ὀλέθριες σκοπιμότητες τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ὁ μακαριστός καί ἅγιος κληρικός καί μύστης τῶν Ἱερῶν Κανόνων π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος περιέγραφε, ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες, μέ τά πιό μελανά γράμματα καί καυτηρίαζε τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:

«Ὑπό τόν ἐπάρατον Οἰκουμενισμόν δέν κρύπτεται ἁπλῶς μία αἵρεσις. Κρύπτεται αὐτή αὕτη ἡ ἄρνησις τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ χαρακτῆρος τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως... Κατά τοῦτο ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι χείρων πάσης αἱρέσεως... Πᾶσαι αἱ χριστιανικαί αἱρέσεις, καί αἱ πλέον βλάσφημοι, οὐδέ διενοοῦντο κἄν νά ἀμφισβητήσωσι τήν μοναδικότητα καί ἀποκλειστικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς ἀληθείας ἐξ ἀποκαλύψεως... Ἐνῷ διά τόν Οἰκουμενισμόν πᾶσαι αἱ Θρησκεῖαι ἔχουσιν στοιχεῖα ἀληθείας καί στοιχεῖα πλάνης, ὁ δέ Χριστιανισμός δέν ἀποτελεῖ εἰμή μίαν Θρησκείαν μεταξύ τῶν λοιπῶν... Πολλά τέρατα ἐγέννησεν ἐν τοῖς καιροῖς ἡμῶν ὁ Ἅδης, ἀλλ’ ἰσομέγεθες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ οὐδέν!»[3].       

 Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νά μήν σιωπήσουμε. Εἶναι καθῆκον μας νά ἐκφράσουμε τήν ὀρθόδοξη δογματική μας συνείδηση, τόν διαχρονικό ἁγιοπνευματικό λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, τόν αὐθεντικό καί ζωντανό λόγο τῶν συγχρόνων γερόντων μας καί ὅλων ὅσοι παραμένουν πιστοί στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καί πορεύονται «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι».

Ἄς μᾶς ἀξιώσει ὁ Πανοικτίρμων Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ Ἁγίου Βησσαρίωνος, τοῦ Ἁγίου Οἰκουμενίου (μέλους τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 325 μ.Χ.) καί πάντων τῶν Ἁγιομετεωριτῶν ἁγίων, νά παραμείνουμε πάσῃ δυνάμει καί παντί σθένει «πιστοί ἄχρι θανάτου»[4] στήν παραδεδομένη Ὀρθόδοξη Πίστη μας καί τήν ἀναλλοίωτη ἀλήθεια τῶν Ἁγίων Πατέρων μας.


[1] Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Δοκίμια Ὀρθόδοξης Μαρτυρίας, ἐκδ. Ἄθως, σ. 46

[2] Συνοδική Ἀπόφασις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, 1848

[3] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου, Τά δύο ἄκρα (Οἰκουμενισμός καί Ζηλωτισμός), ἐκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος, Ἀθήνα 1997, σελ. 26-27.

[4] Ἀποκ. 2, 10