Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2025

 


 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 8, 26-39]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΑΡΝΟΥΜΕΝΟΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 24-10-1982] (Β78)

    «Ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν· ὁ δὲ ἀνήρ ἐδέετο αὐτοῦ εἶναι σὺν αὐτῷ».

      Από τότε, αγαπητοί μου, που ήλθε ο Κύριος εις τον κόσμον και οι άνθρωποι άκουσαν για τ΄όνομά Του, ουσιαστικά χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που απεδέχθησαν τον Χριστόν και εις εκείνους οι οποίοι απώθησαν τον Χριστόν. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή δίδει την εικόνα, αυτή, ανάγλυφη. Πώς δηλαδή ο μεν δέχεται, οι δε απωθούν. Και πράγματι, αυτός ο πρώην δαιμονιζόμενος, ο οποίος είχε δαιμόνια πολλά, από χρόνου ικανού και ήτο αντικοινωνικότατος και επικινδυνωδέστατος κοινωνικά, αυτός που δεν έμενε ούτε σε σπίτι, παρά στους αγρούς και στα μνήματα, και αλυσοδένετο και τα έσπαζε τα δεσμά, αυτός ο άνθρωπος, σωφρονών και ιματισμένος και ευγνωμονών κάθεται στα πόδια του Ιησού και Τον παρακαλεί να είναι μαζί Του.

      Αντιθέτως, οι Γεργεσηνοί, οι συμπατριώται του, στην πόλιν των οποίων ο Κύριος ήδη πήγαινε, όταν άκουσαν τα γενόμενα, πώς οι δαίμονες έφυγαν από τον συμπατριώτην των, τον πρώην δαιμονισμένο, μπήκαν μέσα εις τους χοίρους και οι χοίροι επνίγησαν, χιλιάδες χοίροι, τότε επήγαν όλοι να δουν τον Κύριον και εφοβήθησαν και παρεκάλεσαν τον Κύριον να φύγει όχι μόνον από την πόλιν των, αλλά και από τα περίχωρα της πόλεώς των, διότι… διότι «ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν». Και ο Κύριος, αφού Τον παρεκάλεσαν να μην μπει εις την πόλη τους, τότε έκανε μεταβολή, ξαναμπήκε στο πλοιάριο και πέρασε απέναντι στη λίμνη, από τη λίμνη.

      Και γεννιέται ένα ερώτημα: Οι άνθρωποι αποδέχονται και απωθούν; Δηλαδή όταν Ενηνθρώπησε ο Υιός του Θεού και ήλθε στον κόσμον, οι άνθρωποι δεν ανεγνώρισαν τον Δημιουργόν των; Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι Τον δέχονται ευχαρίστως και οι άνθρωποι που στέκονται εχθρικά απέναντί Του και αρνητικά; Ναι, αγαπητοί μου. Αυτό είναι μία πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα συνεχίζεται. Όχι μόνον τότε που ο Κύριος ήλθε. Γιατί ο Κύριος ήλθε εφάπαξ. Και έρχεται πάντοτε. Την στάση τους οι άνθρωποι την καθορίζουν απέναντι εις το πρόσωπο του Χριστού, ή θετική, ή αρνητική.

     Τι είναι, λοιπόν, εκείνο το οποίο κάνει τους ανθρώπους να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα και οι μεν θετικά να στέκονται οι δε αρνητικά; Την απάντηση μάς την δίνει πάλι η συμπεριφορά των Γεργεσηνών απέναντι εις τον Κύριον. Η συμπεριφορά τους ποια ήτο; «Ἐφοβήθησαν», λέγει, «φόβον μέγαν», γι'αυτό «ἠρώτησαν»«παρεκάλεσαν τον Κύριον να απέλθει». Γιατί εφοβήθησαν; Για ποιον λόγο; Γιατί δεν εφοβήθηκε ο πρώην δαιμονισμένος και εφοβήθησαν αυτοί; Είχαν λόγους να φοβηθούν; Ω! Είναι ο φόβος του ενόχου. Ο φόβος του ενόχου που θέλει κι αγαπά, μάλιστα κάποτε πεισματικά αγαπά να μένει στη δική του την ενοχή.

      Οι ταλαίπωροι οι Γεργεσηνοί έτρεφαν χοίρους. Έπαθαν βεβαίως μεγάλη ζημία. Η ζημία αυτή τους ήξιζε, διότι ο νόμος απηγόρευε να τρέφουν χοίρους, πολύ δε περισσότερο να τρώγουν χοιρινόν κρέας. Ήσαν, λοιπόν, παραβάται του νόμου του Θεού. Ήσαν οι άνθρωποι οι σαρκικοί. Οι άνθρωποι που θέλαν να ζουν στις ηδονές τους, στην αποστασία τους από τον Θεό, στο δικό τους το θέλημα να δουλεύουν. Και σκέφτηκαν και είπαν: «Αν ο Ιησούς έλθει στην πόλη μας, τότε θα πρέπει να διορθώσομε την ζωή μας. Θα πρέπει να είμαστε κάτι διαφορετικό από κείνο που είμαστε μέχρι τώρα. Αλλά εμείς δεν θέλουμε. Εμείς θέλομε να μένομε σ΄ αυτό που είμαστε. Θέλουμε να ζούμε την κοσμική μας ζωή, την αμαρτωλή μας ζωή, την ζωή των παθών μας, των ηδονών μας στη ζωή. Δεν θέλομε να την αρνηθούμε αυτή τη ζωή. Αφού, λοιπόν, δεν θέλομε να την αρνηθούμε, τότε ο Ιησούς είναι επικίνδυνος».

     Προσέξτε αυτό το σημείο. «Ο Ιησούς είναι επικίνδυνος»… Δεν θα μπορούσε, αγαπητοί μου, να συνέβαινε ποτέ διωγμός εναντίον των Χριστιανών, αν οι διώκται δεν έβλεπαν στο πρόσωπο των Χριστιανών τον «επικίνδυνον» Ιησούν. Ποιος είναι αυτός «ο επικίνδυνος Ιησούς»; Αν υποτεθεί ότι εγώ αυτή τη στιγμή βρίζω έναν θεμελιωτήν ενός κοινωνικού συστήματος και αυτός να έχει πεθάνει τώρα, τι έχω να φοβηθώ; Από αυτόν τουλάχιστον. Τίποτα. Από τους οπαδούς του; Πιθανώς. Αλλά απ’ αυτόν; Τίποτα. Αλλά οι Γεργεσηνοί, όπως και οι πνευματικοί των διάδοχοι, φοβούνται τον Χριστόν. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ή το θέλουν ή δεν το θέλουν, ασυνειδήτως, υποσυνειδήτως, όπως θέλετε πάρτε το, το θέμα είναι ότι κάτι μέσα τους τούς δημιουργεί τον φόβον. Απλούστατα διότι ο Ιησούς είναι ο αιώνιος Θεός, ο Οποίος ζει. Και προκαλεί τον φόβον μέσα εις τις ανθρώπινες ψυχές, εφόσον αυτές επιμένουν εις την αμετανοησία τους. Συνεπώς γι’ αυτούς, εφόσον ο Ιησούς είναι ένα φόβητρο, είναι γι’ αυτούς επικίνδυνος. Δηλαδή να τιμωρηθούνΚι επειδή δεν θέλουν, φυσικά, να τιμωρηθούν και θέλουν να επιμένουν στον τρόπον της ζωής των, γι’ αυτόν τον λόγο θέλουν να απαλλαγούν, να ξεφορτωθούν τον Ιησούν.

     Βεβαίως, περιττόν να πούμε το καταλαβαίνετε όλοι σας ότι πρόκειται περί μιας στάσεως στρουθοκαμηλικής. Είναι όπως ακριβώς τα μικρά παιδιά, που κλείνουν τα μάτια τους και έχουν την εντύπωση ότι οι άλλοι δεν τους βλέπουν. Όπως κάνει ακριβώς και η στρουθοκάμηλος, αυτό το πελώριο πουλί, όταν αντιληφθεί ότι δεν μπορεί πια να αποφύγει τους εχθρούς του, τότε χώνει το κεφάλι του στο χώμα, στην άμμο μέσα, κλείνει τα μάτια και έχει την ψευδαίσθηση ότι πια οι εχθροί του δεν το βλέπουν. Έτσι και αυτοί οι άνθρωποι, αν υποσυνείδητα έχουν την πληροφορία ότι ο Ιησούς είναι επικίνδυνος γιατί είναι ο προαιώνιος Θεός, τότε γιατί ξεφορτώνεσαι τον Ιησούν; Μα σε βλέπει. Είναι πανταχού παρών. Θα σε τιμωρήσει. Δεν φοβείσαι την κρίση Του; Αυτά δουλεύουν υποσυνείδητα.

     Αν πείτε, αγαπητοί μου, αν πείτε στον άλλον, τον αμαρτωλόν, τον πολύ αμαρτωλόν άνθρωπον περί Κρίσεως, μπορεί να εξαγριωθεί. Γιατί; Γιατί στο βάθος φοβείται. Μην πάτε μακριά. Όταν ο Απόστολος Παύλος απελογείτο εις τον Φήστον, ο Φήστος τον είχε πολύ καιρό στη φυλακή τον Απόστολο Παύλο και τον έφερνε κατά καιρούς από την φυλακή, να τον ακούσει τι δίδασκε. Τον τρόπον αυτόν τον έκανε, ελπίζοντας ότι θα πάρει από τους φίλους του Παύλου χρήματα, θα δωροδοκηθεί και με τον τρόπον αυτόν θα απήλασσε τον Παύλον. Αλλά δεν το έκανε όμως. Να τον απαλλάξει. Γιατί έβλεπε ότι δεν έφθανε το «φακελάκι». Δεν έφθανε το «φακελάκι»… Και κρατούσε τον Παύλος στη φυλακή συνέχεια. Ο δε Παύλος είχε απαξιώσει να δώσει χρήματα. Γιατί να δώσει χρήματα; Και τι του έλεγε ο Παύλος; Του ομιλούσε περί δικαιοσύνης, περί αναστάσεως των νεκρών και περί Κρίσεως. Ακούστε κήρυγμα που του έκανε κάθε φορά ο Απόστολος Παύλος. Ο Ρωμαίος έπαρχος εφοβείτο τον Παύλον. Γιατί τον εφοβείτο; Ο Παύλος ήταν ένας δέσμιος, στην φυλακή, ένας άνθρωπος. Στη φυλακή.  Εσύ είσαι στην εξουσία επάνω. Είσαι ο αξιωματικός κατοχής επάνω στους Εβραίους. Τι φοβάσαι; Εφοβείτο. Εφοβείτο!

       Αγαπητοί μου, αν μπορούσαμε εμείς οι Χριστιανοί, επειδή ζει Κύριος ο Θεός, αληθής ο Χριστός, να αντιληφθούμε πώς Τον φοβούνται τον Χριστόν οι άνθρωποι, πώς Τον φοβούνται! Οι αρνηταί. Αλλά τον «επικίνδυνο» Χριστό. Υπάρχει και «ακίνδυνος» Χριστός; Ναι, υπάρχει. Όταν εμείς οι Χριστιανοί κηρύσσομε έναν «αναιμικόν» Χριστόν, έναν «γλυκύν» Ιησούν, ο Οποίος δεν κρατάει την κρίση στα χέρια αλλά μόνο είναι ο πράος Ιησούς, ο ήσυχος Ιησούς, ο παθητικός Ιησούς. Δεν είναι αυτός ο Ιησούς. Ο Ιησούς είναι ο γλυκύς και πράος και ο Κριτής και ο δίκαιος. Εάν, λοιπόν, δείξομε τον αληθινόν Ιησούν και Τον ζούμε κι εμείς τον αληθινόν Ιησούν, τότε οι εχθροί μας τρομάζουν.

      Σας θυμίζω και κάτι άλλο. Όταν πήγαν να συλλάβουν τον Ιησούν… «Τίνα ζητεῖτε;». «Τὸν Ἰησοῦν». «Ἐγὼ εἰμί». Μόλις άκουσαν ότι «Ἐγὼ εἰμί» που είπε ο Ιησούς, έκαναν βήματα πίσω και έπεσαν χάμω! Ποιοι; Αυτοί που πήγαν να Τον συλλάβουν. Επανελήφθη το φαινόμενον. Την τρίτη φορά τους λέγει: «Μα σας είπα, εγώ είμαι». Και τότε Τον συνέλαβαν τον Ιησούν. Βλέπετε; Βλέπετε ότι είναι ο φόβος της ενοχής, ο φόβος ότι είναι ένα μυστηριώδες πρόσωπον ο Ιησούς. «Επικίνδυνος, λοιπόν, ο Ιησούς. Να φύγει από τα όριά μας». Και επιμένουν οι άνθρωποι να ζουν αυτόν τον στρουθοκαμηλισμόν, όπως σας ανέφερα προηγουμένως. Πόσο δυστυχισμένοι είναι οι άνθρωποι αυτοί! Που κλείνουν τα μάτια τους και θέλουν να μένουν στα πάθη τους και στις ηδονές τους και στους εγωισμούς τους και στις αμαρτίες τους και στις αδικίες τους, στις ποικίλες καταχρήσεις τους, μόνο και μόνο για να απολαύσουν μερικά πρόσκαιρα πράγματαΔεν έχουν ειρήνη.

     Ω αγαπητοί μου, ειρήνη έχει μόνον εκείνος που απαλλάσσεται από τους δαίμονες αυτούς. Και το περίεργον είναι ότι ο άνθρωπος εκείνος ο δαιμονισμένος απηλλάγη. Αν ερωτούσατε ποιοι είχαν τα πιο πολλά δαιμόνια, ο άνθρωπος που είχε τα πολλά δαιμόνια, κατά την έκφραση του ευαγγελίου ή οι κάτοικοι των Γεργεσών; Ποιοι από αυτούς είχαν τα πιο πολλά δαιμόνια; Τα πιο πολλά δαιμόνια τα είχαν οι κάτοικοι των Γεργεσών. Οι Γεργεσηνοί. Γιατί; Διότι επέμεναν, δεν τους άφησαν οι δαίμονες, επέμεναν στα πάθη τους. Τι νομίζετε, αγαπητοί μου, δαιμονισμένος άνθρωπος είναι εκείνος μόνο ο οποίος πετάει τα ρούχα του, σπάζει αλυσίδες και είναι επικίνδυνος; Δαιμονισμένος άνθρωπος είναι καθένας που άφησε την πόρτα της ψυχής του στην επίδραση των δαιμόνων και κυριαρχείται από πάθη και αδυναμίες. Τα πάθη και οι αδυναμίες δεν είναι απλώς στοιχεία του χαρακτήρος μας απρόσωπα. Είναι εμπρόσωπα, επιτρέψατέ μου να το πω έτσι. Όταν λέγω: «Είμαι πόρνος», επικρατεί μέσα μου ο δαίμων της πορνείας. Αυτό δεν είναι ψιλώ ονόματι. Αλλά είναι ο δαίμων, ο δαίμων της πορνείαςΉ ο δαίμων της φιλαργυρίας. Και δεν με αφήνει να απαλλαγώ. Με κρατά. Και είμαι δαιμονοκρατούμενος άνθρωπος. Μπορεί, ίσως, να είμαι λογικός κατά τα άλλα. Μπορεί να μην είμαι επικίνδυνος μες στην κοινωνία, είμαι όμως δαιμονοκρατούμενος άνθρωπος. Οι Γεργεσηνοί συνεπώς ήσαν περισσότερο δαιμονοκρατούμενοι απ΄ό,τι εκείνος ο φτωχός και ταλαίπωρος Γεργεσηνός.

         Αλλά είδατε τη συμπεριφορά του Γεργεσηνού; Παρακαλούσε τον Κύριος να μείνει μαζί Του. Ήταν στα πόδια Του κάτω. Από ευγνωμοσύνη«Κύριε», του λέγει, «όπου πας, θα έρχομαι κι εγώ». Είναι η άλλη μερίδα των ανθρώπων, που άνοιξε η καρδιά τους, απεδέχθησαν τον Χριστόν. Αμαρτωλοί, με πάθη, δαιμονισμένοι κι αυτοί, αλλά θέλησαν να ανοίξουν την καρδιά τους, να απαλλαγούν από τα δαιμόνια. Κατάλαβαν ότι ειρήνη τα πάθη δεν δίδουν στον άνθρωπο. Ότι πρέπει κάποτε να τελειώσει ο τρόπος αυτός της ζωής των. Κάποτε να βάλουν μια τελεία και παύλα. Και τότε το ‘καναν αυτό. Με αγαθή προαίρεσηΑγωνίζονται οι άνθρωποι αυτοί. Αγκαλιάζουν τον Χριστό. Τον αγαπούν τον Χριστό. Και τους βλέπετε να έχουν προκοπή. Αν το θέλετε, αν εδώ βρισκόμαστε, σ’ αυτόν τον χώρο και πούμε ότι πραγματικά και ειλικρινά αγαπάμε τον Χριστόν, μοιάζομε με τον θεραπευθέντα δαιμονισμένο. Και θέλομε να δείξομε την ευγνωμοσύνη μας στον Κύριο, ότι «Κύριε, ήμουνα εκείνο, ήμουνα εκείνο, ήμουνα εκείνο και με απήλλαξες. Σ’ ευχαριστώ. Από ευγνωμοσύνη μου θα μείνω πάντα κοντά Σου. Δεν θα Σε χωριστώ ποτέ. Καταλάβα ότι μόνον Εσύ είσαι Εκείνος που μπορείς να με σώσεις. Και να μου δώσεις την ειρήνη μέσα στην καρδιά μου». Οι ευγνωμονούντες, λοιπόν, Χριστιανοί·. που μένουν στον Χριστό.

     Υπάρχει περιέργως και μία τρίτη κατηγορία ανθρώπων. Είναι δυνατόν να υπάρχει τρίτη κατηγορία; Υπάρχει. Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι δεν στρέφονται εναντίον του Χριστού. ΌχιΑλλά… και δεν πάνε μαζί με τον Χριστόν. Είναι οι λεγόμενοι «ουδέτεροι» άνθρωποι. Είναι εκείνοι οι οποίοι θέλουν να μένουν ανεξάρτητοι από τον Ιησούν Χριστόν. Περνούν μπροστά στη θεία μεγαλειότητα, περνούν μπροστά στην αγάπη του Ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού, αδιάφοροι και ψυχροί. Δεν στρέφονται εναντίον, σας το είπα. Αλλά όμως ούτε εις διώκτας μεταβάλλονται. Όχι. Αλλ’ όμως δεν πλησιάζουν τον Χριστό. Νομίζω ότι αυτή η κατηγορία είναι η πιο φοβερή. Και τέτοιους ανθρώπους η εποχή μας έχει πολλούς· που τους βλέπετε αδιαφόρους. Λέμε σήμερα, ερωτούμε «Πιστεύει αυτός ο άνθρωπος;». Και παίρνομε την απάντηση«Τίποτα, είναι αδιάφορος άνθρωπος. Αδιάφορος άνθρωπος…»Δεν υπάρχει πιο εξοργιστική στάση, μπροστά σε έναν άνθρωπο, ο οποίος στέκεται ουδέτερος και αδιάφορος. Ψυχρός, τίποτ’ άλλο. Σαν να μην έχει αίμα μέσα του. Το θέλετε; Αν ερωτηθούμε, ποια περίπτωση θα προτιμούσαμε, τον διώκτην ή τον αδιάφορον, θα απαντούσαμε: τον διώκτην. Έχει καλύτερη, πλέον ευπρόσδεκτη ψυχαγωγία. Έχει καλύτερη, πλέον ευπρόσδεκτη ψυχολογία ο διώκτης.

     Θυμηθείτε, παρακαλώ, τον Παύλον. Διώκτης ήτο. Αλλ’ ήτο θερμός άνθρωπος. Κι αν το θέλετε, είναι εκείνο που λέγει ο Κύριος: «Δεν είσαι ούτε θερμός ούτε ψυχρός». «Ψυχρός» με την έννοια  ότι «στέκεσαι εναντίον μου». «Αλλά είσαι χλιαρός. Όφειλες -αυτό το παράξενο- να είσαι ψυχρός παρά χλιαρός. Θα σε ξεράσω». Ξέρετε ότι άμα θέλομε να ξεράσομε, πίνομε χλιαρό νερό. Όχι να είναι βρασμένο με κάτι, με τσάι… κ.λπ. Νερό σκέτο. Χλιαρό. Όταν πιούμε χλιαρό νερό, αμέσως δημιουργείται μία τάσις εμετού. Από αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του χλιαρού νερού ο Κύριος παίρνει την εικόνα και λέγει: «Θα σε ξεράσω επειδή είσαι χλιαρός. Δεν σε ανέχομαι». Τι θα πει «χλιαρός»; Στο θέμα μας είναι ο αδιάφορος άνθρωπος. Βλέπετε ότι είναι προτιμότερος ο εχθρικά διακείμενος από τον αδιάφορον άνθρωπον;

     Γι’ αυτόν τον λόγο ο Κύριος είπε το εξής. Και δεν αναγνωρίζει τρεις κατηγορίες ο Κύριος. Αναγνωρίζει δύο κατηγορίες. Γιατί τον αδιάφορον τον βάζει, έστω κι αν τον θεωρεί χειρότερον, τον βάζει στους αρνητάς. Να πώς το λέγει ο Κύριος«Ὁ μὴ ὤν μετ΄ ἐμοῦ κατ΄ ἐμοῦ ἐστίν». «Αυτός που δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου». «Καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ, σκορπίζει».  «Και αυτός ο οποίος δεν οικοδομεί, -δεν μαζεύει, κατά λέξη- δεν οικοδομεί, δεν φτιάχνει μαζί μου, με την βοήθειά μου, στην πραγματικότητα αυτός σκορπίζειΕίτε αδιάφορος είναι, είτε διώκτης είναι».

    Αγαπητοί μου, ζούμε σε μία φοβερή εποχή. Την έχετε αντιληφθεί την εποχή μας; Της έχετε κάνει ανατομία; Φιλοσοφείτε πάνω στην εποχή μας; Μήπως λέμε: «Ε, τι είναι η εποχή μας; Όπως κάθε εποχή». Βέβαια η μια εποχή από την άλλη διαφέρει, αναμφισβήτητα. Βέβαια οι ηλικιωμένοι άνθρωποι λέγουν ότι η περασμένη εποχή ήταν πιο καλύτερη από την τούτη, την τώρα. Είναι ένα στοιχείο που πάντοτε λέγεται, γιατί μας αρέσει το παρελθόν να το ομορφαίνομε, να το εξωραΐζομε, να το αγλαΐζομε και πάντοτε, τα λεγόμενα «παλιά, καλά χρόνια» είναι η ωραία εποχή, ενώ η εποχή μας είναι πεζή. Δεν πρόκειται περί αυτού. Η εποχή μας είναι ανατρεπτική, είναι φοβερή, είναι ημέρες Αντιχρίστου, είναι φοβερή εποχή. Και έχομε ανάγκη να κάνομε την ανατομία της. Να την ψυχολογούμε, για να ξέρομε να σταθούμε. Να είμεθα νεύρο μέσα μας, να έχομε το νεύρο της ευσεβείας. Το λέγει ο Μέγας Βασίλειος αυτό: «Αλίμονο», λέει, «αν βγάλομε αυτό το νεύρο που μας έβαλε ο Θεός, το νεύρο της ευσεβείας. Για να μας κάνει θερμούς ανθρώπους και όχι αδιαφόρους».

     Έτσι λοιπόν, για να μπορούμε να σταθούμε θερμοί άνθρωποι στην εποχή μας, αληθινοί λάτρεις του Χριστού, θα πρέπει να ξέρομε ποια είναι η εποχή μας. Και να μην θεωρούμε ότι εκείνα τα οποία υπάρχουν είναι αυτονόητα και φυσιολογικά. Αν φθάσομε στο σημείο την αμαρτία να την θεωρούμε αυτονόητη, την αποστασία να την θεωρούμε αυτονόητη, ε, τότε… Ε, τότε, εχάσαμε το κριτήριον. Και όταν χάσει ο άνθρωπος το κριτήριον, τότε δεν ξέρει πού πηγαίνει, από πού έρχεται, ποιος είναι, τι γυρεύει, τι φτιάχνει. Δεν ξέρει τίποτα. Είναι σαν το πλοίο που χάνει την πυξίδα του, τον προσανατολισμό του. Όχι λοιπόν, αγαπητοί μου, όχι. Οι Χριστιανοί θα πρέπει να ατσαλωθούν. Στην εποχή μας όλως ιδιαιτέρως.

      Το παραγγέλλει ο Κύριος, στο βιβλίο της Αποκαλύψεως. Ότι «ο αμαρτωλός ας γίνεται πιο αμαρτωλός, ο ρυπαρός να γίνεται πιο ρυπαρός», «ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι».  «Και αυτός που είναι αγνός, να γίνεται πιο άγιος»· που σημαίνει ότι ο Χριστός ήρθε να βάλει μια βαθιά τομή στην ανθρωπότητα«Ἦλθον», λέγει, «βαλεῖν μάχαιραν ἐπὶ τῆς γῆς». Τι είναι αυτή η «μάχαιρα»; Να χωρίσει την ανθρωπότητα με μια βαθιά τομή. Να δείξει ποιοι είναι εκείνοι που Τον αγαπούν κι εκείνο που δεν Τον αγαπούν. Και αυτή η τομή πρέπει να γίνεται βαθύτερα και βαθύτερα. Ο ασεβής να φανεί περισσότερο και ο ευσεβής να φανεί περισσότερο. Αυτό είναι επιτακτική ανάγκη της εποχής μας. Γιατί, όπως σας είπα, ημέρες Αντιχρίστου περνάμε· μη νομίσετε. Γι’ αυτόν τον λόγο, θα παρακαλέσω όλοι μας ας αφυπνισθούμε και ας ξεκινήσομε να έχομε μια ζωντανή, ευγνώμονα ψυχή απέναντι στον Κύριό μας και με όλη την συνέπεια της πνευματικής ζωής.

              ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_159.mp3



Σάββατο, Οκτωβρίου 25, 2025

 

                    Άγιος Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος

 

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξ­ανδρείας, μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Μακαριωτάτου Πάπα καὶ Πατριάρχου κ.κ. Θεοδώρου Β΄, προέβη στὶς 8 Ὀκτωβρίου στὴν ἁγιοκατάταξη τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιμανδρίτη π. Χρυσοστόμου Παπασαραντόπουλου, ζηλωτῆ ἱεραποστόλου στὰ βάθη τῆς Ἀφρικῆς.

Ὁ ὅσιος Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος (1903-1972), ἀπὸ τὸ Βασιλίτσι Μεσσηνίας, ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους τῆς ἱεραποστολῆς στὴν Ἀφρική. Σὲ μεγάλη ἡλικία (56 ἐτῶν) τὸ ἔτος 1959 ἔλαβε τὸ πτυχίο τῆς Θεολογίας καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος 1960 ἔκανε τὴν Ἀφρικὴ νέα καὶ μόνιμη πατρίδα του. Εἶναι ὁ θεμελιωτὴς τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς στὸ Κονγκό, ἀφοῦ προηγουμένως κήρυξε τὴν Ὀρθοδοξία στὴν Οὐγκάντα, τὴν Κένυα καὶ τὴν Τανζανία.

Ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κυρὸς Θεό­κλητος προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει: «Εἶσαι μεγάλος καὶ ἄρρωστος. Θὰ πεθάνεις ἐκεῖ». Καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν πατέρα Χρυσόστομο τὴν ἀπάντηση: «Μνήματα ὑπάρχουν καὶ στὴν Ἀφρική»!

Πρὶν ξεκινήσει τὸ πολύμοχθο αὐτὸ ἔργο, ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Δέσμιος τοῦ Θεοῦ εἰμι. Θέλει νὰ πάω· θὰ πάω». Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ τότε Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας κυροῦ Χριστοφόρου ἐργάσθηκε μὲ παραδει­γματικὴ αὐταπάρνηση ἐπὶ δέκα χρόνια στὴν Ἀνατολικὴ Ἀφρικὴ καὶ ἀπὸ τὸ 1970 στὴ χώρα τοῦ Κονγκό (τότε Ζαΐρ), μὲ κατάληξη (τὸ 1972) τὴν πόλη Κανάνγκα στὸ κέντρο τῆς μαύρης ἠπείρου. Ἐκεῖ ἐκοιμήθη στὶς 29 Δεκεμβρίου 1972 σὲ ἡλικία 69 ἐτῶν. Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῆς πόλεως (μόλις 30), τοὺς ὁποίους πρόλαβε νὰ βαπτίσει σὲ διάστημα τριῶν μηνῶν, τὸν ἔκλαψαν ὡς πατέρα τους.

Ὁ τάφος του ἔγινε προσκύνημα τῶν πολυάριθμων πλέον μελῶν τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κινσάσας κ. Θεοδόσιος στὴν εἰσήγησή του πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὴν ἁγιοκατάταξη τοῦ νέου ἁγίου Χρυσοστόμου παραθέτει καὶ τὰ ἑξῆς: «Γιὰ τὸν πατέρα Χρυσόστομο γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ διάδοχός του καὶ συνεργάτης ἀπὸ τὰ παλαιὰ στὴν πόλη τῆς Ἔδεσσας, ὁ μεγάλος καὶ ἁγιασμένος ἱεραπόστολος ἀρχιμανδρίτης Χαρίτων Πνευματικάκις: “Μισὸς ἄνθρωπος αὐτός, μὲ κλονισμένη ὑγεία, μὲ σαρκίο ἀσθενικό, ἰσχνόφωνος καὶ βραδύγλωσσος, στερημένος ἐξωτερικῶν ἐντυπωσιακῶν προσόντων, ἐχρειάζετο ἀπέραντη τόλμη νὰ διαθέτει καὶ ἄλλη τόση αὐταπάρνηση γι᾿ αὐτὸ τὸ παράτολμο τόλμημά του. Τὴν εἶχε καὶ τὴ διέθεσε… καὶ ἀνεδείχθη ‘ὁ παπποὺς’ καὶ ὁ Ἅγιος τῆς Ἀφρικῆς” (…). Ὁ π. Χαρίτων τὸ ἔτος 1973 ἔγραφε τὰ ἑξῆς γιὰ τὸν πατέρα Χρυσόστομο: “Τώρα ἔχουν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἀφρικανοὶ ἀδελφοί μας ἕνα ἅγιο λείψανο! Αὐτὸ τὸ λέγουν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἔζησαν περισσότερο παντὸς ἄλλου, ποὺ τὸν ἠγάπησαν καὶ τοὺς ἠγάπησε περισσότερο παντὸς ἄλλου”».

Πάλι ὁ π. Χαρίτων διηγόταν ὅτι, ὅταν ἀντιμετώπιζε ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, πήγαινε στὸν τάφο τοῦ ἁγίου Γέροντα Χρυσοστόμου καὶ μὲ πίστη ἀκλόνητη τοῦ ἔλεγε: «Γιατί μὲ ἔφερες ἐδῶ; Βοήθησέ μας τώρα νὰ ξεπεράσουμε τὸν πειρασμὸ ποὺ μᾶς βρῆκε». Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι μέσα σὲ λίγη ὥρα τὸ πρόβλημα εἶχε βρεῖ τὴ λύση του μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου. Ὁ τάφος του μαρτυρεῖται ὅτι κατὰ καιροὺς εὐωδιάζει μὲ οὐράνια εὐωδία…

Ὁ τολμηρὸς καὶ πρωτοπόρος ἱεραπόστολος ἅγιος Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος σκεπάζει μὲ τὴ Χάρι τοῦ οὐρανοῦ τὴν Ἀφρικανικὴ γῆ. Εἶναι ἡ καιόμενη λαμπάδα τῆς Ὀρθοδοξίας σ᾿ αὐτήν. Ἐλπίδα καὶ εὐλογία στὸν ἀποστατημένο κόσμο μας.

Ορθόδοξο Περιοδικό Ο ΣΩΤΗΡ



 


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
     Οι Μάρτυρες κατέχουν την πρωτοπορία στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας, διότι έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με το μαρτύριό τους. Αντάλλαξαν τη ζωή τους με την πίστη στον αληθινό Θεό, δίνοντας έμπρακτα το παράδειγμα του πιο μεγάλου ηρωισμού στην ιστορία του κόσμου, αψηφώντας τους φρικτούς διωγμούς των ειδωλολατρών.
     Ένας από αυτούς είναι και ο Μεγαλομάρτυς άγιος Δημήτριος. Γεννήθηκε και έζησε στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305), σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη για την Εκκλησία, διότι στα χρόνια αυτά είχαν ξεσπάσει οι φοβερότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, όπου ολόκληρα νέφη μαρτύρων έχυσαν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό.
       Από τους πιστούς γονείς του κληρονόμησε βαθιά ευσέβεια. Αυτό τον έκανε να γίνει ένας ένθερμος  χριστιανός νέος, στολισμένος με τις αρετές και τα χαρίσματα που απορρέουν από τη χριστιανική ζωή. Η αξιόλογη μόρφωσή του τον ανέδειξε και δάσκαλο της χριστιανικής πίστης. Οι γνώσεις του και προπαντός το λαμπρό του παράδειγμα έλκυε πλήθος ειδωλολατρών στη σώζουσα πίστη του Χριστού. 
       Ως έφηβος κλήθηκε να υπηρετήσει στο ρωμαϊκό στρατό. Θεώρησε όμως καθήκον του να κάνει γνωστό στο νέο περιβάλλον το Σωτήρα Χριστό, ως τον αληθινό Θεό. Ο ενθουσιασμός του και το λαμπρό παράδειγμά του μετέστρεψαν πλήθος στρατιωτών στη νέα πίστη. 
     Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Το ρωμαϊκό κράτος και ιδιαίτερα ο ρωμαϊκός στρατός, έτρεφε φοβερό μίσος κατά του Χριστιανισμού. Κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν οι χριστιανοί και οδηγούνταν στα μαρτύρια. Ο φημισμένος Δημήτριος δε θα μπορούσε να μείνει κρυφός. Με την επίσκεψη του φοβερού Μαξιμιανού στη Θεσσαλονίκη, ήταν από τους πρώτους που συνελήφθη. Αφού ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό, κλείστηκε στις φυλακές και περίμενε με καρτερία το μαρτύριο.
       Ο υπερφίαλος και αλαζονικός αυτοκράτορας έφερε μαζί του έναν φοβερό γιγαντόσωμο και κακούργο στρατιώτη τον Λυαίο, ο οποίος καυχιόταν πως οι «θεοί» του είχαν δώσει ανίκητη δύναμη ώστε να νικά κάθε μη πιστό της ειδωλολατρίας. Επιδεικτικά ο Μαξιμιανός οργάνωσε στο στάδιο της πόλης αγώνες, καλώντας όλους όσοι ήθελαν να πολεμήσουν μαζί του, με σκοπό να μειώσει το Θεό των Χριστιανών στα μάτια του ειδωλολατρικού όχλου. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τους θεσσαλονικείς, διότι πίστευαν ότι δεν θα έβγαιναν ζωντανοί από τα χέρια του γίγαντα ειδωλολάτρη. Ένας όμως πιστός νέος από τον κύκλο του Δημητρίου, ονόματι Νέστωρ, θεώρησε μεγάλη προσβολή την πρόκληση των μισαλλόδοξων ειδωλολατρών και αποφάσισε να παλέψει με τον Λυαίο. Πρώτα όμως έσπευσε στη φυλακή να συμβουλευθεί το Δημήτριο κα να ενδυναμωθεί από αυτόν. Ο Νέστωρ πήρε μεγάλο θάρρος, πήγε στο στάδιο, αντιπαρατάχτηκε με τον αλαζονικό Λυαίο και τον θανάτωσε, προς μεγάλη απογοήτευση και καταισχύνη του ειδωλολατρικού όχλου και ανείπωτη χαρά των Χριστιανών.
        Ο φοβερός Μαξιμιανός καταντροπιάστηκε από το γεγονός αυτό. Δεν περίμενε ένας αδύναμος νέος να σκοτώσει το καύχημά του, τον γίγαντα Λυαίο. Το γεγονός αυτό τον εξαγρίωσε και  τον έστρεψε κατά του δέσμιου Δημητρίου. Έδωσε διαταγή να μεταβεί ένα απόσπασμα στρατιωτών στις φυλακές,  να  κατατρυπήσουν το δέσμιο Δημήτριο με τις λόγχες τους, ώστε να υποστεί αργό και βασανιστικό θάνατο. Ο άγιος υπέμεινε με πρωτοφανές θάρρος το μαρτύριο, συγχωρώντας τους δημίους του και δοξολογώντας το Θεό. Ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος παρέδωσε την αγία του
ψυχή στον Κύριο, λαβαίνοντας τον τιμημένο και αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Κατόπιν αποκεφάλισαν και τον άγιο Νέστορα. Το τίμιο λείψανό του, όπως και του αγίου Νέστορα, τα παρέλαβαν οι πιστοί με μεγάλη ευλάβεια, όπως ταιριάζει σε ήρωες της πίστης του Χριστού και τα ενταφίασαν με τιμές.
        Ο Άγιος Δημήτριος και μετά το θάνατό του ευεργετούσε τους θεσσαλονικείς με άπειρα θαύματα. Κάποιος συγκρατούμενος του Αγίου ονόματι Λούπος, κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβαψε το δακτυλίδι του μάρτυρα στο τίμιο αίμα του, με το οποίο κατόπιν έκανε πολλά  θαύματα. Αλλά συνελήφθη και αυτός και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Ο τάφος του αγίου Δημητρίου ανέβλυζε πολύτιμο μύρο, θεραπεύοντας πλήθος ασθενών, ακόμα και ειδωλολάτρες, οι οποίοι γινόταν κατόπιν ένθερμοι Χριστιανοί. Ο άγιος και νεκρός ακόμα συνέχιζε να μεταστρέφει ανθρώπους στο Χριστό!
      Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν σταμάτησαν οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας, οι πιστοί της Θεσσαλονίκης έκτισαν ναό στον τόπο του μαρτυρίου του αγίου και τον ανακήρυξαν προστάτη της πόλης τους. Αργότερα τον 5ο αιώνα κατεδαφίστηκε ο παλιός ναός και στη θέση του κτίστηκε μεγαλόπρεπη βασιλική, η οποία δεσπόζει μέχρι σήμερα στην συμπρωτεύουσα και μέσα σ’ αυτή φυλάσσονταν τα θαυματουργά λείψανά του. Αυτά όμως αργότερα, την εποχή της Φραγκοκρατίας, τα άρπαξαν οι αιρετικοί παπικοί Φράγκοι και τα μετέφεραν στη Δύση, προς μεγάλη λύπη των πιστών της Θεσσαλονίκης και όλων των Ορθοδόξων. Μόνο το κενό μνημείο του αγίου έμεινε στα υπόγεια του μεγαλόπρεπου ναού, για παρηγοριά των πιστών. Ευτυχώς όμως πριν λίγα χρόνια, η παπική «εκκλησία» επέστρεψε στην πόλη του αγίου την τίμια κάρα του, η οποία φυλάσσεται στο ναό του, ως το πολυτιμότερο σέβασμα της πόλεως.
       Η μνήμη του αγίου Δημητρίου εορτάζεται στις 26 Οκτωβρίου και του αγίου Νέστορα την επομένη ημέρα. Οι θεσσαλονικείς, όπως και όλοι οι όπου γης ορθόδοξοι, τιμούν όπως ταιριάζει τον προστάτη και πολιούχο τους και εκείνος ανταποκρίνεται. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο πως η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έγινε στις 26 Οκτωβρίου 1912, ημέρα της μνήμης του!  


 


 

Λύσις διὰ τὸν Πάφου Τυχικὸν

Γράφει ὁ κ. Δημήτριος Λαμπρόπουλος

  Ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Πάφου  Τυχικὸς εὑρίσκεται εἰς δεινὴν θέσιν. Διέπραξε μεγάλα σφάλματα, ὄχι βεβαίως τὰ ἀνυπόστατα τὰ ὁποῖα τοῦ καταλογίζει ὁ κατήγορος καὶ ταυτοχρόνως δικαστὴς του Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸν συνεβούλευσαν μύωπες τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ἐπέλεξε νὰ προσφύγη εἰς τὸ Φανάρι καὶ ἐκεῖνο ἐπεβεβαίωσε τὴν ἔκπτωσίν του! Ἔδει –ἐὰν διέθετε τὸ σθενὸς- ἤδη νὰ εἶχε ἀπομακρύνει ἐκ τοῦ περιβάλλοντός του ὅσους τὸν ὡδήγησαν εἰς τὸ ἀτόπημα νὰ προσφύγη διὰ δικαίωσιν εἰς τὸ δήμιόν του!

  Ἡ συλλογιστικὴ ἦτο ἐκ θεμελίων ἀνορθόδοξος, ὄχι μόνον –ὡς ἔγραψαν πολλοὶ- διότι εἶναι παράλογον νὰ αἰτῆσαι ἀποκατάστασιν ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θεωρεῖς καὶ διακηρύττεις ὡς ἀνατροπέα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλὰ πρωτίστως ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται καμία ἐκκλησιαστικὴ βάσις, διὰ νὰ προβῆ κάποιος εἰς ἔκκλητον. Διττὸς ὁ λόγος: Πρῶτον, δὲν ὑφίσταται ἔκκλητον, καθὼς αὐτὸ ἦτο δευτεροβάθμιον δικαστήριον, ὅταν ἦτο ἑνιαία ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκησις καὶ αἱ Μητροπολιτικαί Σύνοδοι ἐδίκαζον εἰς πρῶτον βαθμόν, ὁπότε οἱ καταδικασθέντες ἐδικαιοῦντο ἐφετεῖον.

  Δεύτερον, διότι αἱ προσφυγαὶ πρὸς τὴν Σύνοδον τοῦ Κων/λεως ἐγίνοντο ἀπὸ περιοχάς, αἱ ὁποῖαι ὑπήγοντο εἰς αὐτόν. Ὅστις μελετήσει παλαιὰ ἔγγραφα καὶ νόμους θὰ διαπιστώση ὅτι ἀναφέρονται εἰς τὰς ὑποκειμένας εἰς τὸ Φανάρι Μητροπόλεις. Ὡστόσον, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἦτο ἐξ ἀρχῆς αὐτοκέφαλος καὶ ἤδη διακηρυγμένη ὡς ἔχουσα τοιοῦτον καθεστὼς ἀπὸ τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, δηλαδὴ πρὶν κἄν τὸ Φανάρι ὑπαγάγη βαθμιαίως τὰς ἑκασταχοῦ αὐτοκεφάλους Μητροπόλεις εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ἑπομένως, οὐδέποτε ἀνῆκεν εἰς τὴν διοίκησίν του, ὥστε νὰ ὑπάρχη ἡ ὑποψία ἐκκλήτου. Ἂν αὐτὸ συνέβη ἱστορικὰ εἰς ἐνίας περιπτώσεις εἶναι ἄνευ σημασίας, διότι δὲν δημιουργεῖ ἡ ἐξαίρεσις κανονικὸν καθεστώς. Πρόκειται δι’ ἀντικανονικὴν διαδικασίαν καὶ παρέκκλισιν ἐκ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

  Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου περιλαμβάνει δυνατότητα προσφυγῆς εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως δὲν αἴρει τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἀντικανονικόν. Ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Κύπρου περιλαμβάνει καὶ ὑπερεξουσίας τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, αἱ ὁποῖαι εἶναι σαφῶς ἀντικείμεναι εἰς τὰ θεσπίσματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἐπιπλέον, εἶναι ἔγγραφον κατὰ βάσιν πολιτικόν, δηλαδὴ συνομολογίας μὲ τὸ Κράτος διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἐκκλησιαστικόν. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος κάποτε συμμετεῖχε καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, πρᾶξις καθόλα ἀντικανονικὴ καὶ ὑπονομευτική τῆς συνοδικῆς λειτουργίας. Ἐπειδὴ ἦτο νομοθετημένον ἦτο καὶ ὀρθόδοξον; Προδήλως ὄχι!

  Δημιουργοῦνται πραγματικὰ εὔλογα ἐρωτήματα διὰ ποῖον σκοπὸν ἐξώθησαν τινὲς τὸν Πάφου εἰς τὸ ἀπονενοημένον διάβημα, ἀλλὰ κατὰ πόσον καὶ ὁ ἴδιος εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ σταθμίση μὲ νηφαλιότητα τὰ βήματα αὐτοῦ. Ὤφειλεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν νὰ δώση προσοχὴν εἰς ὅσα ἐγράφοντο ἀπὸ αὐτὸ ἐδῶ τὸ βῆμα, τὸ ἀνιδιοτελές, ἀνυπόκριτον καὶ πλῆρες εὐαισθησίας διὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα. Ἀπαιτεῖται λόγος τεκμηριωμένος μὲ διαυγεῖς λύσεις, ὑπευθυνότητα καὶ διορατικότητα. Ποίαν διορατικότητα εἶχον ὅσοι προέτρεπαν τὸν Πάφου νὰ καταφύγη εἰς τὸ Φανάρι, ὅταν ὅλαι αἱ ἀποφάσεις του εἶναι προδιαγεγραμμέναι, ἀφοῦ ἔχει καταργήσει τὸ συνοδικὸν σύστημα; Ὡς πρόβατον ἤχθη εἰς προμελετημένην καταδίκην!

  Προφανῶς, εἶναι ἄδικος ἡ ἀπόφασις τοῦ Φαναρίου, καθὼς οἱ διωρισμένοι ὑπὸ τοῦ Κων/λεως Ἀρχιερεῖς δὲν ἐγγυῶνται δικαίαν δίκην. Τὸ ἔχει πράξει καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ὅταν ἤλλαξε τὴν σύνθεσιν κατὰ τὸ δοκοῦν ἢ μᾶλλον κατὰ τὸ συμφέρον, ὥστε νὰ ἔχη τὴν (προσυνενοημένην;) πλειοψηφίαν, διὰ νὰ ἐπιβάλη ποινάς!

  Πρόκειται, ἑπομένως, διὰ κακοδικίαν, καὶ τοῦτο δύναται νὰ τὸ ἀξιοποιήση πρὸς τὸ συμφέρον του, καταγγέλλων τὴν διαδικασίαν. Ἡ κακοδικία ὁδηγεῖ εἰς ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου, καθὼς ἡ καταδίκη του ἦτο προκαθωρισμένη.

  Ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τοῦ προσέφερεν αὐτὴ ἡ λανθασμένη διαδικασία, διότι «οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ», εἶναι ἡ παραδοχὴ εἰς τὸ ἐπίσημον ἀνακοινωθὲν τοῦ Φαναρίου (17/10/2025) ὅτι «Κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ φακέλλου τοῦ θέματος, διεπιστώθησαν παραλείψεις κατὰ τὴν ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ ὡς πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου αὐτῆς»! Διακηρύσσεται δημοσίως urbi et orbi ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου κατὰ τὴν ἐκδίκασιν! Ἡ μὲν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου δὲν πρόκειται νὰ τὸ λάβη ὑπόψιν της (καίτοι θὰ ἔπρεπε καθὼς ἀνοίγει τεράστια ζητήματα ἀξιοπιστίας καὶ ὑπονομεύσεως τοῦ κύρους της), διὰ τὰ δικαστήρια ὅμως εἶναι πειστήριον ἐξ «ἐπισημοτάτου ἀρχῆς» ὅτι ὑπῆρξε καὶ κακοδικία εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν ἐκδικάσεως! Ὀφείλει ἑπομένως ὁ Πανιερώτατος νὰ προσφύγη εἰς κυπριακὰ, ἀλλὰ καὶ διεθνῆ δικαστήρια, προσκομίζων τὴν ἐπιβεβαίωσιν ὅτι παρεβιάσθησαν τὰ συμπεφωνημένα Ἐκκλησίας-Πολιτείας καὶ μάλιστα εἰς τὸ πεδίον τοῦ δικαίου!

  Νὰ ὑπομνήσωμεν ὅτι ἡ καταφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι μόνον ἠθικὴ ὑποχρέωσις, ἀλλὰ καὶ ἔχει τὰς ρίζας αὐτῆς εἰς τὴν βυζαντινὴν πρακτικήν, ὅπου ἀκόμη καὶ ἀποφάσεις τοῦ Πατριαρχείου «ἀνακρίνειν δυνάμενος καὶ διορθοῦσθαι ὁ βασιλεύς, πολλῷ μᾶλλον ὁ συνδικάστην διδούς, δι’ οὐδὲν ἄλλο πάντως, ἀλλ’ ἤ διὰ τὸ δεδιέναι τὸν δικαζόμενον μὴ γένηταί τι παρὰ τῆς συνόδου ἐξ ἀπειρίας ἢ ἀδικίας τῶν δικαζόντων βλαβερὸν ἐπ’ αὐτῷ, πολλῷ πλέον ἀναψηλαφήσει τὰ κριθέντα καὶ διορθώσεται καὶ τῷ ἐξ ἀδικίας ἢ ἀπειρίας τῶν δικασάντων ζημιωθῆναι κινδυνεύοντι περιποιήσεται τὸ ἀζήμιον» (Dosuments Inedits D’ Ecclesiologie Byzantine, σελ. 332 ἑξ.). Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ὑπάρχει, διὰ νὰ διορθώνη τὰς ἀνθρωπίνας ἀτασθαλίας ἐνίων καλουμένων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν.

  Τὸ κυριώτερον ὅμως τὸ ὁποῖον ἔχει χρέος νὰ πράξη ὁ Παν. Τυχικὸς καὶ ἀποτελεῖ καὶ τὸ πλέον βασικὸν «ὅπλον» του εἶναι νὰ ἀποταθῆ εἰς ὅλας τὰς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας. Εἴχαμε συμβουλεύσει αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, ἀλλὰ αἱ κυκλώσασαι αὐτόν Σειρῆνες ἐσαγήνευσαν καὶ ἔπεισαν αὐτὸν νὰ φορέση ὠτοασπίδας μόνον εἰς ὅσα ἐγράφοντο εἰς τὸν «Ο.Τ.». Τραγικόν… Ἡ διεθνοποίησις τοῦ ζητήματος δὲν τυγχάνει ἁπλῶς μία συνήθη καὶ ἀποτελεσματικὴ στρατηγικὴ εἰς τὰ κοσμικὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἡ ἀρχὴ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δύναται χρείας οὔσης νὰ νομοθετῆ ὑπὸ συνήθεις περιστάσεις ὡσαύτως ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς γενικῆς νομοθεσίας, ἐὰν ἅπαντες οἱ ἐπίσκοποι, καίπερ μὴ συνελθόντες ἐν συνόδῳ, προβάλλωσιν ὁμογνωμόνως καὶ ὁμοφώνως διδασκαλίαν τινὰ ἐπὶ ἀντικειμένου» (Μίλας, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, σελ. 414) δύναται νὰ ἐφαρμοσθῆ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν καθὼς τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ κατηγορητήριον (ἀποτείχισις, τιμὴ ἁγίου πρὸ τῆς ἁγιοκατατάξεως κ.ἄ.) ἀπασχολοῦν εὐρύτερα τὸν Ὀρθόδοξον κόσμον.

  Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὁ Πάφου ἔχει τὴν διέξοδον, καταφεύγων εἰς ὅλας τὰς Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας νὰ ζητήση Μείζονα καὶ Ὑπερτελῆ Σύν­οδον, διὰ νὰ ἐκδικάση τὴν ὑπόθεσίν του, καθὼς ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἐξήντλησε τὸ πρωτοβάθμιον δικαστήριον μὲ τὴν σύνθεσιν τῆς ὁλομελείας. Ἔχει συμβῆ καὶ εἰς τὸ παρελθὸν νὰ συγκαλοῦνται τοιαῦται Σύνοδοι ὄχι μόνον διὰ νὰ τηροῦνται τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων σχετικὰ μὲ τὴ διεξαγωγὴν δικαίας δίκης, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐξευρεθῆ ὁριστικὴ λύσις εἰς διεκκλησιαστικὰ θέματα. Τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ παρόν, καθὼς ἐμπλέκεται ἄμεσα καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ δὴ ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Τὸ ἂν θὰ θέση τὴν Ἀρχιερωσύνην του πρώτην ὁ Πανιερώτατος καὶ θὰ προβῆ εἰς τοιαύτην ἐνεργείαν ἢ ἐὰν θὰ προτιμήση τὴν καταπάτησίν της βολευόμενος εἰς ἕνα ἀρχιεπισκοπικὸν γραφεῖον, ἂς τεθῆ θέμα προσευχῆς καὶ μελέτης τοῦ ὀρθοῦ ἐκκλησιολογικοῦ φρονήματος.

orthodoxostypos



Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2025

 


ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ


       Μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της αρχαίας Εκκλησίας υπήρξε ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος επίσκοπος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και συγγραφέας της ομωνύμου Καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης.
      Ήταν Ιουδαίος την καταγωγή και σύμφωνα με την παράδοση, γιος του μνήστορος  Ιωσήφ, ο οποίος ήταν παντρεμένος πριν μνηστευθεί την Παρθένο Μαρία και είχε χηρέψει. Είχε δε επτά παιδιά, τον Ιάκωβο, τον Ιωσή, τον Ιούδα, τον Σίμωνα ή Συμεών, την Εσθήρ, την Μάρθα και τη Σαλώμη, η οποία αργότερα έγινε η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη. Ο Ιωσήφ μετά τη χηρεία του μνηστεύτηκε, κατά θεία οικονομία, την Παρθένο Μαρία, για να μεγαλώσει τα παιδιά του, αλλά κυρίως να γίνει ο θετός πατέρας και ο προστάτης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και ο Ιάκωβος αναφέρεται ως Αδελφόθεος, αφού έζησαν μαζί κάτω από την ίδια στέγη σαν αδέλφια.
 Από μικρό παιδί διακρίνονταν για την υπακοή του, την ευσέβειά του και τα χαρίσματά του και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν Ιοβλίαν, δηλαδή δίκαιο στα εβραϊκά. Άκουγε με προσοχή τα ιερά γράμματα και τις διηγήσεις για την μεσσιανική. Ήταν εγκρατής και νήστευε δια βίου από τροφές που προερχόταν από έμψυχα όντα (κρέας, ψάρια, θαλασσινά, κλπ). Ουδέποτε δοκίμασε το κρασί. Προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό και τον παρακαλούσε να τον αξιώσει να ζήσει στην μεσσιανική εποχή. Να αξιωθεί να δει το Μεσσία και Λυτρωτή του κόσμου.
        Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την παιδική ηλικία του και τη σχέση του με τον Ιησού. Φανταζόμαστε ότι θα ήταν αρμονικές και ευλογημένες, όπως ταιριάζει σε μια ιερή οικογένεια, της οποίας μέλος της ήταν ο ίδιος ο Θεός Λόγος. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι δε γνώριζε η οικογένεια ποιος ήταν ο Ιησούς, μέχρι την Βάπτισή του από Ιωάννη τον Πρόδρομο και την φανέρωση από το Θεό Πατέρα της πραγματικής Του ιδιότητας, ως Υιός του Θεού και Λυτρωτής του κόσμου. Φαίνεται ότι αφότου πληροφορήθηκε και ο Ιάκωβος για την ιδιότητα του Ιησού, πίστεψε σ’ Αυτόν και έγινε αφανής ακόλουθός Του.
      Μετά την Πεντηκοστή οι άγιοι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ εκτιμώντας τις αρετές και την αγιότητα του Ιακώβου, τον εξέλεξαν πρώτο επίσκοπο της αγίας πόλεως. Αμέσως μετά την εκλογή του άρχισε με πρωτοφανή ζήλο το επισκοπικό του έργο. Κήρυττε ακατάπαυστα Ιησούν Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα, τον μοναδικό λυτρωτή και σωτήρα του κόσμου. Γνώριζε στους ομοφύλους του Ιουδαίους ότι ο Ιησούς Χριστός, που εκείνοι απόρριψαν και σταύρωσαν είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, που είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και κήρυττε μετάνοια και πίστη σ’ Αυτόν. Έδινε ο ίδιος το παράδειγμα της μετάνοιας και της συντριβής. Από τις πολλές γονυκλισίες είχαν γίνει τα γόνατά του σκληρά σαν της καμήλας. Έδινε το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης, για να δείξει στους Ιουδαίους ότι η υπεροψία οδηγεί στην απιστία.
     Μια από τις σπουδαίες ποιμαντικές του φροντίδες ήταν να συγγράψει την εμπειρία του για τη νέα πίστη. Συνέγραψε λοιπόν την γνωστή μας Καθολική Επιστολή Ιακώβου, την οποία υπογράφει ο ίδιος ως «Ιάκωβος, Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού δούλος». Θεωρείται ως η Επιστολή της γνήσιας χριστιανικής ζωής, διότι σε αυτή με απλό τρόπο ο άγιος Ιάκωβος οριοθετεί την ζωή του Χριστιανού, η οποία θα πρέπει να κινείται πάνω στον άξονα πίστη – αγάπη. Τονίζει με έμφαση τη νέα μας ιδιότητα ως παιδιών του Θεού, ο Οποίος χαρίζει τις αστείρευτες δωρεές Του, τις οποίες πρέπει να μοιραζόμαστε ισάξια εμείς τα παιδιά Του. Στηλιτεύει την πλεονεξία ως απόλυτα ξένη με την χριστιανική ιδιότητα και καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων να
διέπονται από δικαιοσύνη και αγάπη. Μάλιστα στο 5ο  κεφάλαιο, αναφέρεται με πολύ σκληρές εκφράσεις στους εκμεταλλευτές εργοδότες των εργατών τους, επισείοντας την αιώνια κόλαση σ’ αυτούς, ώστε να θεωρείται το πρώτο στην ιστορία κείμενο, το οποίο οριοθετεί με τόση σαφήνεια το προαιώνιο πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης!
     Για όλα αυτά οι άγιοι Απόστολοι σέβονταν και ευλαβούνταν τον άγιο Ιάκωβο. Κατά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (49 μ. Χ.), του δόθηκε η προεδρεία. Ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή του αναφέρεται με σεβασμό προς αυτόν.
      Αλλά όπως ήταν φυσικό η ποιμαντική δράση του αγίου Ιακώβου δημιούργησε ισχυρή έχθρα προς το πρόσωπό του. Οι μεταστροφή πλήθους Ιουδαίων στη χριστιανική πίστη θορύβησε τους άρχοντές τους. Ο αρχιερέας Άνανος ξεσήκωσε μια ομάδα φανατικών, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του. Μάλιστα για να τον παγιδεύσουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι πήγαν και του ζήτησαν να μιλήσει στο λαό για το ποιος ήταν ο Ιησούς». Ο άγιος Ιάκωβος ομολόγησε με πρωτοφανές θάρρος  ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου. Πως τώρα κάθεται στα δεξιά Θεού και ως αιώνιος μεσίτης μας. Ακούγοντάς τον πολλοί Ιουδαίοι πίστεψαν και φώναξαν «Ωσαννά τω Υιώ Δαβίδ»! Αντίθετα οι άπιστοι όρμησαν επάνω του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο πτερύγιο του Ναού, δηλαδή ένα τεράστιο και πανύψηλο γείσο στη στέγη, από όπου τον γκρέμισαν για να σκοτωθεί.

      Αλλά ο άγιος Ιάκωβος πληγωμένος ήταν ακόμη ζωντανός. Οι φανατικοί Ιουδαίοι πήραν πέτρες στα χέρια τους και τον λιθοβολούσαν με μίσος. Εκείνος πλημυρισμένος στο αίμα παρακαλούσε το Θεό να συγχωρήσει τους δημίους του. Κάποιος ευσεβής Ιουδαίος ονόματι  Ρηχάβ διαμαρτυρήθηκε για το άδικο μαρτύριο του δίκαιου Ιακώβου. Τότε οι δήμιοι άρπαξαν ένα ξύλο και έλυσαν το κεφάλι του Ρηχάβ και μετά αποτέλειωσαν τον Ιάκωβο, ο οποίος είναι από τους πρώτους μάρτυρες της Εκκλησίας μαςΗ μνήμη του τιμάται στις 23 Οκτωβρίου, κατά την οποία τελείται η αρχαιοπρεπής Θεία Λειτουργία, η οποία θεωρείται ποίημα δικό του.      


Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2025

 

Ο θάνατος

 


Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν μὴν κλαῖνε τοὺς νεκροὺς ἀ­παρηγόρητα, μὴ πενθοῦν χω­ρὶς ἐλπίδα”


Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)

“Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συν­επορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγον­τες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ”.

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο βιβλίο ἀνώτερο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Νὰ μὴν τ᾽ ἀκοῦμε μόνο τὴν Κυ­ριακή· νὰ ὑ­πάρχῃ καὶ στὸ σπίτι, κάθε μέρα ὁ πα­τέρας νὰ διαβάζῃ ἕνα κομμάτι, νὰ τ᾽ ἀκοῦνε ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά. Ὅπου ὑπάρχει τὸ Εὐ­αγγέλιο, ἐκεῖ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ σταθῇ.

* * *

Τὸ εὐαγγέλιο λοιπὸν σήμερα μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ κάτι ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουμε νὰ μιλήσου­με. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα κ᾽ οἱ ἄν­θρωποι μι­λᾶνε ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ. Μι­λᾶνε στὸ σπίτι, στὸ καφενεῖο, στὸ δρό­μο, στὰ σχολεῖα, στὰ πανεπιστήμια… Γιὰ τί μιλᾶ­νε; Γιὰ λεφτά, ἐπιστῆμες, γνῶσι καὶ γράμματα· γιὰ γάμους, συνοικέσια, διαζύγια· γιὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, πολιτική, ποδόσφαιρο – μπάλλα… Γιὰ ὅ­λα μι­λᾶ­νε, καὶ μόνο γιὰ ἕνα δὲν τολμοῦν νὰ μιλήσουν. Ποιό εἶν᾽ αὐτό, ποὺ ὁ ἄν­­­θρωπος ὁ τόσο φλύαρος δὲν τολμᾷ νὰ τὸ φέ­ρῃ στὸ λό­γο του; Εἶ­νε κά­­τι ἑ­κατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιο. Ποιό δηλαδή· ὅτι ὅ­λοι ἐ­μεῖς θὰ ἔρθῃ μιὰ ὥρα ποὺ θὰ πεθάνουμε· εἶνε ὁ θάνατος!

Γιὰ τὸ θάνατο δὲν μιλάει καν­είς λοιπόν. Ἀ­πο­φεύγουν. Στὶς σύγχρονες πολιτεῖες, ποὺ ὑπάρ­χουν γραφεῖα κηδειῶν, ἐπιβλή­θηκε πλέον νὰ μὴν τὰ λένε «γραφεῖα κηδειῶν», ἀλλὰ νὰ τὰ λέ­νε «γραφεῖα τελετῶν», γιὰ νὰ μὴν ταρά­ζωνται οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἐνθύμησι τοῦ θα­νά­­του. Ἐπίσης, ἐνῷ παλαιότερα τὸ νεκρὸ τὸν εἶχαν ἀ­σκέπαστο, ὥστε νὰ τὸν βλέ­που­με καὶ νὰ λέμε «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2· 12,8), τώρα τὸν σκεπά­­­ζουν νὰ μὴν τὸν βλέπουν καὶ λυποῦνται. Ἐ­πίσης, ἐνῷ ἄλλοτε τὰ φέρετρα τὰ ἔβγαζαν ἔξω ἀπὸ τὰ καταστήματα τῶν γραφεί­ων, τώρα τὰ κρύβουν μέσα. Ἀ­ποφεύγουν ὅ,τι θυμίζει θάνατο. Πολλοὶ ἐπίσης –δὲν ξέρω ἂν τὸ κάνε­τε κ᾽ ἐσεῖς–, ἅμα ἀκούσουν τὴ λέξι θάνατος, λένε «Χτύπα ξύλο», νομίζοντας πὼς ἔτσι φεύγει τάχα ὁ θάνατος.

Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν γιατὶ ὁ θάνατος προ­καλεῖ δυσφορία, φόβο καὶ τρόμο. Γιατί ἆραγε; Διότι ὁ θάνατος εἶνε κάτι ἀντίθετο μὲ τὴ φύσι μας. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε νά ᾽νε ἀ­θάνατος, ὅπως καὶ οἱ ἄγγελοι, νὰ μὴν πεθάνῃ ποτέ. Δυσ­τυχῶς ὅμως ἁμάρτησε. Καὶ ὅπως ὅταν στὸ μῆ­λο μπῇ σκουλήκι τὸ μῆλο σαπίζει καὶ κοντὰ σ᾽ αὐτὸ σαπίζουν καὶ τ᾽ ἄλ­λα μῆλα πού ᾽νε στὸ κα­λάθι, ἔτσι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ἡ ἁμαρτία στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἄλλαξε ἡ φύσι τοῦ ἀν­θρώπου· ἡ ἁμαρτία ἔφθειρε τὶς σωματικὲς καὶ πνευματικὲς καὶ διανοητικὲς ἱκανότητές του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἀσθένεια καὶ τελικὰ νὰ ἔλθῃ ὁ θάνατος. «Τὰ ὀ­­ψώνια τῆς ἁ­μαρτίας θάνατος» (῾Ρωμ. 6,23)· ἡ ἁμαρτία προκάλεσε τὴν ἀσθένεια, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο.

Ἀπὸ τότε ὁ θάνατος ἔγινε κυρίαρχος βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, ὁ χάρος ποὺ λένε. Ἐνσκήπτει παντοῦ, σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ σὲ ὁ­ποιονδήποτε ἄνθρωπο. Ἁρπάζει τὸν ἀσπρομάλλη γέ­ρο ἀλλὰ καὶ τὸ χαριτωμένο παιδάκι ἀ­π᾽ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας, τὸν φτωχὸ ἀλλὰ καὶ τὸν πλούσιο, τὸν ἀγράμματο ποὺ δὲν ξέρει νὰ βά­λῃ τὴν ὑπογραφή του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐ­πιστήμο­να ποὺ στέλνει πυραύλους καὶ διαστημόπλοια σὲ ἄλλους πλανῆτες, τὸν στρατι­ώτη ἀλλὰ καὶ τὸ στρατηγὸ καὶ τὸ βασιλιᾶ. Ὑπῆρχε ἄλλος πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ποὺ ἔ­φτασε τόσο μακριά; καὶ ὅμως ἦρθε στιγμὴ ποὺ πέθανε κι αὐτός· καὶ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὸν χωροῦσε ὁ κόσμος, τὸν χώρε­σε ἕ­νας λάκκος δυὸ μέτρα· ἐκεῖ μέσα μπῆκε. «Μα­ταιό­της ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης».

Ὁ θάνατος, ὅπως εἴπαμε, προκαλεῖ ἀνησυ­χία. Καὶ ὅπως ὅταν φυσάῃ ἄνεμος στὸ δάσος σείονται ὅ­λα τὰ φύλλα, ἔτσι καὶ ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου ταρά­ζει ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ θάνατος δημιουργεῖ φόβο καὶ τρόμο. Γι᾽ αὐτό, ὅταν κά­ποιος πεθά­νῃ, κοιτάζουν νὰ τὸν θάψουν ἆρον – ἆρον, τὸ συν­τομώτερο, ἐνῷ παλαιότερα τὸν κρατοῦσαν. Ὁ ἅ­γιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Τὸ νεκρὸ «νὰ μὴ τὸν θάπτετε, ἀλλὰ νὰ τὸν φυ­λάττετε εἰκοσιτέσσαρες ὧ­ρες· καὶ νὰ μαζεύε­σθε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ νὰ τὸν στοχά­ζεσθε καλά, διότι καλύτερος διδάσκαλος δὲν εἶνε ἄλ­λος ἀπὸ τὸν θάνατον» (ἡμέτ. ἔργ. σσ. 120-121).

Κάποιοι, ἀπὸ ἀγωνία γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, κάνουν τὴ μεγάλη ἁμαρτία νὰ καταφεύ­γουν στὸν δαίμονα, πηγαίνουν δηλαδὴ σὲ μέν­τι­ουμ, στοὺς πνευματιστάς· καὶ τοὺς πληρώνουν ἁδρά, γιὰ νὰ μάθουν «εἰδήσεις» γιὰ ἐκεί­νους ποὺ ἔχουν περάσει τὴ γέφυρα τοῦ θανά­του. Προσοχή, ὁ διάβολος ἐξαπατᾷ καὶ παραπλανᾷ!

Ἀλλὰ σήμερα τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θάνατο; Μιὰ μεγάλη εὐχάριστη εἴδησι· ὅτι κάποιος νίκησε τὸ χάρο. Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Ἕ­νας, κανείς ἄλλος· οὔτε πλούσιος, οὔτε βασιλιᾶς, οὔτε σοφός. Προσπαθεῖ ἡ ἐπιστήμη νὰ νικήσῃ τὸ θάνατο· ἀδύνατον. Μόνο ὁ Χριστὸς πάλεψε μαζί του καὶ τὸν νίκησε. Πολλὲς φορὲς τὸν νίκησε, ὅπως βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο.

Μία φορὰ ἦταν ὅταν πῆγε στὸ σπίτι ἑνὸς ἄρχοντα καὶ βρῆκε τὸ κορίτσι του πεθαμένο. Καὶ ὅπως ἡ μάνα ξυπνάει τὸ παιδί, ἔτσι ὁ Κύρι­ος ἀνέστησε τὸ κορίτσι. «Ἡ παῖς, ἐ­γεί­ρου», τῆς εἶπε, καὶ ἡ νεκρὴ ἀναστήθηκε (Λουκ. 8,54).

Ἡ δεύτερη φορὰ εἶνε αὐτὴ ποὺ περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ γυιὸ μιᾶς χήρας γυναίκας στὴν πόλι Ναΐν. Καθὼς πλησίαζε ἐκεῖ, ἄκουσε θρῆνο καὶ κοπετό· γινόταν κηδεία. Πίσω ἀπ᾽ τὸ νεκρὸ ἔ­κλαιγε ἡ μάνα γοερά, καὶ κόσμος πολὺς ἀκολουθοῦσε. Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, πλησίασε στὸ φέρετρο καὶ λέει στὴ γυναῖκα· Μὴν κλαῖς. Ἔπειτα μὲ ἕνα λόγο, «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐ­γέρθητι» (Λουκ. 7,14) –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους, ἐμεῖς πιστεύουμε–, ἀμέσως τὸ παιδί, λὲς καὶ τὸ πέρασε ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, ζωντάνεψε καὶ ἀνακάθησε μέσα στὴν κάσσα. Καὶ εἶδαν τὸ θαῦμα ὄχι ἕνας καὶ δυὸ ἀλλὰ πλῆ­θος κόσμου, ποὺ πίστεψαν καὶ δόξαζαν τὸ Θεό.

Τὸ τρίτο θαῦμα ἔγινε πρὶν τὴν ἡμέρα τῶν Βα­ΐων. Ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ νεκροταφεῖο, ὅ­­που ἦ­ταν θαμμένος ἕνας φίλος του πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Προσευχήθηκε καὶ φώναξε δυνα­­τὰ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰω. 11,43)· κι ὁ Λάζαρος ἀναστήθηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Ἀλλὰ καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ἐνῷ ὁ Χρι­στὸς ἦταν στὸ σταυρὸ κι ὁ ἥλιος σκοτίστηκε καὶ ἡ γῆ σείστηκε, ὅταν εἶπε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30), τὰ μνήματα ἄνοιξαν, βγῆκαν νεκροὶ καὶ παρουσιάστηκαν σὲ πολλούς (βλ. Ματθ. 27,52-53).

Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη πιὸ μεγάλο, ποὺ μᾶς πείθει πλέον ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασις, ποιό εἶνε; Εἶνε αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε κάθε Κυριακή· ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος, μὲ σφραγισμένο τὸν τάφο ἀναστήθηκε, βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητάς.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν μὴν κλαῖνε τοὺς νεκροὺς ἀ­παρηγόρητα, μὴ πενθοῦν χω­ρὶς ἐλπίδα. Σὲ κά­ποια μέρη ἔχουν τὴν κα­κὴ συνήθεια, στὸ πένθος νὰ μὴν πατᾶνε στὴν ἐκ­κλησία, λὲς καὶ ὁ ναὸς εἶνε τόπος διασκεδάσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἡ μάνα ποὺ παρη­γορεῖ· τότε ἀκριβῶς, τὸν καιρὸ τοῦ πένθους, ἔχεις ἀνάγκη νά ᾽σαι κοντά της. Σατανικὰ ἔθιμα αὐ­τά, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ πο­νηρὸς ξεκόβει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Θεό.

Τί εἶνε, ἀγαπητοί μου, ὁ θάνατος; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· «Ὅταν κοιμώμεθα δὲν εἴμεθα ὡσὰν ἀποθαμένοι; Ὁ ὕπνος τί εἶ­νε; Μι­κρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕ­­πνος» (ἡμέτ. ἔργ. σ. 176). Ἡ μάνα ὅταν βλέπῃ τὸ παιδάκι νὰ κοιμᾶται δὲν κλαίει· ξέρει ὅτι ἀναπαύεται καὶ τὸ πρωὶ θ᾽ ἀνοίξῃ τὰ ματάκια του. Ἔτσι καὶ ὁ θά­νατος· ἕνας ὕπνος εἶνε, καὶ κάθε ξύπνημα μιὰ ἀνάστασις. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶ­νε σὰν τὰ ζῷα· ἔχει μεγαλεῖο, πλάστηκε γιὰ τὴν αἰωνιότητα, δὲν τελειώνει μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθά­φτη.

Τί ἄλλο εἶνε ὁ θάνατος; Μιὰ ἀλλαγὴ κατοικίας. Φεύγεις ἀπὸ ἕνα σπίτι παλαιὸ καὶ πηγαί­νεις σὲ ἕνα καινούργιο· φεύγουμε ἀπὸ τὴν κα­λύβα αὐτῆς τῆς γῆς, γιὰ νὰ πᾶμε στὰ παλάτια τοῦ οὐρανοῦ· αὐτὸ πιστεύουμε. Ὅπως ὅταν κάποιος φεύγῃ στὸ ἐξωτερικὸ ξέρετε ὅτι ζῇ ἐ­κεῖ, καὶ ἂν μάλιστα μάθετε ὅτι περνάει καλὰ χαίρεστε, ἔτσι καὶ ἐδῶ. Ὅσο εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει Ἀμερική, τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει ὁ ἄλλος κόσμος. Ναί!

Ἔχουμε καμμιὰ ἀπόδειξι; Κάθε βῆμα καὶ ἀ­πόδειξι. Εἶνε Ὀκτώβριος καὶ βλέπω τὰ χωρά­φια σπαρμένα. Ὁ γεωργὸς θάβει τὸ σπόρο στὴ γῆ νὰ σαπίσῃ, καὶ ἀπὸ τὸν σάπιο σπόρο βγαίνει κατόπιν ἕνα ὡραῖο στάχυ ἢ λουλούδι ἢ δέν­τρο. Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μὲ τὴν ταφὴ σαπίζουμε μέσ᾽ στὴ γῆ σὰν τὸν σπόρο, καὶ μὲ τὴν ἀνάστασι θὰ βγῇ κατόπιν ὁ καινούργιος ἄν­θρωπος (βλ. Α΄ Κορ. 15,37-38). Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» (Σύμβ. πίστ. 11). Ἔτσι ζοῦσαν οἱ παλαιότεροι καὶ γι᾽ αὐτὸ εὔχονταν μεταξύ τους «Καλὴ ψυχή!».

* * *

Τὸ πρακτικὸ δίδαγμα ποιό εἶνε, ἀδελφοί μου; Δὲν ξέρουμε πότε θὰ πεθάνουμε, ἄγνωστη ἡ ὥ­ρα. Νὰ εἴμαστε λοιπὸν ἕτοιμοι. Τὰ εἰσιτήριά σας, τὰ εἰσιτή­ριά μας! Τὸ δὲ εἰσιτήριο γράφει· πίστις, μετάνοια, ἀγάπη, ἔργα καλά. Κι ὅταν ἔρ­θῃ ἡ ὥρα, νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Γαλάτειας – Ἑορδαίας τὴν 19-10-1980.



 

 

Ἐσύ, παπποῦ, πολέμησες στὸν Μακεδονικὸ Ἀγῶνα;

Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός


Αὐτὴν τὴν Κυριακή, καλό μου ἐγγονάκι, τιμοῦμε τὴν ἐπέτειο τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Στὶς ἐκκλησιές μας θὰ γίνουν μνημόσυνα γιὰ τοὺς Μακεδονομάχους καὶ θὰ ψαλοὺν δοξολογίες. Τὰ σπίτια καὶ τὰ δημόσια κτίρια θὰ σημαιοστολιστοῦν. Οἱ δάσκαλοι, στὰ σχολεῖα, θὰ μιλήσουν στὰ παιδιὰ γιὰ τὶς θυσίες καὶ τὰ μαρτύρια τῶν ἀγωνιστῶν καὶ οἱ προτομές των μακεδονομάχων θὰ στολιστοῦν μὲ δάφνινα στεφάνια.
Καὶ γιατί ὅλα αὐτά, παπποῦ; Τόσο σημαντικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ἐπέτειος;
Εἶναι πολὺ σημαντική, παιδί μου, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν τῆς ἔχουμε δώσει τὴν ἀξία καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ τῆς πρέπει. Ἀρκεῖ νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἡ ἐπέτειος αὐτὴ τιμᾶται μονάχα ἐδῶ, στὰ χώματα τῆς Μακεδονίας μας, ἐνῷ σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα δὲν γίνεται οὔτε ἡ παραμικρὴ ἀναφορά. Κι ἂς ἔχουνε πεῖ γνωστοὶ ἱστορικοὶ καὶ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες ὅτι ἡ ἐπέτειος τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα εἶναι ἰσάξια μὲ ἐκείνη τῆς 25ης Μαρτίου.
Ἐσύ, παπποῦ, πολέμησες στὸν Μακεδονικὸ Ἀγῶνα;
Ἐγώ, ἄγγελέ μου, δὲν πολέμησα. Πολέμησε, ὅμως, ὁ πατέρας μου, δηλαδὴ ὁ προπάππος σου. Ὁ Ἀγῶνας τὸν εἶχε βρεῖ παλληκαράκι εἴκοσι χρονῶν. Σὰν νὰ τὸν βλέπω, τώρα, νὰ μᾶς διηγεῖται γεγονότα καὶ περιπέτειες ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα... 

Καὶ τί σᾶς ἔλεγε, παπποῦ;
Θυμᾶμαι, ποὺ μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὸν Παῦλο Μελᾶ, γιὰ τὸν καπετὰν Ἄγρα καὶ τὸν βάλτο των Γιαννιτσῶν, γιὰ τὸν δεσπότη της Καστοριάς, τὸν Γερμανὸ Καραβαγγέλη, γιὰ τὸν καπετὰν Ράμναλη καὶ πιὸ πολὺ θυμᾶμαι, ποὺ τὰ μάτια του ἤτανε συνεχῶς βουρκωμένα. Μᾶς τραγουδοῦσε στὸ τέλος καὶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Παύλου Μελᾶ καὶ μετὰ ἔπεφτε σὲ βαθεῖς συλλογισμούς.

-Μὲ ποιούς πολεμοῦσε ὁ Παῦλος Μελάς, παπποῦ;
Χρυσό μου ἐγγονάκι, ὁ Παῦλος Μελὰς στὰ 1904, τότε δηλαδὴ ποὺ ἡ Μακεδονία μας κινδύνεψε πάρα πολύ, ἦταν ἕνας γενναῖος ἀνθυπολοχαγός, ποὺ ἄφησε, στὴν Ἀθήνα, τὴν γυναῖκα του καὶ τὰ δυὸ του μικρὰ παιδιὰ καὶ ἦρθε ἐδῶ στὴν Μακεδονία, μαζὶ μὲ ἄλλους ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, γιὰ νὰ ὀργανώσει τὸν Ἀγῶνα καὶ νὰ σώσει τὴν Μακεδονία μας.

Ἀπὸ ποιούς νὰ τὴν σώσει, παπποῦ; Ἡ Μακεδονία δὲν ἦταν ἐλεύθερη τὸ 1904;
Στὰ χρόνια ἐκεῖνα, ἡ Ἑλλάδα μας δὲν ἤτανε ἔτσι ὅπως τὴν ξέρεις σήμερα. Ἡ ἐλεύθερη Ἑλλάδα ἔφτανε τότε μέχρι την Ἐλασσόνα. Λίγο πάνω ἀπὸ τὴν Λάρισα, δηλαδή. Ἡ Μακεδονία μας στὰ 1904 ἦταν ἀκόμα σκλαβωμένη στοὺς Τούρκους, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θράκη καὶ τὰ νησιά μας.
Τὸ πρόβλημα, ὅμως, τότε, δὲν ἤτανε μονάχα ὁ τούρκικος ζυγός. Ὁ πιὸ μεγάλος κίνδυνος ἦταν ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους.

Γιατί, παπποῦ; Τί ἔκαναν οἱ Βούλγαροι καὶ κινδύνεψε τόσο πολὺ ἡ Μακεδονία μας;
Οἱ Βούλγαροι, στὰ 1870, ἔφυγαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ ἵδρυσαν δικό τους πατριαρχεῖο, τὴν λεγόμενη βουλγαρικὴ ἐξαρχία. Ἀπὸ τότε καὶ μετὰ ἔβαλαν σκοπό τους, νὰ μᾶς ἀναγκάσουν ὅλους τοὺς Μακεδόνες νὰ μιλᾶμε τὴν βουλγάρικη γλῶσσα, νὰ ἔχουμε στὰ σχολεῖα μας Βούλγαρους μονάχα δασκάλους καὶ οἱ παπᾶδες μας νὰ ὑπάγονται ἐκκλησιαστικῶς στὴν βουλγάρικη ἐξαρχία καὶ ὄχι στὸ δικό μας τὸ Πατριαρχεῖο. Μὲ ἄλλα λόγια, βάλθηκαν νὰ μᾶς ἁρπάξουν τὴν Μακεδονία μας καὶ νὰ τὴν κάνουνε βουλγαρική.
Στὴν ἀρχὴ προσπάθησαν νὰ τὸ πετύχουν μὲ τὸ καλό. Μὲ δῶρα καὶ μὲ ὑποσχέσεις. Σὰν εἶδαν, ὅμως, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀντιστέκονταν καὶ δὲν ἐγκατέλειπαν οὔτε τὴν Γλῶσσα τους οὔτε καὶ τὸ Πατριαρχεῖο τους, ἔβαλαν μπρὸς τὶς ἀπειλές, τὴν τρομοκρατία, τὰ βασανιστήρια, τοὺς ἐμπρησμούς, τὰ μαχαιρώματα, τὶς ἐκτελέσεις καὶ τὶς κρεμάλες.
Ἔνοπλες ὁμάδες φανατικῶν Βουλγάρων, οἱ λεγόμενοι κομιτατζῆδες, εἴχανε γίνει τότε ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν χωριῶν μας. Ἀλλοίμονο, παιδάκι μου, σὲ ὅποιον ἀντιστεκόταν στὸ πέρασμά τους. Ὁλόκληρα χωριὰ παραδόθηκαν στὶς φλόγες. Σοδιὲς καὶ ζωντανὰ ἁρπάχτηκαν καὶ ἀφανίστηκαν. Γυναῖκες βιάστηκαν. Μικρὰ παιδιὰ κακοποιήθηκαν. Παπᾶδες κρεμάστηκαν. Δάσκαλοι ἀποκεφαλίστηκαν. Γιατροὶ καὶ προύχοντες ἐκτελέστηκαν.

Τοὺς παπᾶδες καὶ τοὺς δασκάλους γιατί, παπποῦ, τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ κομιτατζῆδες μὲ τόση λύσσα;
Τοὺς κυνηγούσανε, παιδάκι μου, διότι τοὺς χαλοῦσαν τὰ σχέδιά τους. Ἦταν ἐκεῖνοι, ποὺ κρατούσανε στὰ χωριά μας ἄσβεστη τὴν φλόγα τῆς Πίστης καὶ τοῦ Γένους μας. Νεαρὲς δασκάλες πλήρωσαν τότε μὲ τὸ ἴδιο τους τὸ αἷμα τὴν ἀπόφασή τους, κάτω ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς τῶν κομιτατζήδων, νὰ συνεχίζουν νὰ διδάσκουν στὰ Ἑλληνόπουλα τὴν Γλῶσσα καὶ τὴν Ἱστορία τῶν προγόνων μας.
Τώρα ποὺ μεγάλωσες καὶ μπορεῖς καὶ διαβάζεις μόνος σου, θὰ πᾶμε μιὰ μέρα μαζὶ καὶ θὰ ἀγοράσουμε ἕνα βιβλίο τῆς Ἑταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν, ποὺ ἀναφέρεται στὴν δράση τοῦ Μητροπολίτη της Καστοριὰς Γερμανοῦ Καραβαγγέλη. Ἐκεῖ νὰ δεῖς ἀγῶνες καὶ κινδύνους καὶ φυλακίσεις καὶ θυσίες γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Πίστη.
Ὁ Γερμανὸς Καραβαγγέλης ἦταν ὁ συντονιστὴς τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ συνεργαζότανε στὰ κρυφὰ μὲ τὸν Παῦλο Μελᾶ, ποὺ στήριζε τοὺς τρομοκρατημένους χωρικούς, πηγαίνοντας, μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ποὺ ἄνοιγε ἐκκλησιὲς κλειδωμένες ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ποὺ ἐνίσχυε ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ ἀνταρτικὰ σώματα.

Τί ἦταν, παπποῦ, τὰ ἑλληνικὰ ἀνταρτικὰ σώματα;
Οἱ Ἕλληνες, καλό μου ἐγγονάκι, μπροστὰ στὶς βαναυσότητες τῶν Βουλγάρων, δὲν ἔμειναν μὲ δεμένα τὰ χέρια. Οἱ πιὸ τολμηροὶ καὶ οἱ πιὸ γενναῖοι ἀποφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν. Νὰ φυλάξουν τὰ χωριά τους ἀπὸ τὶς ἐγκληματικὲς ἐπιδρομὲς τῶν κομιτατζήδων, νὰ κρατήσουν τὰ σχολεῖα τοὺς ἀνοιχτὰ μὲ δασκάλους Ἕλληνες καὶ νὰ συνεχίσουν νὰ λειτουργοῦν τὶς ἐκκλησιές τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατριάρχη.
Ἔτσι, πῆραν στὰ χέρια τους τὰ ὅπλα καὶ δημιούργησαν τὰ ἑλληνικὰ ἀνταρτικὰ σώματα σὲ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν Μακεδονία.

Ὁ ρόλος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ποὺ ἀποστέλλονταν μυστικὰ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, ὅπως ὁ Παῦλος Μελάς, ὁ Καραβίτης, ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Μαζαράκης κ.ἄ, δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν καλύτερη δυνατὴ ὀργάνωση αὐτῶν τῶν γηγενῶν Μακεδονομάχων. Αὐτῶν τῶν Ἡρώων, ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους λύτρωσαν τὴν Μακεδονία μας ἀπὸ τὴν καταιγίδα του βουλγαρισμοῦ. Τὴν ἔσωσαν, δηλαδή, ἀπὸ τὶς σφαγές, ἀπὸ τὴν ἰσοπέδωση τῆς πολιτισμικῆς μας ταυτότητας καὶ τὸν ἀφανισμὸ τῆς ἐθνικῆς μας ἑλληνικῆς αὐτοσυνειδησίας.

Πόσο κράτησε, παπποῦ, αὐτὸς ὁ Ἀγῶνας;
Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας, παιδί μου, στὴν πραγματικότητα εἶχε ἀρχίσει ἀπὸ τὸ 1870 περίπου. Ἀπὸ τότε, δηλαδή, ποὺ οἱ Βούλγαροι ξεκίνησαν τὴν ἐγκληματική τους δράση. Ἡ κρισιμότερη, ὅμως, φάση κράτησε τέσσερα χρόνια. Ἀπὸ τὸ 1904 μέχρι τὸ 1908. Στὰ χρόνια αὐτά, Μακεδονομάχοι ἀπ' ὅλη τὴν Ἑλλάδα -ντόπιοι Μακεδόνες, Κρῆτες, Μανιάτες, Νησιῶτες- δίνοντας σκληρὲς μάχες καὶ θυσιάζοντας καὶ τὴν ζωή τους ἀκόμη, κατόρθωσαν στὸ τέλος, νὰ κρατήσουν τοὺς κομιτατζῆδες μακριὰ ἀπὸ τὰ χωριά μας καὶ νὰ σώσουν τὴν Μακεδονία μας.

Δηλαδή, παπποῦ, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας τελείωσε στὰ 1908;
Ὄχι, παιδί μου. Ὁ Ἀγῶνας ὁ Μακεδονικὸς δὲν τελείωσε στὰ 1908. Συνεχίστηκε καὶ συνεχίζεται ἀκατάπαυστα μέχρι καὶ σήμερα.
Ἐκεῖνα τὰ χρόνια χρειάστηκε νὰ γίνει μὲ θυσίες καὶ ὅπλα. Σήμερα συνεχίζεται, τὸ ἴδιο σκληρὸς καὶ ἀδυσώπητος, στὰ τραπέζια τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, στὰ πανεπιστήμια, στὶς αἴθουσες τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καὶ σὲ κάθε περίπτωση ποὺ δίνεται εὐκαιρία γιὰ σχετικὴ ἐνημέρωση τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης.
Ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἐχθροί μας, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας μας, ὁ Ἀγῶνας θὰ συνεχίζεται χωρὶς σταματημό, μὲ τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ τὸν ἴδιο ἐνθουσιασμό.

Παπποῦ, τοὺς Βούλγαρους κομιτατζῆδες τους ἀντιμετώπισαν καὶ τοὺς ἀπώθησαν τότε οἱ Μακεδονομάχοι. Ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅμως, πότε ἐλευθερώθηκε τελικὰ ἡ Μακεδονία μας;
Ἡ πολυπόθητη ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας μας καὶ ἡ ἕνωσή της στὸν κορμὸ τῆς Ἑλλάδας ἦρθε, τέσσερα χρόνια μετά, μὲ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους.
Τὸ καμπαναριὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὴν Θεσσαλονίκη χτύπησε ἐλεύθερα, γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ ἀπὸ πεντακόσια χρόνια, ἀνήμερα τῆς γιορτῆς του. Στὶς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912.