Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2024

 

21 Φεβρουαρίου 1913

ἀπελευθέρωση τῶν Ἰωαννίνων

 

 

Φασούλη-Τσαμπαλᾶ Κωνσταντίνας, φιλολόγου

«Σ’ ὅλο τὸν κόσμο ξαστεριὰ

Σ’ ὅλο τὸν κόσμο ἥλιος

Καὶ στὰ καημένα Γιάννενα

Μαῦρο βαθὺ σκοτάδι».

Μαῦρο βαθὺ σκοτάδι σκέπασε τὰ Γιάννενα ἐπί πέντε ὁλόκληρους αἰῶνες, ἀπό τις 9 Ὀκτωβρίου τοῦ 1430, ἀπὸ τότε δηλαδὴ ποὺ ὁ Τοῦρκος κατακτητὴς εἰσῆλθε στὴν πόλη καὶ ἐξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν περιοχή.

Ὅμως ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔπεσε ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, κανένας δὲν πίστεψε πὼς ὅλα ἀνῆκαν στὸ πυρωμένο ἀπὸ τὴ βία τοῦ τυράννου παρόν. Ὅλοι νωρὶς συνειδητοποίησαν τὴ διάρκεια τῆς φυλῆς κι ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ στὰ ἰδανικά, τοὺς γέννησαν τὴν ἐλπίδα πὼς «πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά μας θἆναι».

Ὁ κατακτητὴς βέβαια ἦταν σκληρὸς καὶ ἀδυσώπητος. Ἔσφαζε, τυραννοῦσε, ἅρπαζε τὰ παλληκαρόπουλα γιὰ νὰ τὰ κάνει Γενίτσαρους, ἐχθροὺς τοῦ ἔθνους καὶ τῆς πίστης. Μὰ οἱ Ἕλληνες κρατοῦσαν κι οἱ Γιαννιῶτες κρατοῦσαν. Κάποτε...

μάλιστα σήκωναν ἀποφασιστικὰ τὸ κεφάλι, ὅπως τὸ 1611 μὲ τὸν Διονύσιο Φιλόσοφο, γιὰ ν’ ἀποτινάξουν τὸ ζυγό, νὰ διώξουν τὸν κατακτητή. Χωρὶς ἀποτέλεσμα βέβαια. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τότε τὸ πλήρωσαν ἀκριβά. Διώχτηκαν μέσα ἀπὸ τὸ κάστρο, ὅπου κατοικοῦσαν, καὶ πετάχτηκαν ἔξω ἀπροστάτευτοι κι ἐκτεθειμένοι στὶς ἄγριες διαθέσεις τῶν Τούρκων. Κι ὅμως δὲν λύγισαν.

Ἄρχισαν μιᾶς ἄλλης μορφῆς ἀγώνα. Ἀγώνα τοῦ πνεύματος. Στὰ πιὸ σκοτεινὰ χρόνια τῆς πορείας τοῦ ἔθνους στὰ Γιάννενα καλλιεργήθηκαν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα ἀπὸ σοφοὺς διδασκάλους καὶ λειτούργησαν ἀξιόλογες σχολές, ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ θεμέλιο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὸν σημαιοφόρο γιὰ τὴν ἐθνικὴ ἐπανάσταση. Ἀναπτύχθηκε τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ τέχνη· διασώθηκε ἡ παράδοση.

Ἔτσι ὁ ζυγός τῆς δουλείας ἔγινε ἐλαφρύτερος καὶ σιγά-σιγὰ τὰ Γιάννενα ὅσο οἱ αἰῶνες κυλοῦσαν ἔγιναν ἡ πατρίδα ὅλων ἐκείνων ποὺ πίστευαν στὸ ὑπέρτατο ἀγαθὸ τῆς ἐλευθερίας, τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας.

Κι ὅταν ξημέρωσε ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τῆς 25ης Μαρτίου 1821 κι ὅλη ἡ Ἑλλαδα ξεσηκώθηκε γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ, ἀναπτερώθηκαν κι οἱ ἐλπίδες τῶν Γιαννιωτῶν. Ὅμως, ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο ἑλληνισμὸ καὶ χωρὶς ἐνισχύσεις, ἔχοντας πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι τους τὸ φοβερὸ Ἀλή-πασὰ ὡς τὸ 1822, ὅταν ὁ σουλτανικὸς στρατὸς τὸν ἐξουδετέρωσε, τὰ Γιάννενα δὲν ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸ φῶς τῆς λευτεριᾶς.

Τὰ σύνορα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους μετὰ τὴν ἐπανάσταση σταμάτησαν στὴν Ἄρτα καὶ ἡ υπόλοιπη Ἤπειρος εξακολούθησε νὰ εἶναι τούρκικη 

Γιὰ τὴν Ἤπειρο ἡ μεγάλη ὥρα ἔφτασε στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1912, ἀρχὴ τῶν βαλκανικῶν πολέμων, ὅταν στὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα τῆς Ἄρτας ἔπεσε ἡ πρώτη κανονιὰ καὶ ἀκούστηκε μὲ δωρικὴ λιτότητα ἡ διαταγὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς στρατιᾶς ποὺ προορίζονταν γιὰ τὴν Ἤπειρο, στρατηγοῦ Σαπουντζάκη:

-Εἰσβάλατε διὰ τῆς γεφύρας τῆς Ἄρτης εἰς τὸ ἠπειρωτικὸν ἔδαφος.

«Ἐμπρὸς καὶ στὰ Γιάννενα, ἀκούεται μιὰ κραυγὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ποὺ καμαρώνει τοὺς εὐζώνους καὶ δακρύζει εἰς τὸ πέρασμά των, σείεται ἀπὸ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ὡραίας καὶ συγκινητικῆς εὐχῆς…», γράφει ἱστορικὸς τῆς ἐποχῆς.

Ἔτσι ἄρχισε ἐκείνη ἡ ἐποποιία τοῦ 1912-13. Πολεμοῦσε ὁλάκερη ἡ φυλή. Τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ πύκνωναν ἐθελοντικὲς ὁμάδες ἀπ’ τὸν ὑπόδουλο ἑλληνισμὸ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ κάθε ἄκρη τῆς γῆς. Ὅλοι πολεμοῦσαν γιὰ τ’ ἀναλλοίωτα καὶ ἀπαράγραπτα δίκαια τοῦ ἔθνους καὶ ἡ ἱερὴ τοῦ Γένους παράδοση συνεχιζόταν.

«Ἡ μισὴ Αἴγυπτος ἦταν σκορπισμένη στὴν Ἤπειρο», ἀναφέρει ἡ ζωγράφος- λογία Φλωρά-Καραβία.

Ἁπὸ τὴν Ἀμερικὴ ἔφτασαν οἱ νέοι Ἱερολοχίτες πού, προσκολλημένοι στὸ ἀνεξάρτητο Σύνταγμα Κρητῶν, πρόσφεραν τὸν ἑαυτό τους θυσία στὸν ἀδυσώπητο θεὸ τοῦ πολέμου γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἠπείρου.

Καὶ πῶς νὰ παραλείψουμε τὸν γλυκὺ καὶ εὐγενῆ κερκυραῖο ποιητὴ Λορέντζο Μαβίλη πού, ξεψυχώντας στὴ λυσσαλέα μάχη τοῦ Δρίσκου, πρόφερε τὴν ὑπέροχη φράση: «Δὲν τὴν ἤλπιζα τέτοια τιμή, νὰ δώσω τὴ ζωή μου γιὰ τὴν Ἑλλάδα».

Ὅσο ὅμως πρόθυμη καὶ ἂν ἦταν ἡ προσέλευση τῶν ἐθελοντῶν ποὺ προστέθηκαν στὶς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἡ δύναμη τοῦ ἀντιπάλου, ὅπως πάντα ἄλλωστε στοὺς ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων, ἦταν σαφώς ἀνώτερη. Καὶ ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Τούρκων συμπληρωνόταν μὲ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα ποὺ εἶχαν ὑψώσει οἱ κατακτητὲς γύρω ἀπ’ τὰ Γιάννενα μὲ πρῶτο καὶ σημαντικότερο τὸ ἀπόρθητο ὀχυρὸ τοῦ Μπιζανίου, τοῦ ὁποίου τὰ σχέδια ἔθεσε ὁ Γερμανὸς στρατάρχης Γκὸλτς ἀπὸ τὸ 1909. Τὰ ὀχυρὰ αὐτὰ ἦταν σὲ τέτοια θέση ὥστε νὰ ἐλέγχουν ὅλα τὰ Γιάννενα ἀλλὰ καὶ τὸν δρόμο πρὸς τὴν Πρέβεζα, μοναδικὴ ἔξοδο τῶν Ἰωαννίνων πρὸς τὴ Νότια Ἑλλάδα.

Κι ὅσο ὁ καιρὸς περνοῦσε κι ἦταν φανερὸ πλέον πὼς ἦταν κοντὰ ἡ τελικὴ ἀναμέτρηση τῆς ἑτοιμόρροπης ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τοὺς ὑπόδουλους ἀκόμα σ’ αὐτὴν βαλκανικοὺς λαοὺς τόσο καὶ ὁ κλοιὸς ἄρχισε νὰ σφίγγει γύρω ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Οἱ Τούρκοι ὁλοκλήρωσαν περιμετρικὰ τὴν ὀχύρωση. Τὰ Γιάννενα ἀποκλεισμένα ἀπὸ παντοῦ. Πῶς θὰ μπορέσει νὰ εἰσχωρήσει ὁ ἑλληνικὸς στρατός;

Στὸν κεντρικὸ δρόμο ἀπὸ Πρέβεζα γιὰ Γιάννενα ὁ στρατός μας βρίσκεται καθηλωμένος πολὺν καιρό. Χιόνια, κρύο, βροχές…

«Στὰ Πεστὰ καὶ στὸ Μπιζάνι, Μάνα μου τί κρύο κάνει.»

Τὰ ἐχθρικά λοιπὸν πυροβόλα βάλλουν ἀλύπητα καὶ τὸ Μπιζάνι παραμένει ἀπόρθητο.

Στὶς 10 Ἰανουαρίου, ὅταν ὁ νέος ἀρχηγός τῶν ἐπιχειρήσεων, διάδοχος Κωνσταντῖνος ἔφτασε στὸ μέτωπο ὁ ἀγώνας πῆρε μίαν ἄλλη ἔκφραση. Ἀπ’ τὸ Χάνι τοῦ Ἐμίν-Ἀγὰ ὅπου εἶχε τὸ στρατηγεῖο του ἔστειλε μήνυμα στὸν συμμαθητή του στὴν Ἀκαδημία τοῦ Βερολίνου, Ἐσσὰτ πασᾶ, νὰ τοῦ παραδώσει τὴν πόλη.

«Ἔχω διαταγὴ νὰ ἀμυνθῶ ὅσο δύναμαι, καὶ θὰ ἀμυνθῶ»: ἀπήντησεν ἐκεῖνος.

Ἔτσι ὁ ἀγώνας συνεχίστηκε. Τὸ ἀδύνατο τῆς κατάληψης τοῦ Μπιζανίου ὁδηγεῖ τὸ ἐπιτελεῖο στὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιτεθεῖ ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ τοῦ μετώπου, δηλαδὴ ἀπὸ Μανωλιάσα καὶ περιοχὴ Δωδώνης. Ἐνισχύεται τὸ δεξιὸ μὲ πυροβολικὸ γιὰ παραπλάνηση τοῦ ἐχθροῦ καὶ στὸ ἀριστερὸ μεταφέρονται νύχτα στρατεύματα.

Ἡ κατάστρωση τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἀποδίδεται στὸν Ἰωάννη Μεταξὰ καὶ στὴν ἐκτέλεσή του ἀποφασιστικὴ ὑπῆρξε ἡ βοήθεια τοῦ Νικολάκη ἐφέντη, γενναίου Ἕλληνα, ὑπασπιστῆ τοῦ Βεχήτ-μπέη, μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ ἔδινε γιὰ τὶς κινήσεις τῶν Τούρκων.

Ἀπὸ τὴ χαραυγὴ τῆς 19ης Φεβρουαρίου ἄρχισε ὁ σφοδρὸς βομβαρδισμὸς τοῦ Μπιζανίου καὶ Καστρίτσας καὶ στὶς 20 Φεβρουαρίου κυριεύονται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατὸ τὰ περισσότερα ὀχυρά, ἐνῷ γιὰ πρώτη φορὰ ἀπ’ τὸν ψηλότερο αὐχένα τῆς Ὀλύτσικας ἠχοῦν αἰφνιδιαστικὰ τὰ πυρὰ τῶν δύο ὀρειβατικῶν πυροβόλων ποὺ ὅλη τὴ νύχτα τ’ ἀνέβασαν γυναῖκες τῶν γύρω χωριῶν.

Τὰ τουρκικὰ στρατεύματα μπροστὰ στὴν ὁρμὴ τοῦ στρατοῦ μας ἔφευγαν φοβισμένα γιὰ τὰ Γιάννενα. Μαζί τους παρέσυραν καὶ τοὺς ἄντρες τοῦ Ἐσὰτ πασᾶ, ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἄϊ Γιάννη (σημερινὴ Ἀνατολή). Ἐκεῖ ἔφτασαν ἄντρες τῆς 2ης ἑλληνικῆς φάλαγγας ὅπου κατέλαβαν τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο πυροβολικοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὰ τηλεφωνικὰ καλώδια Ἰωαννίνων-Μπιζανίου.

Σ’ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες πρωταγωνιστοῦν ὁ ἥρωας Βελισσαρίου μὲ τὸν ταγματάρχη Ἰατρίδη.

Τὸ βράδυ τῆς 20ης Φεβρουαρίου τὰ ὑπόλοιπα εὐζωνικὰ τάγματα βρισκονται ἔξω ἀπὸ τὰ Γιάννενα στὸ χωριὸ Ραψιστά. Τὰ Γιάννενα ζοῦσαν τὴ στερνὴ νύχτα τῆς σκλαβιᾶς τους. Οἱ τελευταῖες ἀναλαμπές της, φώτιζαν τρομακτικὰ ἐρείπια. Βουνὰ ὀργωμένα ἀπ’ τὰ κανόνια. Χώματα ποτισμένα, βαμμένα στὸ κόκκινο. Κάμποι ματωμένοι. Ὅλα βουτηγμένα στὸ αἷμα. Χιλιάδες κοράκια πετοῦν, σωροὶ τὰ πτώματα. Στὶς χαράδρες, στοὺς λόφους, στοὺς κάμπους περπατᾶ ἡ φρίκη. Στὴν πολιτεία περπατᾶ ἡ ἐρήμωση.

Στὶς πέτρινες πλατεῖες καὶ στὰ καλντερίμια ἠχοῦν τὰ γοργὰ βήματα τῶν τυράννων. Κινοῦνται σπασμωδικά. Νιώθουν τὴ μοιραία στιγμή. Εἶναι ἡ τελευταία τους νύχτα. Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια… ἀπό πεντε αἰῶνες…

Κατὰ τὶς δύο, ξημερωνοντας ἡ 21η Φεβρουαρίου 1913, ἐπιτροπὴ ἀπὸ δύο Τούρκους ἀξιωματικοὺς μὲ τον επίσκοπο Δωδώνης ποὺ τοὺς συνοδεύει ὁ Βελισσαρίου, μεταφέρουν στὸ ἑλληνικὸ στρατηγεῖο τοῦ Ἐμὶν ἀγὰ ἐπιστολὴ τῶν προξένων Ἰωαννίνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν κατὰ παράκληση τοῦ ἀρχιστρατήγου Ἐσὰτ πασᾶ τὴ σύναψη ἀνακωχῆς.

Ὁ Ἕλληνας ἀρχιστράτηγος Κωνσταντῖνος ζητᾶ τὴν παράδοση τῆς πόλης ἄνευ ὅρων. Ἡ συμφωνία ὑπογράφεται στὶς τέσσερις τὸ πρωί. Ἦταν ἡ μεγάλη ὥρα.

Ἡ παράδοση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ ἡ πτώση τῶν ὀχυρῶν ἦταν πράξη δικαιοσύνης καὶ ὄχι ὑλικῆς ὑπεροπλίας. Ἦταν τὸ ἠθικὸ αἴτημα τῶν αἰώνων.

Ἔτσι ξημέρωσε ἡ ἁγιασμένη μέρα τῆς 21ης Φεβρουαρίου ποὺ στάθηκε ὁ σταθμὸς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς νεώτερης ἱστορίας τοῦ ἠπειρωτικοῦ χώρου.

Ἡ πολιτεία τινάχτηκε λεύτερη μὲ θεϊκὴ ὀμορφιά! Ὁ ελληνικός στρατὸς εἰσέρχεται μὲ τὸν διάδοχο Κωνσταντῖνο καὶ τὸν πρωτεργάτη τῆς ἀπελευθέρωσης στρατηγὸ Βελισσαρίου, θριαμβευτὴς στὰ Γιάννενα.

Πάνω τους κυμάτιζαν οἱ γαλανόλευκες ποὺ ξεδιπλώθηκαν ἀπ’ τὰ μπαούλα ὅπου ἦταν κρυμμένες χρόνια ὁλόκληρα. Οἱ ἀναστάσιμες καμπάνες ἠχοῦσαν μελωδικά. Ἀπ’ τὸ Μιτσικέλι, τὸ Δρίσκο καὶ τὴν Ὀλύτσικα τὸ ἀγέρι μυρωδικὸ καὶ δροσερὸ ἔφερνε στοὺς εὐεργέτες καὶ στοὺς διδασκάλους τοῦ Γένους τὸ χαρούμενο μήνυμα πὼς ὁ σπόρος τους καρποφόρησε.

Τα Γιάννενα ἦταν πιὰ ἐλεύτερα! 

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Θ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2012




 



 

O ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ  

Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης

(21 Φεβρουαρίου †)



 

Ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ ἀθλητικὲς ἐκκλησιαστικὲς μορφὲς τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰῶνα ὁ Εὐστάθιος, γεννήθηκε στὴ Σίδη τῆς Παμφυλίας τὸ 260. Διακρίθηκε μεταξὺ τῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκε καὶ καταδιώχθηκε. Στὴν ἀρχὴ διέλαμψε σὰν ἐπίσκοπος Βεῤῥοίας στὴ Συρία, ὅταν καὶ συμμετεῖχε στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Τὸ 323 τοῦ δόθηκε ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ Εὐστάθιος, κατόρθωσε λαμπρότερη διάδοση καὶ στερέωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ 330 ὅμως οἱ ἀρειανοὶ ἔκαναν Σύνοδο ἐναντίον του, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἀσπαζόταν τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου. Ἐπίσης, ἀφοῦ δωροδόκησαν κάποια γυναῖκα ἐλαφρῶν ἠθῶν, τὴν παρουσίασαν στὴ Σύνοδο καὶ εἶπε ὅτι εἶχε σχέσεις μὲ τὸν Εὐστάθιο καὶ μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τὶς σχέσεις αὐτὲς ἀπέκτησε καὶ παιδί. Περιττὸ δὲ νὰ ποῦμε, ὅτι μετὰ τὶς συκοφαντίες αὐτὲς...
οἱ ἀρειανοί, κατόρθωσαν καὶ ἐξόρισαν τὸν Εὐστάθιο στὴν Τραϊανούπολη τῆς Θρᾴκης, ὅπου καὶ πέθανε (τὸ 360). Ὁ λαὸς βέβαια ξεσηκώθηκε καὶ δὲν δεχόταν ν᾿ ἀναγνωρίσει κανένα διάδοχό του. Ἡ μνήμη του ζοῦσε στὸ ποίμνιό του, σὰν ἄνδρα, ποὺ ἀνῆκε στοὺς ἀθλητὲς καὶ μάρτυρες τῆς πίστης. Περίφημο λόγο γιὰ τὸν Εὐστάθιο, ἔξεφωνησε ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

 

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως

Θείας ἔμπλεως σοφίας πέλων, ὁμοούσιον Πατρὶ τὸν Λόγον ἐν τῇ συνόδῳ τῇ πρώτῃ ἐκήρυξας, καὶ διωγμοῖς ὁμιλήσας καὶ θλίψεσιν δόξης ἀρρήτου μετέσχες, Εὐστάθιε. Πάτερ ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.




 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2024

 

ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΜΨΑΚΟΥ

 προστάτις τῶν καρκινοπαθῶν

(7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ) 



Ὁ Ὅσιος Παρθένιος καταγόταν ἀπὸ κάποια κωμόπολη τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 – 337 μ.Χ.). Ἦταν υἱὸς τοῦ διακόνου τῆς Ἐκκλησίας Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία προέκοπτε στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἁλίευσε τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ ἦταν ψαράδες, τὸν ἔκανε νὰ ἀγαπήσει τὴν ἁλιεία. Καὶ ὅταν ἔριχνε τὰ δίχτυα στὴν Ἀπολλωνιάδα λίμνη ἢ τὰ ἀνέσυρε γεμάτα ψάρια, αἰσθανόταν ὅτι ἐργαζόταν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλοιάρια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἢ τοῦ Ἰωάννου.

Τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπραττε ἀπὸ τὴν πώληση τῶν ψαριῶν δὲν τὰ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ τὰ μοίραζε στοῦ πτωχοὺς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς αὐτούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν εὐχαριστοῦσαν ἐκεῖνος ἔλεγε: «Διατὶ μὲ εὐχαριστεῖτε; Δὲν ἔχω καμία τέτοια ἀξίωση. Μήπως εἴμαστε ξένοι; Ἐμεῖς εἴμαστε ἀδελφοί. Τί δὲ ἁπλούστερο καὶ φυσικότερο ἀπὸ τὸ νὰ βοηθᾶ ἀδελφὸς τοὺς ἀδελφούς;».

Γιὰ τὴν ἐνάρετη αὐτοῦ παρουσία ὁ Ἐπίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος (ἡ Φιλητός) τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Ἀργότερα ὁ Ἐπίσκοπος Κυζίκου Ἀχίλλιος (ἢ Ἀσχόλιος) τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Λαμψάκου.

Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ εὐσέβεια ποὺ ἔκρυβε στὴν ψυχή του ἦταν τόσο πολὺ μεγάλη, ὥστε ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ θεραπεύει κάθε εἴδους ἀσθένεια. Γι’ αὐτὸ προσφεύγουν σὲ αὐτὸν ἰδιαίτερα οἱ πάσχοντες ἀπὸ τὴν ἐπάρατη νόσο τοῦ καρκίνου. Ὁ Ἅγιος ἦταν ὁ πρᾶος, ὁ ὑπομονετικός, ὁ φιλόξενος, ὁ μακρόθυμος, ὁ ἄγγελος τῆς ὁμόνοιας, ὁ ἐνθαρρύνων τοὺς μετανοοῦντες, ὁ πρόθυμος γιὰ τὸ ποίμνιό του.
Ὁ Ὅσιος Παρθένιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τμῆμα τῆς τιμίας κάρας αὐτοῦ φυλάσσεται στὴν ἱερὰ μονὴ Μακρυμάλλη, τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος.

 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος, ποιμὴν Λαμψάκου ὀφθείς, τὴν θείαν ἐνέργειαν, παρὰ Θεοῦ δαψιλῶς, θαυμάτων ἐπλούτησας, δαίμονας ἀπελαύνειν, ἀσθενοῦντας ἰᾶσθαι, νόσους ἀποδιώκειν, καὶ πληροῦν τὰς αἰτήσεις, Παρθένιε Ἱεράρχα, τῶν προσιόντων σοι.



Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν θαυμάτων εἴληφας, τὴν θείαν χάριν θεόφρον, ἱερὲ Παρθένιε, θαυματουργὲ θεοφόρε, ἅπαντα, πιστῶν τὰ πάθη ἀποκαθαίρων, πνεύματα τῆς πονηρίας Πάτερ ἐλαύνων· διὰ τοῦτό σε ὑμνοῦμεν, ὡς μέγαν μύστην Θεοῦ τῆς χάριτος.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὴν πηγὴν τῆς χάριτος ἐκπιών, πέλαγος θαυμάτων ἀναβλύζεις ὑπερφυῶν, καὶ καταπιαίνεις, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, ῥοαῖς ταῖς ζωηρρύτοις, Πάτερ Παρθένιε.

 


Η τιμία κάρα του αγίου Παρθενίου, επισκόπου Λαμψάκου

  

EYXH ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ

(Ἐγκεκριμένη ἀπὸ τὴν Ι.Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος)

[Αρ. Πρώτ. 1465/25-6-1984]


Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπιτιμῶν τοῖς πνεύμασι τῆς ἀσθενείας καὶ τὴν ὑγείαν τοῖς ἐπικαλουμένοις Σὲ ἐκ πόθου καρδίας καὶ τὴ πρὸς Σὲ πίστει ἐπιδαψιλεύων, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, παρ΄οις, σὺν ταὶς ἄλλαις, καὶ ἠτὴς τοῦ καρκίνου μάστιγος δεινὴ ἀπειλὴ ἀφαρπάζουσα ἐκ μέσου ἡμῶν, μετὰ ἐπώδυνον νόσον καὶ ἐν βραχεῖ χρόνῳ, πατέρας, ἀδελφοὺς καὶ τέκνα ἡμῶν, βαθεῖαν δὲ θλῖψιν καὶ ὀδύνην, ἐκ τοῦ θανάτου αὐτῶν, ὀν ἐκ φεῦξαι οὐ δύνανται, προκαλοῦσαν πᾶσι.

Τῷ φωτιστικῷ καὶ ἁγιαστικῷ σου Πνεύματι, Κύριε, ὁδήγησον τοὺς ἐν ἰατρικῇ ἐπιστήμῃ ἐρευνῶντας εἰς τὴν τοῦ κακοῦ του ἐξολόθρευσιν, τὸ φάρμακον καὶ τὸν τῆς Θεραπείας τρόπον ἀποκαλύπτων, δύναμιν παράσχου τοῖς πάσχουσι καὶ ὑπομονὴν καὶ ἀναψυχὴν ἐν τοῖς πόνοις, πᾶσι δὲ τὴν θεραπείαν ψυχὴ καὶ σώματι ἐπιβράβευσον, πρεσβείαις τῆς ‘Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης Ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἮΙς τὸ ὕδωρ ἐν τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων ἐπιχυθὲν ἀσθενούση ἐκ καρκίνου, τὸ πάθος ἔπαυσε, τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Παρθενίου, ἐπισκόπου Λαμψάκου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ θαυματουργῶν Ἀναργύρων, τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος καὶ Ἰαματικοῦ Παντελεήμονος καὶ πάντων Σοῦ τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

 


Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2024


Η ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ

19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ


 

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. H μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχὴ τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ’ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιά θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.

Φτάνοντας σὲ ἡλικία δώδεκα χρονῶν τὴ ζήτησε γιὰ γυναίκα κάποιος ἄρχοντας τοῦ τόπου, μὰ ἡ κόρη δὲν ἤθελε νὰ παντρευθεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ γονιοί της τὴν παρακαλούσανε, ἡ τρυφερὴ ψυχή της δὲν βάσταξε νὰ τοὺς λυπήσει καὶ νὰ... τοὺς παρακούσει καὶ στὸ τέλος παραδέχθηκε νὰ πανδρευθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ ἤτανε ὅμως πολὺ φτωχὸς στὴν ψυχή, διεστραμμένος καὶ κακός. Τρία χρόνια ἔζησε μαζί του ἡ Ρεβούλα κάνοντας ὑπομονὴ στὰ ἀπότομα φερσίματά του, ὡς ποὺ ὁ ἄνδρας της πέθανε κι ἀπόμεινε χήρα. Οἱ γονιοί της θελήσανε νὰ τὴν ξαναπανδρέψουνε, μὰ αὐτὴ τοὺς εἶπε καθαρὰ πὼς ἔταξε νὰ γίνει καλογρηά. Σὰν πεθάνανε οἱ γονιοί της, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ χήρεψε, δόθηκε ἐλεύθερα στὴν ἄσκηση, μὲ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρύπνιες καὶ ἐλεημοσύνες. Κατήχησε τὶς ὑπηρέτριές της καὶ τὶς ἔκανε δοχεῖα τοῦ Πνεύματος. Κατὰ θέλημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο της, ἔχτισε ἕνα μοναστήρι μὲ ἐκκλησία στ’ όνομά του. Εἶναι ἡ ἐκκλησία ποὺ σώζεται ἀκόμα πλάγι στὸ μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στὴν ὁδὸ Ἁγίας Φιλοθέης. 

Ἀφοῦ τελείωσε τὸ μοναστήρι, ἡ Ρεβούλα χειροθετήθηκε μοναχὴ μὲ τ’ όνομα Φιλοθέη. Οἱ πρῶτες ἀδελφὲς ποὺ ζήσανε μαζί της ἤτανε οἱ δουλεῦτρες ποὺ εἶχε στὸ πατρικὸ σπίτι της. Μὲ τὸν καιρὸ ἔδραμαν πλῆθος ἄλλες παρθένες κι ἀπὸ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες καὶ ντυθήκανε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ζήσανε ἀγωνιζόμενες τὸν καλὸν ἀγώνα μὲ ὑποταγὴ στὴν ἄξια ἡγουμένισσα ποὺ τὶς διοικοῦσε στὸν πνευματικὸ δρόμο σὰν κάποια ἁγία Συγκλητική. Τὰ ἁγιασμένα λόγια της ἔμπαιναν στὴν καρδιά τους σὰν δροσιὰ καὶ ἄνθιζαν μέσα τους τὰ εὔοσμα ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Καὶ τὰ ἔργα της βεβαιώνανε τὰ λόγια της κατὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέγει: \”Ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν\” (Ματθ. ε΄, 19). Ὅπου μάθαινε πὼς βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, ἄρρωστος, χαροκαμένος, ἔτρεχε σὲ βοήθειά του μὲ περισσότερη προθυμία παρὰ ἂν ἔπαιρνε ἡ ἴδια τὴ βοήθεια ἀπ’ ἄλλον. Ἔχτισε νοσοκομεῖα καὶ γηροκομεῖα κοντὰ στὸ μοναστήρι της κι ἡ ἁγία Φιλοθέη δὲν φρόντιζε μοναχὰ γιὰ τὴ γιατρειά τους καὶ γιὰ τὴ σωματικὴ τροφή τους ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματική.

Μὲ τὸν καιρό, πληθύνανε τόσο πολὺ οἱ ἀδελφὲς ποὺ μπήκανε στὸ μοναστήρι της, ποὺ δυστυχούσανε ἀπὸ κάθε πράγμα ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε ἡ ἡγουμένη νὰ ἀπαντήσει τὰ μεγάλα ἔξοδα, κι οἱ καλογρηὲς γογγύζανε. Μὰ ἡ ἁγία τὶς καταπράυνε μὲ λόγια ὑπομονετικά, κι ὁ Θεὸς ἔστελνε τὴ βοήθειά του πότε μ’ ἕναν τρόπο καὶ πότε μὲ ἄλλον ὡς ποὺ περνοῦσε ἡ στενοχώρια. Ἐξὸν ἀπὸ τὰ ντόπια κορίτσια ποὺ συμμάζευε στὸ μοναστήρι της, ἔδινε προστασία καὶ σὲ ξένες γυναῖκες ποὺ ἐρχόντανε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ διάφορα μέρη σκλαβωμένες ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Μὲ τί κινδύνους καὶ μὲ τί βάσανα τὶς προστάτευε δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ γράψουμε καταλεπτῶς σὲ τοῦτο τὸ σύντομο σημείωμα.

Τέσσερες ἀπ’ αὐτὲς τὶς σκλάβες εἴχανε ἀκουστὰ τὴν ἁγία Φιλοθέη κι ἐπειδὴ τὶς βασανίζανε οἱ ἀφεντάδες τους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, φύγανε κρυφὰ καὶ καταφύγανε στὸ μοναστήρι. Ἡ ἁγία τὶς πῆρε μέσα καὶ τὶς στερέωσε στὴν πίστη τους καὶ περίμενε εὔκαιρη περίσταση γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὶς στείλει στὸν τόπο τους. Μὰ οἱ Τοῦρκοι, ποὺ εἴχανε τὶς σκλάβες, μάθανε πὼς τὶς εἶχε περιμαζέψει ἡ Φιλοθέη καὶ μπήκανε σὰν θηρία στὸ κελλί της ποὺ κειτότανε ἄρρωστη καὶ τὴν τραβήξανε καὶ τὴν πήγανε στὸν πασά. Καὶ κεῖνος πρόσταξε νὰ τὴ ρίξουνε στὴ φυλακή. Ἡ ἁγία δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ ἑτοιμάσθηκε νὰ χύσει τὸ αἷμα της γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Τὴν ἄλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ φωνάζανε νὰ σκοτώσουνε τὴν ἁγία. Κι ὁ πασὰς πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ τὴν παρουσιάσουνε μπροστά του, καὶ τῆς εἶπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὰ δύο, ἢ ν’ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της ἢ νὰ κοπεῖ τὸ κεφάλι της. Μὰ ἡ ἁγία ἀπάντησε μὲ ἀφοβία πὼς εἶναι ἕτοιμη νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ πασὰς θα ’βγαζε τὴν ἀπόφαση νὰ κόψουνε τὸ κεφάλι της, ἀλλὰ προφθάσανε κάποιοι ἐπίσημοι χριστιανοὶ καὶ μὲ τὰ παρακάλια τους ἀλλάξανε τὴ γνώμη τοῦ πασᾶ καὶ πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακή.

Γυρίζοντας στὸ μοναστήρι της ἡ ὁσία, δὲν ἔπαψε νὰ πορεύεται ὅπως καὶ πρὶν στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ. Kι ἐπειδὴ πληθαίνανε ὁλοένα οἱ μαθήτριές της, ἔχτισε κι ἄλλο μοναστήρι στὴν τοποθεσία Πατήσια, κι αὐτὸ στ’ ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Ἀλλὰ ἔχτισε μετόχια καὶ στὴ Τζιὰ καὶ στὴν Αἴγινα, κι ἐκεῖ ἔστελνε τὶς ἀδελφὲς ποὺ ἔπρεπε νὰ μακρύνουνε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ κάποια αἰτία. Σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀσκητήρια οἱ καλογρηὲς δουλεύανε στοὺς ἀργαλειοὺς καὶ σὲ ἄλλα ἐργόχειρα, σὰν τὶς προκομμένες μέλισσες μέσα στὸ κουβέλι. Φτωχὰ κι ὀρφανὰ κορίτσια βρήκανε προστασία κι ἐργασία μέσα σ’ ἐκεῖνα τὰ καταφύγια. Σὲ ὅ,τι κτήματα εἶχε ἡ ἁγία ἀπὸ τοὺς γονιούς της, ἔχτισε μοναστήρια καὶ φτωχοκομεῖα. Kι εἶχε πολλὴ περιουσία. Ἕνας προπάππος της εἶχε πάρει τὴ “δεχατέρα τοῦ ἀφέντη τῆς Ἀθήνας καὶ πῆρε προίκα ὅλη τὴν Κηφισιὰ καὶ τὸν Ἀχλαδόκαμπο ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τὸ Χαλιάντρι”. Στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸν Περισσὸ ἔχτισε ἄλλο μοναστήρι στὸ μέρος ποὺ τὸ λένε τώρα Καλογρέζα. Ὅλη ἡ φτωχολογιὰ τὴν εἶχε σὰν πονετικιὰ μάνα. Μὲ κάθε τρόπο πάσχιζε νὰ ἀνακουφίσει τοὺς δυστυχισμένους, τοὺς τάιζε, τοὺς ἄνοιγε πηγάδια γιὰ να ’χουνε νερό, τοὺς γιάτρευε, τοὺς ἔβρισκε δουλειά. Ὁ κόσμος τὴν ἔλεγε \”κυρὰ δασκάλα\”.

Τὴν παραμονὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου στὰ 1589 ἡ ἁγία Φιλοθέη βρισκότανε στὸ μοναστηράκι που ’χε χτισμένο στὰ Πατήσια. Τὸ βράδυ συναχθήκανε οἱ ἀδελφὲς γιὰ νὰ κάνουνε ἀγρυπνία. Κάποιοι Ἀγαρηνοί, ποὺ τὴν ἐχθρευόντανε ἀπὸ καιρό, πηδήσανε ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ πιάνοντας τὴν ἁγία ἀρχίσανε νὰ τὴ χτυπᾶνε ὡς ποὺ τὴν ἀφήσανε μισοπεθαμένη. Τὴν ἄλλη μέρα τὴ σηκώσανε οἱ ἀδελφὲς καὶ τὴν πήγανε στὸ μετόχι πού ’χε στὸν Περισσό. Σὰν συνέφερε λίγο, ἔπιασε τὴν προσευχή, εὐχαριστώντας τὸ Θεὸ γιατὶ ἀξιώθηκε νὰ πληρωθεῖ μὲ κακία γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔκανε στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ μοιάσει σ’ αὐτὸ μὲ τὸν Χριστό, κατὰ τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ποὺ λέγει: “καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε” (A΄ Πέτρ. δ΄, 13). Στὶς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589 παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή της στὸν Κύριο, ποὺ ὑπόμεινε τόσα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του.

Τὸ ἅγιο σκήνωμά της θάφτηκε στὸ μοναστηράκι τῆς Καλογρέζας κι ἀπὸ κεῖ ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρίσκεται στὴ σημερινὴ Ἀρχιεπισκοπή. Μετὰ πολλὰ χρόνια, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ κόντευε νὰ γκρεμνισθεῖ, τὸ πήγανε στὸν ἅγιο Ἐλευθέριο κι ἀπὸ κεῖ στὴ σημερινὴ μητρόπολη, μέσα στ’ ἅγιο βῆμα. Στὸ μνῆμα της ἀπάνω βρεθήκανε γραμμένα τοῦτα τὰ λόγια:

“Φιλοθέης ὑπὸ σῆμα τόδ’ ἁγνῆς κεύθει σῶμα,

ψυχὴν δ’ ἐν μακάρων θήκετο Ὑψιμέδων”. 

Ἡ Φιλοθέη ἀνακηρύχθηκε ἁγία ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ματθαίου B΄ (1595-1600). Νεόφυτος ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἀφοῦ ἐξήτασε καὶ ἐρεύνησε τὰ κατὰ τὸν βίον καὶ τὸ μαρτύριον τῆς ὁσίας, σύνταξε ἀναφορὰ στὸ Πατριαρχεῖο μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους Κορίνθου καὶ Θηβῶν καὶ μὲ τοὺς προκρίτους τῆς Ἀθήνας γιὰ νὰ τάξει τὴν ὁσία Φιλοθέη στοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων. Σ’ αὐτὸ τὸ συνοδικὸ ἔγγραφο εἶναι γραμμένα καὶ τοῦτα: “Ἐπειδὴ ἐδηλώθη ἀσφαλῶς ὅτι τὸ θειότατον σῶμα τῆς ὁσιωτάτης Φιλοθέης εὐωδίας πεπληρωμένον ἐστὶ καὶ μύρον διηνεκῶς ἐκχεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς προσιοῦσι τε ἀσθενέσι τε καὶ θεραπείας δεομένοις τὴν ἴασιν δίδωσι… τούτου χάριν ἔδοξε ἡμῖν τε καὶ πάσῃ τῇ ἱερᾷ Συνόδῳ τῶν καθευρεθέντων ἐνταῦθα ἀρχιερέων συγγραφῆναι καὶ ταύτην ἐν τῷ χορῷ τῶν ὁσίων καὶ ἁγίων γυναικῶν, ὥστε κατ’ ἔτος τιμᾶσθαι καὶ πανηγυρίζεσθαι”.

Αὐτὸς εἶναι μὲ ὀλιγολογία ὁ βίος τῆς Ἀθηναίας ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ γένους μας στὸν τυραννισμένον καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς. Δὲν στάθηκε αὐστηρὴ μονάχα στὸ νὰ κάνει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὰ ἀγωνίσθηκε καὶ πνευματικὰ γιὰ νὰ στερεωθεῖ ἡ ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας σὰν κάστρο ποὺ θὰ ἀποσκέπαζε τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἐκφυλισμὸ καὶ τὴν ἀποβαρβάρωση. Ὅλα τὰ θυσίασε, πλούτη, ἀνάπαυση, ζωή, γιὰ τὴν πίστη τῶν πατέρων της. “Θλῖψις συνέχει τὴν ψυχήν της” βλέποντας οἱ χριστιανοὶ νὰ μὴν ἔχουνε στὰ “πάτρια” τὴν ἀγάπη ποὺ ἔπρεπε, ἀλλὰ νὰ ζοῦνε μουδιασμένοι, ἀδιάφοροι, μὲ ψυχὴ γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.

Τὴν Ἀκολουθία της τὴν ἔγραψε κάποιος σοφὸς καὶ εὐλαβὴς ἄνθρωπος Ἱέραξ λεγόμενος. Ἀνάμεσα στὰ ὡραῖα ἐγκώμια εἶναι καὶ τοῦτο: “Δαυὶδ γὰρ τὸ πρᾶον ἔσχες καὶ Σολομῶντος, σεμνή, τὴν σοφίαν, Σαμψὼν τὴν ἀνδρείαν, καὶ Ἀβραὰμ τὸ φιλόξενον, ὑπομονήν τε Ἰώβ, τοῦ Προδρόμου δὲ θείαν ἄσκησιν…”.

Τὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρισκότανε στὸ σημερινὸ δρόμο τῆς Ἁγίας Φιλοθέης τὴν ἐγκρέμνισε ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν Γερμανὸς Καλλιγᾶς, παρ’ ὅτι εἶχε μεγάλο σέβας στὴν ἁγία, ἐπειδὴ ἤτανε ραγισμένοι οἱ τοῖχοι, κι ἔχτισε στὰ ἴδια θεμέλια τὸ παρεκκλῆσι ποὺ ὑπάρχει τώρα, ἐνῷ μποροῦσε νὰ στερεώσει τὴν παλιὰ ἐκκλησία ποὺ εἶχε ὡραῖες τοιχογραφίες. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ (ὁ Γερμανὸς στάθηκε μητροπολίτης ἀπὸ τὰ 1889 ἕως τὰ 1896) δὲν γνωρίζανε οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀξία τῆς βυζαντινῆς τέχνης. Ἡ καινούρια ἐκκλησιὰ ποὺ χτίσθηκε εἶναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Ὅποιος μπαίνει μέσα, δὲν αἰσθάνεται κατάνυξη. Ἀλλ’ ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μετοχιοῦ ποὺ εἶχε χτίσει ἡ ὁσία στὰ Πατήσια γκρεμνίσθηκε καὶ κείνη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία καὶ γιατὶ δὲν μπορούσανε οἱ χριστιανοὶ νὰ τὴν περιποιηθοῦνε ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Τούρκων πρὶν νὰ σηκωθεῖ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὡς πρὸ ὀλίγα χρόνια κειτόντανε οἱ κολόνες μέσα στὰ ἀγριάγκαθα, στεκότανε ὄρθια μοναχὰ ἡ χυβάδα (κόγχη) τοῦ ἱεροῦ κι ἡ πόρτα μὲ τὸ δυτικὸ τοῖχο. Κάποιοι εὐλαβεῖς χριστιανοὶ τὴν ἀναστηλώσανε μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ κ. Ὀρλάνδου καὶ τώρα βρίσκεται πάλι ἀπαράλλαχτη ὅπως ἤτανε στὰ χρόνια τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ἕνα ταπεινὸ μὰ ἀτίμητο στόλισμα ἀνάμεσα στὰ ἀκαλαίσθητα καὶ ξενόμορφα σπίτια ποὺ χτισθήκανε γύρω στὸ γηραλέο αὐτὸ ἐκκλησάκι. O Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ τὸ στόλισα μὲ ἁγιογραφίες, ὅπως ἤτανε ὁ πόθος μου. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ζωγράφισα καὶ τὸ μοναστήρι, ὅπως ἤτανε τότε, μὲ τὴν ἡγουμένη ἁγία Φιλοθέη καὶ τὶς ἀδελφὲς ποὺ πηγαίνουνε στὴν ἐκκλησία.

Φαίνεται πὼς ὅλη ἡ οἰκογένεια τῶν Μπενιζέλων ἤτανε ἄνθρωποι φιλόθρησκοι. Στὸ νάρθηκα τῆς Καισαριανῆς εἶναι γραμμένη ἀπὸ τὸ ζωγράφο ποὺ τὸν ἁγιογράφησε τούτη ἡ ἐπιγραφή:

“Ἱστόρηται ὁ πρόναος οὗτος ἤτοι νάρθηξ διὰ δαπάνης τῶν προσδραμόντων τῇ μονῇ φόβῳ λοιμοῦ τῇ κραταιᾷ χειρὶ τῆς πανυμνήτου Τριάδος καὶ σκέπῃ τῆς μακαρίας Παρθένου, οἵτινες εἰσὶν ὁ εὐγενὴς καὶ λογιώτατος Μπενιζέλος υἱὸς Ἰωάννου, ἅμα ταῖς εὐγενέσιν ἀδελφαῖς καὶ τῇ τεκούσῃ καὶ τῇ λοιπῇ αὐτοῦ συνοδείᾳ. Ἐπὶ ἡγουμένου Ἱεροθέου τοῦ σοφωτάτου ἱερομονάχου. Διὰ χειρὸς δὲ Ἰωάννου Ὑπάτου τοῦ ἐκ Πελοποννήσου. Ἔτει αχπβ΄ (1682) μηνὶ Αὐγούστῳ κ΄ (20)\”.

Ἕνας Μπενιζέλος, ὁ Νικόλας, γίνηκε κι ἁγιογράφος, μαθητὴς τοῦ Γεωργίου Μάρκου τοῦ Ἀργείου ποὺ ζωγράφισε πολλὲς ἐκκλησιὲς στὰ μέρη τῆς Ἀττικῆς, ἀπὸ τὰ 1727 ὡς τὰ 1740 ἀπάνω-κάτω. Στὴν παλιὰ ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας στὸ Κορωπὶ εἶναι γραμμένο: “Ἱστορήθη δὲ κατὰ τὸ αψλβ΄ (1732) διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου”. Μαζὶ μὲ τὸ μάστορά του δούλεψε ὁ Μπενιζέλος καὶ στὸ τελευταῖο ἔργο του, τὴν ἁγιογράφηση τῆς Μονῆς τῆς Φανερωμένης στὴ Σαλαμῖνα, ὅπως φανερώνει ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ σώζεται καὶ ποὺ λέγει: “AΨΛE (1635). Ἱστορήθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος Ναὸς οὗτος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν διὰ συνδρομῆς κόπου τε καὶ δαπάνης… Ἱστορήθη δὲ διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου ἐκ πόλεως Ἄργους καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου, Γεωργάκης καὶ Ἀντώνιος”.




 

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2024




Κυριακὴ τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15,21-28)

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

 

Περιμένετε βέβαια λόγον. Θὰ μιλήσω, ἀγα­πητοί μου· ἂν καὶ σήμερα νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιλήσω ἐγὼ ἀλλὰ κάποιος ἄλλος. Καὶ αὐτὸς ὁ ἄλλος, τὸν ὁποῖο προβάλλει ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία, εἶνε παρακαλῶ μιὰ γυναίκα.

Δὲν εἶνε μορφωμένη, ἐπιστήμων, θεολόγος, ἱ­ε­ροκή­ρυκας, ἐπίσκοπος· ἀγράμματη εἶ­νε, δὲν φοίτησε σὲ σχολεῖα. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ λύκεια καὶ πανεπιστήμια, ὅταν λείπῃ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶνε «ἀρχὴ σοφίας»; (Ψαλμ. 110,10. Παροιμ. 9,10. πρβλ. Σ. Σειρ. 1,14). Αὐτὴ εἶχε μέσα της τὸ φῶς ποὺ ἔχει κάθε ἄν­θρωπος· τὸ λογικό, τὴ συνείδησι, τὸ αὐτεξού­σιο – ἐλευθερία. Φωτιζόταν ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς περισσότερο ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι πρόγονοί μας καὶ ἀπ᾽ ὅ,τι οἱ Ἰουδαῖοι διὰ τῆς ἱερᾶς ἀ­ποκαλύψεως τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης.

Γυναίκα ἀγράμματη. Καὶ μόνο ἀγράμματη; καὶ εἰδωλολάτρις. Ζοῦσε σὲ βαθὺ σκοτάδι. Δὲν εἶ­χε χάσει ὅμως αὐτὸ τὸ ἀμυδρὸ φῶς. Αὐτὴν λοιπὸν προ­βάλλει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Καὶ τὸ ὄνομά της; «Χαναναία» (Ματθ. 15,22). Δὲν εἶ­νε τοῦτο τὸ μικρό της προσωπικὸ ὄνομα· εἶνε τὸ ἐ­θνικὸ ὄ­νομά της (ὅπως π.χ. ἡ γυναίκα τῆς Φλωρίνης λέγεται Φλωρινιώτισσα), δηλώνει ὅμως καὶ τὸ θρή­σκευμά της· καταγόταν ἀπὸ χαναανιτικὰ φῦ­λα, ἀπὸ χώρα ὅ­που ἐπικρατοῦσε ἡ χαναανιτι­κὴ θρησκεία, ἡ πλήρης εἰδωλολατρίας καὶ ὀργίων.

* * *

Αὐτή, ἀγαπητοί μου, προβάλλεται ὡς παρά­δειγμα μεγάλης πίστεως. Πῶς; Ἀκοῦστε.

Εἶχε φθάσει ὣς τὴν πατρίδα της μία φήμη· ἔμαθε, ὅ­­τι στὴν Ἁ­γία Γῆ ἐμφανίσθηκε ἕνας ὑπέροχος ἄνδρας ποὺ λέγεται Ἰησοῦς, μὲ ἔκτακτη ἠθικὴ δύναμι καὶ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν ἔν­δοξη οἰκογέ­νεια τοῦ βασιλέως Δαυΐδ. Καὶ τώρα λοιπὸν ὁ Χριστός, γι᾽ αὐτὴν τὴ μία ψυχή, βαδίζει χιλιόμε­τρα καὶ φθάνει στὰ σύνορα τῆς χώρας της· ἄφησε τὴν Ἰουδαία, ὅπου τὸν περιφρονοῦσαν, καὶ ἦρθε στὰ σύνορα μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ «μέρη Τύρου καὶ Σιδῶ­νος» (ἔ.ἀ. 15,21). Μόλις τό ᾽μαθε ἡ Χαναναία περνάει τὰ σύνορα καὶ τρέχει νὰ τὸν συναντήσῃ. Νιώθει ἐλπίδα· πιστεύει, ὅτι αὐ­τὸς μπορεῖ νὰ τὴ σώ­σῃ. Ἀπὸ τί; Ἀπὸ ἕνα δρᾶμα.

Εἶχε ἕνα δυστυχισμένο κορίτσι ποὺ ἔπασχε ἀπὸ φοβερὴ ἀσθένεια, εἶχε δαιμόνιο. Ἦταν ὑ­πο­χείριο δαιμονικῶν δυνάμεων – ὅπως καὶ πολλοὶ σήμερα. Ἄφριζε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἔτριζε τὰ δόν­τια, ἔπεφτε στὴ φωτιὰ καὶ στὸ νερό, κινδύνευε νὰ βρῇ θάνατο σὲ φλόγες, γκρεμούς, πέτρες. Ἡ μητέρα μεταχειρίστηκε ὅλα τὰ μέσα· καὶ σὲ γιατροὺς καὶ σὲ μάγους, παντοῦ τὴν πῆγε. Ἀλ­λὰ ματαίως. Τὸ δαιμόνιο κυριαρχοῦσε.

Γι᾽ αὐτὸ τώρα τρέχει κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ μόλις τὸν ἀντικρύζει ἀκούγεται διαπεραστι­κὴ ἡ φωνή της· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ»· «Κύριε, ἐλέησόν με» (Ματθ. 15,22). Προσέξτε τὸ «Κύριε ἐλέησόν με»· διότι καὶ μία λέξι ἔχει σημα­σία. Νὰ τὴν ἐλεήσῃ; Ἔπασχε ἡ ἴ­δια; Ὄχι. Ἀλλὰ τὸ πάθημα τῶν παιδιῶν εἶ­νε πάθημα τῶν γονέων. Ἡ φιλόστοργη μάνα προ­τιμᾷ χίλιες φορὲς νὰ πάσχῃ ἡ ἴδια. Πόσες φο­ρὲς ἡ μάνα, κον­τὰ στὸ κρεβάτι τοῦ ἀρρώστου παιδιοῦ, λέει· Θεέ μου, πάρε τὴν ἀσθένεια ἀπ᾽ τὸ παιδί μου καὶ δός την σ᾽ ἐμένα. Ὤ στοργὴ μάνας! «Ἐλέησέ με», λέει, ἂν καὶ αὐτὴ εἶνε ὑγιής· τὸ πάθημα τῆς θυγατέρας τὸ νιώθει δι­κό της καὶ παρακαλεῖ· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυ­ΐδ· ἡ θυγά­τηρ μου κακῶς δαιμονίζεται» (ἔ.ἀ.).

Καὶ ὁ Χριστός; Περίεργο, σιωπᾷ! Γιατί σιω­πᾷ αὐτὸς ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ στοργή; Ἔ­χει τὸ σκοπό του, σκοπὸ παιδαγωγικό. Θέλει νὰ δοκιμάσῃ τὴν πίστι της. Σιωπᾷ, ἐνῷ ἐκείνη ἐπιμένει νὰ λέῃ «Ἐλέησόν με, Κύριε…». Ἐμεῖς δὲν ἐπιμένουμε· μιὰ φορὰ λέμε τὸ «Κύριε, ἐ­λέησον» κι αὐτὴν ἀνόρεχτα. Τὸ δικό της «Κύριε, ἐλέησον» ἦταν πύρινο καὶ ὄχι μιὰ φορά· τὸ ἔλεγε συνεχῶς. Ὁ Κύριος ὅμως ἐξακολου­θεῖ νὰ κάνῃ πὼς κωφεύει. Ἐπεμβαίνουν οἱ μα­θηταὶ καὶ λένε· –Κύριε, κάνε της αὐτὸ ποὺ ζητάει, γιατὶ εἶνε ἐνοχλητικὴ μὲ τὶς φωνές της. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ν᾽ ἀκούῃ κι αὐτή· –«Οὐκ ἀ­πεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ»· δὲν ἦρθα γιὰ ἄλλους, γιὰ εἰδωλολάτρες, ἦρθα μόνο γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰσραήλ, τοὺς συμπατριῶτες μου Ἰου­δαίους (ἔ.ἀ. 15,24). Τί νόημα ἔχει αὐτό; Ὄχι ὅτι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶνε ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου· ἦλθε γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη, ἀλλὰ τὸ λέει σκοπίμως, γιὰ νὰ κεντήσῃ βαθύτερα τὰ σπλάχνα της καὶ νὰ βγῇ ὁ χρυσός. Καὶ πράγματι αὐτή, χωρὶς ν᾽ ἀπογοητευθῇ, ἔρχεται μπροστὰ καὶ πέφτον­τας στὰ πόδια του παρακαλεῖ· –«Κύριε, βοήθει μοι» (ἔ.ἀ. 15,25). Ὁ Χριστὸς τὴ δοκιμάζει ἀκόμη πιὸ σκληρὰ μὲ νέο σκόλοπα, νέα ψυχρολουσία, ποὺ θ᾽ ἀπογοήτευε καθέναν ἀπὸ μᾶς. –Δὲν εἶνε καλό, ἀπαντᾷ, νὰ πάρω τὸ ψωμὶ πού ᾽νε γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὸ δώσω στὰ σκυλιά… Ὅποιοσδήποτε ἄλλος, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ θεωροῦσε προσβολὴ τὸν λόγο αὐτὸν καὶ θά ᾽φευγε. «Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ μὲ πῇ σκύλο…». Αὐτὴ ὅμως δὲν ἔφυγε· πῆρε μάλιστα τὸν λόγο αὐ­τὸν καὶ τὸν ἔκανε ὅπλο καὶ μ᾽ αὐτὸ νίκησε τὸ Χριστό – ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασι· μὲ τὴ μεγάλη ἐπιμονή της πῆρε τὰ «ὄχι» τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔκανε «ναί». –Σκύλο μὲ εἶπες, Κύριε· ἀλ­λὰ καὶ τὰ σκυλάκια, λέει, κάθονται κάτω ἀπ᾽ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους καὶ τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν. Κ᾽ ἐγὼ δὲν σοῦ ζητῶ πολλὰ πράγματα· ἕνα ψίχουλο!

Ὤ τὸ ψίχουλο ἀπ᾽ τὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ τί μεγάλο πρᾶγμα εἶνε! Θέλετε νὰ τὸ δῆτε; Εἶ­νε μέσα στὸ ἅγιο βῆμα πάνω στὴν ἁγία τράπε­ζα. Ἐκεῖ εἶνε τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων, ἡ θεία εὐχαριστία. Ἐ­κεῖ καὶ τὸ ἐλάχιστο ψίχουλο ἀξίζει παραπάνω ἀπ᾽ ὅλο τὸ σύμπαν, ἀστέρια, ἥ­λιους, γαλα­ξίες· εἶνε ὅλος ὁ Χριστός. Πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; μὴν πατή­σῃς, δὲ σ᾽ ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστός. Τὸ αἰσθάνε­σαι; τότε κοινώνα τῶν ἀχράντων μυστηρίων.

Τὸ αἰσθάνθηκα αὐτὸ ἐγώ. Ἂν μὲ ρωτήσετε, πότε κοινώνησα ἀνθρώπους μὲ συν­αίσθησι, εἶνε ἡ περίοδος τοῦ πολέμου, ὅταν ὑπηρε­τοῦ­σα ὡς στρατιωτικὸς ἱερεύς. Εἶδα τὰ παιδιὰ τῆς πατρίδος, παραμονὲς ἱστορικῶν μαχῶν, νὰ τελοῦμε θεία λειτουργία στὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ νὰ πλησιάζουν νὰ κοινωνήσουν· καὶ ἐνῷ κοινωνοῦσαν τὰ δάκρυά τους ἔπεφταν μέσα στὸ δισκοπότηρο! Αὐτὸ δὲν τὸ ξαναεῖδα. Τὰ «ψίχου­λα» ἐκεῖ­να ἐξήγειραν μέσα τους κύματα ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα στὸ προσ­­κλητήριο τοῦ λόχου ἄκουγες· «Ἀπών», «ἀπών», «ἀπών»… ἔπεσε ὑπὲρ πίστεως καὶ πα­τρίδος! Τί μεγαλεῖο ἔχει ἡ πατρίδα μας συνδε­δεμένη μὲ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς πίστεώς μας!

Ἕνα ψίχουλο ζητῶ, λέει λοιπὸν ἡ Χαναναία. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς θαύμασε καὶ εἶπε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!…» (Ματθ. 15,28). Μεγάλο δῶ­ρο ἡ πίστις. Δῶστε μου, δῶστε μου ἕ­να μόριο ἀ­πὸ τὴν πίστι ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας, οἱ ἀ­θάνατοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι, οἱ ὅσιοι καὶ οἱ μάρτυρες! Δὲν εἶνε ψέμα ἡ θρησκεία μας, εἶνε ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Τὴν πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία· δὲν πιστεύεις; μεῖνε στὸ σπίτι σου καὶ παῖζε καμπολόϊ, κάνε ὅ,τι θέλεις. Ἔχει μεγαλεῖο ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ μας.

Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἀγράμματη αὐτὴ γυναίκα, ἡ Χαναναία, προβάλλεται σήμερα ὡς παράδειγμα πίστεως, θερμῆς προσευχῆς καὶ μεγάλης ταπεινώσεως. Ἁγία ψυχή. «Καὶ ἰάθη», λέει, αὐ­τοστιγμεὶ ἡ κόρη της ἀπὸ τὸ δαιμόνιο (ἔ.ἀ.).

* * *

Μᾶς φωνάζει σήμερα, ἀδελφοί μου, ἡ γυναί­κα αὐ­τὴ μέσα στὴ σύγχυσι τῆς πλάνης· Πιστεύ­ετε στὸ Χριστό. Βουλῶστε τ᾽ αὐτιά σας στὶς φω­νὲς τῶν σειρήνων, τῶν ἀντιχρίστων τοῦ αἰ­ῶνος τού­του. Νά ᾽χετε πίστι ἀκράδαντη. Νὰ ἦστε φι­λεύσπλαχνοι καὶ ἐλεήμονες. Καὶ συνεχῶς τὰ στόματά σας νὰ μιλοῦν στὸ Θεό. – Δὲν ζητάει πολλὲς προσευχές. Τὸ «Κύριε, ἐ­λέησον» νὰ εἶνε ἡ διάπυρη προσευχή μας.

Θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο. Ἡ Χανα­ναία μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σύμβολο τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως αὐτὴ ὑπέφερε γιὰ τὸ δαιμονιζόμενο παιδί της, ἔτσι καὶ ἡ πατρίδα μας. Σήμερα ὄχι ἕνα ἀλλὰ χίλια δαιμόνια ταλαιπωροῦν τὰ παιδιά της, χει­ρότερα ἀπὸ τὴν κόρη τῆς γυναί­κας αὐτῆς· δαι­μόνια ἀπιστίας, ἀθεΐας, σεξουα­λισμοῦ, αἰσχροτήτων, ναρκωτικῶν, ἀλκοολισμοῦ, κάθε κακίας. Γεμᾶτα ἀ­πὸ δαιμόνια εἶνε ἡ τηλεόρασι, τὸ ῥαδιόφωνο, ὁ τύπος, ὅλα τὰ μέ­σα, καὶ παγιδεύουν τοὺς νέους. Ποῦ εἶ­νε ἡ ἐποχὴ ποὺ ὅλα τὰ παιδιὰ ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία! Τώρα ἐλάχιστα ἐκκλησιάζονται. Κάθονται μέχρι τὶς πρω­ινὲς ὧρες καὶ παρακολουθοῦν σταθμούς. Δυσ­τυχισμένοι κ᾽ ἐγκαταλελειμμένοι γονεῖς! Μοῦ λέει μιὰ γυναίκα στὴν Ἀθήνα· Τό ᾽χασα τὸ παιδί μου, ἔγινε ναρκομανής. Μιὰ ἄλλη μοῦ εἶπε, ὅτι ἀπὸ ναρκωτικὰ πέθανε τὸ παιδί της ἔξω ἀ­πὸ τὸ σπίτι, στὰ παγκάκια. Μέχρι τὴ Φλώρινα ἔφτασαν τὰ δαιμόνια αὐτά· μαθηταὶ σχολείων εἶνε θύματα ναρκωτικῶν. Ὅλοι ἔχουν εὐθύνη.

Σήμερα, ποὺ ἀκοῦμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτό, ἂς ἀναπέμψουμε θερμὴ προσευχή· Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον τὴν ἀγαπη­μένη μας πατρίδα, τὰ παιδιά της, τὸ μέλλον της, γιὰ νὰ δῇ πάλι καλυτέρες ἡμέρες ἐν Χριστῷ Ἰ­ησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, τῷ αἰωνίῳ Θεῷ καὶ νομο­θέτῃ ἡμῶν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης τὴν 12-2-1989.




 

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2024

 

Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΟΛΕΣ

ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ

 



ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

Ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ βάλει τὸ χέρι τοῦ ἐκεῖ πάνω στὴ φλόγα τοῦ ἀναμμένου κεριοῦ καὶ νὰ τὸ ἀφήσει ἐπὶ πέντε λεπτά; Δὲν μποροῦμε. Καὶ γιατί ἄλλοι ἔμπαιναν στὴν ἀναμμένη κάμινο καὶ περπατοῦσαν μέσα στὶς φλόγες σὰν σὲ ὡραῖο περιβόλι; 

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες πῶς μπόρεσαν νὰ μποῦν μέσα στὰ πυρωμένα τηγάνια, πάνω στὶς σοῦβλες, στοὺς τροχούς, στὰ ἄλλα τρομερὰ βασανιστήρια, ποὺ ἐμεῖς οὔτε νὰ ἀκούσουμε δὲν μποροῦμε; Ἐμεῖς λίγο νὰ κακοπαθήσουμε, μιὰ μέρα, δυὸ νὰ νηστέψουμε, φοβόμαστε μὴν ἀρρωστήσουμε, μὴν ἀδυνατίσουμε, καὶ δειλιάζουμε. Οἱ ἅγιοι Πατέρες πῶς ἔκαμαν ἐκείνους τους φοβεροὺς ἀγῶνες ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, πάνω στὰ βουνά, μέσα στὶς σπηλιές; Γιατί μποροῦσαν καὶ τὰ ὑπέμεναν ὅλα αὐτά; Διότι ἦσαν θωρακισμένοι μὲ τὴν ἀκλόνητη ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ· ἦσαν πυρωμένοι ἀπὸ τὸν θεῖο ἔρωτα, καὶ γι’ αὐτό, ὅσο διάστημα ἤθελε ὁ Θεός, τοὺς ἄφηνε καὶ αἰσθάνονταν τὶς τιμωρίες καὶ τοὺς πόνους· κατόπιν τοὺς ἔδινε τὴ χάρη του καὶ δὲν τὰ εἶχαν πλέον γιὰ τίποτα.

Ἀλλὰ μήπως ὁ Θεὸς ἄλλαξε τώρα; Γιατί νὰ μὴ μᾶς δίνει τη χάρη του νὰ τὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς αὐτά; Δὲν ἄλλαξε ὁ Θεὸς· ἀλλὰ ἐμεῖς, ἀντὶ τὴν ἀκλόνητη πίστη καὶ τὴ θερμὴ ἀγάπη ποὺ εἶχαν πρὸς τὸν Θεὸ ἐκεῖνοι, ἀντὶ τὴν ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τὶς ἄλλες ἀρετὲς ποὺ εἶχαν ἐκεῖνοι, ἐμεῖς ἔχουμε τὴ φιλαυτία, τὴ φιληδονία, τὸν θυμό, τὴν ὀργή, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν κενοδοξία· εἴμαστε ταραχοποιοί, σκανδαλοποιοί, εἴμαστε ψυχροὶ πρὸς τὴν ἀρετὴ καὶ πάντοτε ὁ νοῦς μας εἶναι πρὸς τὸ κακό. Πῶς νὰ βάλουμε λοιπὸν τὸ χέρι μας στὴ φωτιὰ καὶ νὰ τὸ ὑπομείνουμε; Οὔτε στὸν ἥλιο δὲν μποροῦμε νὰ τὸ βάλουμε.

Ἀλλὰ μήπως, ἐπειδὴ ἐμεῖς εἴμαστε τέτοιοι, ὁ Θεὸς μᾶς λησμονεῖ; Μήπως δὲν θέλει νὰ μᾶς βοηθήσει; Θέλει καὶ τὸ ἐπιθυμεῖ· ἐμεῖς ὅμως φεύγουμε μακριά του. Ἐκεῖνος εἶναι παρὼν καὶ ἕτοιμος νὰ μᾶς δώσει βοήθεια· θέλει ὅμως νὰ τοῦ τὴ ζητοῦμε. Ἐμεῖς τὴν περιφρονοῦμε, γι’ αὐτὸ καὶ Ἐκεῖνος βλέπει ἀπὸ μακριὰ καὶ δὲν μᾶς βοηθεῖ.

Ἄραγε δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος νὰ μὴ χαθοῦμε καὶ ἐμεῖς; Δὲν ὑπάρχει κανένα μέσον νὰ μπορέσουμε κάτι νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς, ὥστε νὰ φέρουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀποφύγουμε τὶς μεγάλες τιμωρίες καὶ τὰ βάσανα τῆς αἰωνίου κολάσεως; Θὰ μοῦ πεῖτε αὐτό. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ κάνουμε; Νὰ ἀπελπιστοῦμε; Σᾶς ἀπαντῶ μὲ τὸ ἀχρεῖο μου στόμα καὶ μὲ τὴ λίγη μου γνώση: νὰ ὑψώσουμε τὰ χέρια μας στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ πέσουμε πρηνηδὸν μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη· νὰ κλάψουμε, νὰ θρηνήσουμε, νὰ ἱκετεύσουμε τὸν Θεό, νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀθλιότητά μας καὶ νὰ συντρίψουμε τὸν ἑαυτό μας.

Ἀφοῦ δὲν ἔχουμε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ νὰ κάνουμε ἀρετές, νὰ ἔχουμε τοὐλάχιστον τὴν ταπεινοφροσύνη· καὶ ἔτσι θὰ ἰσομετρηθοῦν οἱ μεγάλοι κόποι καὶ ἀγῶνες τῶν παλαιῶν μὲ τὰ λίγα δικά μας. Ἄλλος ἔχυσε ἀλύπητα τὸ αἷμα του· ἄλλον τὸν πέταξαν μέσα στὴ θάλασσα· ἄλλος ταλαιπωρήθηκε χρόνια πολλὰ μέσα στὴν ἔρημο μὲ τὴν ἄσκηση· ἄλλος κατακόπηκε μεληδὸν τὶς σάρκες του· ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἀναπληρώσουμε ἐμεῖς μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη.

Ἔξαφνα ἔρχεται ἕνας καὶ σοῦ λέει κάτι· ὁ λόγος ἐκεῖνος σοῦ δίνει μιὰ σουβλιὰ μέσα στὰ ἐντόσθιά σου· μὴ μιλήσεις· πέσε πρηνηδὸν νὰ κερδίσεις. Ἄλλος σὲ ὑβρίζει· σοῦ λέει λόγια, τὰ ὁποῖα κατακαίουν τὴν ψυχή σου, μαραίνουν τὴν προθυμία σου, σὲ σουβλίζουν καὶ διαπερνοῦν τὴν καρδιά σου. Σιώπησε· μὴ μιλήσεις· πέσε πρηνηδόν, νὰ περάσει τὸ βέλος ἀπὸ πάνω σου. Κλίνε τὸν αὐχένα· σκύψε τὴν κεφαλή σου νὰ μὴ σὲ βλάψει τὸ βέλος· καὶ ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ταπείνωσή σου αὐτὴ θὰ σοῦ δώσει τὸν μισθὸ ποὺ ἔδωσε σ’ ἕναν ἄλλο ποὺ ἀγωνίσθηκε μὲ μεγάλους ἀγῶνες καὶ μαρτύρια.

Ἐμεῖς, ἀδελφές, λίγο νὰ κακοπαθήσουμε, ἀρρωστοῦμε· πῶς μπόρεσαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι γυμνοὶ πάνω στὰ βουνά, μέσα στὰ χιόνια, μέσα στὶς βροχές, μέσα στὸν καύσωνα, χωρὶς σπίτι, χωρὶς φωτιά, χωρὶς ζεστό, χωρὶς καμιὰ παρηγοριά; Σῶμα ἀσθενὲς εἶχαν καὶ αὐτοὶ σὰν ἐμᾶς καὶ ἔκαναν πράγματα ποὺ τὰ θαύμασαν καὶ οἱ ἀσώματοι ἄγγελοι. Ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ πλησιάσουμε σ’ αὐτὰ· μποροῦμε ὅμως νὰ πέσουμε κάτω, στὴν ταπεινοφροσύνη· νὰ γίνουμε νεκροὶ καὶ νὰ βάλουμε μέσα στὸν τάφο τὸν ἑαυτό μας· ὥστε ὅ,τι καὶ ἂν μᾶς συμβαίνει, νὰ τὸ ὑπομένουμε.

Πρέπει ὅμως, ἀδελφές, νὰ κάνουμε αὐτά, ποὺ ἀνήκουν στὴ θέση μας· διότι ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ τολμᾶ νὰ ζητᾶ πληρωμή, χωρὶς νὰ ἐργασθεῖ; Αὐτὸς ποὺ δὲν δούλεψε πληρώνεται ποτέ; Ποτέ! Ἂν λείπει καὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἡ ἐργασία ἡ πνευματική, ἂν λείπει ἡ ταπείνωση, ἂν λείπει ἡ ὑπομονή, ἔργα ἀρετῆς δὲν ἠμποροῦν νὰ γίνουν καὶ καμία πληρωμὴ δὲν θὰ λάβουμε.

Νὰ μὴ φανοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀχάριστοι ἀπέναντι σ’ ἕναν τέτοιον εὐεργέτη· νὰ σηκώσουμε καὶ ἐμεῖς τὸν σταυρό, ὅπως τὸν σήκωσε καὶ Ἐκεῖνος μὲ προθυμία καὶ χαρά. Ὁ σταυρὸς εἶναι τὰ βάσανα, οἱ στεναχώριες, οἱ πίκρες, οἱ καημοί, ποὺ ἔχει κάθε ἄνθρωπος. Φτώχεια, στεναχώρια, βάσανα ὑποφέρει σήμερα, ἀδελφές, ὁ κόσμος δεινῶς. Οἱ δυστυχίες, ποὺ βασανίζουν σήμερα τὴν ἀνθρωπότητα, εἶναι φοβερὲς· δὲν λέγονται οἱ συμφορὲς τοῦ κόσμου στὴ σημερινὴ ἐποχή. Νὰ σκεφθοῦμε μόνον τί σπαραγμὸ αἰσθάνονται οἱ μάνες, ὅταν φεύγουν τὰ παιδιά τους καὶ πηγαίνουν ἄλλα πάνω στὰ βουνά, ἄλλα στὸν πόλεμο, ἄλλα ἐδῶ καὶ ἄλλα ἐκεῖ. Τὰ χάνουν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγκάλη τους καὶ δὲν ξέρουν, ἂν θὰ τὰ ξαναδοῦν. Ἀκοῦμε ἑκατοντάδες, χιλιάδες, νὰ σκοτώνονται καθημερινῶς· ἀλύπητα χύνεται τὸ αἷμα. Πῶς; Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἔχει παραλάβει τὸν κόσμο· καὶ ποιό εἶναι τὸ αἴτιο; Οἱ ἁμαρτίες μας. Τσιτσιρίζεται ἡ καρδιὰ τῆς δυστυχισμένης μάνας· σφάζονται ἀπὸ τὸν πόνο τὰ ἐντόσθιά της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα.

Πάντοτε ἡ ἀνθρωπότητα πάσχει ἀπὸ πόνους καὶ βάσανα· ἀλλὰ ἡ σημερινὴ κατάσταση δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Ἐσεῖς ὅμως, χάρη στὸν Θεό, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶσθε ἀπαλλαγμένες· καμία φροντίδα καὶ μέριμνα δὲν ἔχετε· μόνον γιὰ τὴν ψυχή σας ἔχετε νὰ φροντίσετε· ἐὰν δὲν τὸ κάμνετε, θὰ ἔχει νὰ σᾶς ζητήσει λόγο ὁ Θεὸς τὴν ὥρα τῆς κρίσεως...

(17 Ἀπριλίου 1948)

Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ὀρθ. Φιλόθεος Μαρτυρία», Διδαχὲς ἀπὸ ἅγιες μορφές, Ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη.