Δευτέρα, Ιουλίου 27, 2026

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, «Η κτίσις υπέρ και κατά του ανθρώπου» (Μνήμη αγίου Παντελεήμονος)

 

MNHMH AΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου  με θέμα:

«Η κτίσις υπέρ και κατά του ανθρώπου»

       [εκφωνήθηκε στις 27-7-1990]            [Β’  Γ122]         

     Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, τιμά την μνήμην του αγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος. Είναι ο ιατρός άγιος, που γίνεται δημοφιλέστατος από τον λαό του Θεού, γιατί συχνά τον επικαλείται στις ποικίλες αρρώστιες που τον μαστίζουν.

     Ο άγιος κατήγετο από την πόλιν της Νικομηδείας της Μικράς Ασίας. Και ο μεν πατέρας του, ο Ευστόργιος, ήταν ειδωλολάτρης. Πλην όμως καλός άνθρωπος και αργότερα, μετά τον θάνατον της συζύγου του, ο υιός του, ο άγιος Παντελεήμων, τον έπεισε και έγινε Χριστιανός. Η δε μητέρα του, ονόματι Ευβούλη, ήτο Χριστιανή εκ προγόνων. Ο άγιος Παντελεήμων γεννήθηκε εις τα τέλη του 3ου αιώνος. Ήταν ένας νέος στοχαστικός και πολύ μελετηρός. Σπούδασε την ιατρική τέχνη κοντά σε έναν φημισμένο γιατρό, τον Ευφρόσυνο. Και φαίνεται ότι έδειχνε πολλή προκοπή στην ιατρική του επιστήμη. Ταυτόχρονα εμάθητευσε και κοντά εις τον ευλαβή ιερέα Ερμόλαον, του οποίου την μνήμη εχθές εορτάσαμε, απ’ όπου εκατηχήθη το περιεχόμενον της πίστεως.

    Αιτία του μαρτυρίου του τι λέτε εστάθη; Η θεραπεία ενός τυφλού. Με μόνο έναν λόγο που είπε ο άγιος, να γίνει καλά. Και έγινε ο τυφλός καλά. Δηλαδή με έναν λόγο… την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Και ο τυφλός επίστευσε εις τον Χριστόν. Και τότε ερωτηθείς, πώς και έγινε καλά, και είπε ότι με το όνομα του Ιησού Χριστού, εις τον Οποίον εφεξής πιστεύει, την ιδίαν στιγμήν, τον ταλαίπωρον αυτόν πρώην τυφλόν, τον απεκεφάλισαν. Τον δε άγιο Παντελεήμονα ανεζήτησαν και τον βρήκαν. Και επειδή ακριβώς εθεράπευσε αυτόν τον τυφλόν, υπέστη φοβερά βασανιστήρια, γι' αυτό και μεγαλομάρτυς λέγεται, από τον βασιλέα Μαξιμιανό, το 304.

      Ένας καλοπροαίρετος, αγαπητοί μου, ακροατής, θα αναλογιστεί και θα πει, το τι κακό έκανε ο άγιος Παντελεήμων, για να βρει μαρτυρικόν θάνατον; Αντί να ανακηρυχθεί ένας ευεργέτης της κοινωνίας, καταδιώκεται σαν εχθρός της κοινωνίας; Το ίδιο παράπονο εκφράζεται υμνογραφικά από τον Κύριον, είναι παρμένο από μία προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης, προς τον λαό Του· από τον Κύριό μας Ιησούν Χριστόν. «Λαέ μου, τι σου έκανα και με σταυρώνεις; Στους τυφλούς σου έδωκα το φως και στους λεπρούς σου τον καθαρισμό. Λαέ μου, τι σου έκανα και με σταυρώνεις;».

      Βλέπει λοιπόν κανένας ότι υπάρχει ένας παραλογισμός, ένα αναποδογύρισμα, θα λέγαμε, των αξιών. Ο άνθρωπος στρέφεται εναντίον του Θεού, αλλά και εναντίον των ανθρώπων του Θεού, και εναντίον των δικαίων του Θεού. Γιατί; Γιατί μέσα του κατέχεται από ένα δαιμονικό στοιχείο. Και τότε –αυτό θέλω να προσέξετε- τότε αναλαμβάνει την εκδίκησιν, ούτως ειπείν, της υποθέσεως και του Θεού και των ανθρώπων, των δικαίων, τι λέτε; Αυτή η ίδια η κτίσις· η οποία, όταν δει- μα, θα μου πείτε, είναι άλογος η κτίσις –η οποία όταν δει να υπάρχει αυτός ο παραλογισμός, να επαινείται το κακό και να καταδιώκεται το αγαθό, αγανακτεί και αναστρέφεται εναντίον των αδικούντων. Έχομε πολλά τέτοια παραδείγματα.

     Αν θέλετε, απ’ το αγιολόγιο, μια που αναφερόμεθα εις τον άγιον Παντελεήμονα, όταν ο πατέρας της αγίας Βαρβάρας, συνέλαβε την κόρη του, που έτρεχε στο βουνό για να γλυτώσει, επειδή ήτο χριστιανή, εκείνος ειδωλολάτρης, και την έσφαξε με τα ίδια του τα χέρια, την ίδια στιγμή, μόλις επετέλεσε το φοβερό αυτό έγκλημα της παιδοκτονίας, έπεσε ένας κεραυνός και τον εσκότωσε επί τόπου. Να πώς εκδικείται η κτίσις.  Γι΄αυτό ακόμα, στην Σταύρωση του Χριστού, που εσταυρώθη ο δίκαιος, βλέποντάς τον σαν άνθρωπο, ο Υιός του Θεού, που εσταυρώθη, σ’ αυτό το πελώριο έγκλημα που έκαναν οι άνθρωποι, τότε η κτίσις διαμαρτύρεται μπροστά σε αυτούς τους αναισθήτους ανθρώπους. Ο ήλιος κρύβεται. Πέφτει βαριά συννεφιά σαν σκότος. Και σε λίγο γίνεται μεγάλος σεισμός. Ήταν η διαμαρτυρία της κτίσεως, η οποία είχε αγανακτήσει για εκείνο το κακό που έκαναν, επαναλαμβάνω, οι αναίσθητοι άνθρωποι.

       Έτσι, αγαπητοί, στα αναγνώσματα της σημερινής γραφής, εχθές στον Εσπερινό, που ήταν τα δύο από την Σοφία Σολομώντος, ανεφέρετο αυτή η διαμαρτυρία της κτίσεως, εναντίον των κακών ανθρώπων. Ένα στίχο σας αναφέρω. Λέγει: «Ὅπου ἀγανακτήσει κατ' αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοί δέ συγκλύσουσιν ἀποτόμως»· Σοφία Σολομώντος, 5,22. Δηλαδή θα αγανακτήσει το νερό της θαλάσσης, με εκείνο το κακό που γίνεται και τα ποτάμια αποτόμως θα πλημμυρίσουν, για να τους πνίξουν. Ύστερα, μην ξεχνάτε ότι στα έσχατα που θα έχει πολύνει, πολύνει η αμαρτία και η ανομία και η αποστασία, η θάλασσα, μια που αναφέρθηκα στην θάλασσα, σας το λέγω συνειρμικά, η θάλασσα θα έχει τέτοιον σάλον, σάλος θα πει να σηκώνει πελώρια κύματα, ώστε οι άνθρωποι, λέγει, θα γεμίσουν από φόβο, θα τρομάξουν. Και ο φόβος των θα είναι τόσος πολύς, που θα φθάνει ακόμη και τα όρια του θανάτου. «Ἀποψυχώντων», λέει η Αποκάλυψις, που πεθαίνουν από τον φόβο της θαλάσσης, του σάλου της θαλάσσης. Γιατί; Η ίδια η κτίσις διαμαρτύρεται αγανακτώσα.

     Έτσι, αγαπητοί μου, βλέπομε αυτό το φοβερό, ώστε να λέγει ο Κύριος, όταν έμπαινε μέσα στα Ιεροσόλυμα, θριαμβευτικά, του είπαν οι κακεντρεχείς εκείνοι άρχοντες: «Πες να σταματήσουν τα παιδιά· να μη σε υμνούν, να μην σε δοξάζουν». Και είπε: «Αν αυτοί σταματήσουν, οι λίθοι κεκράξονται». Τότε θα κράξουν οι πέτρες. Αυτό το «οι λίθοι κεκράξονται» είναι αυτός ο υπαινιγμός ότι η κτίσις θα αρχίσει να διαμαρτύρεται. Προσέξατέ το αυτό. Έχει πάρα πολλή σημασία σε κάθε εποχή και στην εποχή μας, όπως θα δείτε στη συνέχεια.

     Γι΄αυτό ο Θεός, βλέποντας τον παραλογισμό των ανθρώπων, κάποτε για τον λαό Του, τον Ισραήλ, τον παραλογισμό που είχαν να στρέφονται εναντίον του Θεού, αρχίζει ο προφήτης Ησαΐας το προφητικό του βιβλίο έτσι: «Ἄκουε οὐρανέ καί ἐνωτίζου γῆ (:Άκου, ουρανέ, βάλε καλά να ακούσεις γη) ὅτι Κύριος ἐλάλησεν -και τι είπε ο Κύριος;- υἱούς ἐγέννησα καί ὕψωσα, αὐτοί δέ μέ ἠθέτησαν». « Εγώ», λέει, «έκανα παιδιά και τα δόξασα. Αυτοί δε δεν με ανεγνώρισαν. Μου γύρισαν την πλάτη τους και με ηθέτησαν». Παραλογισμός! Και επικαλείται ο προφήτης τον ουρανό και την γη, σ’ αυτό το τρομερό, θα λέγαμε, κατάντημα των ανθρώπων.

    Και πώς αντιδρά η κτίσις; Αξίζει να δούμε. Το ιερό κείμενο της Σοφίας του Σολομώντος που ακούσαμε, διαβάσαμε χθες το απόγευμα, όπως σας είπα. Παίρνω ένα κομματάκι μόνο που αναφέρεται στο σημείο, στο θέμα μας αυτό· πώς η κτίσις αντιδρά. Ακούστε: «Συνεκπολεμήσει δέ αὐτῷ ὁ κόσμος - δηλαδή μαζί με τον Θεό, θα πολεμήσουν όλα τα στοιχεία της φύσεως- ἐπί τους παράφρονας -Είδατε πώς αποκαλεί εκείνους που στρέφονται εναντίον του Θεού και εναντίον των δικαίων ανθρώπων; Παράφρονας, τρελούς. Γιατί αν είχαν μυαλό, έτσι δεν θα εκινούντο- . Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καί ὡς ἀπό εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν ἐπί σκοπόν ἀλοῦνται, καί ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ῥιφήσονται χάλαζαι». Δηλαδή έτσι κεραυνοί θα στραφούν εναντίον των, με πολλήν επιτυχία, και σαν από καλά τανισμένο τόξο, θα βρουν τον στόχο του, που είναι οι ασεβείς. Και σαν πέτρες που εκσφεντονίζονται από καλοζυγισμένη σφενδόνη,  θα εξαπολυθεί πλησμονή χαλάζης εναντίον των. Στη συνέχεια: «Ἀγανακτήσει κατ' αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης (:θα αγανακτήσει εναντίον των το νερό της θαλάσσης) ποταμοί δέ συγκλύσουσιν ἀποτόμως (:τα ποτάμια θα πλημμυρίσουν απότομα και θα τους πνίξουν) ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καί ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς (:θα αντισταθεί ο δυνατός άνεμος και σαν λαίλαπα, σαν καταιγίδα που τα σηκώνει όλα, θα τους λιανίσει)».

     Βλέπομε λοιπόν εδώ ότι η κτίσις γίνεται όργανον του Θεού, είτε προστασίας του ανθρώπου, είτε τιμωρίας του. Προσέξτε. Είτε προστασίας, είτε τιμωρίας. Μία τυπική περίπτωση και προστασίας και τιμωρίας ταυτοχρόνως, είναι όταν οι Εβραίοι πέρασαν από την Ερυθρά Θάλασσα. Οι Εβραίοι πέρασαν ἀβρόχοις ποσίν, χωρίς να βραχούν καν τα πόδια τους. Και σώθηκαν. Άνοιξε η θάλασσα. Όταν μπήκαν οι Αιγύπτιοι, έκλεισε η θάλασσα. Και πνίγηκαν μέχρις ενός. Το ίδιο φαινόμενο, το φαινόμενο του διαχωρισμού των υδάτων της Ερυθράς Θαλάσσης, αυτό το φυσικό φαινόμενο ή καλύτερα, τα φυσικά στοιχεία σε ένα υπερφυσικό φαινόμενο, οι μεν προστατεύονται, οι δε τιμωρούνται. Με το ίδιο φαινόμενο.

    Έτσι, ακόμα, οι δέκα πληγές στην Αίγυπτο, δεν είναι παρά ένα ξεσήκωμα της κτίσεως εναντίον των ενεργειών του Φαραώ. Μάλιστα του έλεγαν οι δικοί του: «Μα, θέλεις να φθάσεις να καταστραφεί η πατρίδα μας, η χώρα μας, για να τους αφήσεις να φύγουν τους Εβραίους, να λατρεύσουν τον Θεό τους στην έρημον; Εκεί το πηγαίνεις;». Λέγεται, και η αρχαιολογική σκαπάνη το βρήκε αυτό, δεν θα σας πω πιο πολλά για να μην αργήσω, ότι σε εκείνους που κατεδίωξαν τους Εβραίους και πνίγηκαν μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα, ανάμεσά τους ήταν και ο Φαραώ· και ο οποίος και αυτός πνίγηκε. Είναι χαρακτηριστικό αυτό.

       Όταν πολεμούσε ο Ιησούς του Ναυή τους Αμορραίους, τότε… ακούστε τι λέγει εδώ το βιβλίο «Ιησούς του Ναυή» στο 10ο κεφάλαιο: «Καί Κύριος ἐπέρριψεν αὐτοῖς λίθους χαλάζης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕως Ἀζηκά, καί ἐγένοντο πλείους οἱ ἀποθανόντες διά τούς λίθους τῆς χαλάζης ἤ οὖς,οὕς ἀπέκτειναν οἱ υἱοί Ἰσραήλ μαχαίρᾳ ἐν τῷ πολέμῳ». Πήγαν οι Αμορραίοι να πολεμήσουν τους Ισραηλίτας. Τότε ο Ιησούς του Ναυή επετέθη εναντίον των. Και τότε φεύγοντας αυτοί, έπεσε χαλάζι, σαν πέτρες. Και άρχισε να χτυπάει τους Αμορραίους, σε βαθμό που πιο πολλοί είναι εκείνοι που σκοτώθηκαν, λέει το ιερό κείμενον, από το χαλάζι, παρά από το μαχαίρι, το σπαθί των Εβραίων. Αυτό θα πει ότι ο Θεός συνεκπολεμεί, πολεμά μαζί με τα στοιχεία της κτίσεως εναντίον των κακών.

    Είναι δε αξιοπαρατήρητο ότι όταν οι δύο προφήται της Αποκαλύψεως, ο Ηλίας και ο Ενώχ, θα λέγουν: «Αυτός είναι ο Αντίχριστος» στην πλατεία της Ιερουσαλήμ, και θα κηρύσσουν μετάνοια και δείχνοντες τον Αντίχριστον, τότε θα τους πιάσουν. Ο Αντίχριστος θα δώσει εντολή να τους συλλάβουν και να τους κρεμάσουν. Και όταν τους κρεμάσουν και τους αφήσουν παραδειγματικά 3 ½ μέρες κρεμασμένους, τότε, λέει: «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ -την τρίτη ημέρα-  ἐγενέτο σεισμός μέγας καί τό δέκατον τῆς πόλεως ἔπεσε· καί ἀπεκτάνθησαν ἐν τῷ σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων χιλιάδες ἑπτά». Το ένα δέκατο της πόλεως γκρέμισε και 7000 σκοτώθηκαν. Γιατί έγινε ο σεισμός; Ηγανάκτησε η κτίσις δια τον άδικον θάνατον των δύο προφητών.

     Ακόμη, το αντίθετο τώρα, όταν θα καταφύγει η Εκκλησία εις την έρημον και ο διάβολος, ο όφις ο αρχαίος, θα την καταδιώξει την Εκκλησία, για να την πνίξει, λέγει μία … εικόνα φοβερή, έβγαλε νερό απ’ το στόμα του –προσέξτε, αυτά είναι εικόνα, τι σημαίνουν το καθένα, έχει πολλή σημασία- και επειδή δεν την έφθανε, έριξε το νερό, όπως τον κυνηγούμε έναν άνθρωπο και δεν τον φθάνομε, παίρνομε πέτρα και τον χτυπούμε, να τον φθάσει η πέτρα μας, έβγαλε νερό από μέσα του, για να την καταστήσει, λέει, ποταμοφόρητον, να την πνίξει την Εκκλησία. Και ακούστε τι έγινε. «Καί ἔβαλεν ὁ ὄφις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ὀπίσω τῆς γυναικός ὕδωρ ὡς ποταμόν, ἳνα αὐτήν ποταμοφόρητον ποιήση -και κοιτάξτε- καί ἐβοήθησεν ἡ γῆ τῇ γυναικί -εβοήθησε την γυναίκα, την Εκκλησία. Ποιος; Η γη. Η γη εβοήθησεν- καί ἤνοιξε ἡ γῆ τό στόμα αὐτῆς (:άνοιξε –λέει- το στόμα της) καί κατέπιεν τόν ποταμόν ὅν ἔβαλεν ὁ δράκων ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ». Σκεφθείτε για μια στιγμή να ανοίγει ένα όρυγμα και όλο το νερό να πέφτει μέσα στο όρυγμα και να γλυτώνουν εκείνοι που κυνηγιώνται απέναντι από το όρυγμα. Το αντιλαμβάνεσθε;

     Βλέπετε λοιπόν η κτίσις, από τη μια προστατεύει τους ευσεβείς, από την άλλη τιμωρεί τους ασεβείς. Και όλα αυτά αν ρωτήσετε τι σημαίνουν, θα σας έλεγα το εξής. Ο Θεός έκανε την κτίσιν, για να υπηρετήσει τον άνθρωπον. Και ο άνθρωπος, μαζί με την κτίσιν, να λατρεύσουν τον Θεό. Έτσι, η κτίσις για τον άνθρωπο και ο άνθρωπος για τον Θεό. Όταν όμως ο άνθρωπος στραφεί εναντίον του Θεού, τότε η κτίσις στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Ακούσατε; Στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Και έτσι επιτελείται αυτό το κακό. Γι΄αυτό ο άνθρωπος δεν πρέπει να αμαρτάνει. Θα λέγαμε όμως για την εποχή μας, ότι η αποστασία μας είναι έκτυπη, είναι φοβερή. Είναι ίσως η πιο έκτυπη περίπτωση αποστασίας και αμαρτωλότητος στην εποχή μας, που βλέπομε τώρα την κτίση να στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Όλα τα σύγχρονα οικολογικά φαινόμενα είναι ένας δείκτης. Η φύσις καταστρέφεται διαρκώς. Και καταστρεφόμενη, στρέφεται εναντίον του ανθρώπου. Το ακούσατε; Στρέφεται εναντίον του ανθρώπου.

     Το εκπληκτικόν όμως είναι, αυτό θέλω να προσέξετε, όταν διαβάζομε την Αγία Γραφή, ότι «ο Θεός εσκλήρυνε», λέει, «την καρδίαν του Φαραώ»… Λέγει στον Μωυσή: «Εσύ θα πας. Θα του πεις αυτά. Αλλά εγώ θα σκληρύνω την καρδίαν του Φαραώ και δεν θα σου δώσει εκείνο που του ζητάς». Αυτό, επί δέκα φορές. Κάνει μεγίστη εντύπωση, περίεργο, ο Θεός να στέλνει τον Μωυσή, τον θεράποντά του. Να ζητάει τι; Την λατρεία του Θεού από τους Εβραίους. Να το επιτρέψει ο Φαραώ. Και από την άλλη μεριά να πηγαίνει ο Θεός να σκληραίνει την καρδιά του Φαραώ. Δεν είναι περίεργο; Δεν είναι αντιφατικό; Δεν είναι παράξενο; Είναι έκφρασις, αγαπητοί μου, της Αγίας Γραφής. Δεν ήρχετο ο Θεός να σκληρύνει την καρδιά του Φαραώ· διότι τότε πώς θα τον τιμωρούσε; Δεν θα ήτο άδικος ο Θεός; Τι σημαίνει; Ότι ο Φαραώ είχε ελευθέραν βούλησιν. Η προαίρεσή του ήτο κακή. Και ενώ έδειχνε ότι μετανοεί, επανήρχετο στην κακή του προαίρεση. Και όταν λέγει: «Ο Θεός σκληραίνει» θα πει: επιτρέπει ο Θεός, παραχωρεί ο Θεός να σκληρύνει και να μείνει σκληρή η καρδιά του Φαραώ. Αυτό θα πει «σκληραίνει ο Θεός».

     Αυτό ξέρετε τι σημαίνει για την εποχή μας; Ό,τι, ό,τι πληγές έχομε, διαβάστε την Αποκάλυψη, θα δείτε φοβερές πληγές, αυτές, όχι θα έλθουν, έχουν έλθει. Ζούμε ήδη πληγές. Φοβερές πληγές. Η μεγαλύτερη, νομίζω, είναι η ραδιενέργεια· που πεθαίνομε από αυτήν. Θα πεθάνουν στην Ελλάδα, στα δέκα χρόνια αυτά που έρχονται, πολλές χιλιάδες κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. Δεν έχομε καθαρόν αέρα. Μας καίει ο ήλιος. Δεν έχομε νερό. Όλα αυτά είναι πληγές. Προσέξτε όμως. Δεν τις δίνει ο Θεός. Γι΄αυτό σας είπα το προηγούμενο παράδειγμα. Εμείς με τα χεράκια μας και τον πολιτισμό μας και την τεχνική μας, καταστρέφομε την φύσιν. Εμείς, εμείς. Συνεπώς… ο Θεός δεν μας εμποδίζει. Μας αφήνει και καταστρέφομε την κτίσιν, η οποία στρέφεται σαν τιμωρός εναντίον μας. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι εμείς οι ίδιοι φτιάχνομε τις πληγές εναντίον του εαυτού μας, ότι αυτό το σπίτι μας, την γη, εμείς με τα χέρια μας, το καταστρέφομε; Και αν μεν καταστρέψεις το σπίτι που έφτιαξες, μπορείς να πας πιο πέρα. Όταν καταστρέψεις την γη, πού θα πας; Πού θα φύγεις;

     Αγαπητοί, ο άγιος Παντελεήμων, ήταν ένας ανθός, ένα λουλούδι μέσα στην κοινωνία που ζούσε. Αλλά η κοινωνία τον απέρριψε. Και να, τον θανάτωσε. Με φοβερό μαρτύριο. Το καλό έτσι, δεν γίνεται ανεκτό πολλές φορές από τους ανθρώπους. Και το δίκαιο το ίδιο. Δεν γίνεται δεκτό από τους ανθρώπους. Μια τέτοια κοινωνία, σε μια τέτοια φοβερή εποχή, παρουσιάζει τέτοια φαινόμενα, γιατί έφυγε η εποχή, οι άνθρωποι, θεληματικά από τον Θεό. Και όταν υπάρχει αυτή η αποστασία, τότε ο Θεός επιτρέπει κατά παραχώρηση, να πέφτει ο άνθρωπος στα χέρια του εαυτού του. Με τα χέρια μας δεν κάναμε τις πληγές; Να πέφτει ο άνθρωπος στα χέρια του εαυτού του. Κυριότατος αίτιος είναι αυτός ο αποστατημένος άνθρωπος.

    Και μάλιστα εδώ φθάνει ο άνθρωπος στο σημείο να μην γίνεται δεκτή η μετάνοιά του. Έχομε πολλά σημεία, δεν έχω καιρό να σας το δείξω, και μάλιστα μία σύγχρονη περίπτωσις, που είναι τώρα 6-7 χρόνια… «Όχι, μην με παρακαλάς, -είπε ο Θεός σε κάποιον ασκητή- μην με παρακαλάς. Θα τους τιμωρήσω!». Ξέρετε ποιους;  Τους Έλληνας! Τι μένει; Να μετανοήσομε. Δεν είναι αρκετό να ευχηθεί ένας, όσο άγιος και να είναι. Πρέπει να μετανοήσομε. Για να μην πω κάποτε και κάποια μετάνοιά μας, όταν είναι φαραωνική μετάνοια, δεν γίνεται δεκτή. Να αλλάξομε στάση απέναντι εις τον Κύριο της δόξης. Βλέπετε πόσες καταστροφές, έχομε σήμερα. Πού θα πάμε; Πρέπει να διψάσομε; Πρέπει να πεινάσομε; Ή πρέπει να πεθάνομε όχι από καθαρόν αέρα; Πρέπει δηλαδή εκεί να φθάσομε, για να καταλάβομε ότι πρέπει να μετανοήσομε; Εμείς διασκεδάζομε. Εμείς μένομε στις ηδονές μας και εις τις αμαρτίες μας. Δεν καταλαβαίνομε ότι κάποτε πρέπει να ζήσομε με μία λιτότητα; Δεν σηκώνει άλλο. Ότι ο ευδαιμονισμός είναι ο χειρότερος διώκτης και της Εκκλησίας και της κοινωνίας και της καθ’ όλου φύσεως; Δεν το αντιλαμβανόμεθα αυτό; Γι΄αυτό λέγει η Σοφία Σολομώντος: «Ἐρημώνει πᾶσαν τήν γῆν ἀνομία». Τι θα ερημώσει όλην την γην; Η ανομία. Η ανομία θα ερημώσει τη γην. Δεν φταίει ο Θεός.

      Συνεπώς; Ας επιστρέψομε εις τον Κύριον των αγίων. Και να παρακαλέσομε και τον άγιο Παντελεήμονα τον μεγαλομάρτυρα, αυτό το θύμα της τότε εποχής του. Της τότε κακεντρεχούς εποχής του.  

                ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

 ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΗ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.



 

Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν

Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν

Ὑπὸ τοῦ Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ, ὑπ. δρ Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.

  Ὁ κατ’ ἐξοχὴν κανόνας ποὺ ἐπικαλοῦνται κατὰ κύριο λόγο οἱ νέοι κανονολόγοι ὡς πρὸς τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας, εἶναι ὁ Ζ΄ (7ος) τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς (καὶ ὁ 95ος τῆς Πενθέκτης ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν ἐπαναλαμβάνει). 

Στὴ σύγχρονη πρακτικὴ παρατηρεῖται ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς χρησιμοποιεῖται ἀφειδῶς καὶ ἀπροϋπόθετα γιὰ ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς ὡς εἶδος “κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ”, ποὺ ἄκομψα οἰκονομεῖ τοὺς πάντες, δίχως νὰ λαμβάνεται ὑπόψιν οὔτε τὸ γράμμα ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κανόνα. Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ λανθασμένη ἄποψη ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς εἶναι ὁ “κανόνας τῆς οἰκονομίας” καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ παραπέμπεται ἀλόγιστα ὡς κανονικὸ στήριγμα ἀθεμελίωτων προτροπῶν, ἰδίως δὲ σὲ περιβάλλοντα οἰκουμενικῶν συγκλήσεων. Ἔτσι, ἀναφέρεται ἀδόκιμα, αὐθαίρετα καὶ ἀλόγιστα γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ ἐπιθυμεῖται νὰ ἀσκηθεῖ (ἀπροϋπόθετη) οἰκονομία, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ γιὰ περιπτώσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ κανόνας δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία σχέση, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς ἱερωσύνης ἐξ αἱρέσεως, δεδομένου ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος [1], ἔχοντας οὐδεμία σχέση μὲ αὐτὸ τῆς ἱερωσύνης. Δεῖγμα καὶ αὐτὸ τοῦ ἀντιεπιστημονικοῦ καὶ ἀντιεκκλησιαστικοῦ τρόπου χρήσης τῶν κανόνων.

  Ὡς πρὸς τὴν οὐσία τοῦ 7ου κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικά. Ἀρχικὰ ὁ κανόνας αὐτὸς δὲν ἀναφέρεται μόνον σὲ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ δύνανται νὰ οἰκονομηθοῦν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ποὺ δὲν οἰκονομοῦνται, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ ἀκρίβεια τῆς βάπτισης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται σὲ ἐμπροϋπόθετη καὶ ὄχι ἀπροϋπόθετη οἰκονομία, καὶ συν­επῶς δὲν εἶναι μονομερῶς ὁ «κανόνας τῆς οἰκονομίας». Οἱ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ οἰκονομοῦνται καὶ γίνονται δεκτὲς μόνο μὲ λίβελλο πίστεως καὶ χρῖσμα, εἶναι ὁμάδες ποὺ εὑρίσκοντο ὡς συνοδικῶς ἀκατάκριτες, οἱ ὁποῖες ὅμως κατεκρίθησαν ὡς αἱρέσεις ἀπὸ αὐτὴν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (381) (Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τὸ τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ρίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου). Στὶς ὁμάδες αὐτὲς ἔγινε δεκτὸ τὸ βάπτισμα, διότι τελέσθηκε κατὰ τὸν τύπο καὶ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ μὴ καθηρημένους -εἰσέτι- ἱερεῖς [2]. Οἱ ὁμάδες τῶν Ὁμοίων καὶ Ὁμοιουσιανῶν (ἡμιαρειανοὶ) ὀνομάζονταν καὶ αὐτὲς ὡς ἀρειανικές, ὄχι διότι ταυτίζονταν μὲ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ διότι, ἔχοντας υἱοθετήσει ὡς ἐκκινοῦσα ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τὴν ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καὶ «ὑπόσταση», δὲν ἀποδέχονταν τὸν ὅρο «ὁμοούσιος», διότι τὸν ἀντιλαμβάνονταν ὡς ὅρο ποὺ κατέλυε τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ· εἴτε ὡς «ὁμοϋπόστατος», δηλαδὴ ὡς τὴν συναλοιφὴ τῶν τριῶν ὑποστάσεων σὲ μία (στὴν περίπτωση ποὺ τονιζόταν ἡ μία φύση ὡς μία ὑπόσταση), εἴτε ὡς διαίρεση τῶν ὑποστάσεων λόγῳ ἑτερουσιότητας αὐτῶν (στὴν ἀντίστροφη ἑρμηνεία τῶν τριῶν ὑποστάσεων ὡς τριῶν διαφορετικῶν φύσεων), δεδομένα ποὺ θεωροῦσαν ὅτι τοὺς ταυτίζουν μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου ἢ τοῦ Εὐνομίου (Ἀνόμοιοι) ἀντίστοιχα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν. Οἱ δὲ Μακεδονιανοὶ Πνευματομάχοι, γιὰ τὸ χρονικὸ πλαίσιο ποὺ ἐξετάζουμε, δὲν ἔχουν εἰσέτι συνοδικὰ καταδικασθεῖ ἀπὸ Γενικὴ Σύνοδο (συνοδικῶς ἀκατάκριτοι αἱρετικοὶ ἔχοντες ὑποστατὰ μυστήρια)· αὐτοὶ ἀντιμετωπίζονται καὶ καταδικάζονται τελεσιδίκως ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 381, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελικὰ διασάφησε τὸ περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω φιλοσοφικῶν ὅρων (φύση-ὑπόσταση), δίδοντας σὲ αὐτοὺς σαφὲς θεολογικὸ περιεχόμενο.

Περαιτέρω, πέραν τῶν ἤδη κεκριμένων αἱρετικῶν, ὑπῆρχαν κι ἄλλες ὁμάδες συνοδικῶς ἀκατάκριτων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ οἰκονομηθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὶς ὁμάδες ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες, λόγῳ τῶν ἀκραίων ἀρειανικῶν τους θέσεων, εἶχαν παραλλάξει εἴτε τὸν τύπο τοῦ βαπτίσματος (μονὴ κατάδυση) εἴτε τὴν ἐπίκληση τῶν ὀνομάτων τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων, τὶς ὁποῖες δὲν δέχονταν καὶ δὲν πίστευαν ὡς ὁμοούσιες (Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστὰς τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαββελλιανοὺς τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοὶ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῆς Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι)· πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα. Καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς χριστιανούς· τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους, εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροάσθαι τῶν Γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν). Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὁ τρόπος τῆς διατύπωσης κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ κανόνα: «Τοὺς προσ­τιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν» [3]. Ὁ κανόνας ἀναφέρει ὅτι ὁ τρόπος ἀποδοχῆς ποὺ ἐμπεριέχεται δὲν εἶναι κάτι ἔκτακτο, ἀλλὰ “ὑποτεταγμένη ἀκολουθία καὶ συνήθεια”, δεδομένο τὸ ὁποῖο προδίδει τὴν πρόθεση συνοδικῆς κατοχύρωσης τῆς πάγιας πρακτικῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεμελιοῦται στὴν σαφῆ διάκριση ἀκατάκριτων καὶ κεκριμένων αἱρετικών [4] ἀπὸ τὴν μία, καὶ στὴν διατήρηση τῶν λειτουργικῶν τύπων (ἐπίκληση, τριττὴ κατάδυση), ἀπὸ τὴν ἄλλη. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, ὁ κανόνας οἰκονομεῖ διὰ λιβέλλου καὶ χρίσματος τὶς ἀντίστοιχες ὁμάδες, τὶς ὁποῖες ἀναφέρει ρητὰ καὶ ὀνομαστικά, ἐνῶ τὶς ὑπόλοιπες τὶς χαρακτηρίζει ὡς ἀνοικονόμητες (πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα), γιὰ τὶς ὁποῖες ἐπιβάλλεται ὁ (ἀνα)βαπτισμός. Ἐπιπρόσθετα κάνει λόγο γιὰ “προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν”. Στὴν διατύπωση αὐτὴ ὑποκρύπτεται σαφῶς ἡ περὶ ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία καὶ ὁ σωτηριώδης χαρακτήρας τῆς Μίας Ἐκκλησίας, διατύπωση ἡ ὁποία φανερώνει τὸν ἀποκλειστικὸ (καὶ ὄχι περιεκτικὸ) χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιολογίας. Οἱ κατεγνωσμένοι αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ συν­επῶς ἐκτὸς τῆς σωτηρίας, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐξετάζει τὸν τρόπο προσδοχῆς αὐτῶν στὴν σωτηριώδη ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνίας τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Μὲ βάση τὶς σύγχρονες ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ἀποφεύγεται ἡ χρήση τοῦ ὅρου «αἱρετικός», ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθεῖ ὅλες τὶς ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν μονότροπα καὶ μόνο μὲ χρῖσμα, ἁπλὰ καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶχαν «τριαδικὴ ἐπίκληση» στὸ βάπτισμα. Βλέπουμε ὅμως ὅτι ἡ Β΄ Σύν­οδος ἔθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις δίχως νὰ καταλύει τὰ ἐκκλησιολογικὰ ὅρια καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικοὺς ἄξονες, διακρίνοντας τοὺς αἱρετικοὺς σαφῶς σὲ χριστέους καὶ βαπτιστέους [5].

Τὸ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἕνα σπουδαῖο διακριτικὸ στοιχεῖο τοῦ πῶς ὁρίζεται ἡ οἰκονομία στὴν διαχρονία τῆς συνοδικῆς πράξης καὶ πῶς στὴ σύγχρονη πρακτικὴ τῶν ἑνωτικῶν ζυμώσεων, τῆς ὑποβόσκουσας οἰκουμενικῆς θεολογίας καὶ τῆς συναφοῦς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”. Ἡ οἰκονομία ἀσκεῖται στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων της. Ἔχοντας ὡς δεδομένο ὅτι οἱ σχισματικοὶ καὶ οἱ συνοδικῶς κεκριμένοι αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς αὐτῆς, θέτει ὅρους καὶ κριτήρια προκειμένου νὰ τοὺς προσλάβει καὶ νὰ τοὺς καταστήσει ὡς γνήσια μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ χῶρος τῶν σύγχρονων ἑνωτικῶν στερεῖται σοβαρῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι νὰ χαρακτηρίζονται ἀφενὸς ἀπὸ πιστότητα πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφετέρου ἀπὸ ποιότητα ὡς πρὸς τὸν ἐπιστημονικὸ χαρακτήρα τῆς γραφίδας τους. Ὁ ἰδιοτελὴς τρόπος χρήσης τῶν πηγῶν πρὸς ὑποστήριξη λήψεως τοῦ ζητουμένου δὲν παραπέμπει ἀσφαλῶς σὲ σοβαροὺς ἐπιστήμονες, ἀλλὰ μᾶλλον σὲ ἡμιμαθεῖς ἐντολοδόχους.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ἐπὶ παραδείγματι Θεόδωρος Γιάγκου, Μέγας Φώτιος καὶ Νικόδημος Ἁγιορείτης· ἡ συμβολή τους στὴν ἀποτύπωση τοῦ Κανονικοῦ Συνειδότος, στὸ Θεολογία ΠΗ΄ (2017), σ. 195. Στὸ ἀνωτέρω ἄρθρο σημειώνεται ἡ ἐν λόγῳ λανθασμένη χρήση τῶν κανόνων 7 τῆς Β΄ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης. Οἱ σημειούμενες θέσεις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἔτους 2017 ἔρχονται σὲ εὐθεῖα ἀντίθεση μὲ παλαιότερο πόνημα τοῦ ἔτους 2009 τοῦ ἰδίου καθηγητῆ ὡς αὐτοαναιρούμενες. Γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν θέσεων τοῦ 2017 βλ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής, Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, σ. 327-337.

[2] Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα, Ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ Ζ΄ Κανόνος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες καὶ τὸν Κων/νο Οἰκονόμο, ἔκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 19962,  σ. 37-56.

[3] Πηδάλιον, σ. 163.

[4] Βλ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής, Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, σ. 235-265. Πρβλ. Οἱ Κολλυβάδες καὶ ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς, Τὸ ζήτημα τῆς “ἀνακρίσεως τοῦ” Πηδαλίου καὶ τοῦ Κανονικοῦ, ἔκδ. Ἔρεισμα, Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν, Χαλανδρίτσα Ἀχαΐας 2020, σ. 661-670, ὅπου ὑπάρχει σχετικὸ ὑποκεφάλαιο ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἱστορικο-κανονικὴ θεώρησις τῆς διακρίσεως ἐληλεγμένων καὶ ἀνεξελέγκτων αἱρετικῶν».

[5] Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα, σ. 47.

orthodoxostypos



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ -ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (26-07-2026)

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2026

 

Ιερού Χρυσοστόμου – Λόγος εγκωμιαστικός στον άγιο Ιερομάρτυρα Φωκά και κατά αιρετικών.

23 Ιουλίου: Μνήμη της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του αγίου Ιερομάρτυρος Φωκά, επισκόπου Σινώπης

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΦΩΚΑ

ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

και στον ρμα΄Ψαλμό: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τον Θεόν ἐδεήθην (:Με όλες μου τις ψυχικές δυνάμεις κραύγασα προς τον Κύριο,  με φωνή που έβγαινε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου ικέτευσα τον Θεό)».

   Λαμπρή έγινε χθες η πόλη μας, λαμπρή και περίοπτη, όχι επειδή είχε μαρμάρινες κολώνες, αλλά επειδή έφθασε σε εμάς με πομπή μάρτυρας από τον Πόντο. Είδε την φιλοξενία σας και σας γέμισε με τις ευλογίες του. Επαίνεσε την προθυμία σας και ευλόγησε εκείνους που παραβρέθηκαν. Μακάρισα εκείνους που προσήλθαν και έλαβαν μέρος στην ευωδία αυτού, και λυπήθηκα για εκείνους που απουσίαζαν. Αλλά, για να μη γίνει ολοκληρωτική η πνευματική τους ζημία, και σήμερα πάλι απονέμομε τα εγκώμια σε αυτόν, ώστε και εκείνοι που απουσίασαν από οκνηρία να διπλασιάσουν με την προθυμία την ευλογία εκ μέρους του μάρτυρα. Διότι εκείνο που είπα πολλές φορές, δεν θα παύσω αυτό να το λέγω. Δεν ζητώ ευθύνες αμαρτημάτων, αλλά ετοιμάζω φάρμακα για τους ασθενείς. Απουσίασες χθες; Έλα έστω και σήμερα, για να δεις αυτόν μεταφερόμενο στον τόπο του. Είδες αυτόν μεταφερόμενο μέσω της αγοράς; Βλέπε αυτόν που ταξιδεύει μέσω του πελάγους, για να γεμίσουν και τα δύο στοιχεία από την ευλογία του.

    Κανένας να μην απουσιάσει από αυτήν την ιερή πανήγυρη. Να μη μείνει παρθένος στο σπίτι, να μην παραμείνει γυναίκα στο σπίτι, ας αδειάσομε την πόλη και ας τρέξομε όλοι μαζί στον τάφο του μάρτυρα· διότι και οι βασιλείς συμμετέχουν μαζί μας στην πανήγυρη. Ποια δικαιολογία, λοιπόν,  μπορεί να έχει ο απλός πολίτης, όταν οι ίδιοι οι βασιλείς αφήνουν τις βασιλικές αυλές και κάθονται μαζί μας κοντά στον τάφο του μάρτυρα; Διότι τέτοια είναι η δύναμη των μαρτύρων· σαγηνεύει όχι μόνο τους ιδιώτες, αλλά και εκείνους που φορούν τα βασιλικά στέμματα. Η δύναμη αυτή καταντροπιάζει τους εθνικούς, αυτή είναι ο εξευτελισμός της πλάνης τους, αυτή γίνεται αιτία της εξολόθρευσης των δαιμόνων, αυτή δείχνει την ευγενική καταγωγή μας και αποτελεί το στεφάνι της Εκκλησίας.

      Συμμετέχω κι εγώ στη χαρά των μαρτύρων και σκιρτώ από αγαλλίαση, βλέποντας αντί για ανθισμένα λιβάδια το τρόπαιο της νίκης τους· διότι αντί για πηγές νερού έρρεε το αίμα τους· τα οστά τους φθάρθηκαν, όμως η μνήμη τους γίνεται κάθε ημέρα νεότερη και λαμπρότερη. Διότι, όπως είναι αδύνατο να σβήσει ο ήλιος, έτσι είναι αδύνατο και η μνήμη των μαρτύρων να σβήσει. Ο ίδιος ο Χριστός διακήρυξε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν (:Ο ουρανός και η γη, που σας φαίνονται τόσο μόνιμα και στερεά, θα περάσουν και θα χαθούν, οι λόγοι μου, όμως, δεν θα περάσουν, αλλά θα επαληθευθούν επακριβώς)»[Μάρκ.13,31].

      Αλλά του μάρτυρα τα εγκώμια ας τα αφήσομε για τον κατάλληλο χρόνο· διότι και αυτά που είπαμε έως τώρα είναι αρκετά, για να διεγείρουν τον ζήλο εκείνων που πρέπει να συγκεντρωθούν και να καταστήσουν λαμπρή την ημέρα της εορτής. Διότι εκείνο που έλεγα χθες, και σήμερα πάλι θα το πω, ότι δηλαδή στον μάρτυρα δεν θα προστεθεί καμία δόξα από την παρουσία των πολλών, ενώ σε σας θα είναι περισσότερη η ευλογία επειδή θα προσέλθετε προς τον μάρτυρα. Διότι, όπως ακριβώς εκείνος που βλέπει προς τον ήλιο δεν κάνει βέβαια λαμπρότερο το άστρο, καταφωτίζει, όμως, τα μάτια του, έτσι λοιπόν και εκείνος που τιμά μάρτυρα, δεν κάνει εκείνον λαμπρότερο, αλλά ο ίδιος αποσπά την ευλογία του φωτός από εκείνον.

      Ας μεταβάλουμε πάλι τη θάλασσα σε εκκλησία, πηγαίνοντας εκεί με λαμπάδες, υγραίνοντας κατά κάποιον τρόπο τη φωτιά και γεμίζοντας το νερό με φωτιά (Εδώ ο Χρυσόστομος περιγράφει ποιητικά τη νυχτερινή θαλάσσια πομπή των πιστών με αναμμένες λαμπάδες). Κανένας να μη φοβάται το πέλαγος. Ο μάρτυρας δεν φοβήθηκε τον θάνατο, κι εσύ φοβάσαι το πέλαγος; Αλλά γι’ αυτό μιλήσαμε με το παραπάνω. Εμπρός, λοιπόν, ας σας παραθέσουμε και σήμερα τη συνηθισμένη πνευματική τράπεζα από τα λόγια που θα λεχθούν. Διότι, έστω κι αν τα σώματά μας ταλαιπωρούνται, ας παίρνει φτερά και ας ανυψώνεται ο νους μας· διότι δεν βλέπω την ταλαιπωρία σας, αλλά τον ζήλο και την προθυμία σας. Όπως είναι ευχάριστη για τον κυβερνήτη μια θάλασσα που κυματίζει, έτσι είναι ευχάριστη και για τον διδάσκαλο μια εκκλησία που κυματίζει σαν πέλαγος από πλήθος πιστών· διότι δεν υπάρχει στα ύδατα αυτά ούτε αλμύρα, ούτε σκόπελος, ούτε θηρία, αλλά θάλασσα και πέλαγος γεμάτο από ευωδία (Εννοεί την πνευματική ευωδία της εκκλησιαστικής συνάξεως.). Εδώ αραξοβολούν πλοία όχι από ένα μέρος της γης σε άλλο, αλλά από τη γη στον ουρανό, έχοντας όχι χρήματα, ούτε χρυσάφι, ούτε άργυρο, αλλά πίστη και αγάπη και ζήλο και σοφία.

      β΄. Εμπρός, λοιπόν, ας οδηγήσομε με προσοχή το πλοίο, χωρίς να υποστεί καμία καταστροφή, ούτε να υπομείνει ναυάγιο. Αλλά προσέχετε με όλη την προθυμία σας τα λεγόμενα· διότι ο Ψαλμός σήμερα μας οδηγεί σε σύγκρουση με τους αιρετικούς, όχι για να τους πολεμήσομε παραμένοντας αυτοί αδρανείς, αλλά για να τους σηκώσομε από την πτώση στην οποία βρίσκονται. Διότι τέτοιος είναι ο δικός μας πόλεμος· δεν καθιστά τους ζωντανούς νεκρούς, αλλά τους νεκρούς τους οδηγεί στη ζωή, γεμάτος από ημερότητα και πολλή επιείκεια. Διότι δεν πολεμώ με υλικά όπλα, αλλά με τον λόγο καταδιώκω, όχι τον αιρετικό, αλλά την αίρεση· δεν αποστρέφομαι τον άνθρωπο, αλλά μισώ την πλάνη και θέλω να τον αποσπάσω από αυτήν. Δεν κάνω πόλεμο προς ουσία –διότι η ουσία είναι έργο του Θεού- αλλά θέλω να διορθώσω την γνώμη, που τη διέφθειρε ο διάβολος. Το ίδιο και ο γιατρός, θεραπεύοντας άρρωστο, δεν πολεμεί το σώμα, αλλά απαλλάσσει το σώμα από την κάκωση. Και εγώ λοιπόν, εάν πολεμήσω τους αιρετικούς, δεν πολεμώ τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά θέλω να απομακρύνω την πλάνη και να καθαρίσω τη σαπίλα. Δική μου συνήθεια είναι να καταδιώκομαι και όχι να καταδιώκω, να πολεμούμαι και να μην πολεμώ.

       Έτσι και ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να σταυρώσει αυτόν, αλλά για να σταυρωθεί· όχι για να δώσει ράπισμα, αλλά να δεχθεί ράπισμα. Διότι λέγει: «Εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;(: Εάν είπα κάτι κακό, απόδειξε ενώπιον του δικαστηρίου με κανονική μαρτυρία ποιο ήταν αυτό το κακό. Εάν όμως μίλησα καλά, γιατί με χτυπάς;)»[Ιω.18,23]. Ο Κύριος της οικουμένης απολογείται στον δούλο του αρχιερέα και δέχεται ράπισμα στο στόμα εκείνο από το οποίο βγήκε ο λόγος εκείνος που χαλιναγώγησε την θάλασσα, ο λόγος εκείνος που ανέστησε από τους νεκρούς τον τετραήμερο Λάζαρο· με το οποίο απομάκρυνε την κακία, με το οποίο ελευθέρωσε από νοσήματα και αμαρτήματα. Αυτό είναι το άξιο θαυμασμού Εκείνου που σταυρώθηκε. Ενώ δηλαδή μπορούσε να ρίξει κεραυνό, να σείσει τη γη και να ξηράνει το χέρι του δούλου, τίποτε από αυτά δεν έκαμε, αλλά και απολογείται και νικάει με την πραότητά του, διδάσκοντας εσένα που είσαι άνθρωπος να μην αγανακτείς ποτέ. Είτε σταυρωθείς, είτε δεχθείς ράπισμα, για να λες τα ίδια που είπε ο Κύριός σου: «Εάν μίλησα κακώς, πες ποιο είναι το κακό που είπα, εάν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;».

     Και πρόσεχε την φιλανθρωπία Του, πώς δηλαδή υπερασπίζεται τα των δούλων, ενώ τα δικά Του τα παρατρέχει. Υπήρχε κάποτε κάποιος προφήτης, που ήλεγχε βασιλιά που ασεβούσε, και αφού προσήλθε σε αυτόν, του είπε: «Θυσιαστήριον θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος (:Θυσιαστήριο, θυσιαστήριο, άκουσε, αυτά λέγει ο Κύριος)»[Γ΄Βασ.13,2]. Επειδή δηλαδή ο βασιλιάς Ιεροβοάμ στεκόταν μπροστά στο θυσιαστήριο προσφέροντας θυσία, ερχόμενος ο προφήτης συνομιλεί με το θυσιαστήριο. «Τι κάνεις, προφήτη; Άφησες τον άνθρωπο και συνομιλείς με το θυσιαστήριο;». -«Ναι», λέγει. -«Γιατί;».  -«Επειδή ο άνθρωπος έγινε πιο αναίσθητος από λίθο, αφήνω εκείνον και συνομιλώ με αυτό, για να μάθεις ότι ο λίθος ακούει, ενώ ο άνθρωπος δεν ακούει: Άκουσε θυσιαστήριο, άκουσε» και αμέσως εξερράγη το θυσιαστήριο. Άπλωσε το χέρι του ο βασιλιάς θέλοντας να πιάσει τον προφήτη, και δεν μπορούσε να το μαζέψει (επειδή ξεράθηκε επί τόπου). Βλέπεις ότι περισσότερο το θυσιαστήριο άκουσε, παρά ο βασιλιάς; Βλέπεις ότι άφησε τον λογικό και συνομιλεί με το άλογο, ώστε με την υπακοή αυτού να διορθώσει την αναισθησία και κακία εκείνου; Εξερράγη το θυσιαστήριο και η κακία του βασιλιά δεν εξερράγη.

      Αλλά πρόσεχε αυτό που συνέβη. Άπλωσε το χέρι ο βασιλιάς να χτυπήσει τον προφήτη και αμέσως ξεράθηκε το χέρι του. Επειδή με την τιμωρία του θυσιαστηρίου δεν έγινε καλύτερος, με την τιμωρία του διδάσκεται να υπακούει στον Θεό: «Εγώ, βέβαια, δείχνοντας ευσπλαχνία προς εσένα θέλησα να αφήσω την οργή μου να πέσει στον λίθο, επειδή, όμως, ο λίθος δεν σου έγινε διδάσκαλος, δέξου εσύ την τιμωρία». Και άπλωσε το χέρι του και αμέσως ξεράθηκε. Παρέμεινε, λοιπόν, στημένο το τρόπαιο του προφήτη και ο βασιλιάς δεν μπορούσε να μαζέψει το χέρι του. Πού είναι το βασιλικό στέμμα; Πού τα βασιλικά ενδύματα; Πού οι θώρακες; Πού οι ασπίδες; Πού ο στρατός; Πού τα δόρατα; Ο Θεός πρόσταξε και όλα εκείνα έχασαν την δύναμή τους. Στέκονταν εκεί κοντά του οι διοικητές του, μην μπορώντας να τον βοηθήσουν, όντας μόνο θεατές του πλήγματος. Και άπλωσε το χέρι του ο βασιλιάς και ξεράθηκε· όταν έγινε ξηρό, τότε παρήγαγε καρπό. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, το παράδειγμα του ξύλου του παραδείσου και του ξύλου του Σταυρού. Όπως ακριβώς δηλαδή το ξύλο εκείνο όντας χλωρό γέννησε τον θάνατο, ενώ το ξύλο του Σταυρού όντας ξερό γέννησε ζωή, το ίδιο συνέβηκε και με το χέρι του βασιλιά· όταν ήταν χλωρό (υγιές) τότε γεννούσε ασέβεια, όταν έγινε ξερό τότε πρόσφερε την υπακοή. Πρόσεξε τα παράδοξα έργα του Θεού.

    Αλλά όπως έλεγα, όταν Αυτός δεχόταν ραπίσματα, δεν προξενούσε κανένα κακό σε εκείνον που τον ράπιζε· όταν, όμως, επρόκειτο ο δούλος να υβρισθεί, τιμώρησε τον βασιλιά, για να σε διδάξει τα του Θεού να τα υπερασπίζεσαι, ενώ τα δικά σου να τα παραβλέπεις. Διότι, όπως ακριβώς παραβλέπω τα δικά μου, αλλά υπερασπίζομαι τα δικά σου, έτσι και τα δικά μου να τα υπερασπίζεσαι, ενώ τα δικά σου να τα παραβλέπεις. Αλλά, παρακαλώ, εντείνατε την ακοή σας –διότι, όπου καιρός αγώνων, χρειάζονται ακροατές που να έχουν τεταμένη την ακοή- για να γνωρίσετε με ακρίβεια πώς δένω και πώς λύνω τα αμαρτήματα των αντιδίκων, πώς παλεύω και πώς ρίχνω τον αντίπαλο. Εάν δηλαδή εκείνοι που παρακολουθούν αγώνες στο θέατρο όταν παλεύουν δύο, κλίνοντας το σώμα τους προς τα εμπρός, μεγαλώνουν την προσοχή και την ηλικία, για να δουν παλαίσματα γεμάτα από ντροπή, πολύ περισσότερο πρέπει εμείς να προσέχομε την ακρόαση των θείων Γραφών. Διότι, εάν επαινείς τον αθλητή, γιατί δεν γίνεσαι αθλητής; Και αν ντρέπεσαι να γίνεις αθλητής, γιατί μιμείσαι τον έπαινο αυτών;

     Εδώ, όμως, δεν είναι τέτοια τα παλαίσματα, αλλά είναι τα ίδια για όλους και ωφέλιμα και σε εκείνους που ομιλούν και σε εκείνους που ακούν. Διότι παλεύω με τον αιρετικό, για να κάνω και σας αθλητές, ώστε να ράβετε την γλώσσα αυτών όχι μόνο ψάλλοντας, αλλά και συζητώντας μαζί τους. Τι λέγει, λοιπόν, ο προφήτης; «Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με τη φωνή μου ικέτευσα τον Θεό» [Ψαλμ.141,2]. Πρόσεξε· μήπως σου φαίνεται ότι αυτό που ειπώθηκε αποτελεί αφορμή για αγώνες και πάλη; Δες πώς υφαίνω το στεφάνι της νίκης και πώς διαμορφώνω το θέμα του αγώνα. «Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με τη φωνή μου ικέτευσα τον Θεό». Με αυτά, σε παρακαλώ, φώναξε προς τον αιρετικό, είτε είναι παρών, είτε δεν είναι παρών. Διότι, εάν είναι παρών, ας διδάσκεται από τα δικά μας λόγια· και αν δεν είναι παρών, ας ωφελείται μέσω της δικής σας ακρόασης. Αλλά, όπως είπα, δεν διώχνω εγώ τον αιρετικό όταν είναι παρών· αντιθέτως τον δέχομαι, ενώ εκείνος διώκεται όχι από εμάς, αλλά από τη δική του συνείδηση, σύμφωνα με εκείνον που λέγει: «Φεύγει ἀσεβὴς μηδενὸς διώκοντος (:Φεύγει πανικόβλητος ο ασεβής και ένοχος, χωρίς να υπάρχει κανένας που να τον καταδιώκει – διότι τον ελέγχει αυστηρά η συνείδησή του)» [Παροιμ.28,1].

      Η Εκκλησία είναι μητέρα των τέκνων της· τα δέχεται και συγχρόνως ανοίγει την αγκαλιά της και στους ξένους. Η κιβωτός του Νώε ήταν ένα κοινό καταφύγιο για όλους· η Εκκλησία όμως είναι ανώτερη ακόμη και από εκείνη. Εκείνη δεχόταν άλογα ζώα και τα διατηρούσε άλογα· η Εκκλησία όμως δέχεται άλογους ανθρώπους και τους μεταμορφώνει. Εννοώ το εξής με αυτό που λέγω. Εάν μπει εδώ μέσα αιρετικός, πανούργος σαν την αλεπού, τον κάνω πρόβατο· εάν μπει κάποιος ως λύκος, τον κάνω, όσο εξαρτάται από μένα, αρνί. Αν όμως δεν θελήσει να αλλάξει, η ευθύνη δεν είναι δική μου, αλλά της δικής του αχαριστίας και κακής διαθέσεως. Διότι και ο Χριστός είχε δώδεκα μαθητές, αλλά ο ένας έγινε προδότης· όχι εξαιτίας του Χριστού, αλλά εξαιτίας της διεφθαρμένης διαθέσεως του ίδιου.

     Επίσης και ο Ελισσαίος είχε μαθητή φιλάργυρο, όχι όμως εξαιτίας της αδυναμίας του διδασκάλου, αλλά εξαιτίας της αμέλειας του μαθητή. Εγώ σπέρνω τα σπέρματα· Αν είσαι γόνιμη γη και δεχθείς τους σπόρους, θα αποδώσεις και τον στάχυ, τον καρπό· εάν είσαι πέτρα άγονη, δεν ευθύνομαι καθόλου εγώ· και αν τα ακούσεις τα λόγια μου, και αν δεν τα ακούσεις, εγώ δεν θα σταματήσω να σου απευθύνω ωδή πνευματική, περιποιούμενος τα τραύματά σου, για να μην ακούσω κατά την ημέρα εκείνη: «Πονηρὲ δοῦλε, ἔδει σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις (:Πονηρέ δούλε, έπρεπε εσύ να καταθέσεις τα χρήματά μου στους τραπεζίτες, κι όταν θα ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα με τόκο αυτό που μου ανήκει)» [Ματθ.25,27].

      γ΄. «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τόν Θεόν ἐδεήθην (:Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου φώναξα προς τον Κύριο , με θερμή δέηση παρακάλεσα τον Θεό)». Τι λες, αιρετικέ; Σε ποιον τα λέγει αυτά ο προφήτης και ποιον ονομάζει «Κύριο» και «Θεό»; Ο λόγος είναι για το ίδιο πρόσωπο. Διότι εκείνοι, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας τις Γραφές, εις βάρος του ίδιου τους του εαυτού, και αναζητώντας πάντοτε επιχειρήματα που στρέφονται εναντίον της δικής τους σωτηρίας, δεν αντιλαμβάνονται ότι σπρώχνουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε βάραθρο απώλειας. Διότι τον Υιό του Θεού ούτε εκείνος που Τον εξυμνεί Τον κάνει ενδοξότερο, ούτε εκείνος που βλασφημεί εναντίον Του, Τον βλάπτει· διότι η ασώματη θεία ουσία δεν έχει ανάγκη της δικής μας εξυμνήσεως, αλλά όπως ακριβώς εκείνος που λέγει τον ήλιο «λαμπρό», δεν προσθέτει με αυτό κάτι στο φως του, ούτε εκείνος που τον λέγει «σκοτεινό», μειώνει την ουσία αυτού, αλλά η διατύπωση της γνώμης του δείχνει την δική του πνευματική τυφλότητα· έτσι εκείνος που δεν ονομάζει «Υιό» τον Υιό του Θεού, αλλά «κτίσμα», δείχνει την δική του πνευματική παραφροσύνη, ενώ εκείνος που αναγνωρίζει την ουσία και την Θεία φύση Αυτού, φανερώνει τη δική του ευγνωμοσύνη και ορθή διάθεση. Και ούτε ο ένας Τον ωφελεί, ούτε ο άλλος Τον βλάπτει., αλλά ο πρώτος από αυτούς αγωνίζεται εναντίον της δικής του σωτηρίας, ενώ ο δεύτερος υπέρ της δικής του σωτηρίας. Αλλά, όπως έλεγα, παραποιώντας τις Γραφές, παραβλέπουν όλα τα άλλα και αναζητούν μήπως βρουν κάποιο χωρίο που φαίνεται να συμφωνεί με την νοσηρή πλάνη τους.

    Και μη μου λες ότι η αιτία είναι η Γραφή. Δεν είναι αιτία η Γραφή, αλλά η δική τους κακή διάθεση και αχαριστία. Διότι και το μέλι είναι γλυκό, αλλά ο ασθενής νομίζει ότι αυτό είναι πικρό· όμως, η κατηγορία δεν ανήκει στο μέλι, αλλά στην αρρώστια. Έτσι και οι παράφρονες δεν βλέπουν σωστά τα πράγματα που έχουν μπροστά τους, η ευθύνη, όμως, δεν βρίσκεται στα αντικείμενα που βλέπουν, αλλά στη διαστρεβλωμένη σκέψη του παράφρονα. Δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό για να δούμε το έργο Του και να προσκυνήσομε τον Δημιουργό, αλλά οι ειδωλολάτρες θεοποίησαν το έργο Του· αιτία όμως δεν είναι το δημιούργημα, αλλά η δική τους πνευματική τύφλωση και αχαριστία. Και όπως ο αχάριστος και κακόβουλος άνθρωπος δεν ωφελείται από κανέναν, έτσι ο ευγνώμων άνθρωπος ωφελείται ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό. Τι υπάρχει ανώτερο ή ίσο με τον Χριστό; Κι όμως δεν ωφελήθηκε ο Ιούδας. Τι υπάρχει πονηρότερο από τον διάβολο; Κι όμως ο Ιώβ στεφανώθηκε με νίκη. Και ούτε τον Ιούδα ωφέλησε ο Χριστός, επειδή εκείνος ήταν αχάριστος και κακοπροαίρετος, ούτε τον Ιώβ τον έβλαψε ο διάβολος, επειδή ήταν ευγνώμονας και πιστός στον Θεό.

     Αυτά τα λέγω, για να μην κατηγορεί κανένας τις Γραφές, αλλά την κακή διάθεση εκείνων που ερμηνεύουν λανθασμένα όσα έχουν λεχθεί σωστά. Διότι και ο διάβολος συζητούσε με τον Χριστό, χρησιμοποιώντας χωρία από τις Γραφές. Δεν είναι αιτία όμως η Γραφή, αλλά ο νους που διαστρέφει και παρερμηνεύει όσα έχουν λεχθεί σωστά. Διότι, θέλοντας να παρουσιάσουν τον Υιό κατώτερο από τον Πατέρα, περιφέρονται εξετάζοντας και διαστρεβλώνοντας λέξεις και ονομασίες και ισχυρίζονται ότι, όπου αναφέρονται τα ονόματα «Θεός» και «Κύριος», το πρώτο ανήκει στον Πατέρα και το δεύτερο στον Υιό. Έτσι χωρίζουν τα ονόματα και αποδίδουν το «Θεός» στον Πατέρα και το «Κύριος» στον Υιό, σαν να μοιράζουν τη θεότητα και να διανέμουν κληρονομικά τις θείες ιδιότητες.

    Λέγει άραγε η Γραφή το όνομα «Κύριος» μόνο για τον Υιό; Αυτό πράγματι διδάσκει; Πώς δεν άκουσες τον σημερινό Ψαλμό, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο πρόσωπο λέγοντας: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τόν Θεόν ἐδεήθην (:Με τη φωνή δυνατή της ψυχής μου κραύγασα προς τον Κύριο, με θερμή δέηση ικέτευσα τον Θεό)»; Άρα τον ίδιο τον ονομάζει και Κύριο και Θεό.  Ποιον θέλεις να θεωρήσεις Θεό; Τον Υιό ή τον Πατέρα; Ασφαλώς θα πεις ότι αυτά τα ονόματα αναφέρονται στον Πατέρα. Τότε λοιπόν ο Υιός είναι Θεός και ο Πατέρας είναι Κύριος. Γιατί, λοιπόν, χωρίζεις τα ονόματα και αλλού τα αποδίδεις με έναν τρόπο, ενώ εδώ τα διαχωρίζεις;

    Και ο Παύλος λέγει –μακάρι να άκουες τον Παύλο και τότε θα ήσουν μακάριος-: «Ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι’ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ(:Για μας, όμως, υπάρχει ένας Θεός, ο Πατήρ, από τον Οποίο έγιναν τα πάντα, και γι’ Αυτόν οφείλουμε να ζούμε και σε Αυτόν οφείλουμε να αποβλέπουμε κι εμείς ως τελικό σκοπό της ζωής μας˙ και ένας Κύριος υπάρχει, ο Ιησούς Χριστός, διαμέσου του Οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα, κι εμείς διαμέσου Αυτού αναγεννηθήκαμε)» [Α΄Κορ. 8,6] . Δεν αποκάλεσε τον Υιό Θεό; Τι τον αποκάλεσε; «Κύριο». Πες μου λοιπόν: είναι το όνομα «Θεός» ανώτερο από το «Κύριος» και το «Κύριος» κατώτερο από το «Θεός»; Συγκεντρώστε, παρακαλώ, όλη την προσοχή σας. Αν, λοιπόν, αποδείξω ότι το «Κύριος» και το «Θεός» έχουν την ίδια σημασία, τι θα απαντήσεις;

       Ισχυρίζεσαι ότι το «Θεός» είναι ανώτερο και το «Κύριος» κατώτερο; Άκουσε τον προφήτη που λέγει: «Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν (:Ο Κύριος που δημιούργησε τον ουρανό, Αυτός ο Θεός που κατασκεύασε την γη)» [ βλ. Ησ. 45,18: «Οὕτως λέγει Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, οὗτος ὁ Θεὸς ὁ καταδείξας τὴν γῆν καὶ ποιήσας αὐτήν, αὐτὸς διώρισεν αὐτήν, οὐκ εἰς κενὸν ἐποίησεν αὐτήν, ἀλλὰ κατοικεῖσθαι ἔπλασεν αὐτὴν - ἐγώ εἰμι Κύριος, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι (: Να τι λέει ο Κύριος που δημιούργησε τον ουρανό, ο Θεός αυτός που έφτιαξε την γη και αποκάλυψε την στεριά διαχωρίζοντας τα νερά της θάλασσας και διαμορφώνοντας τα όριά της. Δεν την έπλασε χωρίς σκοπό, για να μένει έρημη και ακατοίκητη, αλλά τη διαμόρφωσε για να κατοικείται. Αυτός λοιπόν είναι που λέει: ‘’Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει πλέον άλλος εκτός από Εμένα’’)»]. Αποκαλεί το ίδιο πρόσωπο και «Κύριο» και «Θεό»· τον Κύριο ως δημιουργό του ουρανού και τον Θεό ως δημιουργό της γης.

      Και πάλι: «Ἄκουε, Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστιν (:Άκουε, λαέ του Ισραήλ· ο Κύριος και Θεός μας είναι ο ένας και μοναδικός Κύριος)» [Δευτ.6,4].   Δύο φορές αναφέρεται το «Κύριος» και μία φορά το «Θεός»· πρώτα το «Κύριος», έπειτα το «Θεός» και πάλι το «Κύριος». Αν, λοιπόν, το ένα ήταν κατώτερο και το άλλο ανώτερο, δεν θα έβαζε πρώτο το κατώτερο όταν μιλά για τη μεγαλειότητα της θείας ουσίας. Θα αρκούνταν να αναφέρει μόνο το ανώτερο και δεν θα πρόσθετε το υποτιθέμενο κατώτερο.   Άραγε, κατανοήσατε αυτό που είπα; Πάλι σας διδάσκω· διότι εδώ δεν πρόκειται για θέαμα προς επίδειξη, αλλά για διδασκαλία που οδηγεί σε πνευματική κατάνυξη, όχι για να φύγετε από εδώ άοπλοι, αλλά για να αναχωρήσετε πνευματικά οπλισμένοι.

      Λες, αιρετικέ, ότι το «Θεός» είναι ανώτερο και το «Κύριος» κατώτερο; Σου έδειξα τον προφήτη που λέγει: «Κύριος ὁ ποιήσας τὸν οὐρανόν, Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὴν γῆν (:Κύριος είναι Αυτός που δημιούργησε τον ουρανό, Θεός είναι Αυτός που κατασκεύασε τη γη)». Σου δείχνω πάλι τον Μωυσή που λέγει: «Ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι (:Άκουε,  λαέ του Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου, Κύριος ένας είναι)». Πώς είναι ένας, αν τα δύο ονόματα αντιστοιχούν σε άνισες ουσίες, το ένα σε κατώτερη και το άλλο σε ανώτερη; Διότι ασφαλώς η ίδια η ουσία δεν μπορεί να είναι συγχρόνως μεγαλύτερη και μικρότερη από τον εαυτό της· είναι μία και αδιαίρετη: «Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστι (:Κύριος ο Θεός σου, Κύριος ένας είναι)»· και σου αποδεικνύω ότι το όνομα «Κύριος» σημαίνει ακριβώς «Θεός».

     Αν, λοιπόν, το «Κύριος» ήταν κατώτερο και το «Θεός» ανώτερο, ποιο θα έπρεπε να θεωρείται το κύριο όνομά Του; Το «Κύριος», που υποτίθεται ότι είναι κατώτερο, ή το «Θεός», που υποτίθεται ότι είναι ανώτερο; Αν σε ρωτούσε: «Ποιο είναι το όνομά μου;», τι θα απαντούσες, αιρετικέ; Μήπως λες ότι το «Κύριος» ανήκει στον Υιό ενώ το «Θεός» είναι περισσότερο ίδιο και οικείο στον Πατέρα;

     Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι το «Κύριος», το οποίο θεωρείς κατώτερο, είναι το κατεξοχήν γνώρισμά Του, τι θα απαντήσεις; «Καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος (:Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος)» [Ψαλμ.82,19], λέγει ο προφήτης. Μήπως είπε: «το όνομά Σου είναι Θεός»; Και όμως, αν το «Θεός» ήταν ανώτερο, γιατί ο προφήτης δεν είπε: «Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Θεός»; Διότι αν το «Θεός» ήταν το κυρίως και ιδιαίτερο όνομά Του, ενώ το «Κύριος» κάτι ξένο και κατώτερο, γιατί είπε: «Ας γνωρίσουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος», δηλαδή — σύμφωνα με τη δική σας θεωρία — το μικρότερο και κατώτερο όνομα; Και γιατί δεν χρησιμοποιεί εκείνο το μεγάλο και υψηλό όνομα, που θα ταίριαζε δήθεν περισσότερο στη θεία ουσία; Και για να μάθετε, ότι αυτό δεν είναι κατώτερο, ούτε υποδεέστερο, αλλά έχει την ίδια ακριβώς δύναμη, προσθέτει: «Καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος· σὺ μόνος Ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν (:Ας μάθουν ότι το όνομά Σου είναι Κύριος·  Συ είσαι ο μόνος Ύψιστος σε ολόκληρη τη γη)».

       δ΄. Αλλά ακόμη δεν εγκαταλείπεις τη διαμάχη και εξακολουθείς να λες ότι το «Θεός» είναι ανώτερο, ενώ το «Κύριος» κατώτερο. Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι ο Υιός ονομάζεται με το όνομα που εσύ θεωρείς ανώτερο, τι θα πεις; Θα σταματήσεις την διαμάχη; Θα εγκαταλείψεις την αντιλογία; Θα αναγνωρίσεις την αλήθεια που οδηγεί στη σωτηρία σου; Θα απαλλαγείς από την πλάνη σου; Θα κατανοήσεις και θα συμφωνήσεις με αυτό που είπα; Διότι αποδίδουν το όνομα «Κύριος» στον Υιό, ενώ το όνομα «Θεός» στον Πατέρα ως δήθεν ανώτερο. Αν, λοιπόν, σου αποδείξω ότι ο Υιός ονομάζεται με το όνομα «Θεός», που εσύ θεωρείς ανώτερο, τότε η διαμάχη έχει λυθεί· διότι σε αιχμαλωτίζω με τα δικά σου όπλα και σε υπερνικώ με τα δικά σου επιχειρήματα.

     Συ είπες ότι το «Θεός» είναι ανώτερο, ενώ το «Κύριος» κατώτερο· Θέλω να σου δείξω ότι το κατώτερο όνομα δεν θα ταίριαζε στον Πατέρα, αν πράγματι ήταν ανώτερος και το ανώτερο όνομα δεν θα ταίριαζε στον Υιό, αν πράγματι ο Υιός ήταν κατώτερος. Άκουσε τον προφήτη που λέγει: «Οὗτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν· ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης· μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (:Αυτός είναι ο Θεός μας και κανένας άλλος δεν μπορεί να συγκριθεί με Αυτόν. Αυτός γνωρίζει όλους τους δρόμους της επιστήμης και της σοφίας. Κι έπειτα από όλα αυτά, φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους)» [Βαρούχ 3,36-37]. Τι έχεις να πεις γι'αυτό; Μπορείς να αντιμιλήσεις προς τα λόγια αυτά; Αλλά δεν μπορείς· διότι παραμένει η αλήθεια εκπέμποντας την δική της ακτινοβολία και τυφλώνοντας τα όμματα των αιρετικών, που δεν θέλουν να πιστέψουν σε αυτήν.

     Αν και οι αγώνες είναι δύσκολοι και ο καύσωνας μεγάλος, εντούτοις ο λόγος του Θεού είναι ισχυρότερος από την κόπωση των ακροατών και με τη δροσιά της διδασκαλίας απαλύνει τη ζέστη. Και αν ακόμη συγκεντρωνόμαστε μία ή δύο φορές την εβδομάδα, δεν πρέπει ο ακροατής να είναι αμελής. Διότι εάν βγεις από εδώ και σου πει κάποιος: «Για ποιο θέμα μίλησε ο διδάσκαλος;», πες: «Μίλησε εναντίον των αιρετικών». Εάν σε ξαναρωτήσει: «Και τι ακριβώς είπε;» και δεν μπορέσεις να απαντήσεις, αυτό είναι μεγάλη ντροπή για σένα· αν όμως μπορέσεις να εξηγήσεις τι ειπώθηκε, τον ελέγχεις και τον κεντρίζεις πνευματικά και αν είναι αιρετικός, τον διορθώνεις· και αν είναι φίλος αμελής, τον προσελκύεις και τον παρακινείς. Και αν είναι γυναίκα απρόσεκτη και ασυγκράτητη, τη βοηθείς να γίνει  σωφρονέστερη· διότι έχεις ευθύνη και απέναντι στη σύζυγό σου· διότι λέγει: «Αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν(:Σύμφωνα με την τάξη και την ειρήνη που επικρατεί σ’ όλες τις Εκκλησίες των Χριστιανών, οι γυναίκες σας στις συνάξεις των πιστών ας σιωπούν˙ διότι δεν τους επιτρέπεται να μιλούν, αλλά πρέπει να υποτάσσονται, όπως και ο νόμος λέει στο βιβλίο της Γενέσεως. Εάν πάλι θέλουν να μάθουν καλύτερα κάτι που ακούστηκε στη σύναξη και δεν τα κατάλαβαν, ας ρωτούν γι’ αυτό στο σπίτι τους άνδρες τους. Διότι είναι άπρεπο και άσχημο στις γυναίκες να μιλούν στη σύναξη των πιστών)» [Α΄Κορ. 14,34-35].

      Εάν μπεις στο σπίτι και σε ερωτήσει η γυναίκα: «Τι μου έφερες από την εκκλησία;», πες της: «Δεν σου έφερα κρέας ούτε οίνο, ούτε χρυσάφι, ούτε κοσμήματα που καλλωπίζουν το σώμα, αλλά λόγο που σοφίζει και φωτίζει τον νου». Όταν επιστρέψεις στη σύζυγό σου,  παράθεσε την τράπεζα την πνευματική. Πες πρώτα, όσο ακόμη ηχούν ζωηρά στη μνήμη: «Ας απολαύσομε πρώτα τα πνευματικά αγαθά, και έπειτα ας απολαύσομε το υλικό τραπέζι της τροφής». Διότι αν έτσι τακτοποιούμε και ρυθμίζουμε τη ζωή μας, θα έχουμε τον ίδιο τον Θεό ανάμεσά μας να ευλογεί το τραπέζι μας και να στεφανώνει και εμάς με τα βραβεία της αρετής και της σωτηρίας.

      Για όλα, λοιπόν, αυτά ας ευχαριστήσουμε τον ίδιο τον Πατέρα, μαζί με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                     ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

             επιμέλεια κειμένου και μετάφρασης: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/de-sancto-hieromartyre-phoca.pdf

·       Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Λόγοι εγκωμιαστικοί, ομιλία ΙΕ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1989, τόμος 37, σελίδες 292-311.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/

·       https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/

·       Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html



 

25 Ιουλίου, μνήμη της αγίας Ολυμπιάδας της διακόνισσας: Ιερού Χρυσοστόμου, επιστολή Α΄ προς Ολυμπιάδα την διακόνισσα

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑΣ

                   ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

          ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ 1

       Στην δέσποινά μου, την πλέον αξιοσέβαστη και θεοφιλέστατη, την  διακόνισσα Ολυμπιάδα, ο επίσκοπος Ιωάννης εύχεται να χαίρεται εν Κυρίῳ.

      Όσο εντείνονται οι πειρασμοί και αυξάνονται οι δοκιμασίες, τόσο αυξάνεται και η θεία παρηγοριά προς εμάς και τόσο πιο αισιόδοξες γίνονται οι ελπίδες μας για το μέλλον. Και τώρα όλα μάς έρχονται ευνοϊκά και ταξιδεύουμε με ούριο άνεμο2. Ποιος είδε ποτέ κάτι τέτοιο; Ποιος άκουσε κάτι παρόμοιο; Ύφαλοι και απότομα, κοφτερά βράχια, ανεμοστρόβιλοι και καταιγίδες ξεσπούν με τρομερή ορμή παντού γύρω μας· νύχτα χωρίς καθόλου φως φεγγαριού, βαθύ σκοτάδι,  γκρεμοί απόκρημνοι και βράχοι ύπουλοι και απειλητικοί. Κι όμως, ενώ πλέουμε μέσα σε τέτοια θάλασσα, δεν βρισκόμαστε σε χειρότερη κατάσταση από εκείνους που κλυδωνίζονται ενώ βρίσκονται στο λιμάνι3.

     Γι’ αυτό κι εσύ, δέσποινά4 μου θεοφιλεστάτη, συλλογιζόμενη όλα αυτά, στάσου πάνω από αυτούς τους θορύβους και τους κλυδωνισμούς και αξίωσέ με να μάθω νέα για την κατάσταση της υγείας σου. Διότι εμείς ζούμε με υγεία και καλή ψυχική και πνευματική διάθεση (:χωρίς αθυμία). Γιατί πράγματι και το σώμα μας έχει γίνει πιο δυνατό και αναπνέουμε καθαρό αέρα. Και οι αξιωματούχοι των επαρχιών που ταξιδεύουν μαζί μας5, μας περιποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν μας αφήνουν να νιώσουμε ούτε την έλλειψη  υπηρετών6, αφού εκτελούν οι ίδιοι τα καθήκοντα των υπηρετών· γιατί πράγματι άρπαξαν7 με λαχτάρα αυτή την υποχρέωση (της διακονίας), εξαιτίας της μεγάλης αγάπης που τρέφουν για εμάς. Και παντού σχηματίζονται τιμητικές συνοδείες (γύρω μας), καθώς ο καθένας τούς μακαρίζει (: τους θεωρεί ευλογημένους) γι΄ αυτήν ακριβώς τη διακονία που μας προσφέρουν.

     Ένα μόνο πράγμα είναι εκείνο που μας στενοχωρεί: το ότι δεν έχουμε τη βεβαιότητα πως κι εσύ η ίδια ζεις χωρίς αθυμία8. Φανέρωσέ μας με επιστολή, λοιπόν, καθαρά αυτό το πράγμα, για να απολαύσουμε κι εμείς9 τη χαρά που θα προέλθει από αυτήν την είδηση και έτσι στον κύριό μου και εξαιρετικά αγαπημένο μας πνευματικό παιδί, τον Περγάμιο10, θα είμαστε βαθύτατα υπόχρεοι. Και αν θέλεις να μας στέλνεις γράμματα, να χρησιμοποιείς αυτόν για τον σκοπό αυτό, επειδή είναι άνθρωπος ειλικρινής και γνήσιος, πολύ αφοσιωμένος σε εμάς, και τρέφει απέραντο σεβασμό για την κοσμιότητα και την ευσέβειά σου.

1.     1.   Το ιστορικό πλαίσιο της συγκεκριμένης επιστολής εντοπίζεται στην επώδυνη περίοδο της οριστικής εξορίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (404–407 μ.Χ.). Την επιστολή αυτήν την απέστειλε μάλλον από τον πρώτο σταθμό της εξορίας του, την Νίκαια, τον Ιούνιο του 404 μ.Χ.  προς την πνευματική του κόρη, την Ολυμπιάδα την Διακόνισσα. Τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το ιστορικό και ψυχολογικό πλαίσιο της αλληλογραφίας είναι τα εξής:

    Ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε έρθει σε σφοδρή ρήξη με την αυτοκράτειρα Ευδοξία και την πολιτική και εκκλησιαστική ελίτ της εποχής, λόγω των αυστηρών ελέγχων που ασκούσε ενάντια στην πολυτέλεια, τη διαφθορά και την αδικία. Το αποτέλεσμα ήταν η καθαίρεση και η οριστική καταδίκη του σε εξορία το 404 μ.Χ., αρχικά στην Κουκουσό της Αρμενίας και αργότερα προς την Πιτυούντα.

    Η Ολυμπιάδα ήταν μια εξαιρετικά πλούσια χήρα της βυζαντινής αριστοκρατίας, η οποία είχε χειροτονηθεί διακόνισσα και είχε αφιερώσει τη ζωή και την τεράστια περιουσία της σε φιλανθρωπίες. Ήταν η πιο πιστή συνεργάτιδα και υποστηρίκτρια του Ιερού Χρυσοστόμου. Μετά την απομάκρυνσή του, η ίδια υπέστη άγριες διώξεις, δικαστικές ταλαιπωρίες και βαριά πρόστιμα από τους εχθρούς του Αγίου, επειδή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον νέο Αρχιεπίσκοπο. Η Ολυμπιάδα, τότε, απομονωμένη, διωκόμενη και στερημένη από τον πνευματικό της πατέρα, βυθίστηκε σε βαθιά κατάθλιψη, απελπισία και σωματική ασθένεια. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί ο Θεός επέτρεπε να υποφέρουν τόσο σκληρά οι δίκαιοι άνθρωποι, ενώ οι άδικοι επικρατούσαν.

    Αν και ο ίδιος ο Χρυσόστομος βίωνε μια δραματική εξορία, με άθλιες καιρικές συνθήκες, κακή υγεία και συνεχείς μετακινήσεις, βρήκε τη δύναμη να γίνει ο παρηγορητής της. Της έγραψε για να αναπτερώσει το ηθικό της και να νικήσει την «αθυμία» της. Με την επιστολή αυτή, ο Άγιος της εξηγεί τον πνευματικό νόμο των δοκιμασιών: ο Θεός δεν αφήνει ποτέ τον άνθρωπο να δοκιμάζεται παραπάνω από όσο αντέχει· όσο μεγαλώνει η θλίψη, τόσο περισσότερο καταφθάνει και η θεϊκή παρηγοριά, η οποία γεννά τη βεβαιότητα ότι το μέλλον θα είναι πνευματικά καρποφόρο.

  1.      Όταν ο Άγιος γράφει αυτά τα λόγια, η πραγματική του κατάσταση είναι άθλια. Ταξιδεύει κάτω από εξαντλητικές συνθήκες, η υγεία του είναι εκ φύσεως εξαιρετικά ασθενική, υποφέρει από το κρύο, τη ζέστη και τις κακουχίες της διαδρομής, και πηγαίνει προς έναν άγνωστο και επικίνδυνο τόπο (την Κουκουσό). Επιλέγει συνειδητά, ωστόσο, να υποβαθμίσει τα δικά του βάσανα προκειμένου να μη χειροτερέψει η αθυμία του πνευματικού του τέκνου για όσα συμβαίνουν. Πέρα, όμως, από την προσπάθεια να την παρηγορήσει, η φράση αυτή είναι αληθινή σε πνευματικό επίπεδο. Για τον Ιερό Χρυσόστομο η «ευθυμία» δεν εξαρτάται από τις ανέσεις αλλά από την καθαρή συνείδηση και την πίστη. Επειδή νιώθει ότι υποφέρει για το δίκαιο και τον Χριστό, η ψυχή του είναι γεμάτη χαρά, ακόμη και μέσα στην καταδρομή.

3.      3.   Με αυτήν τη φράση, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αφού πρώτα παραδέχεται ότι η κατάσταση γύρω τους είναι τρομακτική (σκοτάδι, γκρεμοί, τρικυμία), αμέσως μετά λέει στην Ολυμπιάδα να κάνει υπομονή διότι η εσωτερική γαλήνη υπερνικά τις εξωτερικές συνθήκες. Εκείνος που έχει την πίστη του στον Θεό, ακόμα και αν βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα (στην εξορία και τις διώξεις), νιώθει την ίδια ασφάλεια και γαλήνη με κάποιον που κάθεται ήσυχος στο απάνεμο λιμάνι του. Επίσης την διδάσκει ότι το πραγματικό «λιμάνι» για τον πιστό δεν είναι ένας ασφαλής γεωγραφικός τόπος ή η έλλειψη προβλημάτων, αλλά η ίδια η παρουσία του Χριστού στην ψυχή του.

4.    4.    Ο όρος «δέσποινα» είναι τίτλος τιμής και σεβασμού προς την αριστοκρατική της καταγωγή, αλλά και την πνευματική της αρχοντιά.

5.     5.   Το γεγονός ότι αυτοί οι «επαρχικοί», τοπικοί αξιωματούχοι, παρόλο που δεν είχαν καμία επίσημη υποχρέωση και ταξίδευαν για δικές τους δουλειές, επέλεξαν να τεθούν στην προσωπική υπηρεσία ενός «καταδικασμένου» και υπό φρούρηση πρώην Αρχιεπισκόπου, δείχνει το μέγεθος του σεβασμού που του είχαν. Αντί να κρατήσουν αποστάσεις για να μην προκαλέσουν την οργή της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, αποφάσισαν να τεθούν παντοιοτρόπως στη διακονία του εξόριστου Αρχιεπισκόπου τους, κάτι που δείχνει την τεράστια ηθική ακτινοβολία που είχε παντού ο Ιερός Χρυσόστομος. Αντί να τον αντιμετωπίζουν σαν κατάδικο, τον αντιμετώπιζαν σαν ζωντανό άγιο.

6.     6.     Ο Ιερός Χρυσόστομος δεν είχε προσωπικούς υπηρέτες στην υπηρεσία του. Ως μοναχός αλλά και αργότερα ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ζούσε πάρα πολύ λιτά και ασκητικά. Μόλις ανέλαβε τον θρόνο της πρωτεύουσας, κατήργησε όλες τις πολυτέλειες της αρχιεπισκοπής, πούλησε τα πολύτιμα σκεύη και έπιπλα για να θρέψει τους φτωχούς και αρνήθηκε να έχει προσωπικούς υπηρέτες. Έτρωγε πάντα μόνος του ένα απλό γεύμα και φρόντιζε ο ίδιος τον εαυτό του. Στο ταξίδι της εξορίας τη στοιχειώδη φροντίδα του Αγίου, καθώς ήταν βαριά άρρωστος- την είχαν αναλάβει ελάχιστοι πιστοί κληρικοί και διάκονοι που τον ακολούθησαν κρυφά ή φανερά. Αυτοί οι άνθρωποι όμως δεν ήταν υπηρέτες, αλλά αφοσιωμένα πνευματικά του παιδιά.

7.    7.     Ο  Άγιος Πατέρας χρησιμοποιεί το ρήμα «ἥρπασαν» για να δείξει ότι οι τοπικοί αξιωματούχοι δεν τον υπηρέτησαν από οίκτο, ούτε επειδή τους ανάγκασε κάποιος. Αντίθετα, θεωρούσαν ύψιστη τιμή και προνόμιο το να προλάβουν να κάνουν κάτι για εκείνον. Αντιμετώπισαν την υπηρεσία του Αγίου σαν ένα «δώρο» που έπρεπε να αρπάξουν. Ακόμη και καθαιρεμένος, κυνηγημένος, εξορισμένος και συνοδευόμενος από στρατιώτες, ο Άγιος εξέπεμπε τέτοια πνευματικότητα που μαγνήτιζε τους ανθρώπους. Η βαθιά πνευματική έλξη και ο σεβασμός που ένιωθαν γι' αυτόν οι ξένοι αξιωματούχοι, τους έκανε να ξεχάσουν τα αξιώματά τους και να τον περιβάλλουν με τόση τιμή που έμοιαζε με βασιλική πομπή η συνοδεία του.

8.          Με αυτήν την φράση, ο  Ιερός Χρυσόστομος κάνει μια συγκλονιστική εξομολόγηση που αλλάζει εντελώς την κατεύθυνση της επιστολής: Αφού πρώτα καθησύχασε την Ολυμπιάδα ότι οι δικές του συνθήκες είναι εξαιρετικές (έχει υγεία, καθαρό αέρα, ανθρώπους να τον υπηρετούν σαν βασιλιά), τώρα της λέει την αλήθεια για το τι πραγματικά τον βασανίζει. Τα δικά του βάσανα, η εξορία και οι στρατιώτες δεν του προκαλούν καμία λύπη. Η μόνη του πληγή είναι η δική της κατάθλιψη. Ως αληθινός πνευματικός πατέρας, ο Άγιος δείχνει ότι η δική του ευτυχία εξαρτάται απόλυτα από την πνευματική κατάσταση του παιδιού του. Αν η Ολυμπιάδα βιώνει μελαγχολία, απόγνωση και κατάθλιψη, τότε ούτε ο ίδιος μπορεί να χαρεί την ελευθερία της ψυχής του στην εξορία.

9.       9.   Ο Άγιος χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό (ἀπολαύσωμεν - να απολαύσουμε εμείς), συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό του και τη μικρή του συνοδεία. Δείχνει έτσι ότι η πνευματική ανάρρωση της Ολυμπιάδας δεν αφορά μόνο την ίδια, αλλά είναι ένα γεγονός που θα φέρει χαρά σε ολόκληρη τη χρυσοστομική κοινότητα που υποφέρει στην εξορία.

10.      Ο Περγάμιος, επίσκοπος και αφοσιωμένο πνευματικό τέκνο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον συνόδευσε κατά τα πρώτα χρόνια της εξορίας του και υπήρξε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του. Συχνά, με κίνδυνο της ζωής και της ελευθερίας του, σε μια εποχή διώξεων, αναλάμβανε τη μεταφορά της αλληλογραφίας και τη διατήρηση της πνευματικής επικοινωνίας μεταξύ του εξόριστου ιεράρχη και του κύκλου των υποστηρικτών του στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του πνευματικού του πατέρα, έχοντας τη συνδρομή και μελών της οικογένειάς του, όπως των αδελφών του και του γαμβρού του Σωπάτρου, ο οποίος φαίνεται ότι κατείχε διοικητική θέση στην Αρμενία.

   ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

ερμηνευτική απόδοση και προσέγγιση κειμένου Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/epistulae-ad-olympiadem.pdf

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       π. Θεοφάνους Σαϊνίδη, Οι επιστολές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου προς την Διακόνισσα Ολυμπιάδα (Ιστορικά –Προσωπογραφικά – Ποιμαντικά), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, σελ.32-34: https://ikee.lib.auth.gr/record/136410

·       Ιεραποστολικό συναξάρι- Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Όλα για την δόξα του Χριστού: https://ierapostoles.gr/2019/01/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%8C%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7/