Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2026

 

Άγιος Απόστολος Τίτος: Ο πρώτος Επίσκοπος Κρήτης

 

ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Ανάμεσα στους πιστούς μαθητές, συνοδούς και συνεργάτες του αποστόλου Παύλου ήταν και ο απόστολος Τίτος, ο πρώτος Επίσκοπος Κρήτης.

     Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του. Τα περισσότερα τα αντλούμε από την Καινή Διαθήκη. Ήταν ελληνικής καταγωγής και καταγόταν από την Αντιόχεια. Σύμφωνα με μεταγενέστερη τοπική παράδοση της Κρήτης, ο Τίτος ήταν Κρητικός, από γένος επισημότατο, που ανήγε την αρχή του στο μυθικό βασιλιά της Κνωσού, το Μίνωα και αναφέρεται ως συγγενής του Ρωμαίου ανθυπάτου της νήσου Ρουστίλλου (Ρουστούλου).

      Γεννήθηκε περί το 20 μ. Χ. από ευκατάστατη οικογένεια, για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτε και η οποία έχοντας την οικονομική δυνατότητα και του έδωσε σοβαρή παιδεία. Καταγόταν από ειδωλολάτρες γονείς και ο ίδιος ήταν συνεπής λάτρης της θρησκείας των γονέων του. Σπούδασε την ελληνική φιλοσοφία και την ποίηση.

      Έφηβος βρέθηκε, για άγνωστο λόγο, στα Ιεροσόλυμα, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έγινε αυτόπτης μάρτυρας των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου, τα οποία τον συγκλόνισαν και γι’ αυτό ζητούσε να μάθει για τη νέα πίστη. Προφανώς γνωρίστηκε με τον απόστολο Παύλο, στον οποίο άσκησε μεγάλη επιρροή η προσωπικότητα του μεγάλου αποστόλου και από τον οποίο κατηχήθηκε και βαπτίστηκε. Έκτοτε προσκολλήθηκε  σε αυτόν και τον υπηρέτησε πιστά ως γραμματέας και διερμηνέας του και γενικά ως υποστηρικτής του ιεραποστολικού του έργου

       Για πρώτη φορά αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, ακολουθώντας τον Παύλο και τον Βαρνάβα στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων, η οποία πραγματοποιήθηκε το 49 μ. Χ. και είχε ως θέμα την εισδοχή των εθνικών (ειδωλολατρών μη Ιουδαίων) στην Εκκλησία, κατά την οποία επικράτησε η θέση του Παύλου, ότι δεν χρειαζόταν να γίνει κάποιος ειδωλολάτρης πρώτα ιουδαίος, δηλαδή να περιτμηθεί και κατόπιν να βαπτιστεί.

      Κατόπιν τον βλέπουμε να ακολουθεί πιστά και αφοσιωμένα τον Παύλο στις μεγάλες αποστολικές του περιοδείες, στη Μικρά Ασία, την Μακεδονία, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Φαίνεται πως ο σύνδεσμος των δύο ανδρών ήταν στενός και γι’ αυτό ο Παύλος του ανέθετε εμπιστευτικές αποστολές και υπηρεσίες. Προς το τέλος του έτους 56 μ. Χ ο Παύλος, καθώς ο ίδιος αναχώρησε από την Ασία, έστειλε τον Τίτο από την Έφεσο στην Κόρινθο, κομίζοντας επιστολή και προφορικές εντολές του για τη διευθέτηση προβλημάτων στη τοπική Εκκλησία και  για να συγκεντρώσει χρήματα για τους φτωχούς της Ιερουσαλήμ.

       Αρχαία παράδοση αναφέρει πως ο Παύλος μετά την απελευθέρωσή του στη Ρώμη, περί το 62-63 μ. Χ., πέρασε από την Κρήτη και στάθηκε στο νησί, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Είχε μια σύντομη παραμονή και συνάντησε πολλές δυσχέρειες, διότι οι Κρήτες είχαν αποδειχτεί εν πολλοίς αμετάπειστοι. Για το λόγο αυτό άφησε τον Τίτο στο νησί για να συνεχίσει το έργο του. Μάλιστα του έστειλε και μια σημαντική ποιμαντική επιστολή, στην οποία τόνισε: «τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τίτ.1,5). Είχε μάλιστα ως πολύτιμους συνεργάτες τον νομικό Ζηνά και τον περίφημο Απολλώ τον φιλόσοφο. Στην Επιστολή του ζητά ο Παύλος να μεταβεί στην Νικόπολη (πιθανότατα της Ηπείρου), για να τον συναντήσει, όπου σκόπευε να ξεχειμωνιάσει ο Παύλος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Τίτος συνέχισε το ταξίδι του στη Δαλματία, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο και κατόπιν επέστρεψε στην επισκοπή του στην Γόρτυνα της Κρήτης.     

       Η δράση του Τίτου, ως Επισκόπου, στην Κρήτη δεν μας είναι αρκετά γνωστή, διότι δεν μας διασώθηκαν οι καταγραμμένες πληροφορίες για την πρώιμη περίοδο της Εκκλησίας στη μεγαλόνησο. Από το περιεχόμενο της προς Τίτον Επιστολής συμπεραίνουμε ότι ο ένθερμος μαθητής του Παύλου Τίτος εργάστηκε δραστήρια και εδραίωσε την Εκκλησία του Χριστού στη νήσο.

      Σύμφωνα με την εντολή του Παύλου, γύριζε στις πόλεις και τα χωριά, όπου κήρυττε και ίδρυε χριστιανικές κοινότητες, στις οποίες χειροτονούσε και καθιστούσε πρεσβυτέρους. Η παράδοση αναφέρει πως ίδρυσε εννέα επισκοπές στο νησί, στην Κνωσό, την Ιεράπυτνα, την Κυδωνία, τη Χερσόνησο, την Ελεύθερνα, τη Λάμπη, την Κίσαμο, την Κάντανο, και τη Γόρτυνα. Φαίνεται ότι όρισε ως κέντρο της ποιμαντικής και ιεραποστολικής του δράσεως τη Γόρτυνα, η οποία είχε εξελιχθεί σε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο στο νησί. Μάλιστα εκεί αργότερα, ανεγέρθηκε μεγαλοπρεπής ναός, ρυθμού βασιλικής, προς τιμήν του αγίου αποστόλου.

     Κατόρθωσε, με τη βοήθεια των φιλοσοφικών του γνώσεων και τη γνώση της αρχαιοελληνικής γραμματείας, να αντιμετωπίσει τις αντιρρήσεις των μορφωμένων ειδωλολατρών του νησιού, καταρρίπτοντας τις ανόητες σοφιστείες τους, για την δήθεν σύνδεση της φιλοσοφίας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την ειδωλολατρική θρησκεία. Τους απέδειξε ότι η αληθινή σοφία προέρχεται από το Θεό και πως η κατά κόσμον σοφία έχει σχετική αξία, διότι είναι προϊόν του νου, του πεπερασμένου ανθρώπου.

      Δεν γνωρίζουμε για το τέλος του. Πιθανόν να βρήκε μαρτυρικό θάνατο, περί το τέλος του 1ου μ. Χ. αιώνα. Σύμφωνα με άλλη αρχαία παράδοση ο Τίτος κοιμήθηκε ειρηνικά σε ηλικία 94 ετών περί το 105 μ. Χ.        

      Τα λείψανα του φυλάσσονταν στον περικαλλή αυτόν ναό στη Γόρτυνα και είχε γίνει, με το πέρασμα του χρόνο, παγκρήτιο κέντρο προσκυνήσεως. Για τους μετέπειτα χρόνους, ιδιαίτερα την αραβοκρατία, δεν έχουμε πληροφορίες για την Εκκλησία στην Κρήτη. Γνωρίζουμε όμως πως μετά την απελευθέρωση του νησιού από τον Νικηφόρο Φωκά στα 961, το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της Κρήτης μεταφέρθηκε στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, όπου και κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν του. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στη Βενετία, στη βασιλική του Αγίου Μάρκου. Το 1966 μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου φυλάσσονται και θαυματουργούν στον περικαλλή ναό του Αγίου Τίτου.

      Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου.

      Όπως προαναφέραμε, ο απόστολος Παύλος έγραψε και μια σύντομη, αλλά περιεκτική σε νοήματα και ποιμαντική αξία επιστολή προς τον άγιο Τίτο. Περιέχει τρία κεφάλαια, στα οποία ο μεγάλος απόστολος δίνει πολύτιμες συμβουλές στον αγαπημένο μαθητή του, πως να ασκήσει το ποιμαντικό του έργο στην Κρήτη, όπου η ειδωλολατρία είχε ακόμη ισχυρές ρίζες και κανόνιζε την καθημερινή ζωή των Κρητών. Του παραγγέλλει να χειροτονεί και να εγκαθιστά Πρεσβυτέρους και Επισκόπους στο νησί, ορίζοντας τις προϋποθέσεις των προσώπων αυτών. Επίσης τον συμβουλεύει πως θα αντιμετωπίσει τους ψευδοδιδασκάλους οι ποίοι χαρακτηρίζονται ως «ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς, οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τιτ,1,10-11). Προτρέπει τους χριστιανούς της Κρήτης «μὴ προσέχοντες ᾿Ιουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν» (Τιτ.1,14). Ακολούθως ορίζει την χριστιανική ζωή, πώς να ζουν και να πολιτεύονται κατά Χριστόν, οι πιστοί. Τονίζει επίσης το γεγονός ότι η παρουσία του Χριστού στον κόσμο έφερε μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα, διότι «᾿Επεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις» (Τιτ.23,11). Τώρα μπορούμε να

βιώνουμε « (τας) παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου, οὗ ἐξέχεεν ἐφ' ἡμᾶς πλουσίως διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ' ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (Τιτ.3,5-7). Η σημαντική αυτή επιστολή συγκαταλέγεται στις λεγόμενες «Ποιμαντικές Επιστολές» και είναι ενταγμένη στον κανόνα της Καινής Διαθήκης.



 

Ο Άγιος Διονύσιος Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης  

Ο θαυματουργός πολιούχος και προστάτης της Ζακύνθου και της Αιγίνης

Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον,

τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv,

Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί,

βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς·

Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι·

Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι·

δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.

  Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. (Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο )

Σε ηλικία 21 ετών μένει ορφανός και αποφασίζει να απαρνηθεί τα εγκόσμια και να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό κείρεται μο­ναχός λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ και εγγράφεται στη μονή της Μεταμορφώσεως Σωτήρος των Στροφάδων Νήσων, ενώ το 1570 καθίσταται ισόβιος ηγούμενος της ιστορικής μονής της Παναγίας Αναφωνήτριας στη Ζάκυνθο, η οποία ανεγέρθηκε το 1381. Ο Άγιος ακτινοβολεί με την πνευματικότητα και τις αναρίθμητες αρετές του και γίνεται πρότυπο μοναχού και πόλος έλξης για εκατοντάδες ψυχές, που βρίσκουν την παρηγοριά, την ανακούφιση και τη γαλήνη κοντά του.

Το 1577 αναχωρεί από τη Ζάκυνθο για να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα. Στο ταξίδι του αυτό περνά από την Αθήνα και επισκέπτεται τον Μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα, ο οποίος τον παρακινεί να χειροτονηθεί επίσκοπος και να αναλάβει την επί 40 έτη χη­ρεύουσα Αρχιεπισκοπή της Αίγι­νας. Ο Δανιήλ αρνείται την πρόταση, αλλά μετά από πίεση χει­ροτονείται επίσκοπος Αιγίνης λαμ­βάνοντας το όνομα Διονύσιος προς τιμήν του πολιούχου των Αθηνών Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Στην Αίγινα ο Άγιος αναδεικνύεται φιλόστοργος ποι­μένας των κατοίκων της επαρχίας του, προσφέροντας σε όλους ως λύχνος Χριστού την πνευματική του καθοδήγηση. Ο ταπεινός όμως ιεράρχης νοσταλγεί την κατά Θεόν ησυχία και άσκηση. Γι’ αυτό και το 1578 παραιτείται από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αίγινας και επιστρέφει στη Ζάκυνθο και στο μοναστήρι της Παναγίας Αναφωνήτριας. Εκεί διορίζεται από τον Πα­τριάρχη Ιερεμία Β’ χωρεπίσκοπος και πρόεδρος της Ζακύνθου. Στο νησί αναπτύσσει αφιλοκερδώς πλούσια ποιμαντική δραστηριότητα, η οποία όμως ενοχλεί τον αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Φιλόθεο Λοβέρδο. Τότε ο Άγιος αποφασίζει να αποτραβηχτεί στο μοναστήρι του, προτιμώντας την ησυχία και την προσευχή. Έτσι αποφεύγει με αυτό τον τρόπο την αντιπαράθεση με τον Φιλόθεο και τη διατάραξη της ειρήνης μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας.

Το 1580 ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου, ο Κωνσταντίνος, δολοφονείται. Ο φονιάς, που καταζητείται από τις αρχές, βρίσκει καταφύ­γιο και προστασία στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου εξομολογείται το βαρύτατο αμάρτημά του στον Άγιο, χωρίς να γνωρίζει, ότι είναι ο αδελφός του θύματος. Ο Άγιος υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση και αναδεικνύεται γνήσιος μιμη­τής Ιησού Χριστού προσφέροντας σε όλους μας ένα ζωντανό και φωτεινό παράδειγμα χριστιανικής αγάπης και συγχωρητικότητος. Έτσι κρύβει τον φονιά από αυτούς, που τον ψάχνουν για να τον συλλάβουν. Στη συνέχεια τον συγχωρεί, τον καθοδηγεί πνευμα­τικά και τον φυγαδεύει με μία βάρκα.

Το 1581 βά­ζει ανεπιτυχώς υποψηφιότητα για τον θρόνο της Αρχιεπισκοπής Ζακύνθου και Κεφαλληνίας και το 1583 εκλέγεται εφημέριος στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Όμως ο πόθος του για ησυχία και άσκηση τον οδηγεί και πάλι στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου θα παραμείνει τα τελευ­ταία χρόνια της ζωής του μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου του 1622, ημέρα κατά την οποία ο Άγιος καταβε­βλημένος από τα γηρατειά και τις ασθένειες, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή.

Την επόμενη ημέρα το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στο μοναστή­ρι των Στροφάδων και λίγα χρόνια αργότερα κατά την ανακομιδή βρέθηκε ακέραιο και ευωδιάζον.

Το 1645 το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο εξαιτίας του βενετοτουρκικού πολέμου, αλλά αργότερα θα επιστρέψει και πάλι στις Στροφάδες.

Το 1703 ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γαβριήλ διεκήρυξε με επίσημη πατριαρχική και συνοδική πράξη την αγιότητα του Αγίου και ορίστηκε η 17η Δεκεμβρίου ως η ημέρα εορτασμού της μνήμης του.

Το 1717 πειρατές λεηλάτησαν τη μονή των Στροφάδων και οι διασωθέντες μοναχοί πήραν το λείψανο και το μετέφεραν στις 24 Αυγούστου του 1717 στη Ζάκυνθο, ημέρα του κατ’ έτος πανηγυρικού εορτασμού της ανακομιδής του ιερού λειψάνου.

Αναρίθμητα είναι τα θαύματα, που έχει τελέσει ο Άγιος με τη χάρη του Θεού και χιλιάδες είναι οι προσκυνητές, που καταφθάνουν στη Ζάκυνθο για να προσκυνήσουν το εδώ και τέσσερις αιώνες άφθαρτο λείψανο του Αγίου, που φυλάσσεται μέσα στην αριστουργηματική αργυρόγλυπτη λάρνακα του 1829 στον ομώνυμο περικαλλή ναό.

Ο μεγαλοπρεπής και ευρύχωρος ναός του πολιούχου της Ζακύνθου Αγίου Διονυσίου κτίσθηκε σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής με σχέδια του καθηγητού και ακαδημαϊκού Αναστασίου Ορλάνδου. Θεμελιώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1925 και εγκαινιάσθηκε στις 22 Αυγούστου 1948, κοσμείται δε με πυργοειδές κωδωνοστάσιο ύψους 37 μέτρων, το οποίο αποτελεί σύμβολο και σημείο αναφοράς για τους απανταχού της Γης Ζακυνθινούς.

Αλλά και στην Αίγινα ο Άγιος Διονύσιος τιμάται επισήμως ως πολιούχος με νομοθετικό διάταγμα από τα μέσα του 20ού αιώνα, αφού η παλαιά και πλήρης ονομασία του μητροπολιτικού ναού του νησιού είναι «ιερός ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Διονυσίου».

Μεγάλη είναι και η ευλάβεια των εν Αθήναις διαβιούντων Ζακυνθίων και Αιγινητών προς τον προστάτη τους άγιο, η οποία αποδεικνύεται από τον κατ’ έτος λαμπρό εορτασμό της μνήμης του στους ιστορικούς ιερούς ναούς της Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου και του Αγίου Γεωργίου Καρύτση αντίστοιχα.

Η τιμή και η θαυματουργική χάρη του Αγίου Διονυσίου δεν περιο­ρίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια της Ζακύνθου και της Αίγινας. Έτσι η Πάτρα τιμά τον άγιο με περικαλλή ιερό ναό επ’ ονόματί του, ο οποίος ανεγέρθηκε το 1927, ενώ η Λευκάδα τον τιμά με λιτανεία της «Λάρνακος» στους δρόμους της πόλης, που ξεκινά από τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την ευγνωμοσύνη της προς τον Άγιο, που με τη θαυματουργική του επέμβαση έσωσε τους κατοίκους από τον κατα­στροφικό σεισμό της 16ης Δεκεμβρίου του 1869. Πλούσια είναι και η υμνογραφία του Αγίου, αφού προς τιμήν του έχουν συνταχθεί τέσσερις πλήρεις ασματικές ακολουθίες, καθώς και παρακλητικοί και λιτανευτικοί κανόνες, εγκώμια, ευλογητάρια και χαιρετισμοί.

Άγιος Διονύσιος: ο ζωντανός και άφθορος Άγιος της Εκκλησίας, που προσφέρει πλούσια τη θαυματουργική του χάρη και αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα χριστιανικής πίστης και αγάπης, υπομονής και ευσπλαχνίας, ασκητικής ζωής και ταπει­νοφροσύνης.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός
Βιβλιογραφία

· Κονόμου Ντίνου, Άγιος Διονύσιος –Ο πολιούχος της Ζακύνθου, Έκδοση Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονύσιου Ζακύνθου, 1996.

· Ο Άγιος Διονύσιος ο θαυματουργός, Εκδόσεις Κάλαμος, Αθήνα 2000

(Πηγές: Ορθόδοξος Συναξαριστής saint.gr και Ιερά Μητρόπολις Χίου Ψαρών και Οινουσσών  imchiou.gr)

Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας.



 

Σεβ.Μητροπολίτης Αντινόης Παντελεήμων – Ομιλία τής Κυριακής