Τρίτη, Μαρτίου 05, 2024

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ - ΩΡΩΠΟΥ

 

ΑΝΘΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΑ

            ΤΕΥΧΟΣ 5                                         ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ    2024


 

πιμέλεια   π.Δ.Μ.

 


ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΑΜΨΑΚΟΥ

 προστάτις τν καρκινοπαθν

(7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)


Ὁ Ὅσιος Παρθένιος καταγόταν ἀπὸ κάποια κωμόπολη τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 – 337 μ.Χ.). Ἦταν υἱὸς τοῦ διακόνου τῆς Ἐκκλησίας Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχθηκε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία προέκοπτε στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἁλίευσε τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ ἦταν ψαράδες, τὸν ἔκανε νὰ ἀγαπήσει τὴν ἁλιεία. Καὶ ὅταν ἔριχνε τὰ δίχτυα στὴν Ἀπολλωνιάδα λίμνη ἢ τὰ ἀνέσυρε γεμάτα ψάρια, αἰσθανόταν ὅτι ἐργαζόταν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλοιάρια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἢ τοῦ Ἰωάννου.

Τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπραττε ἀπὸ τὴν πώληση τῶν ψαριῶν δὲν τὰ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ τὰ μοίραζε στοῦ πτωχοὺς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς αὐτούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν εὐχαριστοῦσαν ἐκεῖνος ἔλεγε: «Διατὶ μὲ εὐχαριστεῖτε; Δὲν ἔχω καμία τέτοια ἀξίωση. Μήπως εἴμαστε ξένοι; Ἐμεῖς εἴμαστε ἀδελφοί. Τί δὲ ἁπλούστερο καὶ φυσικότερο ἀπὸ τὸ νὰ βοηθᾶ ἀδελφὸς τοὺς ἀδελφούς;».

Γιὰ τὴν ἐνάρετη αὐτοῦ παρουσία ὁ Ἐπίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος (ἡ Φιλητός) τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Ἀργότερα ὁ Ἐπίσκοπος Κυζίκου Ἀχίλλιος (ἢ Ἀσχόλιος) τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Λαμψάκου.

Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ εὐσέβεια ποὺ ἔκρυβε στὴν ψυχή του ἦταν τόσο πολὺ μεγάλη, ὥστε ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ θεραπεύει κάθε εἴδους ἀσθένεια. Γι’ αὐτὸ προσφεύγουν σὲ αὐτὸν ἰδιαίτερα οἱ πάσχοντες ἀπὸ τὴν ἐπάρατη νόσο τοῦ καρκίνου. Ὁ Ἅγιος ἦταν ὁ πρᾶος, ὁ ὑπομονετικός, ὁ φιλόξενος, ὁ μακρόθυμος, ὁ ἄγγελος τῆς ὁμόνοιας, ὁ ἐνθαρρύνων τοὺς μετανοοῦντες, ὁ πρόθυμος γιὰ τὸ ποίμνιό του.
Ὁ Ὅσιος Παρθένιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τμῆμα τῆς τιμίας κάρας αὐτοῦ φυλάσσεται στὴν ἱερὰ μονὴ Μακρυμάλλη, τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος, ποιμὴν Λαμψάκου ὀφθείς, τὴν θείαν ἐνέργειαν, παρὰ Θεοῦ δαψιλῶς, θαυμάτων ἐπλούτησας, δαίμονας ἀπελαύνειν, ἀσθενοῦντας ἰᾶσθαι, νόσους ἀποδιώκειν, καὶ πληροῦν τὰς αἰτήσεις, Παρθένιε Ἱεράρχα, τῶν προσιόντων σοι.

 

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν θαυμάτων εἴληφας, τὴν θείαν χάριν θεόφρον, ἱερὲ Παρθένιε, θαυματουργὲ θεοφόρε, ἅπαντα, πιστῶν τὰ πάθη ἀποκαθαίρων, πνεύματα τῆς πονηρίας Πάτερ ἐλαύνων· διὰ τοῦτό σε ὑμνοῦμεν, ὡς μέγαν μύστην Θεοῦ τῆς χάριτος.

 

Μεγαλυνάριον.
Τὴν πηγὴν τῆς χάριτος ἐκπιών, πέλαγος θαυμάτων ἀναβλύζεις ὑπερφυῶν, καὶ καταπιαίνεις, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, ῥοαῖς ταῖς ζωηρρύτοις, Πάτερ Παρθένιε.

 


Η τιμία κάρα του αγίου Παρθενίου, επισκόπου Λαμψάκου

  

EYXH ΔΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ

(Ἐγκεκριμένη ἀπὸ τὴν Ι.Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος)

[Αρ. Πρώτ. 1465/25-6-1984]

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐπιτιμῶν τοῖς πνεύμασι τῆς ἀσθενείας καὶ τὴν ὑγείαν τοῖς ἐπικαλουμένοις Σὲ ἐκ πόθου καρδίας καὶ τὴ πρὸς Σὲ πίστει ἐπιδαψιλεύων, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, παρ΄οις, σὺν ταὶς ἄλλαις, καὶ ἠτὴς τοῦ καρκίνου μάστιγος δεινὴ ἀπειλὴ ἀφαρπάζουσα ἐκ μέσου ἡμῶν, μετὰ ἐπώδυνον νόσον καὶ ἐν βραχεῖ χρόνῳ, πατέρας, ἀδελφοὺς καὶ τέκνα ἡμῶν, βαθεῖαν δὲ θλῖψιν καὶ ὀδύνην, ἐκ τοῦ θανάτου αὐτῶν, ὀν ἐκ φεῦξαι οὐ δύνανται, προκαλοῦσαν πᾶσι.

Τῷ φωτιστικῷ καὶ ἁγιαστικῷ σου Πνεύματι, Κύριε, ὁδήγησον τοὺς ἐν ἰατρικῇ ἐπιστήμῃ ἐρευνῶντας εἰς τὴν τοῦ κακοῦ του ἐξολόθρευσιν, τὸ φάρμακον καὶ τὸν τῆς Θεραπείας τρόπον ἀποκαλύπτων, δύναμιν παράσχου τοῖς πάσχουσι καὶ ὑπομονὴν καὶ ἀναψυχὴν ἐν τοῖς πόνοις, πᾶσι δὲ τὴν θεραπείαν ψυχὴ καὶ σώματι ἐπιβράβευσον, πρεσβείαις τῆς ‘Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης Ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἮΙς τὸ ὕδωρ ἐν τῇ βασιλίδι τῶν πόλεων ἐπιχυθὲν ἀσθενούση ἐκ καρκίνου, τὸ πάθος ἔπαυσε, τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Παρθενίου, ἐπισκόπου Λαμψάκου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ θαυματουργῶν Ἀναργύρων, τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος καὶ Ἰαματικοῦ Παντελεήμονος καὶ πάντων Σοῦ τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

 

 

 

 

ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ KAI

8Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

(ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 879-880μ.Χ)

1.  Απόσπασμα Διάλεξης στὰ πλαίσια τοῦ προγράμματος τῶν μεταπτυχιακῶν σπουδῶν τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη, 28 Μαρτίου 2000.

2.  Μεθόδιου Γ. Φούγια (Μητροπολίτου Πισιδίας), Ἕλληνες καὶ Λατῖνοι, β´ ἔκδοσις, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1994.

 

 

H 8η Οἰκουμενική, ἡ Φωτιανή, ἡ ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Σύνοδος, συνέρχεται σὲ μιὰ περίοδο ἔντονης ἐκκλησιαστικῆς ἀναταραχῆς.

Ἀπὸ τὴ μιὰ οἱ προβληματικὲς σχέσεις Ἀνατολῆς καὶ Δύσης, οἱ ὁποῖες ἐπισφραγίζονται μὲ Σχίσμα, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ἐνδοεκκλησιαστικὲς διαμάχες στὸ κλίμα τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης χαρακτηρίζουν τὴν περίοδο αὐτή.

Πρόσωπα σημαντικά, τὰ ὁποῖα διαδραμάτισαν πρωταγωνιστι- κὸ ρόλο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ὁ προκάτοχός του Ἰγνάτιος, οἱ Πάπες Νικόλαος ὁ Α´, Ἀνδριανὸς ὁ Β´ καὶ Ἰωάννης ὁ Η´, καθὼς καὶ οἱ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ καὶ Βασίλειος ὁ Α´.

Ὅμως τὸν κύριο καὶ καθοριστικὸ ρόλο κατέχει ὁ Μέγας καὶ Ἱερὸς Φώτιος, ὁ ὁποῖος ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μεθόδιος Φούγιας, εἶχε τρεῖς μεγάλους ἐχθροὺς «τὸν ἑαυτό του ποὺ

προκαλοῦσε τὸν φθόνο, τὸν πάπα ποὺ ζήλευε τὴν ἀκμὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοὺς ἀντιπάλους του Ἰγνατιανούς, στοὺς ὁποίους προστέθηκε καὶ ὁ Αὐτοκράτορας»2.

Ἐπίσης, θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρουμε τὶς ἐπίμονες προσπάθειες ἐπιβολῆς τῶν παπικῶν ἀξιώσεων, δηλαδὴ τοῦ πρωτείου ἐξουσίας καὶ τοῦ ἔκκλητου.

 

 

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 

Α. Πρῶτο θέμα ἀποτελεῖ ἡ ἀποκατάσταση τοῦ Φωτίου στὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἦταν καὶ ὁ βασικὸς λόγος σύγκλησης τῆς Συνόδου αὐτῆς.

καθολικὴ ἀποδοχὴ τοῦ Φωτίου ὡς Πατριάρχη καὶ ἀκύρωση τῶν ἀντιφωτιανῶν συνόδων γεφύρωσαν τὶς σχέσεις τῶν ἀνατολικῶν θρόνων μὲ τὴν Ἐκκλησία Ρώμης.

διαίτερης σημασίας εἶναι ἡ στάση τῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ὁποίων δήλωναν σὲ κάθε εὐκαιρία ὅτι οὐδέποτε διέκοψαν τὴν κοινωνία μὲ τὸν Φώτιο, οὐδέποτε ἀποσχίσθηκαν καὶ ὅτι πάντοτε ἀναγνώριζαν τὸν Φώτιο ὡς Πατριάρχη καὶ Ἀρχιερέα3. Καὶ αὐτό, γιατὶ στὴν ἀντιφωτιανὴ σύνοδο τοῦ 869-870, ἡ ὁποία καταδίκασε τὸν Φώτιο, διαπράχθηκαν, ὅπως λέγουν, ἄνομες μηχανουργίες καὶ δολοπλοκίες, μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἀνατολικῶν θρόνων νὰ λειτουργοῦν καθ᾿ ὑπέρβασιν τῶν ἐντολῶν τους4.

Στὸν ἀντίποδα βρίσκεται Πάπας καὶ οἱ ἀντιπρόσωποί του, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ἀναγνωρίζουν τὸν Φώτιο, στρουθοκαμηλίζουν, θὰ λέγαμε, καὶ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους νὰ βρεθοῦν καὶ αὐτοὶ σὲ κοινωνία μὲ τὸν Φώτιο.

πως μπορεῖ νὰ παρατηρήσει κανείς, ἡ ἀναγνώριση τοῦ Φωτίου ἀπὸ τὸν Πάπα Ἰωάννη τὸν Η´ ἦταν καὶ ἀποτέλεσμα: 1. τῶν αὐτοκρατορικῶν πιέσεων, 2. τῆς παπικῆς ἐπιθυμίας γιὰ διακήρυξη τοῦ πρωτείου ἐξουσίας του, ἀλλὰ καὶ τὴς προσδοκίας του, ὅπως τοῦ ἀποδοθεῖ ἡ Βουλγαρία ὡς ἀντάλλαγμα καὶ 3. τῆς ἀσφυκτικῆς πίεσης καὶ ἀνασφάλειας ποὺ ἔνιωθε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία, καθὼς οἱ Σαρακηνοὶ εἶχαν εἰσβάλλει στὴν Ἰταλία5.

στάση τοῦ Πάπα στὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τὸ λιγότερο ἀνέντιμη, καθὼς μὲ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα, ἀποποιεῖται τὶς εὐθύνες τῶν προκατόχων του καὶ ἀποκηρύσσει τὰ ὅσα ἔγιναν ἐναντίον τοῦ Φωτίου, λέγοντας μάλιστα ψευδῶς, ὅτι οἱ πάπες Νικόλαος Α´ καὶ Ἀνδριανὸς ὁ Β´ δὲν ἀποδέχθηκαν τὶς κατὰ τοῦ Φωτίου πράξεις καὶ ὅτι πάντοτε τὸν ὑποστήριζαν6. Στὴν ἀντίστοιχη πρὸς τὸ Φώτιο ἐπιστολή του ἀποκηρύσσει τὶς ἀντιφωτιανὲς συνόδους, λέγοντας μάλιστα ψευδῶς, ὅτι ὁ Πάπας Ἀνδριανὸς δὲν ὑπέγραψε τὰ πρακτικά7. Στὸ δὲ κομμονιτώριό του ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ ἀποκηρύξουν τὶς ἀντιφωτιανὲς συνόδους, ἐνώπιον τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου8. Πραγματικά, ἀποκηρύσσονται οἱ ἀντιφωτιανὲς σύνοδοι τόσο ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἀντι- προσώπους ὅσο καὶ ἀπ᾿ ὅλη τὴν Σύνοδο9.

 

Β. λλη σπουδαία ἀπόφαση τῆς Συνόδου εἶναι ἡ ἀναγνώριση καὶ ἀνακήρυξη τῆς εἰκονόφιλης Συνόδου τῆς Νικαίας τοῦ 787 σὲ Οἰκουμενική, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ πρόταση τοῦ Φωτίου10. Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συναριθμήθηκε στὶς ὑπόλοιπες, μὲ τὴν ἀπειλὴ μάλιστα ἀναθέματος σὲ ὅσους δὲν τὴν ἀποδέχονται.

 

Γ. Τρίτη σημαντικὴ ἀπόφαση, ἐπικύρωση τοῦ

 

Συμβόλου τῆς Πίστεως τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων

 

Νίκαιας-Κωνσταντινουπόλεως.

 

ἐπικύρωση πραγματοποιήθηκε, ὅπως εἴπαμε,

 

 ὕστερα ἀπὸ πρόταση τοῦ Αὐτοκράτορα11, ὁ ὁποῖος

 

 διέβλεψε τὴν ἀνάγκη διατύπωσης Δογματικοῦ

 

 Ὅρου, καθὼς ἡ Σύνοδος εἶχε συγκληθεῖ ὡς

 

 Οἰκουμενική12.

 

Μ τὴν προσθήκη τῆς δήλωσης στὸν Ὅρο τῆς Συνόδου, ὅτι ἀπαγορεύεται κάθε προσθαφαίρεση καὶ ἀλλοίωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, στὴν οὐσία, φωτογραφίζεται ἡ αἱρετικὴ προσθήκη τοῦ Filioque, ἡ ὁποία βρίσκονταν ἤδη σὲ χρήση ἀπὸ τοὺς Δυτικούς.

Τὸ περίεργο εἶναι, ὅτι καὶ οἱ παπικοὶ συνυπέγραψαν τὸν ὅρο. Εἴτε διότι δὲν ἀντελήφθησαν τὴν ἐνέργεια αὐτή13, εἴτε διότι, ἂν καὶ ὑπῆρχε ἡ διδασκαλία καὶ προσθήκη τοῦ Filioque ἤδη ἀπὸ τὴν σύνοδο τοῦ Τoledo τὸ 400 μ.Χ. καὶ γενικότερα ἀπὸ τὸν Ε´ καὶ  ΣΤ´ αἰώνα, ὡστόσο ἐπισήμως προσθήκη αὐτὴ δὲν εἶχε ὑιοθετηθεῖ ἀπὸ τὸ θρόνο τῆς Ρώμης14. λλωστε ἀπαγόρευση προσθήκης στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ὑπῆρχε ἤδη στὸν Ζ´ κανόνα τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Ἔφεσος 431).

 

Δ. Τέταρτη σημαντικὴ ἀπόφαση τῆς Συνόδου ἀποτελεῖ ὁ Α´ Κανόνας15, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὁ Κωνσταντινουπόλεως νὰ ἔχει ὡς καταδικασμένους αὐτούς, τοὺς ὁποίους καταδίκασε ὁ Ρώμης καὶ τὸ ἀντίστροφο.

Κανόνας αὐτός, ὁ ὁποῖος θεσπίσθηκε ἔπειτα ἀπὸ πρόταση τῶν Λατίνων ἐκπροσώπων16, ὁρίζει ὡς τελεσίδικες τὶς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται γενικὰ στοὺς θρόνους καὶ δὲ δίνει δικαίωμα προσβολῆς των σὲ κάποιο ἄλλο, ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο Πατριαρχεῖο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, καταργεῖται τὸ παπικὸ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο καὶ ἔκκλητο, καθὼς ἀποτρέπεται κάθε ἀνάμειξη καὶ εἰσπήδηση στὰ ἐσωτερικὰ ἄλλης ἐκκλησίας.

Κανόνας αὐτὸς ὁρίζει μόνο πρεσβεῖο τιμῆς στὸν θρόνο τῆς Ρώμης καὶ ὄχι πρωτεῖο ἐξουσίας.

 

Ε. Τέλος, λύθηκε τὸ ζήτημα τῆς ἀθρόον χειροτονίας.

Παραμερίστηκαν οἱ ἐνστάσεις τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑξῆς διατύπωση: «Ἕκαστος θρόνος ἔσχεν ἀρχαία τινὰ παραδεδομένα ἔθη. Καὶ οὐ χρὴ περὶ τούτων πρὸς ἀλλήλους διαφιλονικεῖν καὶ ἐρίζειν, φυλάττει δὲ καὶ ἡ Κωνσταντινουπολιτῶν ἐκκλησία, ἴδια τινὰ ἔθη ἄνωθεν παραλαβοῦσα· ὡσαύτως καὶ οἱ τῆς ἀνατολῆς θρόνοι»17.

Αὐτονόητο εἶναι ὅτι ὀφείλουμε νὰ βάλουμε ἕναν περιορισμὸ στὴ λέξη «ἔθη». περιορισμὸς αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει ὡς κριτήριο τὴν ὀρθὴ Πίστη καὶ τὴν σωτηρία. Συνεπῶς, ὡς ἔθος δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ γιὰ παράδειγμα τὸ Filique, ἀλλὰ παραδόσεις ὅπως, ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τῶν κληρικῶν, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν ναῶν καὶ γενικῶς ὅ,τι δὲν ἀντιβαίνει τὴν Πίστη καὶ δογματικὴ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας.

 

 

        8Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 879-880μ.Χ


Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 

Σύνοδος τοῦ 879-880, εἶναι ὅπως σημειώσαμε, τελευταία Γενικὴ Σύνοδος τῆς ἑνωμένης ἀρχαίας Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Μπορεῖ ὅμως νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς Οἰκουμενική;

Γιὰ νὰ συμβεῖ αὐτό, πρέπει νὰ ἐκπληρώνει κάποιους ὅρους18, ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικούς.

Κατ᾿ ἀρχὴν συγκεντρώνει ὅλους τοὺς

ἐξωτερiκούς:

1.  Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα,

2.  Συμμετεῖχαν ὅλες οἱ τοπικὲς ἐκκλησίες, καὶ

3.  Οἱ ἀποφάσεις της ἔγιναν καθολικὰ ἀποδεκτές.


πὸ τοὺς ἐσωτερικούς, πληροῖ τοὺς ἑξῆς:

1.  Οἱ ἀποφάσεις, οἱ Κανόνες καὶ ὁ Ὅρος Της δὲν ἀντιβαίνουν τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὶς προγενέστερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους.

2.   Ὅπως διακρίνεται στὰ Πρακτικά, εἶναι διάχυτη ἡ πεποίθηση τῶν πατέρων τῆς Συνόδου ὅτι συμμετέχουν σὲ μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο19. διαίτερα ἀπὸ τὴν τέταρτη πράξη καὶ ἑξῆς, ἡ Σύνοδος αὐτοαποκαλεῖται Οἰκουμενική, καὶ ὀνομάζεται ὡς τέτοια καὶ ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἐκπροσώπους καὶ ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα.

3.  Τὰ θέματα ποὺ τὴν ἀπασχόλησαν ἦταν καθολικῆς φύσεως καὶ

4.  Διατύπωσε Δογματικὸ Ὅρο.

 

Εἶναι σημαντικὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

ρα ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος Σύνοδος τῆς Ἁγίας Σοφίας ἀναγνωρίζεται ἔμμεσα ὡς Οἰκουμενική.

στόσο μέχρι τώρα δὲν ἔχει ἀναγνωριστεῖ ὡς Οἰκουμενικὴ ἀπὸ κάποια ἄλλη Γενικὴ Σύνοδο.

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στὸ Πηδάλιο, δὲν τὴν συναριθμεῖ στὶς ὑπόλοιπες Οἰκουμενικές, γιατὶ καθὼς λέγει δὲν «ἐξεδόθη ἐν αὐτῇ καινὸς ὅρος περὶ δόγματος»20, ὅπως συμβαίνει μὲ τὶς Οἰκουμενικές.

Πράγματι, ὁ Δογματικὸς Ὅρος τῆς Συνόδου, δὲν διατυπώνει κάτι καινούργιο, ὅμως αὐτὸ ἔγινε, διότι δὲν ὑπῆρχαν οἱ ἀνάλογες ἐξωτερικὲς προκλήσεις.

Κατὰ πόσον ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητος καινούργιος Δογματικὸς Ὅρος γιὰ τὴν ἀναγνώριση μιᾶς Συνόδου σὲ Οἰκουμενική;

Τὸ πρόσκομμα αὐτὸ τὸ προσπερνοῦν καὶ ἀναγνωρίζουν τὴν Σύνοδο τοῦ 879-880 ὡς Οἰκουμενική, ἐκφράζοντας τὴν κοινὴ συνείδηση, πολλοὶ μεγάλοι καὶ σπουδαῖοι Πατέρες, ὅπως οἱ: Θεόδωρος Βαλσαμών, Νεῖλος Θεσσαλονίκης, Νεῖλος Ρόδου, Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Μᾶρκος Ἐφέσου, Γεννάδιος Σχολάριος, Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Κων/νος Οἰκονόμος21, ὁ Νεκτάριος Πενταπόλεως22 καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

πίσης, ἡ Σύνοδος τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ οἱ τρεῖς Κανόνες Της κατέχουν ἰδιαίτερο κῦρος στὴν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ Κανόνες Της ἔχουν ἐνταχθεῖ σ᾿ ὅλες τὶς μεταγενέστερες Κανονικὲς Συλλογές.

Δυτικὴ Ἐκκλησία, ἂν καὶ συνυπέγραψε καὶ ἀποδέχτηκε τὴν Σύνοδο, ὡστόσο γιὰ εὐνόητους λόγους τὴν παραγκώνισε τὸν 12ο αἰῶνα καὶ ἀναγνώρισε ὡς Οἰκουμενικὴ τὴν Ἰγνατιανὴ σύνοδο τοῦ 86923, ἡ ὁποία, ὅπως εἴδαμε, εἶχε ἀποκηρυχθεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Λατίνους στὴν Σύνοδο τοῦ 879-880.

Τὴν ἀποκατάσταση τῆς Φωτιανῆς Συνόδου τοῦ 880 στὴν συνείδηση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας ἀνέλαβε ὁ Τσέχος Ρωμαιοκαθολικὸς Ἱστορικὸς Drovnik, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀναρωτιέται τὸ ἑξῆς:

«Ἐὰν ἡ Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (ἡ Ἰγνατιανὴ δηλαδὴ) ἀκυρώθηκε ἀπὸ τὸν Πάπα Ἰωάννη Η´, πῶς αὐτὴ ἡ παπικὴ ἀπόφαση δύναται νὰ εἶναι ἀπειθὴς καὶ γιατί αὐτὴ ἡ σύνοδος ἔχει θέση στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, μεταξὺ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;»24.

συμβολὴ τοῦ Drovnik, ἴσως ἀποτελεῖ τὴν μόνη ὄαση στὴ Δύση μέσα στὴν δυσφημιστικὴ ἐκστρατεία κατὰ τοῦ Φωτίου25, ἡ ὁποία ἔφτασε στὸ σημεῖο τῆς παραποίησης τῶν πηγῶν ἀπὸ τοὺς Ἰησουΐτες26. Τ τελευταία χρόνια παρατηρεῖται μιὰ σταδιακὴ  μεταστροφὴ στὴν Δύση καὶ μιὰ διάθεση ἐπαναξιολόγησης τῶν πραγμάτων.

Εἶναι σαφές, ὅτι μιὰ ἐνδεχόμενη ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν δὲν μπορεῖ νὰ πραγματωθεῖ δίχως τὴν ἀναγνώριση τῆς 8ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 879-880 ἀπὸ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία.

 

 

3.     Βλέπε μεταξὺ ἄλλων, Π.Σ., σ. 268, 37. 272, 51. 286, 35. 288, 40. 296, 61. 305,

89. 313, 102. 338, 34. 339, 37. 356, 24.

4.     Βλέπε, Π.Σ. 312, 98. 314, 103. 320, 119. 350, 67. 351, 11. 354, 18. Ἐπίσης,

Διον. Α. Ζακυνθηνοῦ, Βυζαντινὴ Ἱστορία, ἐν Ἀθήναις 1977, σ. 259 καὶ ἑξῆς.

5.     Κωνσταντίνου Σιαμάκη, ὅπ.π., σ. 48. Βασ. Στεφανίδη, ὅπ.π., σ. 361. Μεθό- διου Φούγια, Ἕλληνες καὶ Λατῖνοι, ὅπ.π., σ. 125.

6.     Π.Σ., σ. 281, 21.

7.     Π.Σ., σ. 292, 50-51.

8.     Π.Σ., σ. 345, 58.

9.     Π.Σ., σ. 361, 45-48.

10.  Π.Σ., σ. 363, 3-4.

11.  Π.Σ., σ. 377, 4-5.

12.   Βασ. Στεφανίδη, ὅπ.π., σ. 364. Μεθόδιου Φούγια, Ἕλληνες καὶ Λατῖνοι, ὅπ.π., σ. 165.

13.  Βλασίου Ἰω. Φειδᾶ, ὅπ.π., σ. 133.

14.  Ἴδιο.

15.  Π.Σ., σ. 366, 16.

16.  Π.Σ., σ. 366, 14.

17.  Π.Σ., σ. 360, 41.

18.  Βλέπε Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, ἐκδοτικὸς οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1970, σ. 118, σημείωση 1. Ἁγίου Νεκταρίου, Μελέτη Ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος, ὅπ.π., σ. 104-107. Παναγιώτη Ἰ. Μπού- μη, Κανονικὸν Δίκαιον, Ἀθήνα 1991, σ. 200-201.

19.  Βλέπε, Π.Σ., σ. 358, 33. 367, 20. 373, 40. 374, 47-48. 375, 49. 377, 4, καθὼς

καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα.

20.  Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Πηδάλιον, ὅπ.π., σ. 361.

21.  Ἰωάννου Καρμίρη, ὅπ.π., σ. 219.

22.  Ἁγίου Νεκταρίου, ὅπ.π., σ. 273 καὶ ἑξῆς.

23.  Johan Μeijer, ὅπ.π., σ. 70-71.

24.  Ἐν Μεθοδίου Φούγια, Ἕλληνες καὶ Λατῖνοι, ὅπ.π., σ. 122.

25.   Βασ. Στεφανίδη, ὅπ.π., σ. 365. Σπ. Μπιλάλη, ὅπ.π., σ. 218-219. Παν. Κ. Χρήστου, «Ἡ μνήμη τοῦ Ἱεροῦ Φωτίου», ἐν Κληρονομίᾳ, τόμ. 23, Θεσσαλονίκη, Ἰούνιος-Δεκέμβριος 1991, σ. 148-149.

26.  Κωνσταντίνου Σιαμάκη, ὅπ.π., σ. 91, 104-110. Βλέπε καὶ Παν. Κ. Χρήστου, ὅπ.π., σ. 137-141.  

 


 

ΠΑΤΕΡΙΚΑ

 

(Ἁγ. Δημήτριος τοῦ Ροστώφ)

Ἱκέτευε ἀκατάπαυστα τὸν Κύριο νὰ σ' ἀξίωση ν' ἀνταποκριθῇς στὸ θεῖο κάλεσμά Τοῦ: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγὸν μοῦ ἐφ' ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Μάτθ. 11. 28-29). Πουθενὰ δὲν θὰ βρῇς τόση ἀνάπαυσι, ὅση μέσα στὴν ταπείνωσι. Πουθενὰ δὲν θὰ βρῇς τόση ταραχή, ὅση μέσα στὴν ὑπερηφάνεια. Ταπεινώσου μπροστὰ σὲ ὅλους καὶ θὰ ὑψωθῇς ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὑψωθῇς ἀπὸ Ἐκεῖνον μεῖνε πάλι ταπεινός, γιὰ νὰ μὴ χάσης τὴ χάρι Τοῦ, «Ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ ὑψώσει ὑμᾶς» (Ἰακ. 4. 10). Ὁ Θεὸς σὲ τράβηξε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία καὶ σ' ἔφερε στὸ φῶς τῆς ζωῆς. Ἡ ὕπαρξις δὲν εἶναι κατόρθωμα δικό σου. Οὔτε γνωρίζεις ποὺ θὰ βρεθῇς μετὰ τὴν πρόσκαιρη παραμονὴ σοῦ σ' αὐτὴ τὴ γῆ. Ταπεινώσου, λοιπόν. Καὶ μαζὶ μὲ τὸν προφήτη λέγε πάντοτε: «Κύριε, οὐχ ὑψώθη ἡ καρδία μου, οὐδὲ ἐμετεωρίσθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, οὐδὲ ἐπορεύθην ἐν μεγάλοις, οὐδὲ ἐν θαυμασίοις ὑπὲρ ἐμὲ» (Ψάλμ. 130. 1). Καὶ ἀκόμα: «Ἐγὼ δὲ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ» (Ψάλμ. 21, 7). Χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ τίποτε δὲν μπορεῖς νὰ κάνης. Καὶ ὅλα ὅσα ἔχεις στὸν Θεὸ ἀνήκουν καὶ ἀπὸ Ἐκεῖνον τὰ πῆρες δωρεάν. Λοιπόν; «Τί ἔχεις o οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβῶν;» (Α' Κόρ. 4. 7). Χωρὶς τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ δὲν εἶσαι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα ξερὸ καλάμι, ἕνα ἄκαρπο δέντρο, ἕνα ἄχρηστο κουρελόπανο, σκεῦος ἁμαρτίας, δοχεῖο παθῶν. Ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ἔχεις μέσα σου εἶναι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Δικό σου εἶναι μόνο τὰ πάθη καὶ οἱ ἁμαρτίες. Ἡ μετάνοια, ἡ συντριβὴ καὶ τὸ πένθος γιὰ τὶς ἁμαρτίες εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ταπεινώσεως. Καὶ ὅταν βάλης ἀρχὴ στὴν ταπείνωσι, τὴ γνήσια καὶ εἰλικρινῆ, τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ θὰ αἰσθανθῇς θὰ εἶναι τὸ μῖσος πρὸς κάθε ἔπαινο καὶ κάθε ἀνθρώπινη δόξα. Ἔπειτα θὰ ἐξορισθοῦν σταδιακὰ ἀπὸ μέσα σου ὁ θυμός, ἡ ὀργή, ἡ μνησικακία, ὁ φθόνος καὶ ὅλα τὰ κακά. Ὕστερα θ' ἀρχίσης νὰ θεωρῇς τὸν ἑαυτό σου ὡς τὸν ἀμαρτωλότερο ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄξιο τῆς κολάσεως. Αὐτὴ ἡ συνείδησις ὅμως θ' αὐξάνη καὶ θὰ τρέφη τὴν ταπείνωσι, κι ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερο θὰ προχωρῆς πρὸς τὴν κατάκτησι τῆς κορυφῆς αὐτῆς τῆς θείας ἀρετῆς. Ὅποιος γνώρισε πραγματικὰ τὸν ἑαυτό του ἔκανε τὴν ἀρχὴ γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῆς ταπεινώσεως, γιατί εἶδε τὸ μέγεθος τῆς ἀδυναμίας του ἀλλὰ καὶ τὸν βόρβορο ποὺ κρύβει μέσα της ἡ ψυχή του.

Ἀπελπισμένος τότε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, στράφηκε «συντετριμμένος καὶ τεταπεινωμένος» πρὸς τὸν Θεὸ ζητῶντας ἀκατάπαυστα τὸ ἔλεὸς Τοῦ. Νὰ λοιπὸν μὲ ποιόν τρόπο, λένε οἱ Πατέρες, θὰ διαπιστώσης ἂν ἄρχισες ν' ἀποκτᾶς τὴ μακαρία ταπείνωσι: ἂν κυριευθῇς ἀπὸ μόνιμο καὶ φλογερὸ ἔρωτα τῆς προσευχῆς.

Τί εἶναι λοιπὸν ταπείνωσις; Εἶναι, ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος, ἡ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ τῆς μηδαμινότητός σου. Καὶ ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωσι εἶναι οἱ σωματικοὶ κόποι, ποὺ γίνονται μὲ ἐπίγνωσι τοῦ σκοποῦ τους, τὸ νὰ θεωρῇς εἰλικρινὰ τὸν ἑαυτό σου χειρότερο ἀπ' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καί, περισσότερο ἀκόμη,κάτω ἀπ' ὅλη τὴν κτίσι, καθὼς καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Αὐτὸς ὁ δρόμος φέρνει στὴν ταπείνωσι. Ἡ φύσις τῆς ταπεινώσεως ὅμως εἶναι θεϊκὴ καὶ ἀκατάληπτη. Γι' αὐτὸ καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ διδάξη μὲ λόγια το πὼς δημιουργεῖται καὶ ἀναπτύσσεται στὴν ψυχή, ἂν δὲν τὸ διδαχθῇς νοερὰ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀπὸ τὴν πεῖρα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος σου. Γιατί οἱ σωματικοὶ κόποι ὁδηγοῦν στὴν ταπείνωσι; Διότι οἱ κόποι ταπεινώνουν τὸ σῶμα. Καὶ ὅταν ταπεινώνεται μὲ ἐπίγνωσι τὸ σῶμα, ταπεινώνεται καὶ ἡ ψυχή. Γιατί τὸ νὰ θεωρῇ κανεὶς τὸν ἑαυτό του κάτω ἀπ' ὅλη τὴν κτίσι ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωσι; Διότι ὅταν τοποθετηθῇς ἐσωτερικὰ ἔτσι, εἶναι ἀδύνατο νὰ θεωρήσης τὸν ἑαυτό σου καλύτερο ἀπὸ τὸν ἀδελφό σου ἢ νὰ ὑπερηφανευθῇς γιὰ κάτι ἢ νὰ κατακρίνης ἢ νὰ ἐξουθενώσης κάποιον. Καὶ γιατί ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωσι; Διότι, ἂν κοιτάξης στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου, θὰ δῇς ὅτι κανένα καλὸ δὲν ἔχεις καὶ ὅτι τίποτε δὲν μπορεῖς νὰ κατορθώσης χωρὶς τὴ βοήθεια καὶ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε δὲν θὰ κουραστῇς νὰ Τὸν ἰκετεύης νὰ σ' ἐλεήση καὶ νὰ σὲ σώση. Κι ἂν κατορθώσης κάτι, γνωρίζεις καλὰ ὅτι στὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ τὸ ὀφείλεις καὶ ὄχι στὴ δική σου δύναμι. Καὶ ταπεινώνεσαι βαθιά, τρέμοντας μήπως χάσης τὴ βοήθεια καὶ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Κι ἔτσι μὲ ταπείνωσι προσεύχεσαι καὶ μὲ τὴν προσευχὴ ταπεινώνεσαι καὶ προοδεύεις πνευματικά. Τέτοια ταπείνωσι εἶχαν οἱ ἅγιοι. Αὐτὴ ἡ ταπείνωσις, μᾶς διδάσκει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, εἶναι ἡ τέλεια ταπείνωσις καὶ ἀναπτύσσεται στὴν ψυχὴ σὰν φυσικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Πνευματικὸ Ἀλφάβητο" τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ροστώφ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 1996)

 

 


 
 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΟΝΕΩΝ

(ἀπόσπασμα ὁμιλίας της κ. Μαρίας Μπουρλή , ἐκπαιδευτικοῦ .

Οἱ ὁμιλίες πραγματοποιοῦνται τό πρῶτο Σάββατο κάθε μῆνα στὸ πνευματικὸ κέντρο τῆς ἐνορίας μας , 5.00 μ.μ  ).

 

Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Ὅταν λέμε διαφορετικότητα ἐννοοῦμε τὴ μοναδικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τὴν ἀναγνώριση τῶν προσωπικῶν χαρακτηριστικῶν του. Ὅλοι εἴμαστε διαφορετικοὶ ἀλλὰ καὶ μοναδικοί.

Ἡ φύση διδάσκει μὲ σοφία τὴν ὀμορφιὰ τῆς διαφορετικότητας, οἱ ἐποχές, οἱ ἡμέρες, τὰ ζῶα, τὰ φυτά, οἱ ἄνθρωποι, ὅλα γύρω μας εἶναι διαφορετικὰ καὶ μοναδικά. Ἡ ἁπλότητα, ἡ τόλμη, ἡ δύναμη, ἡ σεμνότητα, οἱ ἀντιθέσεις πλαισιώνονται δημιουργῶντας ἁρμονία καὶ ὀμορφιά. Αὐτὸ βλέπουμε στὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν καὶ θαυμάζουμε τὴ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σπουδαῖο γονεῖς καὶ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ ὑπηρετοῦμε μὲ σύνεση καὶ σεβασμὸ τὴ διαφορετικότητα στὸ σχολικὸ πλαίσιο. Στὶς μέρες μας, ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ζητήματα ποὺ ἔχει νὰ διαχειριστεῖ τὸ σύγχρονο σχολεῖο εἶναι ἡ διαφορετικότητα ποὺ δημιουργοῦν οἱ μαθησιακὲς δυσκολίες.

Μαθησιακὴ δυσκολία ὀνομάζεται ὁποιαδήποτε δυσκολία ἀντιμετωπίζει τὸ παιδὶ στὴν κατανόηση ἢ τὴ χρήση τῆς γλώσσας, στὴν πραγματοποίηση μαθηματικῶν ὑπολογισμῶν, στὴ διατήρηση τῆς συγκέντρωσης καὶ στὸ συντονισμὸ κινήσεων τοῦ σώματός του.

Οἱ μαθησιακὲς δυσκολίες εἶναι ἀποτέλεσμα νευρολογικῶν διαφοροποιήσεων στὴ δομὴ καὶ τὴ λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου. Οἱ διαφοροποιήσεις αὐτὲς εἶναι συχνὰ κληρονομικὲς καὶ ἐπηρεάζουν τὴν ἱκανότητα τοῦ παιδιοῦ νὰ λαμβάνει, νὰ ἀποθηκεύει, νὰ ἐπεξεργάζεται, νὰ ἀνακαλεῖ ἢ νὰ ἐπικοινωνεῖ πληροφορίες.

Στὴν πλειονότητα τῶν περιπτώσεων οἱ μάθησιακές δυσκολίες ἀναγνωρίζονται ἐπίσημα ὅταν τὸ παιδὶ ξεκινᾶ νὰ πηγαίνει στὸ σχολεῖο.

Σύμφωνα μὲ τὸ Ἀμερικανικὸ Ἰνστιτοῦτο Ὑγείας τὰ συνηθέστερα σημάδια τῶν μαθησιακῶν δυσκολιῶν εἶναι τὰ ἑξῆς:

     Δυσκολία ἑστίασης τῆς προσοχῆς καὶ τῆς συγκέντρωσης

     Δυσκολία τήρησης ὁδηγιῶν

     Κακὸς συντονισμὸς κίνησης

     Δυσκολία ὀργάνωσης

     Παρορμητικὴ συμπεριφορά

     Δυσκολία ἔκφρασης

     Ἀνωριμότητα στὴν ὁμιλία

     Δυσκολία διαχείρισης ἐννοιῶν ποὺ ἀφοροῦν τὸ χρόνο

     Ἐλλιπὴς ἀντίληψη μέσῳ τῆς ἀκοῆς

     Δυσκολία διαχείρισης νέων καταστάσεων

     Δυσκολία κατανόησης λέξεων καὶ ἐννοιῶν

     Δυσκολία στὴν ἀνάγνωση ἢ στὴ γραφή

     Δυσκολία στὰ μαθηματικά

     Δυσκολία ἀπομνημόνευσης

Ὁ γονιὸς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει διάγνωση μπορεῖ νὰ συγκεντρώσει ἐνδείξεις, ἀνησυχίες, παρατηρήσεις. Τὰ σημεῖα δηλαδὴ ὅπου δυσκολεύεται τὸ παιδί του. Ἡ διάγνωση γίνεται ἀπὸ ὁμάδα εἰδικῶν ἐκπαιδευτικῶν, λογοθεραπευτῶν, ψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων, ἀναπτυξιολόγων, κοινωνικῶν λειτουργῶν.

Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ στὸ νηπιαγωγεῖο ἄλλα καὶ στὶς πρῶτες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ μποροῦν νὰ βοηθήσουν ὥστε νὰ ἀντιμετωπιστοῦν μὲ ἔγκαιρη καὶ ἔγκυρη διεπιστημονικὴ ἀξιολόγηση οἱ δυσκολίες.

Ἡ οἰκογένεια χρειάζεται νὰ καθοδηγηθεῖ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ἰδιαιτερότητες τοῦ παιδιοῦ. Μὲ τὴ βοήθεια τῶν εἰδικῶν ὁ δρόμος τῆς σχολικῆς κοινότητας γίνεται κατανοητός.

Κάθε περίπτωση εἶναι διαφορετικὴ καὶ χρειάζεται λεπτοὺς χειρισμοὺς ἀπὸ γονεῖς καὶ ἐκπαιδευτικούς.

Ἡ σχολικὴ κοινότητα ἔχει χρέος νὰ σκεπάζει τὴ διαφορετικότητα τοῦ παιδιοῦ μὲ διάκριση καὶ ἐχεμύθεια. Ὁ δρόμος τῆς εἰδικῆς ἀγωγῆς ἔχει πολλὴ δουλειὰ καὶ πολὺ κόπο.

Ἡ ἀποδοχὴ τῆς διαφορετικότητας δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἐγχείρημα τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ εὔκολα τόσο στὸ χῶρο τοῦ σχολείου ὅσο καὶ στὸ χῶρο τῆς οἰκογένειας.

Στόχος μας εἶναι νὰ εὐαισθητοποιηθοῦν οἱ μαθητές, οἱ ἐκπαιδευτικοὶ καὶ οἱ γονεῖς. Νὰ δοῦμε ὅλοι μὲ σεβασμὸ καὶ κατανόηση τὸ συνάνθρωπό μας. Ν’ ἀντιληφθοῦμε τὸν πραγματικὸ πλοῦτο ποὺ χαρίζει ὁ ἄλλος ἄνθρωπος δίπλα μας. Τὶς εὐκαιρίες ποὺ μᾶς δίνει τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τοῦ καθενὸς γιὰ νὰ σκύψουμε στὸν δικό μας ἑαυτό.

Εὐκαιρίες γιὰ νὰ δουλέψουμε καὶ ἐμεῖς τὸ σεβασμό, τὴν εὐγένεια, τὴν ἀνοχή, τὴν ὑπομονὴ μὲ τὸ δύσκολο. Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν μας εἶναι ἀφετηρία πνευματικῆς ἐκκίνησης. Ἂς τὰ ὑπηρετήσουμε μὲ σύνεση καὶ ὑπευθυνότητα.

Ὅλοι ἔχουν νὰ προσφέρουν κάτι ὅσο τραυματισμένοι κι ἂν εἶναι. Τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι εὐκαιρία γιὰ δημιουργία στὸν κόσμο τοῦτο.

Τὸ κάθε ἕνα παιδὶ ὅσο ξεχωριστὸ κι ἂν εἶναι, εἶναι δῶρο ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλους μας.

Ἂς μᾶς ἀξιώσει νὰ ὑπηρετήσουμε τὴ διαφορετικότητα τοῦ παιδιοῦ μας ὅπως Ἐκεῖνος θέλει: μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωση.

Μαρία Χρυσάλλη-Μπουρλή

Εἰδικὸς Παιδαγωγός.



ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Ἐὰν κάποιος ἐπιθυμεῖ νὰ διαπιστώσει τὴν πραγματικὴ φιλαδελφία καὶ ἀγάπη πού ἔχει, ἅς τὸ βεβαιωθεῖ μὲ τὸ ἕξης: Νὰ παρατηρήσει, έὰν πενθεῖ γιὰ τὰ σφάλματα τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἐάν ἀγάλλεται γιὰ τὴν πρόοδο καὶ τὰ χαρίσματὰ του.

 

Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος

 

 


ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ ΤΕΡΠΝΟΝ  

ΣΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ψαλμός 83ος

Τὸν 83ο ψαλμὸ τὸν ἔγραψε κάποιος προσκυνητὴς Κορεΐτης, ἀπόγονος τοῦ Κορέ. Ὅταν φτάνει σὰν προσκυνητὴς στὰ Ἱεροσόλυμα στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ξεχειλίζει ἡ καρδιά του ἀπὸ χαρά, εὐφροσύνη καὶ ἀναφωνεῖ αὐτὰ τὰ λόγια.

Στίχος 2ος : «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σοῦ Κύριε τῶν δυνάμεων»

Ἔκφραση ἀγάπης γιὰ τὰ σκηνώματα τοῦ Θεοῦ.

Στίχος 3ος : «Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχὴ μοῦ εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου ἡ καρδιά μου καὶ ἡ σάρξ μου ἀγαλλιάσαντο ἐπὶ Θεὸν ζῶντα»

Ἡ ἔκφραση «ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου», τονίζει πολὺ παραστατικὰ τὴ σφοδρή του ἐπιθυμία νὰ εἶναι καὶ νὰ μένει στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, ἡ ψυχὴ ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα λιώνουν ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία, γιατί σ΄ αὐτὸ τὸ ναὸ κατοικεῖ ὁ Θεός, ζωντανός, ἀληθινός, ἀθάνατος.

Στίχος 4ος: «Καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγῶν νοσσιὰν ἑαυτὴ οὐ θήσει τὰ νοσσία ἑαυτῆς τὰ θυσιαστήρια σου, Κύριε τῶν δυνάμεων, ὁ βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου»

Συνεχίζει ὁ ποιητὴς καὶ μᾶς λέει, ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ τὰ δειλὰ καὶ τὰ ἀδύναμα πουλάκια βρίσκουν ἀσφαλὲς καταφύγιο στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ.

Στίχος 5ος : «Μακάριοι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ οἴκῳ σου, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων αἰνέσουσί σέ»

Ὁ ποιητὴς μακαρίζει ὄχι μόνον τὰ πουλιὰ ἀλλὰ καλοτυχίζει ὅλους ὅσοι μένουν στὸν ναὸ καὶ διακονοῦν τὸν ναό, ἱερεῖς, διακόνους, νεωκόρους.

Στίχος 6ος -7ος : «Μακάριος ἀνὴρ ὦ ἐστὶν ἡ ἀντιλῆψις αὐτοῦ παρὰ σοὶ ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διέθετο εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος εἰς τὸν τόπον ὀν ἔθετο καὶ γὰρ εὐλογίας δώσει ὁ νομοθετῶν»

Ὁ ποιητὴς μακαρίζει καὶ τοὺς προσκυνητές. Καλοτυχίζει τοὺς ἱερεῖς, τοὺς διακόνους ἀλλὰ καὶ τοὺς προσκυνητάς. Γιατί οἱ προσκυνητὲς ἔρχονται συχνὰ ἀπὸ πολὺ μακριὰ μὲ κοπιαστικὲς ὁδοιπορίες. Σήμερα παίρνεις ἕνα ἀεροπλάνο καὶ πᾶς, τότε τὰ πράγματα ἦταν δύσκολα, ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους τους ἀψηφοῦν καὶ γεμίζουν εὐλογία.

Στίχος 8ος, 9ος , 10ος : «Καὶ ἐφόσον ἀποφασίζουν νὰ ξεκινήσουν θὰ τοὺς δώσει δύναμη καὶ θὰ φτάσουν στὸ ναὸ καὶ θὰ αἰσθανθοῦν τὸν Θεό»

Μέσα στὸν ἐνθουσιασμό του ὁ προσκυνητὴς σηκώνει τὰ χέρια του καὶ προσεύχεται καὶ ποιά εἶναι ἡ προσευχή του; Προσεύχεται γιὰ τὸ ἔθνος του, ποὺ βρίσκεται σὲ τραγικὴ κατάσταση, προσεύχεται γιὰ τὸν ἀνώτατο ἄρχοντα ποὺ εἶναι ὁ βασιλιᾶς. Θεέ μου ρίξε τὸ βλέμμα σοῦ ἐπάνω του.

Γρήγορα ὁ ποιητὴς ἐπανέρχεται στοὺς στίχους 11 καὶ 12 στὶς ἀρχικές του θέσεις καὶ σκέψεις.

Στίχοι 11,12: «Ὅτι κρείσσων ἡμέρα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σοῦ ὑπὲρ χιλιάδας ἐξελεξάμην παραρρίπτεισθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν μὲ ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν»

Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ ποιητῆ φθάνει στὸ κατακόρυφο. Μᾶς λέει ὅτι προτιμάει νὰ περάσει μιὰ μέρα στὸ ναό, παρὰ χιλιάδες μέρες σὲ κοσμικοὺς τόπους. Προτιμάει νὰ μείνει σὲ μιὰ γωνίτσα τοῦ ναοῦ παραπεταμένος καὶ περιφρονημένος, παρὰ νὰ ζεῖ καὶ νὰ συναναστρέφεται μὲ ἁμαρτωλούς, μέσα σὲ μέγαρα καὶ παλάτια.

Προτιμῶ νὰ εἶμαι νεωκόρος εἰς τὸν ναὸ τοῦ Κυρίου, διότι ἐδῶ ὑπάρχει ἔλεος καὶ ἀλήθεια, ἐξηγεῖ ὁ ποιητής. Ὑπάρχουν πλούσια πνευματικὰ δῶρα, τὸ ἔλεος, ἡ ἀλήθεια, ἡ χάρις, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀγαθὰ ποὺ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ δώσει καὶ κλείνει μὲ ἕνα ἐπιφώνημα:

Στίχος 13ος : «Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπὶ σέ»

Εὐτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐλπίδα τοῦ σὲ σένα Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς.

Διαβάζοντας τὸν 83ο ψαλμό, σὲ ποιά λόγια τοῦ ψαλμοῦ νὰ μείνουμε καὶ σὲ τί νὰ μοιάσουμε στὸν ποιητή; Παρατηροῦμε ὅτι εἶναι ἀξιοζήλευτος ὁ πόθος ποὺ νιώθεις ὅταν βρίσκεσαι στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Στὸν ψαλμὸ καλοτυχίζονται ὅσοι μένουν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὅσοι ταξιδεύουν μέσα ἀπὸ δυσκολίες γιὰ νὰ φτάσουν ἐκεῖ. Ἔχει ἀξιολογήσει ὁ ποιητὴς τὰ πράγματα, τί εἶναι πρῶτο καὶ τί εἶναι δεύτερο. Ἐμεῖς ἔχουμε καταλάβει τὴν ἱερότητα τοῦ ναοῦ καὶ τί γίνεται μέσα σὲ αὐτόν; Ὑπάρχει σὲ μᾶς ὁ ἴδιος πόθος, ἡ ἴδια λαχτάρα γιὰ τὶς ἐκκλησίες μας; Μέσα στὴν ἐκκλησία ξεκουράζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀνανεώνεται. Δὲν ἐκφράζονται μὲ λόγια τὸ τί νιώθεις. Εἶναι βίωμα. Μέσα στὴν ἐκκλησία γεμίζουν οἱ μπαταρίες μας ὅπως τὸ αὐτοκίνητο κάπου κάπου ὅταν κάνει μεγάλο ταξίδι σταματάει καὶ γεμίζει μὲ βενζίνη γιὰ νὰ συνεχίσει. Ὅσο πιὸ συνειδητὰ πλησιάζει ὁ χριστιανὸς τὸν Θεό, τόσο πιὸ πολὺ γίνεται ἄνθρωπος. Ὅσο βάζει στὸ μυαλό του γιὰ ποιό σκοπὸ ἦρθε στὴ γῆ, τόσο αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ Τὸν λατρεύει.

Κλείνουμε, μὲ τὰ λόγια τοῦ Ιερ. Χρυσοστόμου.

Ἂν θέλεις ἀληθινὰ νὰ λατρέψεις τὸν Θεὸ αὐτὸ μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις, ὄχι μόνο μὲ τὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ μάτια, τὰ χέρια, τὰ πόδια, τὰ αὐτιά.

Δηλαδὴ τὰ μάτια νὰ μὴ βλέπουν τὰ πονηρὰ καὶ τὰ ἁμαρτωλά, τὰ χέρια νὰ μὴν εἶναι ἁπλωμένα γιὰ νὰ ἁρπάξουν, ἀλλὰ γιὰ ἐλεημοσύνη. Τ’ αὐτιὰ νὰ εἶναι πρόθυμα νὰ ἀκοῦνε ὕμνους γιὰ τὸ Θεό. Τὰ πόδια νὰ τρέχουν στὴν ἐκκλησία καὶ στὸν ἀδερφό μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο ψαλτήρι καὶ ἡ κιθάρα καὶ στέλνεις ὕμνους στὸ Θεό.

Ἀμήν

Α.Κ.

 


 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ

(Ἀπὸ τὰ μαθήματα τοῦ κατηχητικοῦ

τῆς ἐνορίας μας!)

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ


Σαράντα μέρες μετὰ τὰ Χριστούγεννα, στὶς 2 Φεβρουαρίου, ἡ ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴν Ὑπαπαντή. Τί σημαίνει ὅμως ἡ λέξη αὐτή; Ὑπαπαντὴ σημαίνει ὑποδοχή.

Σαράντα μέρες μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ Παναγία καὶ ὁ Ἰωσὴφ πῆγαν στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντα γιὰ νὰ Τὸν ἀφιερώσουν στὸ Θεό. Ὑπάκουσαν στὸ Μωσαϊκὸ νόμο ποὺ ὅριζε ὅτι κάθε πρωτότοκο βρέφος ποὺ ἦταν ἀγόρι, θὰ παρουσιαζόταν στὸ ναό, διότι ἦταν ἀφιερωμένο στὸν Θεό. Αὐτὸ γινόταν γιὰ νὰ θυμοῦνται ἡ Ἑβραῖοι τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, ὅταν εἶχαν διασωθεῖ θαυματουργικὰ τὰ πρωτότοκα παιδιά τους στὴν Αἴγυπτο. Μαζί, πρόσφεραν σὰν θυσία ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἢ δύο μικρὰ περιστέρια, ὅπως ὅριζε ὁ Νόμος.

Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ζοῦσε στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ γέροντας Συμεῶν, ἄνθρωπος πιστὸς ποὺ περίμενε τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του. Ἐπειδὴ ἦταν εὐλαβής, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα του εἶχε φανερώσει, ὅτι δὲν θὰ πέθαινε προτοῦ δεῖ καὶ πάρει στὴν ἀγκαλιά του τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Ὅταν ἡ Παναγία καὶ ὁ προστάτης τῆς Ἰωσὴφ ἔφεραν στὸ ναὸ τὸν Ἰησοῦ γιὰ νὰ τηρήσουν τὰ ἔθιμα τοῦ Νόμου, ὁ γέροντας Συμεῶν Τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του, δόξασε τὸ Θεὸ καὶ εἶπε: «τώρα, Κύριε, μπορεῖς νὰ ἀφήσεις τὸ δοῦλο σου νὰ πεθάνει, γιατί τὰ μάτια μου εἶδαν τὸ Σωτῆρα, ποὺ ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, τὸ Φῶς ποὺ θὰ φωτίσει ὅλα τὰ ἔθνη...». Ἐπειδὴ ὑποδέχτηκε τὸν Κύριο μὲ εὐλάβεια καὶ λαχτάρα στὴν ἀγκαλιά του, ὀνομάστηκε Συμεῶν ὁ Θεοδόχος.

Ὁ ἅγιος Συμεῶν τους εὐλόγησε καὶ εἶπε προφητικὰ στὴν Παναγία: «Αὐτὸς θὰ γίνει αἰτία νὰ σωθοῦν πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐφόσον πιστέψουν ὅτι εἶναι Θεὸς ἀληθινός. Πολλοὶ ὅμως, δὲν θὰ Τὸν πιστέψουν καὶ θὰ καταστραφοῦν... Ὅσο γιὰ σένα, ὁ πόνος ποὺ ἔχεις νὰ περάσεις γιὰ τὸ παιδί σου, σὰν δίκοπο μαχαίρι θὰ σοῦ τρυπήσει τὴν καρδιά». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ προφήτευσε τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ μας πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ τὸν πόνο ποὺ θὰ αἰσθανόταν ἡ Μητέρα Τοῦ ἡ Παναγία γιὰ τὸ παιδί της.  Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριός μας, ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, ἦταν στὸ Ναὸ τοῦ Σολομῶντα, ἔστω καὶ σὰν Βρέφος, κανεὶς ἄλλος δὲν τὸ πῆρε εἴδηση οὔτε μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν θέλει ἐντυπωσιασμοὺς τιμὲς καὶ δόξες. Ἔρχεται ἀθόρυβα καὶ ταπεινά. Ἐκεῖ ἦταν μόνο μιὰ πολὺ ἡλικιωμένη γυναῖκα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Ἄννα. Εἶχε καὶ ἐκείνη δώσει ὅλη τὴν καρδιά της στὸν Θεὸ κι εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή της σ' Αὐτόν. Εἶχε ζήσει ἑφτὰ χρόνια μὲ τὸν ἄνδρα της στὸ γάμο καὶ τώρα, 84 χρονῶν χήρα, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸν Ναό, ἀλλὰ νύχτα καὶ μέρα λάτρευε τὸ Θεὸ μὲ νηστεῖες καὶ προσευχές. Αὐτὴ παρουσιάστηκε ἐκείνη τὴν ὥρα δοξολογῶντας τὸν Θεό, προφήτευε καὶ μιλοῦσε γιὰ τὸν Κύριο στὴν Ἱερουσαλήμ, σὲ ὅλους ὅσους περίμεναν τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο!

 Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὁρίσει τὴ μέρα αὐτὴ ὡς γιορτὴ τῆς μητέρας καὶ στοὺς ναοὺς ψάλλουμε πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας τὸ παρακάτω τροπάριο: «Θεοτόκε, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν χριστιανῶν, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τοὺς ἐλπίζοντας εἰς σέ». Αὐτὸ γίνεται γιὰ νὰ θυμίσει σὲ ὅλες τὶς μανοῦλες πὼς τὰ παιδιά τους εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Καὶ φέρνει μπροστά μας τὸ παράδειγμα τῆς πιὸ γλυκιᾶς Μανούλας τοῦ κόσμου, τῆς Παναγίας, ποὺ ὁ Χριστός μας τὴν χάρισε γιὰ νὰ εἶναι καὶ δική μας Μητέρα!

 Ἡ Παναγία δὲν ἀμέλησε καθόλου, ἀλλὰ ὁδήγησε ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὸ Παιδί της στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι πρέπει νὰ κάνει καὶ κάθε μητέρα ποὺ ἀγαπᾶ ἀληθινὰ τὸ παιδί της ... νὰ τὸ ὁδηγήσει ἀπὸ πολὺ μικρὸ στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς Παναγίας, μᾶς προτρέπει νὰ βαπτίζουμε τὰ βρέφη μας σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν γέννησή τους!

Ἂς κρατήσουμε ἕνα μήνυμα ἀπὸ τὴ γιορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς.

Ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ Θεοδόχος ὑποδέχτηκε μὲ λαχτάρα τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά του.

Ἂς Τὸν ὑποδεχτοῦμε καὶ ἐμεῖς στὴν καρδιά μας μὲ ταπείνωση, ἀφοῦ πρῶτα την καθαρίσουμε ἀπὸ τὶς κακίες καὶ τὰ λάθη μας!

Ἀμήν, Γένοιτο!

Μαρία Μπριντάκη

Κατηχήτρια .

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1.   ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ἁγιος Παρθένιος Ἐπίσκοπος Λαμψάκου . Μέγας Φώτιος , καὶ 8η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος                         .        σελ. 3

2.   ΠΑΤΕΡΙΚΑ : ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ , Ἁγίου Δημητρίου Ροστώφ.                                         σελ. 17

3.   ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΟΝΕΩΝ : Ἡ διαφορετικότητα στὴ σχολικὴ ζωή , μαθησιακὲς δυσκολίες .      σελ. 21

4.   ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ. σελ. 25

5.   ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ ΤΕΡΠΝΟΝ : Στὰ σκηνώματα τοῦ Θεοῦ ,Ψαλμὸς 83ος .                                                 σελ. 25

6.   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ : Ἡ Ὑπαπαντή .σελ. 30

 


 

 

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ  ΩΡΩΠΟΥ

Κυριακή, Μαρτίου 03, 2024

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΕΡΑ , ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 

 

Τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους

 

Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο φανερώνει κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἄρα εἶναι σὰν προσευχή. Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», ἀνανεώνει συνεχῶς στὸν ἄνθρωπο τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε στοὺς Θεσσαλονικεῖς: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».

Μὲ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχὴ, ὁ ἄνθρωπος φανερώνει τὴν αληθινὴ εὐγένεια τῆς φύσεώς του, ποὺ εἴναι μεθόριο μεταξὺ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου καὶ «ζῶον θεούμενον»· ξεπερνᾶ τὴν φυσικὴ ἀναγκαιότητα, ἐκτείνει τὴν ὕπαρξή του μέχρι τὸν Θεό, αἰσθάνεται ελευθερος ἀπό ὅ,τι τὸν κρατᾶ αἰχμάλωτο στὴν γῆ.

Γιὰ νὰ εἶναι ὅμως ἡ προσευχὴ ἀληθινή, πρέπει νὰ εἴναι προσευχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καὶ ὄχι μόνον τῶν χειλέων ἢ μόνον τοῦ νοῦ ἢ μόνον τῆς καρδιᾶς...

Τελεία προσευχὴ εἶναι ἡ νοερὰ καὶ συγχρόνως καρδιακή. Ὁ νοῦς προσεύχεται μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεως. Δηλαδὴ, ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ βάθος του καὶ τὸ κέντρο του προσεύχεται, ἐκπληρώνοντας τὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος προσφέρεται στὸν Θεό.

Γι’ αὐτὴ τὴν προσευχὴ χρησιμοποιεῖται ἠ μονολόγιστη εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», ποὺ μὲ τὴν σύντομη ἐπίκλησή της βοηθεῖ στὴν συγκέντρωση τοῦ νοῦ καὶ στὸ βύθισμα τοῦ νοῦ στὴν καρδιά.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ λεγόμενοι νηπτικοί, ἀπὸ τὴν πεῖρα τους ἔγραψαν γιὰ τὸν τρόπο καὶ τὴν μέθοδο αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Ὑπάρχει μία συλλογὴ τῶν ἔργων αὐτῶν τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ λέγεται Φιλοκαλία. Καὶ ἡ λέξη φιλοκαλία εἶναι χαρακτηριστική. Μὲ τὴν νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχὴ, ὁ πιστός ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, θεᾶται τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὅ,τι ὀμορφότερο ὑπάρχει στὸν κόσμο, τὸ ὑπέρτατο κάλλος.

Ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, νὰ γίνει κάποια σύγχυση μεταξὺ τῆς καρδιακῆς προσευχῆς καὶ τῶν διαφόρων τρόπων διαλογισμοῦ καὶ προσευχῆς, ὅπως ἀσκεῖται στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διευκρινίσω μερικὰ ζητήματα:Ὄχι μόνον ἡ μονολόγιστη εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», ἀλλὰ καὶ κάθε προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ θεμελιώδης θεοπαράδοτος κυριακὴ προσευχή, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», πρέπει νὰ εἶναι νοερὰ καὶ καρδιακή, δηλαδὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ βαθύτερο εἶναι μας.

Ἡ ἀπόκτηση τοῦ χαρίσματος τῆς ἀδιαλείπτου νοερᾶς καὶ καρδιακῆς προσευχής δεν εἶναι, γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους, κυρίως ζήτημα μεθόδου καὶ τεχνικῆς ἀλλὰ ζήτημα συντετριμμένης καρδιᾶς, δηλαδὴ καρδιᾶς ποὺ μετανοεῖ, πονάει γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ ταπεινώνεται. Χωρὶς αὐτὴ τὴν καρδιὰ, καμιὰ μέθοδος καὶ τεχνικὴ τῆς προσευχῆς, ὅπως ἡ χρησιμοποίηση τῆς εἰσπνοῆς καὶ ἐκπνοῆς, δὲν μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ἀληθινὴ προσευχή.

Η καρδιακὴ καὶ νοερὰ προσευχὴ προϋποθέτει τὴν συμμετοχή μας στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, στὰ Μυστήριά της, τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὑπακοὴ σὲ πνευματικὸ πατέρα. Δεν εἶναι, δηλαδὴ, μία ἀτομικιστικὴ – ἰδιωτικὴ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὁ ταπεινὸς χριστιανὸς λαμβάνει τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ Χάρις ἐνεργεῖ μέσα του, μὲ τὴν ἰδικὴ του βέβαια συνεργασία καὶ θέληση, τὴν ἀληθινὴ προσευχή.

Τελειώνοντας, στὸ θέμα τῆς προσευχῆς θὰ ἤθελα νὰ πῶ, ὄτι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἔχει κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴν προσευχὴ, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ μὴ ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὸν σύγχρονο βαθύτατα ὑλιστικὸ τρόπο ζωῆς ξεχνῶντας τὴν θεοείδειά του, δηλαδὴ τὴν θεϊκὴ καταγωγὴ καὶ τὸν θεϊκὸ προορισμό του.

Ἀκόμη, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κρατᾶ τὴν ἐσωτερική του ἑνότητα, ἰσορροπία καὶ εἰρήνη, μέσα στὴν φοβερὴ διασπαστικότητα, ἀνισορροπία καὶ ἐξωστρέφεια τοῦ συγχρόνου κόσμου. Για νὰ μπορεῖ, ἔχοντας συνεχῆ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας καὶ προνοίας τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή του, νὰ μὴν «ἀγχώνεται», ἀπελπίζεται καὶ βιώνει τὸν κόσμο ὡς κενὸ καὶ «μη-νόημα».

Μὲ την συνεχὴ ἐπίκληση τοῦ γλυκυτάτου καὶ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Χριστού, θὰ αἰσθάνεται τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του, θὰ ἀποφεύγει τὴν ἁμαρτία, θὰ καλλιεργεῖ αἰσθήματα ἀγάπης γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ εἰρηνεύει ὁ ἴδιος καὶ θὰ εἰρηνεύει καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του.

Ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε μία ἀδελφικὴ συμβουλὴ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ παράδοση τοῦ Ἁγίου Ὅρους: Ὅσο περισσότερες φορὲς τὴν ἡμέρα, μὲ πόθο λέμε τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», τόσο πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ θὰ εἴμαστε καὶ τόσο περισσότερη Χάρι καὶ δύναμη θὰ λαμβάνουμε, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὶς διάφορες δυσκολίες καὶ πειρασμοὺς τῆς ζωῆς.




 

Παρασκευή, Μαρτίου 01, 2024

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ



(Ἁγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς)


Ἰδοὺ εὐαγγέλιο ποὺ ἀφορᾶ στὸ νοῦ καὶ τὸ σῶμα τοῦ καθενός μας. Εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς εὐσπλαχνίας. Εἶναι ἡ θαυμαστὴ παραβολὴ τοῦ Σωτῆρος, στὴν ὁποία ἀπεικονίζεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Ἡ δική μου, ἡ δική σου, τοῦ καθενὸς ἀνθρωπίνου ὄντος ἐπάνω στὴν γῆ. Ὅλους τοὺς ἀφορᾶ τὸ σημερινὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ὅλους.

Ὁ ἄνθρωπος! Αὐτὸς ὁ θεϊκὸς πλοῦτος ἐπάνω στὴν γῆ! Κύτταξε τὸ σῶμα του, τὸ μάτι, τὸ αὐτί, τὴν γλῶσσα. Τί θαυμαστὸς πλοῦτος. Τὸ μάτι! Ὑπάρχει τίποτε πιὸ τέλειο ποὺ νὰ ἠμπορῇ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπινοήση σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο; Κι ὅμως, τὸ μάτι αὐτὸ τὸ ἐδημιούργησε ὁ Κύριος, ὅπως καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Ἡ ψυχὴ μάλιστα εἶναι ὁλόκληρη ἐξ ουρανοῦ. Ὁποῖος πλοῦτος! Τὸ σῶμα! Θαυμαστὸς θεῖος πλοῦτος ποὺ σοῦ δόθηκε γιὰ τὴν αἰωνιότητα καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὴν πρόσκαιρη αὐτὴ γήινη ζωή. Καὶ ψυχὴ δοσμένη γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Ἀκούσατε τί εὐαγγελίζεται ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος σήμερα. «Τὸ δὲ σῶμα τῷ Κυρίω» (Α΄ Κόρ. 6, 13). Ὁ Κύριος ἔπλασε τὸ ἀνθρώπινο σῶμα γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ἀθανασία, γιὰ τὴν καθαρότητα. Τὸ ἔπλασε γιὰ τὴν αἰώνια ἀλήθεια, γιὰ τὴν αἰώνια δικαιοσύνη καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ἀγάπη: ὅπως τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ τὴν ψυχή. Ὅλα αὐτὰ εἶναι δῶρα του Θεοῦ, ἀνεκδιήγητα καὶ μεγάλα καὶ πλούσια, καί –τὸ πιὸ σπουδαῖο– ἀθάνατα καὶ αἰώνια δῶρα τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τί κάνομε μ’ ὅλα αὐτὰ τὰ δῶρα; Τί οἰκοδομοῦμε μὲ αὐτά; Παραδίδουμε τὸ σῶμα στὶς ἡδονὲς καὶ στὰ πάθη αὐτοῦ του κόσμου, καὶ τὴν ψυχὴ στοὺς ἀκαθάρτους λογισμούς, τὶς ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, τὶς ἀκάθαρτες ἡδονές. Διὰ τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό, φεύγουν ἀπὸ τὸ Θεό, φεύγουν «εἰς χώραν μακράν». Τίνος εἶναι αὐτὴ ἡ «μακρυνὴ χώρα;»

Ἀκούσατε ποὺ ὁ ἄσωτος υἱὸς βόσκει χοίρους. Στὴν χώρα τοῦ διαβόλου. Στὴν χώρα, ὅπου ὁ διάβολος ἔχει ἐξουσία πάνω στὸν ἄνθρωπο διὰ τῶν παθῶν, διά των ἁμαρτιῶν, καὶ τὸν κρατάει σὲ φρικτὴ τρέλλα, στὸν παραλογισμὸ καὶ τὴν παραφροσύνη.

Λοιπόν, ἡ ἁμαρτία; Κάθε ἁμαρτία εἶναι τρέλλα. Καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι πάντα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν τρέλλα, μέχρις ὅτου συναντηθῇ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ θὰ συναντηθῇ μὲ τὴν μετάνοια.

Ἀκούσατε πὼς ὁ ἄσωτος υἱός, αἰσθανόμενος τί σημαίνει ζωὴ μέσα στὴν ἁμαρτία, ζωὴ μέσα στὶς ἡδονὲς καὶ τὰ πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρὸς μοῦ περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι» σὲ ξένη καὶ μακρυνὴ χώρα. «Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου». Σηκώθηκε καὶ πῆγε πρὸς τὸν πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατήρ, ὁ Θεὸς καὶ Ἐλεήμων Κύριος, «ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», ἐνῷ συγχρόνως ὁ υἱὸς μὲ λυγμοὺς ἔλεγε: «πάτερ ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι ὑιος σου». Ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σ’ ὅλα τὰ ἀστέρια. Ὅλα τὰ ἐμόλυνα μὲ τὸ πύον τῶν παθῶν μου, καὶ μὲ τὸ σκοτάδι τῶν παθῶν μου τὰ ἠμαύρωσα ὅλα. «Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου»! Φεύγοντας ἀπὸ σένα, σὲ ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σὲ ποιόν ἤμουν; Τίνος χοίρους ἐγὼ ἔβοσκα; Τοῦ διαβόλου! Ἐγὼ διαβολοποίησα τὴν ψυχή μου, τὴν ὁποία ἐσὺ μοῦ ἔδωσες νὰ γίνη ἁγία καὶ ἀθάνατη. Ἐγὼ ἐβρώμισα τὸ σῶμα, ἐθανάτωσα τὸ σῶμα, ἐξαθλίωσα τὸ σῶμα!

Ὅταν ὁ ἄσωτος υἱὸς «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» –ἀφοῦ ἦταν ἐκτὸς ἑαυτοῦ, στὴν τρέλλα, στὶς ἡδονὲς καὶ στὰ πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου– διὰ τῆς μετανοίας ἔτρεξε πρὸς τὸν πατέρα. Καὶ ὁ πατέρας τὸν ἀγκαλιάζει καὶ τὸν φιλεῖ. Δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ὁ υἱὸς τὴν ἐξομολόγησί του, δὲν εἶχε ἐκφράσει ἀκόμη τὴν ἐπιθυμία του νὰ τὸν δεχθῇ ὁ πατέρας του σὰν δοῦλο, καὶ ὁ πατέρας λέγει στοὺς ὑπηρέτες του: «Φέρετε τὴν στολὴ τὴν πρώτη καὶ ἐνδύσατέ τον καὶ δῶστε δακτυλίδι στὸ χέρι του καὶ ὑποδήματα στὰ πόδια του καὶ ἀφοῦ φέρετε τὸν μόσχο τον σιτευτό, σφάξτε τον γιὰ νὰ φάγωμεν καὶ εὐφρανθῶμεν».

Γιὰ πιὸ λόγο εὐφραίνεται ὁ οὐρανός; Γιὰ ποιό λόγο ὁ Θεὸς εὐφραίνεται στὸν οὐρανό; Γιὰ ποιό λόγο εὐφραίνονται οἱ ἄγγελοι; Σὲ ποιόν ὁ Κύριος λέγει νὰ εὐφρανθῶμεν; Στοὺς ἀγγέλους!

Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χάθηκε μέσα στὶς ἁμαρτίες, θυμήθηκε ὅτι ἦταν ἀδελφὸς τῶν ἀγγέλων καὶ ἔσπευσε πρὸς τὸν οὐρανό. «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου». Ἁμάρτησα στοὺς ἀγγέλους, στοὺς ἀρχαγγέλους. Ἐγὼ ἐδιαβολοποίησα τὸν ἑαυτό μου. Ἔρριξα τὸν ἑαυτό μου στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων, στὴν ἀγέλη τῶν παθῶν. Καὶ νά, τώρα εἶμαι ὅλος ξεσχισμένος, ὅλος κουρελιασμένος. Καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα κουρελιασμένα. Ὅλα ἐξαθλιωμένα. Λοιπόν, τί εἶναι μετάνοια; Ὁ Κύριος τρέχει νὰ συναντήση τὸν μετανοήσαντα υἱό. Τὸν ἀγκαλιάζει καὶ τὸν ἀσπάζεται καὶ ὅλος ὁ οὐρανὸς συγκινεῖται. Ὅλοι οἱ ἄγγελοι εὐφραίνονται. «Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι» ἀναφέρεται στὴν θαυμαστὴ περικοπὴ τοῦ Σωτῆρος. Γιὰ ποιό λόγο χαίρεσθε ἐσεῖς ἅγιοι ἄγγελοι, ἅγιοι ἀρχάγγελοι; Ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι παντοτινὰ πενθῆτε γιὰ τὸν γήινο αὐτὸ κόσμο βλέποντας τὰ δικά σας πεσμένα ἀδέλφια, τοὺς ἀνθρώπους, πὼς πνίγονται μέσα στὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς ἡδονὲς καὶ τὰ πάθη καὶ τοὺς διαφόρους θανάτους αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιατί εὐφραίνεσθε; «Εὐφραινόμαστε γιά την ἀνάστασι, τὴν ζωοποίησι τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ μας ἀνθρώπου, ὅτι νεκρὸς ἢν καὶ ἀνέζησε». Νεκρὸς ἦταν ὁ ἄσωτος υἱός, ὅταν ἦταν μακρὰν τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τῆς Ζωῆς, μακρυὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἰδού, ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν φαίνεται [ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου] στὰ μάτια ὅλων τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις γι’ αὐτὸ χαίρονται, «ὅτι ἀπολωλὼς ἢν καὶ εὑρέθη». Πράγματι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα στὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη, χάνει τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ δὲν ἔχει αὐτογνωσία, εἶναι ἐκτὸς ἑαυτοῦ.

«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών», λέγει ὁ Σωτήρ. Ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ὅταν σκεφθῇ τίνος εἶναι, δηλ. τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα σου τίνος εἶναι; Τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχὴ καὶ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅλα δῶρα, δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ, ποιός εἶμαι σὰν ἄνθρωπος; Τοῦ Θεοῦ, ὅλος τοῦ Θεοῦ! Τὸ σῶμα μου εἶναι δοξασμένο ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ τὸ ἐδημιούργησε ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Καὶ τὸ σῶμα γιὰ τὸν Κύριο, καὶ ἡ ψυχὴ γιὰ τὸν Κύριο. Δοξάζομε τὸν Κύριο καὶ μὲ τὸ σῶμα καὶ μὲ τὴν ψυχή. Τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Μὴ νομίζεις ὅτι εἶναι τίποτε δικό σου, ὄχι. Ὅλα εἶναι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Καὶ σὺ εἶσαι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ τότε μόνο, ὅταν ἐσὺ τὸ συνειδητοποιῇς.

Λοιπὸν ἡ ἁμαρτία; Δὲν ἐπιτρέπει ὁ διάβολος στὸν ἄνθρωπο νὰ συναισθανθῇ ὅτι εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος ἐξουσιάζει μὲ τὴν καρδιὰ καὶ δὲν ἀφήνει στὸν ἄνθρωπο νὰ σκεφθῇ τον Θεό, νὰ θυμηθῇ, ὅτι εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι πλούσιος, ἀνεκδιήγητα πλούσιος. Ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀδελφὸς τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Ὁ διάβολος ὅλα τὰ σκοτίζει, ὅλα τὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, τὰ διαστρεβλώνει, καὶ τοῦ δίνει ψεύτικες ἡδονὲς μέσῳ τῶν ἁμαρτιῶν. Πράγματι ἔχει δίκαιο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει στὸν Ἅγιο Ἐπίσκοπο καὶ μαθητή του, Ἀπόστολο Τίτο: «ἦμεν γὰρ ποτὲ καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι» (Τὶτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τί λέει ὁ Ἀπόστολος. Πότε Ἅγιε Ἀπόστολε; Ὑποδουλωμένοι στὶς διάφορες ἐπιθυμίες καὶ στὰ διάφορα πάθη, τότε εἴμασταν τρελλοὶ καὶ ἀνόητοι.

Δὲν θέλει ὁ Κύριος διὰ τῆς βίας νὰ σὲ ἀναστήση ἐκ τῶν θανάτων σου, νὰ σὲ ἀρπάξη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἐσὺ πρέπει πρῶτος νὰ τὸ πῇς στὸν ἴδιο: «Κύριε, αὐτὴ ἡ ἁμαρτία μὲ βασανίζει. Δὲν τὴν θέλω, ἔχει ὅμως ἐξουσία ἐπάνω μου. Ἐλευθέρωσε με!» Τότε γίνεται θαῦμα. Πάντα. Ποτὲ ὁ Κύριος δὲν ἀφήνει χωρὶς ἀπάντησι τὴν προσευχή, ἔστω καὶ τοῦ μεγαλυτέρου ἁμαρτωλοῦ. Δὲν ὑπάρχει φρικτὴ ἁμαρτία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγρυπνεῖ ἐπάνω στὴ δική του συνείδηση, ἐπάνω στὴ ζωή του. Ξέρει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι μετὰ τὴν προσέλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, ὅτι δὲν ὑπάρχη ἁμαρτία, ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἐλευθερώση. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ νικήση, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ διώξη. Ὁ Κύριος δίνει τὴν δύναμη. Μόνο κάνε τὴν ἀρχή. Μόνο ἀναβόησε, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου».

Ὅταν ἀμαρτάνης, ἀμαρτάνης ὄχι μόνο στὸν Θεό, ἀλλὰ σ’ ὅλα τὰ οὐράνια κτίσματα, σ’ ὅλα τὰ ἐπίγεια κτίσματα. Ἁμαρτάνεις στὰ πουλιά, ἀμαρτάνης στὰ λουλούδια, τὰ δένδρα. Ἁμαρτάνεις σ’ ὅλα τὰ ζωντανὰ ὄντα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πραγματικὰ φοβερή, ἄνευ τῆς μετανοίας. Τόσο φοβερή, ὥστε νὰ σκοτώνη καὶ νὰ ρίχνη σ’ ἑκατὸ θανάτους. Νὰ ρίχνη στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ διαβόλου καὶ στὴν αἰώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρὶς ἀμφιβολία. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἦλθε σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Νὰ ἐξολοθρεύση τὸν φοβερὸ δράκοντα, ὁ ὁποῖος λέγεται ἁμαρτία. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ μᾶς ἔδωσε ὅλα τα μέσα νὰ ἐξολοθρεύσομε τὴν ἁμαρτία, τὴν κάθε ἁμαρτία. Ἐδημιούργησε τὴν Ἐκκλησία Τοῦ ἐπάνω στὴ γῆ καὶ τῆς ἔδωσε ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις, γιὰ νὰ νικᾶμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὅλες τὶς ἁμαρτίες, ὅλους τοὺς θανάτους μέσα μας καὶ γύρω μας.

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὰ θαυμαστὰ Ἅγια Μυστήρια. Τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὴ Θεία Κοινωνία, τὰ ὁποῖα ἐξολοθρεύουν τὴν ἁμαρτία. Μᾶς ἔδωσε καὶ τὶς θαυμάσιες ἀρετές, πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία, πραότητα καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες εὐαγγελικὲς ἀρετές. Γι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀπόγνωση στὸν Χριστιανὸ ἄνθρωπο σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Ἂς ξυπνήση ὁ Ἀγαθὸς Θεὸς ὅλους τοὺς ἀθέους, ὅλους τοὺς ἀπίστους. Ἂς κτυπήση τὸν καθένα μὲ τὸν κεραυνὸ τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους. Μὲ τὸν κεραυνὸ τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους μέσα στὴ συνείδηση, μέσα στὴ ψυχή. Ἂς ξυπνήση ὁ καθένας καὶ πορευθῇ στὴν οὐράνια πατρίδα του, στὴν οὐράνια τράπεζα ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους ἀδελφούς του, τοὺς ἀγγέλους. Ἂς ζήση ἐκεῖ μαζί τους διὰ τῆς αἰωνίας Θείας Ἀληθείας, αἰωνίας Θείας Διακαιοσύνης καὶ ὅλων τῶν αἰωνίων οὐρανίων χαρῶν.

Κύριε, Σ’ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο αὐτό. Σ’ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ἀγαθὴ εἴδηση αὐτή. Γιατί δημιούργησες τὸν ἄνθρωπο, νὰ μπορῇ νὰ νικήση κάθε ἁμαρτία καὶ κάθε διάβολο. Σὲ Σένα δόξα καὶ εὐχαριστία, πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Πηγή: "Ι. Μ. Καισαριανής, Βύρωνα καὶ Ὑμηττοῦ")




Πέμπτη, Φεβρουαρίου 29, 2024

 

ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

  

Α) ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ

Θεωρῶ, ὅτι τήν πιό πειστική ἀπάντηση στό ἐρώτημα, ποιός ἔχει τό δικαίωμα νά χορηγήσει Αὐτοκεφαλία σέ μία τοπική Ἐκκλησία καί μέ ποιές προϋποθέσεις, τή δίνει ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος.

Σύμφωνα μέ τή θέση, πού διατύπωσε σέ συνέντευξή του, τόν Ἰανουάριο τοῦ 2001, στήν ἑλληνική ἐφημερίδα «Νέα Ἑλλάδα»:

«Ἡ Αὐτοκεφαλία καί ἡ Αὐτονομία χορηγοῦνται ὑπό τῆς συνόλου Ἐκκλησίας δι’ ἀποφάσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐπειδή δέ, διά διαφόρους λόγους, δέν εἶναι δυνατή ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὡς συντονιστής πασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, χορηγεῖ τό Αὐτοκέφαλον ἤ τό Αὐτόνομον ὑπό προϋπόθεσιν τῆς ἐγκρίσεως ὑπ’ αὐτῶν» (τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν).

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ : «ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΘΕΙΟΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ» 

 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΥΚΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΛΥΡΙΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

.............................................................................................................................................

 

 

Β) ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ

Ἡ διορθόδοξη θέση ὡς πρὸς τὴν διαδικασία χορήγησης τοῦ αὐτοκεφάλου, ποὺ δὲν προβλέπεται ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, ἀποφασίσθηκε μὲ πλήρη ὁμοφωνία καὶ συμφωνία στὶς Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις ποὺ προετοίμαζαν τὸ ἔργο τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης.

Στὴν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ ποὺ συνῆλθε στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης (7-13/11/1993) ὁ Γραμματεὺς ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς, μητροπολίτης Ἑλβετίας Δαμασκηνός, στὴν εἰσήγησή του, ὅπου παρουσίασε τὶς θέσεις τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διεπίστωσε ὅτι :

«εἶναι σαφὴς ἡ ὑποκειμένη πανορθόδοξος συνείδησις, ὅτι διὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας δὲν ἐπαρκεῖ κανονικῶς ἡ μεμονωμένη αὐθεντία μιᾶς μόνης αὐτοκεφάλου Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἢ ὅτι ἡ κανονικὴ ἀπόδοσις τῆς Αὐτοκεφαλίας δὲν νοεῖται ἄνευ τῆς ἐκ τῶν προτέρων βεβαιώσεως τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως»[2].

Στὸ κείμενο τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς γιὰ τὸ θέμα «Τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ», μεταξὺ ἄλλων ὁρίζονται καὶ τὰ ἑξῆς:

3. Διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρὸς τοὺς ἀναγκαίους κανονικοὺς ὅρους διὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας, ἤτοι ὡς πρὸς τὴν συγκατάθεσιν καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας-μητρός, ὡς πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν πανορθοδόξου συναινέσεως καὶ ὡς πρὸς τὸν ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν λοιπῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου. Συμφώνως πρὸς τὴν συμφωνίαν ταύτην:

Α. Ἡ Ἐκκλησία-μήτηρ, δεχομένη τὸ αἴτημα ὑπαγομένης εἰς αὐτὴν ἐκκλησιαστικῆς περιοχῆς ἀξιολογεῖ τὰς ὑφισταμένας κανονικὰς καὶ ποιμαντικὰς προϋποθέσεις, πρὸς παροχὴν τοῦ Αὐτοκεφάλου. Εἰς περίπτωσιν καθ᾽ ἣν ἡ τοπικὴ σύνοδος, ὡς ἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν ὄργανον, παράσχει τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς, ὑποβάλλει σχετικὴν πρότασιν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ τὴν ἀναζήτησιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως, ἐνημερώνει δὲ σχετικῶς τὰς λοιπὰς κατὰ τόπους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας.

Β. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, κατὰ τὰ πανορθοδόξως καθιερωμένα, ἀνακοινοῖ διὰ Πατριαρχικοῦ Γράμματος πάντα τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ συγκεκριμένον αἴτημα καὶ ἀναζητεῖ τὴν ἔκφρασιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως. Ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις ἐκφράζεται διὰ τῆς ὁμοφωνίας τῶν συνόδων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.

Γ. Ἐκφράζων τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας-μητρὸς καὶ τὴν πανορθόδοξον συναίνεσιν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τὸ Αὐτοκέφαλον τῆς αἰτησαμένης Ἐκκλησίας διὰ τῆς ἐκδόσεως Πατριαρχικοῦ Τόμου. Ὁ Τόμος οὗτος ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ προσυπογράφεται καὶ ὑπὸ τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπὸ τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός.

Δ. Ἡ ἀνακηρυχθεῖσα Αὐτοκέφαλος τοπικὴ Ἐκκλησία ἐντάσσεται ὡς ἰσότιμος εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ ἀπολαύει πάντων τῶν πανορθοδόξως καθιερωμένων κανονικῶν προνομίων (Δίπτυχα, Μνημόσυνον, Διορθόδοξοι σχέσεις κ.λπ.)[3].

Δὲν ἐπιτεύχθηκε συμφωνία καὶ ὁμοφωνία μόνον στὸ περιεχόμενο τῆς παραγράφου 3γ, γιὰ τὸ ποιοὶ ὑπογράφουν τὸν Τόμο τοῦ Αὐτοκεφάλου.

Ἡ Κωνσταντινούπολη θέλει νὰ ὑπογράφεται ὁ Τόμος μόνον ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ἐνῶ ἡ Μόσχα, ἀκολουθούμενη ἐπίσης ἀπὸ ἄλλες τοπικὲς ἐκκλησίες, ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπογράφουν τὸν Τόμο τοῦ Αὐτοκεφάλου ὅλοι οἱ προκαθήμενοι ἢ τουλάχιστον ὁ προκαθήμενος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία ἀνῆκε ἡ αἰτοῦσα τὸ αὐτοκέφαλο περιοχή.

Τὸ ἐπουσιῶδες αὐτὸ θέμα δὲν λύθηκε οὔτε στὶς ἑπόμενες Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου, μολονότι στὰ οὐσιώδη ὑπῆρξε ὁμοφωνία, δὲν συζητήθηκε στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης.

Δὲν θὰ ἔπρεπε ὅμως νὰ τηροῦνται ὅσα ἔγιναν δεκτὰ ἀπὸ ὅλους καὶ ἐκφράζουν τὴν πανορθόδοξη συνείδηση;

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ : ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ;

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ  ΟΜΟΤΙΜΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.

 



 

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς:

 Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε:

«Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με»

 

 

Μετάφρασις ἀδελφῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους: απόσπασμα ἀπό τό βιβλίο Πασχαλινές Ὁμιλίες, Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Βελιγράδι 1998.

 

Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται.

Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε... ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας. Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται. Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε…, τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με». Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον.

 



Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2024

 

σιος φραμ Κατουνακιώτης:

« Οκουμενισμός χει πνεμα πονηρίας καί κυριαρχεται πό κάθαρτα πνεύματα»!


 

Μαρτυρία Ὁσίου Ἐφραίμ Κατουνακιώτου στόν καθηγητή τῆς Θεολογικῆς κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη.

 

Στήν συνέχεια, θά πῶ κάτι, τό ὁποῖο ἔχει νά κάνει μέ προσωπική κατάθεση. Συνδεόμουνα ἐπί δεκαετίες μέ τόν π. Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τοῦ ὁποίου τό ἦθος καί τό φρόνημα εἶναι ἐγνωσμένα. Εἶναι ἐγνωσμένο, ἐπίσης, ὅτι εἶχε κι αὐτός «πνευματική τηλεόραση». Ὅσον ἀφορᾶ ἐμένα, πολλές φορές πήγαινα μέ τήν πρόθεση, νά θέσω κάποια ἐρωτήματα πολύ συγκεκριμένα, μέ μία ἀξιολογική σειρά, καί χρησιμοποιώντας τό δικό μου λεξιλόγιο. Καί ὅταν πήγαινα κοντά του, χωρίς νά τοῦ θέσω κἄν τήν ἐρώτηση, μοῦ ἀπαντοῦσε μέ αὐτήν τήν διαδοχή τῶν ἐρωτημάτων πού εἶχα καί μέ τό λεξιλόγιό μου. Τό λέω, ὡς προσωπική πείρα. Δέν ἀποτελεῖ κάτι καινοφανές. Αὐτό συνέβαινε καί μέ πολλούς ἄλλους.

Κάποτε, λοιπόν, νεαρός τότε καθηγητής στήν Θεολογική, μιλᾶμε τώρα πρίν ἀπό τριάντα χρόνια, τοῦ εἶπα τό ἑξῆς. Ἐπειδή καί στήν Θεολογική Σχολή, ἰδιαίτερα τῆς Θεσσαλονίκης, τό κλῖμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀνθεῖ, εἶχα κάποια ἔντονα... προβλήματα καί ἐρωτήματα, ἐπειδή ἔβλεπα νά ἐκπροσωπεῖται ἀπό σεβαστούς, κατά τά ἄλλα, καθηγητές. Φυσικά, τόσο ἡ συνείδησή μου ὅσο καί οἱ γνώσεις μου ἀντιδροῦσαν μέν, ἤθελα ὅμως, πέρα ἀπό τήν ἐπιστημονική μου θέση, νά ἔχω καί τήν χαρισματική ἀπάντηση, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἔκανα καί σέ πάρα πολλά ἄλλα θέματα.

Τόν ρώτησα, λοιπόν, ἐπί τοῦ συγκεκριμένου, μήπως μπορεῖ νά μοῦ πεῖ τί πρᾶγμα εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Μοῦ ἀπήντησε ἀπερίφραστα καί χωρίς καμμία δυσκολία: «Αὐτήν τήν ἐρώτηση, παιδί μου, μοῦ τήν ἔχει κάνει κι ἕνας ἀκόμη νωρίτερα ἀπό σένα. Ἐγώ, ἐδῶ πέρα ἐπάνω, βρίσκομαι σαράντα χρόνια στά βράχια. Ἔχω ξεχάσει καί τά ἑλληνικά μου»- σημειωτέον τελείωσε σχολαρχεῖο - «ἀλλά μ’ αὐτό τό θέμα δέν ἔχω ἀσχοληθεῖ. Γι’ αὐτό, ἐπειδή ἔπρεπε νά τό ἀπαντήσω, ἀφοῦ δέχτηκα ἐρώτημα καί δέν εἶχα καμμία γνώμη πάνω στό θέμα, πῆγα στό κελλί μου καί προσευχήθηκα καί ρώτησα τόν Χριστό νά μέ πληροφορήσει τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Πῆρα τήν ἀπάντησή του, ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει πνεῦμα πονηρίας καί κυριαρχεῖται ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα». Καί τόν ρώτησα, πῶς ἀκριβῶς πιστοποιήθηκε αὐτό. Μοῦ ἀπάντησε, πώς «μετά τήν προσευχή γέμισε τό κελλί μου ἀπό ἀφόρητη δυσωδία, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερνε ἀσφυξία στήν ψυχή, δέν μποροῦσα νά ἀναπνεύσω πνευματικά». Τόν ρώτησα, ἄν αὐτό ἦταν ἕνα ἔκτακτο γεγονός γι’ αὐτόν ἤ ἄν ἔτσι τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, καί μέ βεβαίωσε, ὅτι «σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, πού εἶναι μπλεγμένες μέ μάγια, μέ ἀκάθαρτα πνεύματα, αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση, στήν ὁποία μέ εἰσάγει. Μερικές φορές ὑπάρχει καί λεκτική ἀπάντηση, ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση, αὐτή ἦταν ἡ ἀπάντηση καί ἔχω ἀπόλυτη τήν βε­βαιότητα, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός δέν ἔχει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἀκάθαρτον».

Αὐτό πού λέγω αὐτήν τήν στιγμή, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ἐνδεχομένως, ὅτι ἔχει χαρακτῆρα ἐντυπώσεων. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι χάρηκα πάρα πολύ, ἐπειδή αὐτό, πού εἶπε σέ μένα προσωπικά, τό εἶδα καταγραμμένο καί ἀπό τήν εὐλαβῆ συνοδεία του, πού δημοσίευσε ἕναν τιμητικό Τόμο γύρω ἀπό τό πρόσωπό του, τήν πνευματικότητά του καί τά λόγια του. Πιστοποιεῖται λοιπόν καί ἀπό ἐκεῖ, ἀλλά ἐγώ τό διεσταύρωσα καί μέ ἄλλους ἀξιόπιστους θεολόγους, οἱ ὁποῖοι συνέβη νά τό ἀκούσουν προσωπικά. Δέν τό ἔχω πεῖ δημοσίᾳ μέχρι τώρα, ἀλλά τό ἔφεραν ἔτσι τά πράγματα, πού μέ ἀναγκάζουν νά τό πῶ. Βεβαίως, αὐτό ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στήν στάση μου ἀπέναντι στόν Οἰκουμενισμό. Ἐγώ, βεβαίως, ὡς καθηγητής, ὡς ἐπιστήμων, ὀφείλω σέ κάθε περίπτωση νά τό ἀνακρίνω τό θέμα μέ ἐπιστημονικά κριτήρια καί νά τεκμηριώνω τήν ἄποψή μου ἐπιστημονικά καί αὐτό κάνω καί στά μαθήματά μου, βῆμα πρός βῆμα. Ὅμως θεωρῶ πώς ἡ κατάθεση αὐτή εἶναι σημαντική, γιατί γίνεται μέ τρόπο χαρισματικό ἀπό ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δέν γνωρίζει κάτι γύρω ἀπό αὐτό τό πρόβλημα, δέν ἔχει διαβάσει, δέν ἔχει ἀκούσει, ἀλλά καταθέτει τήν ἄμεση πνευματική ἐμπειρία του. Νομίζω ὅτι μιλοῦν ἐδῶ τά ἴδια τά πράγματα.

 

* Ἀπό τό βιβλίο «“Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”. Μία Σύνοδος μέ ἔλλειμμα συνοδικότητας καί Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας», σελίδες 80, διαστ. 17x24 ἑκ., ἔκδοση «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου”», Τρίκαλα, Μάρτιος 2016. Τό βιβλίο αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἀπομαγνητοφωνημένη μορφή τῆς τρίωρης ἐκπομπῆς - συνομιλίας τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας κ. Λυκούργου Μαρκούδη μέ τόν καθηγητή κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη.

 

Ἀπό τὸ περιοδικό «Παρακαταθήκη», Μάρτιος - Απρίλιος 2016