ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΩΡΩΠΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ , ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ , ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
Τρίτη, Αυγούστου 25, 2026
Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2026
Άγιος Απόστολος Τίτος: Ο πρώτος Επίσκοπος Κρήτης

ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ανάμεσα στους πιστούς μαθητές, συνοδούς και συνεργάτες του αποστόλου Παύλου ήταν και ο απόστολος Τίτος, ο πρώτος Επίσκοπος Κρήτης.
Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του. Τα περισσότερα τα αντλούμε από την Καινή Διαθήκη. Ήταν ελληνικής καταγωγής και καταγόταν από την Αντιόχεια. Σύμφωνα με μεταγενέστερη τοπική παράδοση της Κρήτης, ο Τίτος ήταν Κρητικός, από γένος επισημότατο, που ανήγε την αρχή του στο μυθικό βασιλιά της Κνωσού, το Μίνωα και αναφέρεται ως συγγενής του Ρωμαίου ανθυπάτου της νήσου Ρουστίλλου (Ρουστούλου).
Γεννήθηκε περί το 20 μ. Χ. από ευκατάστατη οικογένεια, για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτε και η οποία έχοντας την οικονομική δυνατότητα και του έδωσε σοβαρή παιδεία. Καταγόταν από ειδωλολάτρες γονείς και ο ίδιος ήταν συνεπής λάτρης της θρησκείας των γονέων του. Σπούδασε την ελληνική φιλοσοφία και την ποίηση.
Έφηβος βρέθηκε, για άγνωστο λόγο, στα Ιεροσόλυμα, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έγινε αυτόπτης μάρτυρας των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου, τα οποία τον συγκλόνισαν και γι’ αυτό ζητούσε να μάθει για τη νέα πίστη. Προφανώς γνωρίστηκε με τον απόστολο Παύλο, στον οποίο άσκησε μεγάλη επιρροή η προσωπικότητα του μεγάλου αποστόλου και από τον οποίο κατηχήθηκε και βαπτίστηκε. Έκτοτε προσκολλήθηκε σε αυτόν και τον υπηρέτησε πιστά ως γραμματέας και διερμηνέας του και γενικά ως υποστηρικτής του ιεραποστολικού του έργου
Για πρώτη φορά αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, ακολουθώντας τον Παύλο και τον Βαρνάβα στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων, η οποία πραγματοποιήθηκε το 49 μ. Χ. και είχε ως θέμα την εισδοχή των εθνικών (ειδωλολατρών μη Ιουδαίων) στην Εκκλησία, κατά την οποία επικράτησε η θέση του Παύλου, ότι δεν χρειαζόταν να γίνει κάποιος ειδωλολάτρης πρώτα ιουδαίος, δηλαδή να περιτμηθεί και κατόπιν να βαπτιστεί.
Κατόπιν τον βλέπουμε να ακολουθεί πιστά και αφοσιωμένα τον Παύλο στις μεγάλες αποστολικές του περιοδείες, στη Μικρά Ασία, την Μακεδονία, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Φαίνεται πως ο σύνδεσμος των δύο ανδρών ήταν στενός και γι’ αυτό ο Παύλος του ανέθετε εμπιστευτικές αποστολές και υπηρεσίες. Προς το τέλος του έτους 56 μ. Χ ο Παύλος, καθώς ο ίδιος αναχώρησε από την Ασία, έστειλε τον Τίτο από την Έφεσο στην Κόρινθο, κομίζοντας επιστολή και προφορικές εντολές του για τη διευθέτηση προβλημάτων στη τοπική Εκκλησία και για να συγκεντρώσει χρήματα για τους φτωχούς της Ιερουσαλήμ.
Αρχαία παράδοση αναφέρει πως ο Παύλος μετά την απελευθέρωσή του στη Ρώμη, περί το 62-63 μ. Χ., πέρασε από την Κρήτη και στάθηκε στο νησί, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Είχε μια σύντομη παραμονή και συνάντησε πολλές δυσχέρειες, διότι οι Κρήτες είχαν αποδειχτεί εν πολλοίς αμετάπειστοι. Για το λόγο αυτό άφησε τον Τίτο στο νησί για να συνεχίσει το έργο του. Μάλιστα του έστειλε και μια σημαντική ποιμαντική επιστολή, στην οποία τόνισε: «τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τίτ.1,5). Είχε μάλιστα ως πολύτιμους συνεργάτες τον νομικό Ζηνά και τον περίφημο Απολλώ τον φιλόσοφο. Στην Επιστολή του ζητά ο Παύλος να μεταβεί στην Νικόπολη (πιθανότατα της Ηπείρου), για να τον συναντήσει, όπου σκόπευε να ξεχειμωνιάσει ο Παύλος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Τίτος συνέχισε το ταξίδι του στη Δαλματία, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο και κατόπιν επέστρεψε στην επισκοπή του στην Γόρτυνα της Κρήτης.
Η δράση του Τίτου, ως Επισκόπου, στην Κρήτη δεν μας είναι αρκετά γνωστή, διότι δεν μας διασώθηκαν οι καταγραμμένες πληροφορίες για την πρώιμη περίοδο της Εκκλησίας στη μεγαλόνησο. Από το περιεχόμενο της προς Τίτον Επιστολής συμπεραίνουμε ότι ο ένθερμος μαθητής του Παύλου Τίτος εργάστηκε δραστήρια και εδραίωσε την Εκκλησία του Χριστού στη νήσο.
Σύμφωνα με την εντολή του Παύλου, γύριζε στις πόλεις και τα χωριά, όπου κήρυττε και ίδρυε χριστιανικές κοινότητες, στις οποίες χειροτονούσε και καθιστούσε πρεσβυτέρους. Η παράδοση αναφέρει πως ίδρυσε εννέα επισκοπές στο νησί, στην Κνωσό, την Ιεράπυτνα, την Κυδωνία, τη Χερσόνησο, την Ελεύθερνα, τη Λάμπη, την Κίσαμο, την Κάντανο, και τη Γόρτυνα. Φαίνεται ότι όρισε ως κέντρο της ποιμαντικής και ιεραποστολικής του δράσεως τη Γόρτυνα, η οποία είχε εξελιχθεί σε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο στο νησί. Μάλιστα εκεί αργότερα, ανεγέρθηκε μεγαλοπρεπής ναός, ρυθμού βασιλικής, προς τιμήν του αγίου αποστόλου.
Κατόρθωσε, με τη βοήθεια των φιλοσοφικών του γνώσεων και τη γνώση της αρχαιοελληνικής γραμματείας, να αντιμετωπίσει τις αντιρρήσεις των μορφωμένων ειδωλολατρών του νησιού, καταρρίπτοντας τις ανόητες σοφιστείες τους, για την δήθεν σύνδεση της φιλοσοφίας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την ειδωλολατρική θρησκεία. Τους απέδειξε ότι η αληθινή σοφία προέρχεται από το Θεό και πως η κατά κόσμον σοφία έχει σχετική αξία, διότι είναι προϊόν του νου, του πεπερασμένου ανθρώπου.
Δεν γνωρίζουμε για το τέλος του. Πιθανόν να βρήκε μαρτυρικό θάνατο, περί το τέλος του 1ου μ. Χ. αιώνα. Σύμφωνα με άλλη αρχαία παράδοση ο Τίτος κοιμήθηκε ειρηνικά σε ηλικία 94 ετών περί το 105 μ. Χ.
Τα λείψανα του φυλάσσονταν στον περικαλλή αυτόν ναό στη Γόρτυνα και είχε γίνει, με το πέρασμα του χρόνο, παγκρήτιο κέντρο προσκυνήσεως. Για τους μετέπειτα χρόνους, ιδιαίτερα την αραβοκρατία, δεν έχουμε πληροφορίες για την Εκκλησία στην Κρήτη. Γνωρίζουμε όμως πως μετά την απελευθέρωση του νησιού από τον Νικηφόρο Φωκά στα 961, το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της Κρήτης μεταφέρθηκε στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, όπου και κτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν του. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στη Βενετία, στη βασιλική του Αγίου Μάρκου. Το 1966 μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου φυλάσσονται και θαυματουργούν στον περικαλλή ναό του Αγίου Τίτου.
Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου.
Όπως προαναφέραμε, ο απόστολος Παύλος έγραψε και μια σύντομη, αλλά περιεκτική σε νοήματα και ποιμαντική αξία επιστολή προς τον άγιο Τίτο. Περιέχει τρία κεφάλαια, στα οποία ο μεγάλος απόστολος δίνει πολύτιμες συμβουλές στον αγαπημένο μαθητή του, πως να ασκήσει το ποιμαντικό του έργο στην Κρήτη, όπου η ειδωλολατρία είχε ακόμη ισχυρές ρίζες και κανόνιζε την καθημερινή ζωή των Κρητών. Του παραγγέλλει να χειροτονεί και να εγκαθιστά Πρεσβυτέρους και Επισκόπους στο νησί, ορίζοντας τις προϋποθέσεις των προσώπων αυτών. Επίσης τον συμβουλεύει πως θα αντιμετωπίσει τους ψευδοδιδασκάλους οι ποίοι χαρακτηρίζονται ως «ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς, οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τιτ,1,10-11). Προτρέπει τους χριστιανούς της Κρήτης «μὴ προσέχοντες ᾿Ιουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν» (Τιτ.1,14). Ακολούθως ορίζει την χριστιανική ζωή, πώς να ζουν και να πολιτεύονται κατά Χριστόν, οι πιστοί. Τονίζει επίσης το γεγονός ότι η παρουσία του Χριστού στον κόσμο έφερε μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα, διότι «᾿Επεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις» (Τιτ.23,11). Τώρα μπορούμε να
βιώνουμε « (τας) παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου, οὗ ἐξέχεεν ἐφ' ἡμᾶς πλουσίως διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ' ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (Τιτ.3,5-7). Η σημαντική αυτή επιστολή συγκαταλέγεται στις λεγόμενες «Ποιμαντικές Επιστολές» και είναι ενταγμένη στον κανόνα της Καινής Διαθήκης.

Ο θαυματουργός πολιούχος και προστάτης της Ζακύνθου και της Αιγίνης
Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον,
τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv,
Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί,
βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς·
Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι·
Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι·
δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.
Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος (ή Σηκούρο). Η οικογενειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. (Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο )
Σε ηλικία 21 ετών μένει ορφανός και αποφασίζει να απαρνηθεί τα εγκόσμια και να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή. Γι’ αυτό κείρεται μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ και εγγράφεται στη μονή της Μεταμορφώσεως Σωτήρος των Στροφάδων Νήσων, ενώ το 1570 καθίσταται ισόβιος ηγούμενος της ιστορικής μονής της Παναγίας Αναφωνήτριας στη Ζάκυνθο, η οποία ανεγέρθηκε το 1381. Ο Άγιος ακτινοβολεί με την πνευματικότητα και τις αναρίθμητες αρετές του και γίνεται πρότυπο μοναχού και πόλος έλξης για εκατοντάδες ψυχές, που βρίσκουν την παρηγοριά, την ανακούφιση και τη γαλήνη κοντά του.
Το 1577 αναχωρεί από τη Ζάκυνθο για να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα. Στο ταξίδι του αυτό περνά από την Αθήνα και επισκέπτεται τον Μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα, ο οποίος τον παρακινεί να χειροτονηθεί επίσκοπος και να αναλάβει την επί 40 έτη χηρεύουσα Αρχιεπισκοπή της Αίγινας. Ο Δανιήλ αρνείται την πρόταση, αλλά μετά από πίεση χειροτονείται επίσκοπος Αιγίνης λαμβάνοντας το όνομα Διονύσιος προς τιμήν του πολιούχου των Αθηνών Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.
Στην Αίγινα ο Άγιος αναδεικνύεται φιλόστοργος ποιμένας των κατοίκων της επαρχίας του, προσφέροντας σε όλους ως λύχνος Χριστού την πνευματική του καθοδήγηση. Ο ταπεινός όμως ιεράρχης νοσταλγεί την κατά Θεόν ησυχία και άσκηση. Γι’ αυτό και το 1578 παραιτείται από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αίγινας και επιστρέφει στη Ζάκυνθο και στο μοναστήρι της Παναγίας Αναφωνήτριας. Εκεί διορίζεται από τον Πατριάρχη Ιερεμία Β’ χωρεπίσκοπος και πρόεδρος της Ζακύνθου. Στο νησί αναπτύσσει αφιλοκερδώς πλούσια ποιμαντική δραστηριότητα, η οποία όμως ενοχλεί τον αρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Φιλόθεο Λοβέρδο. Τότε ο Άγιος αποφασίζει να αποτραβηχτεί στο μοναστήρι του, προτιμώντας την ησυχία και την προσευχή. Έτσι αποφεύγει με αυτό τον τρόπο την αντιπαράθεση με τον Φιλόθεο και τη διατάραξη της ειρήνης μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας.
Το 1580 ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου, ο Κωνσταντίνος, δολοφονείται. Ο φονιάς, που καταζητείται από τις αρχές, βρίσκει καταφύγιο και προστασία στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου εξομολογείται το βαρύτατο αμάρτημά του στον Άγιο, χωρίς να γνωρίζει, ότι είναι ο αδελφός του θύματος. Ο Άγιος υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση και αναδεικνύεται γνήσιος μιμητής Ιησού Χριστού προσφέροντας σε όλους μας ένα ζωντανό και φωτεινό παράδειγμα χριστιανικής αγάπης και συγχωρητικότητος. Έτσι κρύβει τον φονιά από αυτούς, που τον ψάχνουν για να τον συλλάβουν. Στη συνέχεια τον συγχωρεί, τον καθοδηγεί πνευματικά και τον φυγαδεύει με μία βάρκα.
Το 1581 βάζει ανεπιτυχώς υποψηφιότητα για τον θρόνο της Αρχιεπισκοπής Ζακύνθου και Κεφαλληνίας και το 1583 εκλέγεται εφημέριος στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Όμως ο πόθος του για ησυχία και άσκηση τον οδηγεί και πάλι στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου θα παραμείνει τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου του 1622, ημέρα κατά την οποία ο Άγιος καταβεβλημένος από τα γηρατειά και τις ασθένειες, εγκατέλειψε την επίγεια ζωή.
Την επόμενη ημέρα το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στο μοναστήρι των Στροφάδων και λίγα χρόνια αργότερα κατά την ανακομιδή βρέθηκε ακέραιο και ευωδιάζον.
Το 1645 το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο εξαιτίας του βενετοτουρκικού πολέμου, αλλά αργότερα θα επιστρέψει και πάλι στις Στροφάδες.
Το 1703 ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γαβριήλ διεκήρυξε με επίσημη πατριαρχική και συνοδική πράξη την αγιότητα του Αγίου και ορίστηκε η 17η Δεκεμβρίου ως η ημέρα εορτασμού της μνήμης του.
Το 1717 πειρατές λεηλάτησαν τη μονή των Στροφάδων και οι διασωθέντες μοναχοί πήραν το λείψανο και το μετέφεραν στις 24 Αυγούστου του 1717 στη Ζάκυνθο, ημέρα του κατ’ έτος πανηγυρικού εορτασμού της ανακομιδής του ιερού λειψάνου.
Αναρίθμητα είναι τα θαύματα, που έχει τελέσει ο Άγιος με τη χάρη του Θεού και χιλιάδες είναι οι προσκυνητές, που καταφθάνουν στη Ζάκυνθο για να προσκυνήσουν το εδώ και τέσσερις αιώνες άφθαρτο λείψανο του Αγίου, που φυλάσσεται μέσα στην αριστουργηματική αργυρόγλυπτη λάρνακα του 1829 στον ομώνυμο περικαλλή ναό.
Ο μεγαλοπρεπής και ευρύχωρος ναός του πολιούχου της Ζακύνθου Αγίου Διονυσίου κτίσθηκε σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής με σχέδια του καθηγητού και ακαδημαϊκού Αναστασίου Ορλάνδου. Θεμελιώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1925 και εγκαινιάσθηκε στις 22 Αυγούστου 1948, κοσμείται δε με πυργοειδές κωδωνοστάσιο ύψους 37 μέτρων, το οποίο αποτελεί σύμβολο και σημείο αναφοράς για τους απανταχού της Γης Ζακυνθινούς.
Αλλά και στην Αίγινα ο Άγιος Διονύσιος τιμάται επισήμως ως πολιούχος με νομοθετικό διάταγμα από τα μέσα του 20ού αιώνα, αφού η παλαιά και πλήρης ονομασία του μητροπολιτικού ναού του νησιού είναι «ιερός ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Διονυσίου».
Μεγάλη είναι και η ευλάβεια των εν Αθήναις διαβιούντων Ζακυνθίων και Αιγινητών προς τον προστάτη τους άγιο, η οποία αποδεικνύεται από τον κατ’ έτος λαμπρό εορτασμό της μνήμης του στους ιστορικούς ιερούς ναούς της Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου και του Αγίου Γεωργίου Καρύτση αντίστοιχα.
Η τιμή και η θαυματουργική χάρη του Αγίου Διονυσίου δεν περιορίζεται στα στενά γεωγραφικά όρια της Ζακύνθου και της Αίγινας. Έτσι η Πάτρα τιμά τον άγιο με περικαλλή ιερό ναό επ’ ονόματί του, ο οποίος ανεγέρθηκε το 1927, ενώ η Λευκάδα τον τιμά με λιτανεία της «Λάρνακος» στους δρόμους της πόλης, που ξεκινά από τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την ευγνωμοσύνη της προς τον Άγιο, που με τη θαυματουργική του επέμβαση έσωσε τους κατοίκους από τον καταστροφικό σεισμό της 16ης Δεκεμβρίου του 1869. Πλούσια είναι και η υμνογραφία του Αγίου, αφού προς τιμήν του έχουν συνταχθεί τέσσερις πλήρεις ασματικές ακολουθίες, καθώς και παρακλητικοί και λιτανευτικοί κανόνες, εγκώμια, ευλογητάρια και χαιρετισμοί.
Άγιος Διονύσιος: ο ζωντανός και άφθορος Άγιος της Εκκλησίας, που προσφέρει πλούσια τη θαυματουργική του χάρη και αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα χριστιανικής πίστης και αγάπης, υπομονής και ευσπλαχνίας, ασκητικής ζωής και ταπεινοφροσύνης.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός
Βιβλιογραφία
· Κονόμου Ντίνου, Άγιος Διονύσιος –Ο πολιούχος της Ζακύνθου, Έκδοση Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονύσιου Ζακύνθου, 1996.
· Ο Άγιος Διονύσιος ο θαυματουργός, Εκδόσεις Κάλαμος, Αθήνα 2000
(Πηγές: Ορθόδοξος Συναξαριστής saint.gr και Ιερά Μητρόπολις Χίου Ψαρών και Οινουσσών imchiou.gr)
Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας.
Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2026

Ο Ηγούμενος Διονύσιος (Σλιόνοφ) έλαβε διδακτορικό στη θεολογία για μια μελέτη που υποστήριζε ότι οι αξιώσεις του Φαναρίου για εξουσία είναι ασυμβίβαστες με τη συνοδική δομή της Εκκλησίας.
Η Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας διοργάνωσε την υπεράσπιση διδακτορικής διατριβής του Ηγούμενου Διονυσίου (Σλένοφ), ηγούμενου της Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Ανδρέα της Μόσχας και επικεφαλής του μεταπτυχιακού προγράμματος της Ακαδημίας.
Η διατριβή έχει τίτλο «Υπερασπιζόμενοι τη Συνοδική Δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Η Θεωρία του Πρωτείου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και η Κριτική της».
Στη μελέτη του, ο Ηγούμενος Διονύσιος υποστηρίζει ότι η σύγχρονη «θεωρία του πρωτείου» του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως – δηλαδή, ο ισχυρισμός ότι κατέχει ειδική υπερδικαιοδοτική εξουσία σε ολόκληρη την ορθόδοξη διασπορά και το δικαίωμα να εκδικάζει προσφυγές από κληρικούς άλλων Εκκλησιών – δεν έχει κανονική, θεολογική ή ιστορική βάση και έρχεται σε άμεση αντίθεση με την συνοδική εκκλησιολογία που παραδοσιακά υποστηρίζεται στην Ορθοδοξία.
Μεταξύ των βασικών συμπερασμάτων της διατριβής είναι τα εξής:
Η θεωρία περί του πρωτείου του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως έρχεται σε βαθιά σύγκρουση με την συνοδική εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας: μόνο ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, ενώ οι Τοπικές Εκκλησίες είναι ισότιμα μέλη ενός σώματος. Συνεπώς, κανένας Προκαθήμενος δεν μπορεί να κατέχει εξουσία ανώτερη από αυτή των άλλων.
Η θεωρία, σύμφωνα με τον συγγραφέα, βασίζεται σε αυθαίρετες ερμηνείες κανόνων, θεολογικών όρων και μεμονωμένων ιστορικών προηγούμενων που το Φανάρι παρουσιάζει ως παγκοσμίως δεσμευτικούς κανόνες. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ο Κανόνας 28 της Συνόδου της Χαλκηδόνας, σχετικά με την εξουσία «μεταξύ των βαρβάρων», αρχικά ίσχυε μόνο για τρεις βυζαντινές επισκοπές και όχι για ολόκληρη την παγκόσμια διασπορά, ενώ ο τίτλος «Οικουμενική» ήταν ιστορικά τιμητικός και δεν παρείχε κυβερνητική εξουσία.
Η «οικονομία» που επεκτάθηκε από το Φανάρι στα μέλη της UOC-KP και της UAOC το 2018, χωρίς μετάνοια εκ μέρους τους, δεν θεράπευσε το σχίσμα, υποστηρίζει η διατριβή, αλλά αντίθετα έθεσε τις βάσεις για ανοιχτό διωγμό της κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας – συμπεριλαμβανομένης νομοθεσίας που ουσιαστικά απαγορεύει την UOC, δικαστικών διαδικασιών κατά ιεραρχών και βίαιων κατασχέσεων εκκλησιών.
Η εφαρμογή της θεωρίας του πρωτείου, καταλήγει ο συγγραφέας, είναι η κύρια αιτία της σημερινής εκκλησιαστικής διαίρεσης, συγκρίσιμης σε κλίμακα με το σχίσμα του 1054, ενώ η υπεράσπιση των αρχών της συνοδικότητας είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια Ορθοδοξία στο σύνολό της.
Ο συγγραφέας τονίζει ότι η διατριβή δεν ισχυρίζεται ότι εξαντλεί το θέμα και σκιαγραφεί τομείς για περαιτέρω έρευνα – συμπεριλαμβανομένης μιας λεπτομερούς ανάλυσης προηγούμενων αυτοκεφαλίας, μιας βαθύτερης μελέτης της σλαβικής εκκλησιαστικής ιστορίας και της συνεχιζόμενης επιστημονικής και θεολογικής συζήτησης για την υπεράσπιση της συνοδικής δομής της Εκκλησίας.
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Περί Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Α΄Κορ. 15,1-11]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 17-8-980][ Β33]
Εάν έπρεπε, αγαπητοί μου, να ερωτήσουμε τι είναι το Ευαγγέλιον, θα μπορούσαμε με συντομία να απαντήσουμε: «Η παράδοσις της αληθείας». Αλλά τι είναι αλήθεια; Η αλήθεια είναι ο Χριστός και ο λόγος Του. Όχι ο λόγος Του, αλλά και ο λόγος Του. Διότι ο ίδιος είπε: «Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια». Συνεπώς η αλήθεια είναι τα λόγια Του. Αλλά η πηγή των λόγων Του είναι ο Ίδιος. Συνεπώς η πηγή της αληθείας είναι το πρόσωπό Του.
Επανερχόμενοι λοιπόν εις την ερώτηση, εάν θα πρέπει να ρωτήσουμε τι είναι Ευαγγέλιον, θα απαντούσαμε: «Η Αλήθεια, η Παράδοσις της αληθείας». Δηλαδή ο Χριστός και ο λόγος Του. Αλλ’ όμως πολλές φορές, αγαπητοί μου, ξεχνάμε αυτήν την Παράδοσιν της αληθείας, που είναι το Ευαγγέλιον. Ο Απόστολος Παύλος θα βρεθεί σε μία πολύ δύσκολη θέση, δυσάρεστη, όταν θα γράψει την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του εις την εκκλησία της Κορίνθου και θα τους πει: «Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύσατε. Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς, καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς» κ.λπ. Δηλαδή μερικοί Κορίνθιοι αμφισβητούσαν την ανάστασιν των νεκρών.
Και φυσικά, όπως λέγει ευστοχότατα κάποιος Πατήρ ότι «εάν αμφισβητείς την ανάστασιν των νεκρών, τότε μην μιλάς πια για το Ευαγγέλιο, δεν έχεις τίποτα». Και συνεπώς ο Απόστολος Παύλος βλέποντας πόσο ακριβώς μεγάλο είναι το θέμα αυτό, αφιερώνει ένα ολόκληρο και μακρότατο κεφάλαιον υπέρ της αναστάσεως των νεκρών, αφού βεβαίως η κατοχύρωσις θα γίνει επάνω στην Ανάσταση του Χριστού. Και θα τους πει: «Γνωρίζω δέ ὑμῖν ἀδελφοί», δηλαδή το «γνωρίζω» εδώ έχει την έννοια «Σας υπενθυμίζω. Γιατί το ξέρετε. Αλλά, το ξεχάσατε;». Δεν τους θίγει. Να τους πει: «Το αμφισβητήσατε; Σας υπενθυμίζω, λοιπόν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον. Εκείνο που εγώ ευαγγελίστηκα σε σας. Εκείνο το οποίον εσείς παραλάβατε και επάνω στο οποίο σεις σταθήκατε, δια του οποίου Ευαγγελίου σεις σώζεσθε, εἰ κατέχετε, εάν βεβαίως το κρατάτε».
Εδώ βλέπομε, σ’ αυτήν την έκφρασή του, αγαπητοί μου, όλη εκείνη την διαδικασία της παραδόσεως της αληθείας. Γιατί είναι μεγάλο θέμα η παράδοσις της αληθείας. Είναι αυτό που πήρα εγώ, να το δώσω στον άλλον. Αλλά αυτό που θα δώσω στον άλλον, πώς θα το δώσω; Και αυτός που θα το πάρει από μένα και θα το δώσει στην επόμενη γενεά, πώς θα το δώσει; Θα το δώσει ακέραιο, σωστό, όπως ακριβώς βγήκε από την πηγήν; Ή θα είναι διαφορετικό; Έτσι προκύπτει, αγαπητοί μου, ένα πρόβλημα. Φυσικά αυτό που λέγει εδώ ο Απόστολος ότι «εγώ σας έδωκα το Ευαγγέλιον -εὐηγγελισάμην ὑμῖν τό Εὐαγγέλιον- το οποίον εσείς πήρατε και επάνω στο οποίο σταθήκατε», θέμα δεν ετίθετο τόσο τότε εις τον Απόστολον και την γενεά στην οποία υπάρχει, διότι είναι ο ίδιος εκείνος ο οποίος πήρε απευθείας από την πηγήν τον λόγο του Θεού, όπως και οι άγιοι Απόστολοι. Μάλιστα θα πει λίγο πιο κάτω, που ακούσαμε την αποστολικήν περικοπήν, ότι «εἴτε ἐγώ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτῳ κηρύσσομεν καί οὕτως ἐπιστεύσατε». «Έτσι κηρύσσομε και έτσι πιστεύετε. Αλλά το θέμα είναι ότι εκείνο που εγώ σας έδωκα, εσείς πώς το παραλάβατε; Και ακόμη, όταν εσείς θα το δώσετε λίγο πιο κάτω, οι άλλοι οι επιγενέστεροι, πώς θα το παραλάβουν;».
Όταν λέμε, αγαπητοί μου, «Παράδοση», τι ακριβώς εννοούμε; Είναι ό,τι λέγει η λέξις σε μία πρώτη διάσταση. Δηλαδή αυτό το οποίο παίρνω και δίδω. «Ὃ παρέλαβον -λέγει ο Απόστολος- ὃ καί παρέδωκα ὑμῖν». Τι; Ότι ο Χριστός απέθανε και την τρίτη ημέρα ανέστη. Αυτό πήρα, αυτό σας έδωκα. Αυτό βασικά είναι Παράδοσις. Αλλά το θέμα είναι όταν γραφτεί αυτή η Παράδοσις, κι αυτή η Παράδοσις εγράφη, είναι το Ευαγγέλιον - φερ’ ειπείν, αυτά που γράφει στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος, αυτά αγαπητοί είναι κατατεθειμένα, έγιναν βιβλίο. Έτσι λοιπόν τίθεται το ερώτημα: Οι επόμενες γενεές, όταν θα διαβάσουν αυτό, πώς θα το καταλάβουν; Δηλαδή πώς θα το ερμηνεύσουν το Ευαγγέλιο; Διότι αν δεν υπήρχε πρόβλημα ερμηνείας, τότε δεν υπήρχε θέμα παραδόσεως. Εάν υπήρχε ένας τρόπος που όλες οι γενεές να καταλαβαίνουν το Ευαγγέλιο σωστά, όπως ακριβώς παρεδόθη από τον Κύριον στους μαθητάς Του, επαναλαμβάνω, δεν θα υπήρχε ανάγκη παραδόσεως.
Η Παράδοσις λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά το φρόνημα της Εκκλησίας, πώς ακριβώς βλέπει τις Γραφές. Πώς η Εκκλησία, πάντοτε η Εκκλησία, από την εποχή των Αποστόλων, από την Αποστολικήν Εκκλησίαν μέχρι σήμερα, πώς η Εκκλησία βλέπει τις Γραφές και τι φρονεί γι’ αυτές. Δηλαδή, πώς ερμηνεύει τις γραφές. Και έτσι το κλειδί της ερμηνείας βρίσκεται μέσα εις αυτό το φρόνημα της Εκκλησίας, δηλαδή μέσα εις αυτήν την Παράδοση της Εκκλησίας. Είναι γνωστό ότι είναι θεμελιωδέστατο αυτό, από τα πιο θεμελιώδη. Γιατί αν αυτό δεν το κρατώ στα χέρια μου, τότε πώς θα καταλάβω την Γραφή; Και μην νομίσετε ότι αυτό είναι μια κουβέντα με την οποία μπορούμε τώρα να απασχολούμεθα και ανήκει σε κάποιους άλλους κύκλους θεωρητικούς. Όχι, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Το πείραμα έγινε. Έγινε στους Προτεστάντες. Επήραν την Γραφή και άρχισαν να την μελετούν. Και επειδή ήθελαν να αντιδράσουν εις την ρωμαϊκήν Εκκλησίαν, την Δυτικήν, την Εκκλησίαν της Ρώμης, γι΄αυτό τον λόγο άρχισαν να λέγουν ότι… «Μελετάτε την Γραφήν κι όπως την καταλαβαίνετε». Κι έτσι ο κάθε ένας μελετητής έγινε μία αυθεντία ερμηνείας. Το αποτέλεσμα; Επειδή δεν δέχτηκαν την Παράδοσιν, το φρόνημα της Εκκλησίας, πώς ερμηνεύει η Εκκλησία, το αποτέλεσμα είναι να διασπαστούν σε χίλια κομμάτια. Και η πίστις να διασπαστεί και να εισαχθούν πλήθος αναρίθμητο αιρέσεων. Επόμενο ήταν. Διότι όταν ο καθένας ερμηνεύει όπως θέλει, δεν θα εισαχθούν αιρέσεις;
Κατηγορούν την Εκκλησία μας ότι κρατούμε την Παράδοση. Προσέξτε. Όχι τας Παραδόσεις· την Παράδοσιν. Προσέξτε. Όχι τας Παραδόσεις· την Παράδοσιν(Το Π με κεφαλαίο και ενάρθρως). Την Παράδοσιν. Όχι «Παράδοσιν», την Παράδοσιν. Συγκεκριμένο στοιχείο. Την Παράδοσιν. Μας κατηγορούν. Ή ακόμη αν θέλετε και η εποχή μας είναι τέτοια, που εμείς οι ίδιοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί να στεκόμεθα εναντίον της Παραδόσεως και να λέμε: «Και πού τα βρήκες αυτά; Και τι είναι αυτά;». Και πολλοί που θα’ θελαν ίσως να ζήσουν μία πνευματική ζωή, έξω όμως από την Εκκλησία, έξω από την Παράδοση της Εκκλησίας, όπως πολλές φορές έχομε λογίους ανθρώπους, που παίρνουν την Γραφή την μελετούν, την θαυμάζουν αλλά την καταλαβαίνουν όπως θέλουν αυτοί. Τότε αυτό δεν έχει καμία αξία. Γιατί απλούστατα η Γραφή κατανοείται μόνο μέσα εις την Εκκλησίαν. Μόνον. Δεν μπορώ ποτέ να βρω τον Χριστό, εάν δεν μελετήσω την Γραφή μες την Εκκλησία· που θα πει μέσα στο φρόνημα, με το φρόνημα της Εκκλησίας. Αυτή όμως η Παράδοσις είναι μέσα εις αυτήν την ουσίαν του Χριστιανισμού.
Θα μπορούσαμε να απαντήσομε λοιπόν το εξής: Όταν ο Χριστός παρέδωκε στους Αποστόλους την αλήθειαν, τι είπε; Είπε το εξής: «Εγώ δεν ελάλησα τίποτε απ’ ό,τι ήκουσα από τον Πατέρα. Τίποτα δεν ελάλησα παραπάνω ή παρακάτω απ’ ό,τι ήκουσα από τον Πατέρα. Κι εκείνο που ήκουσα από τον Πατέρα, τούτο λαλώ». Αλλά αυτό που ο Χριστός λαλεί επιβεβαιούται από το Πνεύμα το Άγιον την ημέρα της Πεντηκοστής. Συνεπώς παρατηρούμε ότι μέσα εις τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος να υπάρχει μία ιδιότυπος παράδοσις. Λέγω «ιδιότυπος» διότι ο Θεός είναι εις. Η ουσία του Θεού είναι μία. Παρά ταύτα, επειδή «ο Χριστιανισμός είναι μίμησις της Αγίας Τριάδος», όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γι΄αυτό και εις το σημείο αυτό η Εκκλησία μιμείται την Αγία Τριάδα. Σε τι; Στην Παράδοση. Αφού ο Υιός τίποτα δεν λέγει απ’ ό,τι δεν ήκουσε από τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον επιβεβαιοί παν ό,τι ο Υιός είπε την ημέρα της Πεντηκοστής, διότι τότε κατενοήθη, αλλά και το σπουδαίον είναι ότι δεν θα ήρχετο ποτέ η Πεντηκοστή εάν ο άνθρωπος Ιησούς, όπως τον έβλεπαν οι άνθρωποι, δεν ήτο αληθής. Συνεπώς το Πνεύμα το Άγιον απέδειξε την ημέρα της Πεντηκοστής ότι ο Ιησούς είναι αληθής, συνεπώς είναι Θεάνθρωπος. Ώστε αυτή η Παράδοσις μέσα στη ζωή της Αγίας Τριάδος, που δείχνει μια πειθαρχία, η οποία μας καταπλήσσει, γίνεται μοντέλο, γίνεται πρότυπον για μας μες την Εκκλησία.
Έτσι τώρα πηγή είναι ο Ιησούς Χριστός. Διδάσκει. Οι μαθηταί ακούν. Κατόπιν εκείνοι παίρνουν την εντολή ότι «Πορευθέντες εἰς πάντα τά ἔθνη, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». «Αφού τους διδάξετε να τηρούν όσα εγώ σας παρήγγειλα». Προσέξτε: Πάντα. Ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Και η αξία, αγαπητοί μου, του Αποστόλου είναι η πιστότητα. Ο Απόστολος δεν πρωτοτυπεί. Η αξία του δεν είναι στην πρωτοτυπίαν. Η αξία του είναι εις την πιστότητα. Εάν παρέδωκε επακριβώς εκείνο το οποίον έχει πάρει.
Και κατόπιν, η Παράδοση αυτή περνάει στους αγίους της Εκκλησίας μας, στους Πατέρες. Και συνεπώς η Αποστολική Παράδοσις γίνεται Πατερική Παράδοσις. Και είναι το φρόνημα της Εκκλησίας. Είναι το κλειδί της ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηριστικότατα εις την Α΄ του επιστολή. Δια πολλών, εγώ σας λέω μόνον τρεις λέξεις. Το λέγει κατ’ επανάληψιν συνωνύμους λέξεις: «Ὃ ἑωράκαμεν, ὃ ἀκηκόαμεν ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». «Εκείνο που είδαμε και εκείνο που ακούσαμε, αυτό σας λέμε. Τίποτα παραπάνω από εκείνο που είδαμε και ακούσαμε και τα χέρια μας», λέγει παρακάτω, «εψηλάφησαν περί του λόγου της ζωής. Και σας τα λέμε όχι για να κάνομε τον έξυπνο, αλλά για να έχετε κι εσείς την ζωή, όπως την έχομε και εμείς». Είναι καταπληκτικό, αγαπητοί μου. Αυτή ακριβώς η πιστότης. Θα μας πει δε αργότερα ο Μέγας Αθανάσιος το εξής θαυμάσιον: «Εἴδομεν καί αὐτήν τήν ἐξ ἀρχῆς Παράδοσιν καί διδασκαλίαν καί πίστιν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥν (:την οποίαν) ὁ μέν Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ Ἀπόστολοι ἐκήρυξαν καί οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν». «Καί οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν». Συνεπώς το ταμείον της αληθείας είναι σ’ αυτό που εφύλαξαν οι Πατέρες, που επήραν από κείνο που εδίδαξαν οι Απόστολοι, οι οποίοι ήκουσαν από το στόμα του Χριστού. «Ἐν ταύτῃ γάρ τῇ παραδόσει ἡ Ἐκκλησία τεθεμελίωται». «Εδώ είναι», λέγει, «θεμελιωμένη, έχει θεμελιωθεί η Εκκλησία. Επάνω εις αυτήν την Παράδοσιν».
Έτσι, αγαπητοί, βλέπομε ότι δεν μπορούμε να λέμε ότι θα παίρνομε την Γραφή να την διαβάζομε, για να παίρνομε συνθήματα ζωής και να την εξηγούμε όπως εμείς την θέλομε και μας συμφέρει. Ή ακόμη να βλέπομε κάποια που να νομίζομε ότι μας αρέσουν και κάποια άλλα να τα βάζομε στην άκρη. Η Γραφή ολόκληρη είναι η αλήθεια.
Θα ΄θελα όμως ακόμη να σας τονίσω και κάτι άλλο. Πολλές φορές, όταν μελετούμε την Γραφή, νομίζομε ότι είναι ένα γράμμα η Γραφή. Όπως ακριβώς θα ήταν ένας που μας στέλνει ένα γράμμα, μια επιστολή, και ξεχνάμε για μια στιγμή τον αποστολέα και μένομε μόνο στο γράμμα. Έτσι θέλομε πολλές φορές να μείνομε σε ένα ρητό, το οποίο θα θέλαμε να το εφαρμόσομε. Σωστό. Δεν αντιλέγει κανείς. Ξεχνάμε όμως κάτι που είναι πολύ ουσιώδες. Ότι δεν είναι αρκετό να πεις «Θα βάλω μπροστά να εφαρμόσω το Ευαγγέλιον, με άσκηση φυσικά». Δεν πρέπει να ξεχνώ ότι πίσω από εκείνο που διαβάζω, πίσω από εκείνο το οποίον με πάσαν προσπάθειαν προσπαθώ να το οικειωθώ, είναι ένα πρόσωπο. Δεν είναι ένας λόγος. Είναι ένα πρόσωπο. Και το πρόσωπο αυτό είναι ο Ιησούς Χριστός. Γι΄αυτό η Παράδοσις δεν είναι ένα γράμμα. Είναι μία ζωντανή πραγματικότης. Και η τελειοτάτη έκφρασις αυτής της Παραδόσεως, όχι σαν γράμμα, αλλά σαν ζωή, είναι η Θεία Λειτουργία. Την νύχτα που παρεδίδετο ο Υιός Σου, ω Πάτερ, πήρε στα χέρια Του το ψωμί και το κρασί και είπε: «Αυτό είναι το Σώμα μου και αυτό είναι το Αίμα μου· γιατί είμαι Εγώ σ’ αυτό που τώρα Εγώ σας παραδίδω». Και η Εκκλησία εκράτησε την υψίστην Παράδοσιν, την Θεία Λειτουργία. Τον ανεκτίμητον αυτόν θησαυρόν. Και δεν έχομε πια μια παράδοση γράμματος, αλλά μια Παράδοση προσώπου. Αυτόν τον Ίδιον τον Χριστό· ο Οποίος είναι… το Σώμα Του, η Εκκλησία. Έτσι, ο Χριστός και η Εκκλησία είναι Ένα. Ό,τι η κεφαλή με το σώμα. «Και το σώμα του Χριστού», λέει ο Απόστολος Παύλος, «είναι η Εκκλησία». Όταν κοινωνούμε σωστά, όπως πρέπει, το σώμα και το αίμα του Χριστού, κρατάμε την Παράδοση, την ζώσα Παράδοση. Γι’ αυτόν τον λόγο λέγει ο Απόστολος Παύλος ότι θα τελείται το μυστήριον αυτό ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ, έως ότου έλθει ο Χριστός. Δεν έχει σημασία, αγαπητοί μου, αν λίγοι άνθρωποι τηρούν αυτό. Έστω κι αν αποτελεστεί ένα λείμμα. Πάντα δε, θα είναι η Ορθοδοξία.
Μην το ταυτίζομε, θέλω να ξυπνήσομε λίγο, να ξυπνήσομε. Μην το ταυτίζομε, «ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ». Κάποτε θα δραπετεύσει η Ορθοδοξία από την Ελλάδα. Θα δραπετεύσει. Δεν ξέρω πού θα πάει. Στην Κίνα θα πάει; Στην Ουγκάντα θα πάει; Στον Βόρειο Πόλο θα πάει; Δεν ξέρω. Στους Εσκιμώους; Δεν ξέρω. Ένα μόνο. Η Ορθοδοξία θα μείνει ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ ο Χριστός. Μας το είπε ο Απόστολος Παύλος. Βεβαίως, εάν δεν μείνει η Ορθοδοξία στην Ελλάδα, εδώ που κηρύχτηκε κι από δω που ξεκίνησαν οι ιεραπόστολοι, πραγματικά θα ήταν κάτι πολύ λυπηρό για μας. Πάρα πολύ λυπηρό για μας. Αλλά, όπως πηγαίνομε και όπως σκεφτόμαστε και όπως κινούμεθα εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, φοβάμαι ότι γρήγορα θα χάσομε αυτήν μας την μεγάλη δόξα και τιμή. Όπως την έχασαν και οι Εβραίοι· την τιμή να γνωρίσουν τον Χριστό. Μην νομίζετε, ο Θεός δεν μεροληπτεί. Ο Θεός δεν περιορίζεται από συναισθηματισμούς. Όχι. «Τήρησες; Θα σε ανεβάσω και θα σε δοξάσω. Δεν ετήρησες; Θα σε απορρίψω»... Δεν εδίστασε, λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, «να απορρίψει τον Ισραήλ. Εσύ ποιος είσαι; Εσύ είσαι αγριέλαιος. Θα σε απορρίψει. Εάν λέει την φύσει καλλιέλαιον απέρριψε, εσύ που είσαι αγριέλαιος και σε εκέντρισε δηλαδή σε μπόλιασε, πολύ παραπάνω θα σε απορρίψει».
Γι’ αυτόν τον λόγο αν αγαπάμε και την πατρίδα μας, την Ελλάδα, ας προσέξομε. Η Ελλάς υπάρχει γιατί υπάρχει Ορθοδοξία. Ή καλύτερα, η δόξα της Ελλάδος είναι η Ορθοδοξία. Και η Ορθοδοξία είναι η Παράδοση της Εκκλησίας, είναι η Παράδοση των Αποστόλων, είναι η Παράδοση των Πατέρων. Και εμείς είμεθα η ζώσα παρακαταθήκη. Αλλά ακόμη κάτι να μην ξεχνάμε. Οι Πατέρες, όπως και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και ο Θαλής ο Μιλήσιος και ο Σωκράτης και ει τις έτερος σοφός και σπουδαίος, όπως και οι μεγάλοι καλλιτέχνες, δεν ανήκουν στην Ελλάδα αλλά σε όλον τον κόσμο. Είναι κληρονομιά όλου του κόσμου. Βεβαίως οι Πατέρες είναι Έλληνες, αλλά δεν ανήκουν παρά σε ολόκληρο τον κόσμο. Μην, λοιπόν, εμείς καυχόμαστε και λέμε ότι οι Πατέρες ήσαν Έλληνες. Είδατε τι σας διάβασα; Την γνώμη του Μεγάλου Αθανασίου. Και όμως οι Πατέρες θα πουν: «Ανήκομε σ’ όλο τον κόσμο. Όπου υπάρχει Ορθοδοξία. Και σας σάς αγνοούμε». Μη μείνομε, δηλαδή, μόνο με το όνομα. Με ψιλό όνομα ότι οι Πατέρες είναι Έλληνες. Αλλά να κρατήσομε την πίστιν μας. Λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Κρατάτε τάς παραδόσεις». Να κρατάτε τις παραδόσεις που εγώ σας παρέδωσα. Θα πει να κρατούμε ,να φυλάττουμε. Και τι λέγει ο Κύριος στην Αποκάλυψη σε μια Του επιστολή σε μία Του Εκκλησία. «Κράτει ὃ ἔχεις ἕως οὗ ἄν ἔλθω». «Κράτησε αυτό που έχεις, έως ότου έλθω». Και θέλετε; Αυτή η Εκκλησία της Μικράς Ασίας… -αν και οι επτά Εκκλησίες της Μικράς Ασίας είναι τύπος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με επτά πτυχές, με επτά πλευρές, μία η Εκκλησία. Αυτές οι τοπικές Εκκλησίες αποτελούν τύπον. Αυτή η Εκκλησία που πήρε την εντολή να κρατήσει εκείνο που έχει έως ότου έλθει ο Χριστός, δεν το κράτησε. Η λυχνία της έσβησε. Οριστικά το 1922. Έσβησε. Πάει. Βλέπετε δεν εκράτησε την λυχνίαν έως ότου έλθει ο Χριστός. Τι δυστύχημα… Λοιπόν η φωνή του Χριστού μάς ειδοποιεί: «Κράτει ὃ ἔχεις ἕως οὗ ἄν ἔλθω».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
· http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_069.mp3
Άγιος Ειρηναίος, Λουγδούνου: Ο οικουμενικός πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας
Κυριακή, Αυγούστου 16, 2026






