Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026

 

Να είμαστε έτοιμοι» – Ηχηρό μήνυμα Γέροντα Γαβριήλ για πίστη και επαγρύπνιση  

Σήμερα φιλοξενούμε στην Ελεύθερη Πένα τον Γέροντα Γαβριήλ, Αγιορείτη μοναχό κελλιώτη, σε μια συζήτηση που δεν μένει μόνο στα γεγονότα, αλλά πηγαίνει στην ουσία: στην πνευματική θωράκιση του ανθρώπου. Μιλάμε για τον Προσωπικό Αριθμό, τις νέες ταυτότητες, την επαγρύπνηση που χρειάζεται ο ελληνικός λαός, αλλά και για τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, την προσευχή, την εξομολόγηση και την πίστη στον Θεό. Ακούστε με προσοχή όσα έχει να μας πει.

  1. Ελεύθερη Πένα

 

 

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (4ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 31η Αυγούστου 2026

Μέρος τέταρτον.

    Συνεχίζοντας τον σχολιασμό μας στις Κριτικές παρατηρήσεις επί του έκτου συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», από το σημείο, όπου είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο, τρίτο μέρος, σημειώνουμε τα εξής:

3. Η ψευδοσύνοδος μας δίδει μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα των μέχρι σήμερα διεξαχθέντων θεολογικών διαλόγων.

    α) Στην 6η παράγραφο γίνεται επαινετική αναφορά στους μέχρι σήμερα διεξαχθέντες διαλόγους, (διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς),  και τονίζεται «ότι δια του διαλόγου, [η Εκκλησία], δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής». Ωστόσο η  πικρή αλήθεια είναι ότι δυστυχώς στους μέχρι σήμερα διεξαχθέντες διάλογους όχι μόνον «δυναμικήν μαρτυρίαν….» δεν μπορέσαμε να δώσουμε, όπως ισχυρίζεται ο συντάκτης, αλλά αντιθέτως φθάσαμε σε υποχωρήσεις και συμβιβασμούς ανεπίτρεπτους, σε δογματικής φύσεως θέματα, που ισοδυναμούν με προδοσία της πίστεως.

    Οι μέχρι τώρα γενόμενοι Διάλογοι, όπως απέδειξαν τα πράγματα, υπηρέτησαν και εξακολουθούν να υπηρετούν και να προωθούν τα σκοτεινά σχέδια  της Νέας Εποχής, την ομογενοποίηση όλων των θρησκειών, προκειμένου έτσι να οικοδομηθεί το νέο θρησκευτικό μοντέλο της πανθρησκείας, η οποία θα προετοιμάσει το έδαφος για την έλευση του Αντιχρίστου.Όπως είναι γνωστό, ο πρώτος και κύριος σκοπός της Νέας Εποχής είναι η δημιουργία των καταλλήλων προϋποθέσεων για την οικοδόμηση μιας Νέας Τάξεως Πραγμάτων, δηλαδή η ενοποίηση της ανθρωπότητος, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική και η επίτευξη μιας παγκόσμιας κυβερνήσεως υπό την ηγεσία ενός νέου Μεσσία, ο οποίος θα είναι ταυτόχρονα πολιτικός ηγέτης και θρησκευτικός, της νέας παγκόσμιας θρησκείας που θα προέλθει από την ομογενοποίηση και τον συγκερασμό όλων των θρησκειών του κόσμου. Αυτήν όμως την ιδέα της συγκρητιστικού τύπου ομογενοποιήσεως της ανθρωπότητος, που οραματίζονται οι σχεδιαστές της Νέας Εποχής, ομολογούν επίσης οι πρωτεργάτες των Διαθρησκειακών Διαλόγων.

    Παρά κάτω περιοριζόμαστε να παραθέσουμε μερικές μόνον αποκαλυπτικές δηλώσεις, αλλά και συγκεκριμένες πράξεις συμβολικού χαρακτήρα, ορισμένων εξ’ αυτών. Ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, στην Παγκόσμια Διάσκεψη Θρησκείας και Ειρήνης στην Riva del Garda της Ιταλίας στις 4 Νοεμβρίου 1994, εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «…Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι, Προτεστάντες και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδιστές και Κομφουκιανοί, ήλθε ο καιρός όχι απλώς για προσέγγιση, αλλά για μια συμμαχία και συλλογική προσπάθεια προς τον σκοπόν της καθοδηγήσεως του κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητών του εξτρεμισμού και της μισαλλοδοξίας». Τον Νοέμβριο του 2000 πραγματοποιήθηκε στο Καταμντού του Νεπάλ το 39ο Διεθνές Συνέδριο για το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο συμμετείχαν εκπρόσωποι ένδεκα θρησκειών, οι οποίοι «προσέφεραν ιερά Δώρα στη γη». Στο συνέδριο συμμετείχε ως ομιλητής και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος προσέφερε ως ιερό δώρο στη γη μια μοναστηριακή έκταση στην περιοχή της Δωδεκανήσου. Σε άλλη ομιλία του, που εκφωνήθηκε στην Α΄ Διαθρησκειακή Συνάντηση που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Δεκέμβριο του 2001, εδήλωσε ενώπιον πολλών εκπροσώπων του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, ότι: «Εάν σταθώμεν με το προσήκον δέος απέναντι των προσωπικών αναζητήσεων εκάστης ψυχής, η οποία γεννηθείσα εις ορισμένην θρησκευτικήν παράδοσιν, ανοίγει τας πτέρυγάς της δια να πετάξει εις αναζήτησιν του Ηγαπημένου, αντιλαμβανόμεθα, ότι έχομεν ανθρώπινον χρέος να σεβασθώμεν απολύτως την προσωπικήν πορείαν έκαστου προς την υπερτάτην αγάπην. Τότε εναγκαλιζόμεθα εν ειρήνη την ψυχήν αυτήν και παρακολουθούμε εν άκρα σιωπή και προσευχή την πορείαν της, είτε συμβαδίζει με ημάς, [τους Χριστιανούς], είτε ακολουθεί άλλον δρόμον, [λόγου χάριν τον Ιουδαϊσμό η το Ισλάμ], διότι ο Ηγαπημένος την αναμένει και θα της δείξη τον δρόμον».  Τον Οκτώβριο του 2009, μετέβη στην Αμερική, όπου επεσκέφθη την έδρα της Coca cola, όπου προσέφερε στον πρόεδρο της εταιρίας κ. Μουχτάρ, ως αναμνηστικό δώρο, αντί Αγίας Γραφής, όπως θα περίμενε κανείς, το Κοράνιο, το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως «ιερό». Την ίδια εκείνη περίοδο, (Οκτώβριος 2009), επεσκέφθη επίσης και την Εβραϊκή Συναγωγή της Νέας Υόρκης, όπου ο αρχιραβίνος κ. Schneier τον ετίμησε, προσφέροντάς του κάποιο αναμνηστικό δώρο. Ο οικ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, αντιφωνώντας εξέφρασε την μεγάλη χαρά του για την παρουσία του στην Συναγωγή και εδήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Αγαπητοί φίλοι, καλούμεθα να γίνωμεν προφητικαί κοινότητες μεταμορφώσεως εις ένα τελματωμένον κόσμον […] Ας πιαστούμε από τα χέρια όχι μόνον εις προσευχήν, αλλά και εις ένδειξιν αλληλεγγύης. Το οφείλομεν εις τον Θεόν μας, εις τους κοινούς πατριάρχας μας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, εις όλους ημάς και εις τον κόσμον». Παρόμοια προσφορά ως αναμνηστικού δώρου του Κορανίου, είχαμε και από τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρο και Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλο. Ο πρώτος κατά την επίσκεψη του Προέδρου του Σουδάν κ. Ομάρ Αλ Μπασίρ στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον Φεβρουάριο του 2010 και ο δεύτερος κατά την επίσκεψη του Πρίγκηπος της Ιορδανίας κ. Εμίρ Γάζη στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τον Απρίλιο του 2012.

    β) Ένα ακόμη τραγικό γεγονός που δυστυχώς αποσιωπήθηκε αδικαιολόγητα, (και γι’ αυτό αποτελεί ένα επί πλέον στοιχείο παραπληροφορήσεως), είναι το ότι πολλές προτεσταντικές ομολογίες έχουν διολισθήσει συν τω χρόνω σε νέες φοβερές πρακτικές, (χειροτονία γυναικών, αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, διαθρησκειακές συμπροσευχές, intercommunion, κ.α.), που καθιστούν το χάσμα μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας ακόμη μεγαλύτερο. Ενώ λοιπόν περιμέναμε η ψευδοσύνοδος να καταδικάσει τα παρα πάνω εκφυλιστικά φαινόμενα που συναντούμε στο Π.Σ.Ε., αυτή δυστυχώς δεν τα καταδίκασε, αλλά προτίμησε να τα αποσιωπήσει. 

Κριτικές παρατηρήσεις επί του συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω».

    Στο παρά πάνω συνοδικό κείμενο νομιμοποιείται συνοδικά η διαθρησκειακή συνεργασία της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες με τη διοργάνωση διμερών καί πολυμερών Διαθρησκειακών Συναντήσεων και Διαλόγων. Συγκεκριμένα στο εν λόγω κείμενο, (κεφ. Α΄ §3-4), οι συντάκτες του κειμένου θεωρούν αναγκαία την συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις άλλες θρησκείες με σκοπό να συμβάλουν στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών: «Αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι είναι δυνατόν να συμβάλουν εις την διαθρησκειακήν συνεννόησιν και συνεργασίαν διά την ειρηνικήν συνύπαρξιν και κοινωνικήν συμβίωσιν των λαών, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν».

    Στα μέχρι σήμερα διοργανωθέντα συνέδρια και συναντήσεις κυριάρχησαν κυρίως δύο βασικές αντιλήψεις, οι οποίες συν τω χρόνω κατέστησαν βασικές και θεμελιώδεις δογματικές αρχές: α) Η αρχή του δογματικού πλουραλισμού, και β) Η αρχή του δογματικού μινιμαλισμού. Με την πρώτη υιοθετήθηκε και νομιμοποιήθηκε η συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων και πίστεων. Σύμφωνα μ’ αυτήν καμία θρησκεία δεν έχει ολόκληρη την αλήθεια. Όλες οι θρησκείες, (μαζί και η Ορθοδοξία), έχουν μέρος μόνον της αληθείας. Οπότε όλες θα πρέπει να συνεισφέρουν το μερίδιό τους, ώστε η κάθε μία να εμπλουτίσει τις άλλες και να εμπλουτιστεί από αυτές. Με την δεύτερη καταβλήθηκε προσπάθεια να ελαχιστοποιηθούν οι μεταξύ των θρησκειών δογματικές διαφορές, και παράλληλα να προβληθούν οι δήθεν ομοιότητες και τα μεταξύ των θρησκειών κοινά στοιχεία, ώστε να μη μείνουν περιθώρια στην Ορθοδοξία να διεκδικεί την αποκλειστικότητα και την μοναδικότητα της σωτηρίας. Διακηρύχθηκε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν και ενεργεί κατά παρόμοιο τρόπο σ’ όλες τις θρησκείες. Απλώς εκφράζεται με διαφορετικά ονόματα. Στον Ιουδαϊσμό ως Σεχινά, στον Χριστιανισμό, ως Άγιο Πνεύμα, στον Ινδουϊσμό ως Άτμαν, ενώ στον Μουσουλμανισμό ως Ρουάχ. Κατ’ επέκταση υιοθετήθηκε και η άποψη ότι όλες οι θρησκείες είναι δρόμοι που μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στη σωτηρία. 

    Κυριάρχησε επίσης το πνεύμα του ανθρωποκεντρικού Ουμανισμού. Οι στόχοι και η μεθοδολογία των διαλόγων σφραγίστηκαν μ’ ένα έντονο εγκοσμιοκρατικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Μέσα στο πνεύμα αυτό καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η προσέγγιση και ο διάλογος με τις άλλες  θρησκείες, αποτελεί μία αναγκαιότητα προκειμένου έτσι να συστρατευθούν από κοινού σε μια κοινή μαρτυρία για το καλό του κόσμου. Για να καταπολεμίσουν, όπως ισχυρίζονται, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα, όπως  ο πόλεμος, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η φτώχεια, η ανεργία ο θρησκευτικός φανατισμός, η τρομοκρατία κ.λ.π. Για να προωθήσουν την παγκόσμια ειρήνη, την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των θρησκειών στις σύγχρονες πολυθρησκευτικές κοινωνίες, την δικαιοσύνη, την ελευθερία και την αδελφοσύνη μεταξύ των λαών. Ας σημειωθεί εδώ ότι γύρω από τα παγκόσμια αυτά κοινωνικά προβλήματα κάνει εκτενή αναφορά όχι μόνο το συνοδικό κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», αλλά και το συνοδικό κείμενο της «Εγκυκλίου», όπως επίσης και αυτό του «Μηνύματος».

    Ωστόσο συνεργασία σε διαθρησκειακό επίπεδο με βάση τον λόγο του Θεού, ούτε δυνατή είναι, ούτε επιτρεπτή. Διότι πως είναι δυνατόν να συνεργαστούμε  με τις άλλες θρησκείες, που βρίσκονται στο σκότος της πλάνης, χωρίς να προσκρούσωμε τον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου: «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14). Ποιά επικοινωνία, και κατά συνέπεια ποιάς μορφής συνεργασία μπορεί να υπάρχει μεταξύ του φωτός της Ορθοδοξίας και του σκότους των διαφόρων αιρέσεων και θρησκειών; Ασφαλώς καμία.

Κριτικές παρατηρήσεις στα συνοδικά κείμενα: «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως» και «Εγκύκλιος τῆς Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

    Μελετώντας τα παρά πάνω συνοδικά κείμενα και αξιολογώντας αυτά με βάση την Ορθόδοξη Πατερική και Συνοδική μας Παράδοση, μπορούμε να καταλήξουμε στα παρακάτω  συμπεράσματα, χωρίς ενδεχομένως να αποκλείονται και άλλα:

    Α) Πέρα από τις αλληλοεπικαλήψεις και επαναλήψεις τα εν λόγω συνοδικά κείμενα είναι διαποτισμένα μ’ ένα έντονο κοινωνιολογικό χαρακτήρα καί προσανατολισμό. Τα ποικίλλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν σήμερα την ανθρωπότητα και ο τρόπος αντιμετωπίσεως αυτών, με βάση, (υποτίθεται), το Ευαγγέλιο, κυριαρχεί σε πολλά σημεία των κειμένων, έτσι ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι μοιάζουν περισσότερο με διακηρύξεις ενός παγκόσμιου πολιτικοκοινωνικού, ή ειρηνευτικού οργανισμού, ο οποίος προσπαθεί με ανθρώπινες μεθοδεύσεις να εξαλείψει κάθε κοινωνικό κακό και κάθε κίνδυνο, που απειλεί την ανθρωπότητα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Το λάδι του θρησκευτικού βιώματος πρέπει να χρησιμοποιείται για να επουλώνει πληγές και όχι για να αναζωπυρώνει τη φωτιά των πολεμικών συρράξεων…», «Η Ορθόδοξος Εκκλησία καταδικάζει απεριφράστως την επέκταση της πολεμικής βίας…», «Καταγγέλλει την καταστροφή ναών, θρησκευτικών συμβόλων και μνημείων πολιτισμού….», κ.α.

    Ωστόσο όλα τα παρά πάνω αναφερόμενα κοινωνικά κακά δεν θεραπεύονται με διακηρύξεις και φραστικές καταδίκες. Ο μέγας και ομολογητής και άγιος της εποχής μας Ιουστίνος ο Πόποβιτς, σε «Υπόμνημα» που υπέβαλε το 1971 προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τίτλο: «Περί την μελετωμένην “Μεγάλην Σύνοδον” της Ορθοδόξου Εκκλησίας», παρατηρεί μεταξύ άλλων τα εξής: «…Εις την Εκκλησίαν, δια την οποίαν ο Θεάνθρωπος είναι το παν και τα πάντα, ουδέν επιτρέπεται να ρυθμίζεται “κατά άνθρωπον”, “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν”... Εάν και τα σύγχρονα προβλήματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν λύωνται με τον Θεάνθρωπον και κατά τον θεανθρώπινον, αποστολικόν, αγιοπατερικόν τρόπον, είναι αδύνατον να λυθούν ορθοδόξως και  θεαρέστως».

(Συνεχίζεται).

Δείτε σχετικά και:

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (1ον)



Κυριακή, Αυγούστου 30, 2026

 

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). – Γ’

  

 

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

 

Εν Θεσσαλονίκη τη  28η Αυγούστου 2026

 

Μέρος τρίτον.

    Συνεχίζοντας τον σχολιασμό του αγιορειτικού «Μηνύματος» από το σημείο, όπου είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο, δεύτερο μέρος, σημειώνουμε τα εξής:   Αναφέρουν οι αγιορείτες ότι «Κατά τας εργασίας της Συνόδου οι αρχιερείς εξέφρασαν τας προσωπικάς των απόψεις. Κάποιοι εξ αυτών διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των µέ σεµνόν τρόπον, χωρίς να διακόπτουν τας σχέσεις των µέ την Εκκλησίαν». Γιατί όμως αποσιωπούν το γεγονός ότι η «Σύνοδος» συγκλήθηκε και λειτούργησε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016; Γιατί αποσιωπούν το γεγονός ότι ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις σε όσους διαφώνησαν με ορισμένες αποφάσεις της; Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, αυτόπτης μάρτυς των διαδραματισθέντων στην ψευδοσύνοδο, σε δημοσίευμά του με τίτλο: «Γιατί δεν υπέγραψα» αποκάλυψε τα εξής: «Ένας ακόµη λόγος, που δεν είναι βέβαια και ουσιαστικός, αλλά έχει ένα ειδικό βάρος είναι ότι ασκήθηκε έντονη λεκτική κριτική προς την Εκκλησία της Ελλάδος για την απόφασή της. Βέβαια, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυµος απέρριψε µέ πολύ σηµαντικό λόγο την υβριστική αυτή τοποθέτηση. Τελικά, όµως, η αντίδραση αυτή έπαιξε έναν ψυχολογικό ρόλο στην διαµόρφωση της άλλης πρότασης. Τουλάχιστον εγώ προσωπικά δέχθηκα σοβαρή πίεση και υβριστική αντιµετώπιση από Ιεράρχες για την στάση µου, πληροφορήθηκα δε ότι πιέσεις δέχθηκαν και άλλοι Αρχιερείς της Εκκλησίας µας. Και επειδή πάντοτε ενεργώ µέ ψυχραιµία, νηφιαλιότητα και ελευθερία, δεν µπορούσα να αποδεχθώ τέτοιες υβριστικές πρακτικές».

    Γιατί αποσιωπούν οι αγιορείτες παράνομες μεθοδεύσεις που θυμίζουν τις μεθοδεύσεις της ψευδοσυνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας; Δεν γνωρίζουν άραγε ότι κατά την διεξαγωγή των εργασιών της «Συνόδου» σημειώθηκαν κατά παράβαση του Κανονισμού λειτουργίας της αντικανονικές ενέργειες και πράξεις; Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από την εικοσιπενταμελή αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας οι δεκαεπτά αρνήθηκαν να υπογράψουν το πιο προβληματικό κείμενο, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Επειδή όμως το εψήφισε ο Προκαθήμενος, θεωρήθηκε ψηφισμένο από όλους, μολονότι η πλειοψηφία το απέρριψε.

    Παρά κάτω γράφει: «Η Εκκλησία πάντοτε παραµένει ‘στύλος και εδραίωµα της αληθείας’. Η Εκκλησία κατά τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστοµον ‘χειµάζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται• κλυδωνίζεται, αλλ’  ου γίνεται υποβρύχιος• δέχεται βέλη, αλλ’ ου δέχεται τραύµατα’• είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος». Όλα τα παρά πάνω είναι βέβαια πολύ σωστά. Το ερώτημα όμως είναι: Που οφείλεται στην παρούσα χρονική συγκυρία ο «κλυδωνισμός» της Εκκλησίας, οι διασπάσεις, οι αποτειχίσεις, όλη αυτή η κρίση στην ενότητα της Εκκλησίας; Από που προέρχονται τώρα τα «βέλη», που δέχεται η Εκκλησία; Από που αλλού παρά από την ψευδοσύνοδο; Η Εκκλησία όντως δεν καταποντίζεται, καταποντίζονται όμως ψυχές αθάνατες, παρασυρόμενες στην παναίρεση του Οικουμενισμού, τώρα και από τις κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Για τις ψυχές αυτές θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός. Και στο σημείο αυτό οι αγιορείτες Πατέρες δεν τολμούν να μπουν στην ουσία του προβλήματος και να θέσουν «τον δάκτυλον εις τον τύπον των ύλων».

    Αναφέρουν επίσης ότι «όλοι οι Άγιοι ζώντες εν Χριστώ µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν και µάς αναπαύουν». Οι άγιοι όντως «µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν». Μας παραπέμπουν όμως και στους αγώνες τους, τους αντιαιρετικούς, στους οποίους δεν φαίνονται πρόθυμοι να μας παραπέμψουν οι αγιορείτες Πατέρες, διότι οι αγώνες των είναι γι’ αυτούς ένας έλεγχος δριμύτατος. Οι άγιοι, επειδή ακριβώς εγνώριζαν ότι η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωµα της αληθείας», (Α΄ Τιμ. 3,15), μεγάλους αγώνες έκαναν και σε πολλές θυσίες υποβλήθηκαν, για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από τις πλάνες των αιρέσεων. Οι σημερινοί αγιορείτες Καθηγούμενοι σε πόσες θυσίες υποβλήθηκαν, πόσες καθαιρέσεις και πόσους διωγμούς υπέμειναν για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από την παναίρεση του Οικουμενισμού;

    Παρά κάτω γράφει: «Το Πνεύµα το Άγιον όλον συγκροτεί τον θεσµόν της Εκκλησίας. Αυτό τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί. Παραµένοντες εις την Εκκλησίαν και αισθανόµενοι ελλιπείς και ασθενείς δεχόµεθα την θεραπείαν και την υγείαν. Εάν ως άνθρωποι παρεκκλίνωµεν, η χάρις του Πνεύµατος µάς επαναφέρει εις τον ορθόν δρόµον. Δι’ αυτὸ κάθε φόβος είναι περιττός, ως φανέρωσις ολιγοπιστίας, εφ’ όσον ευρισκώµεθα εντός της Εκκλησίας του Χριστού». Εδώ γίνεται λόγος για «ασθενή», για «ελλείποντα» και για «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Με τους χαρακτηρισμούς αυτούς ο συντάκτης αναφέρεται, με πολύ συγκεκαλυμμένο τρόπο, στις κακόδοξες δογματικές αποφάσεις της ψευδοσυνόδου, τις οποίες χαρακτηρίζει ως «ασθενή», «ελλείποντα» και «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Οι αγιορείτες πιστεύουν ότι όλα τα «ασθενή» και τα «ελλείποντα» θα θεραπευθούν μέσα στην Εκκλησία, ενώ οι «παρεκκλίσεις» θα βρουν το σωστό δρόμο τους με την Χάρη του αγίου Πνεύματος. Μ’ άλλα λόγια πιστεύουν ότι οι δογματικές πλάνες της ψευδοσυνόδου θα θεραπευτούν από μόνες τους, ως δια μαγείας, με ένα αυτόματο τρόπο, με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες, χωρίς κόπους και θυσίες. Ωστόσο η Εκκλησιαστική Ιστορία μας διδάσκει, ότι καμία αίρεση δεν κατανικήθηκε ως δια μαγείας, ή μόνον με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς την συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, χωρίς αγώνες και θυσίες.

    Παρά κάτω γράφει: «Ζώντες εν Αγίω Όρει πολιτευόµεθα ‘κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα’… Παραµένοµεν ευγνώµονες και άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις». Ρωτάμε τους αγιορείτες: Τα όσα κακόδοξα νομοθετήθηκαν είναι σύμφωνα με τας «των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα»;  Αφού λοιπόν δεν είναι, γιατί άραγε εσιώπησαν και δεν εξέφρασαν με θάρρος και παρρησία την διαφωνία τους; Γιατί δεν εκαυτηρίσαν και δεν ανέτρεψαν τις κακοδοξίες, που νομοθετήθηκαν στην ψευδοσύνοδο; Και πως μπορούν να καυχώνται ότι πολιτεύονται «κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα» και ότι παραµένουν «άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις», καθ’ ον χρόνον δεν έπράξαν το καθήκον τους;

Κριτικές παρατηρήσεις επί του έκτου συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον».

    Όπως ελέχθη, το κείμενο αυτό λόγω του δογματικού του περιεχομένου υπήρξε, τρόπον τινά, η «καρδιά» της ψευδοσυνόδου. Έδωσε το στίγμα της συνοδικής νομιμοποιήσεως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις και θεολογικές αντιπαραθέσεις όσο κανένα άλλο κείμενο. Και τούτο διότι:

  1. Παρουσιάζει κενά και παραλείψεις.

    Α) Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής και λεπτομερούς κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους: 1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους. Και 2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως αυτό του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007), του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν από την ψευδοσύνοδο.

    Β) Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε., (Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών), επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων. Και τούτο διότι αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π.Σ.Ε. και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Ο μεγάλος δογματολόγος και άγιος της Εκκλησίας μας, Ιουστίνος ο Πόποβιτς παρατηρεί σχετικά: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Π.Σ.Ε.; Αλλοίμονον, ανήκουστος προδοσία».

     Γ) Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ορθόδοξον συμμετοχήν εις τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]». Η δήλωση αυτή με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», μεταξύ άλλων λέγει: «Οι Εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος  μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί  μέλος της ίδιας του της εκκλησίας» (Δήλωσις  του Toronto, § 2).

    Δ) Τέλος σε κανένα συνοδικό κείμενο δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὴν ανάγκη απαγορεύσεως των συμπροσευχών με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, οι οποίες όμως ρητὰ απαγορεύονται απὸ τοὺς Ιεροὺς Κανόνες, (βλ. ενδεικτικώς ΞΕ΄ των αγίων Αποστόλων κ.α.).

  1. Παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις και ασάφειες.

    Πιο συγκεκριμένα:

    α)  Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παράγραφο του 6ου Συνοδικού Κειμένου διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί Πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση  αυτή ισοδυναμεί με τη φράση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.

    β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών» με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα των «Εκκλησιών» παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

    δ) Τα θεολογικά κείμενα που παρήγαγε το Π.Σ.Ε. αξιολογούνται μεν θετικώς, αλλά ταυτόχρονα εκφράζονται επιφυλάξεις γι’ αυτά. Πρόκειται για κραυγαλέα αντίφαση, για την οποία θεωρούμε ότι είναι περιττός κάθε περαιτέρω σχολιασμός.

(Συνεχίζεται)

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). – B’



Σάββατο, Αυγούστου 29, 2026

 

«Οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ»

Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς
 
Σήμερα εἶναι μιά μικρή Μεγάλη Παρασκευή, μιά δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή. Γιατὶ σήμερα ὁ μεγαλύτερος ἄνδρας μεταξὺ ἐκείνων πού γεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα, Ἰωάννης, ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου, θανατώνεται. Τὴ Μεγάλη Παρασκευή, οἱ ἄνθρωποι θανατώνουν τὸν Θεό, σταυρώνουν τὸν Θεό. Στή σημερινὴ ἁγία μεγάλη γιορτή, οἱ ἄνθρωποι θανατώνουν τὸν μέγιστο ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Δέν εἶμαι ἑγώ πού ἐπέλεξε νά χρησιμοποιήσει τὴν ἔκφραση «τὸν μείζονα». Τί εἶναι ὁ ἔπαινός μου γιά τὸν μεγάλο καὶ ἔνδοξο Πρόδρομο τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἐπαίνεσε περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο ἄνθρωπο, περισσότερο ἀπὸ ὅλους, ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Ἀγγέλους, τοὺς Προφῆτες, τοὺς δικαίους, τοὺς Σοφούς; Ἀπὸ τὸν Κύριο εἰπώθηκε γι’ αὐτόν: «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. 11,11). Σὲ ὅλη τή Δημιουργία, δέν ὑπάρχει κανένας μεγαλύτερος ἔπαινος.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού σήμερα εἶναι μιά μικρή... Μεγάλη Παρασκευή. Σκεφτεῖτε: Οἱ παράλογοι ἄνθρωποι σκοτώνουν τὸν μεγαλύτερο τῶν δικαίων…. Σκεφτεῖτε: τὶ κάνουνν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ σήμερα ἑξακολουθοῦν νά φωνάζουν. «Σταυρώστε Τον, σταύρωσον Αὐτόν» !

Τὶ εἶναι αὐτό; Θὰ μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι αὐτός ὁ κόσμος ἔχει γίνει ἕνα τρελοκομεῖο! Οἱ ἄνθρωποι δέν θέλουν τὸν Θεό, δέν θέλουν τὸν μεγαλύτερο Δίκαιο ὅλου τοῦ κόσμου. Ποιόν θέλουν; Ποιόν προτιμοῦν; Ποιόν ὁρίζουν στή θέση τοῦ Χριστοῦ; Μὲ ποιόν θὰ ἀντικαταστήσετε τὸν Ἁγιο Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή; Μὲ τὸν ἑαυτὸ σας;! Ὢ σκουλήκια! Ὤ, μικρά ἔντομα θνητά! Ναί, ὅταν οἱ ἄνθρωποι τρελαθοῦν ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια, ὅταν ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ ὑπερηφάνεια χάνουν τὴν λογικὴ τους, δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἴδιοι δηλώνουν ὅτι εἶναι θεοί. Παρουσιάζουν τὸ μικροπρεπῆ, ῥηχό, ψευδῆ ὁμοίωμα τῆς ἀληθείας ὡς τή μεγάλη καὶ σωτήρια ἀλήθεια.’Ανακηρύσσουν ἀκόμα τὴν ἐλαχίστη γήινη, δικὴ τους ἀνάπηρη δικαιοσύνη ὡς τὴν μεγίστη δικαιοσύνη: δέν μᾶς χρειάζεται ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ, δέν θέλουμε τὴ Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ….Ναί, οἱ ἄνθρωποι τυφλοὶ στή διάνοια καὶ τὸ πνεῦμα δέν βλέπουν καὶ δέν θέλουν νά δοῦν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά τὰ καταφέρει χωρὶς τὸν Θεό. Γιατί; Ἐπειδὴ αὐτός ὁ κόσμος εἶναι γεμάτος ἀπὸ Ἠρώδεις, γεμάτος Φαρισαίους. Ὁ Ἡρώδης ἀπαίτησε τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστή, οἱ Ἡρώδεις ἀπαιτοῦν τὰ κεφάλια ὅλων τῶν δικαίων τοῦ κόσμου….

Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἔλαβε ἐπίσης τή μαρτυρία τοῦ Κυρίου στό γεγονὸς ὅτι ἤταν ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους πού γεννήθηκαν ἀπὸ γυναῖκα, ἐπειδὴ ἔγινε ὁ πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δεῖτε πῶς ἔκανε γιά τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο! Ὑπέφερε χαρούμενα! Κατ’ ἀρχὴν οἱ ὕμνοι καὶ οἱ προσευχὲς τῆς ἡμέρας λένε ὅτι πῆγε μέ πανηγυρισμοὺς στόν θάνατό του, καὶ ὅτι ὑπέστη πανηγυρίζοντας. Ἔτσι, ἔγινε τὸ πρῶτο παράδειγμα καὶ πηγὴ ἔμπνευσης γιά ὅλους τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες τῆς Καινῆς Διαθήκης..


 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Μηνύματα αφυπνίσεως, εδραιώσεως, ανδρείας και ισχύος. (Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Α΄Κορ. 16,13-20]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΦΥΠΝΙΣΕΩΣ, ΕΔΡΑΙΩΣΕΩΣ, ΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ  ΙΣΧΥΟΣ»

  [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 28-8-1988]  [Β201]    

     Τελειώνοντας, αγαπητοί μου, την Α΄ του επιστολή στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος τούς γράφει: «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε». Με τα τέσσερα αυτά δυνατά ρήματα, σε τόνο προστακτικής και συνεπώς εντολής, θέλει να αφυπνίσει τους Κορινθίους από τον πνευματικόν λήθαργον και την επιπολαιότητά των, τόσον εις την πίστιν, όσο και εις την πνευματικήν ζωήν. Και φυσικά αυτές οι προστακτικές, δηλαδή εντολές, αποτείνονται προς όλους τους Χριστιανούς, όλων των εποχών και συνεπώς και της εποχής μας.

     Γρηγορείτε. Μένετε ξύπνιοι. «Γρηγορέω-γρηγορῶ», μένω ξύπνιος. Πρόκειται για ένα εγερτήριο σάλπισμα από τον πνευματικόν ύπνον και πνευματικόν λήθαργον. Ο Χριστιανός και κάποτε ολόκληρη η τοπική Εκκλησία, μπορεί να καταληφθεί από μια νωχέλεια, από μια ακηδία, από μια πνευματική ανεμελιά, που να θυμίζει ύπνο. Και μία εικόνα αυτής της υπνηλίας, αν και σωματικής, όμως εικόνα της πνευματικής υπνηλίας, είναι εκείνος ο κάρος, δηλαδή εκείνος ο νυσταγμός, εκείνη η νάρκη που είχε καταλάβει τους ένδεκα μαθητάς στον κήπο της Γεθσημανή. Όταν ο Κύριος τους είπε : «Οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ' ἐμοῦ! (: Έτσι λοιπόν; Ούτε μια ώρα δεν μπορέσατε να μείνετε ξυπνητοί μαζί μου;). Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν (:Μένετε ξυπνητοί. -Κι εδώ βεβαίως εννοεί το ξύπνημα το σωματικό· ενώ φυσικά εξυπακούεται και το ξύπνημα το πνευματικό. Γι'αυτό λέγει: «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε». Γιατί; «Διότι υπάρχει κίνδυνος, τώρα, σε λιγάκι, να μπείτε σε φοβερό πειρασμό για το πρόσωπό μου, όταν θα με δείτε να παραδίδομαι στα χέρια των αμαρτωλών. Συνεπώς γρηγορείτε και προσεύχεσθε, για να μην μπείτε στον πειρασμόν».

    Είπαμε ότι εις τον πνευματικόν αυτόν ύπνο μπορεί να πέσει μία ολόκληρη τοπική Εκκλησία. Γι'αυτό ο Κύριος παραγγέλλει εις τον επίσκοπον της Εκκλησίας των Σάρδεων, της Μικράς Ασίας, που είναι γραμμένο στην Αποκάλυψη, είναι μία από τις επτά -της Αποκαλύψεως, επτά, γιατί φυσικά περισσότερες ήσαν- μια από τις επτά της Αποκαλύψεως Εκκλησίες: «Γίνου γρηγορῶν(:Ξύπνα!). Ἐάν οὔν μή γρηγορήσῃς, ἤξω ἐπί σέ ὡς κλέπτῃς, καί οὐ μή γνώσῃ ποίαν ὥραν ἤξω ἐπί σέ». «Ξύπνα! Γιατί αν δεν ξυπνήσεις, θα έρθω σαν τον κλέφτη, που έρχεται να κλέψει το σπίτι που κοιμάται ο νοικοκύρης. Και δεν θα γνωρίζεις την ώρα που θα έρθω σε σένα. Να σε κρίνω δηλαδή».

     Συνήθως ο Κύριος, αγαπητοί μου, συνόδευε την διδασκαλία Του, συνήθως σας είπα, με το «Γρηγορεῖτε», «Μένετε ξυπνητοί». Είναι ένα πολύ συνηθισμένο μήνυμα, σύνθημα του Κυρίου. «Περί δέ τῆς ἡμέρας ἐκείνης», λέγει,  «ἢ τῆς ὥρας οὐδείς οἶδεν». Πότε; Όταν θα ξανάρθει ο Κύριος. «Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καί προσεύχεσθε». Βλέπετε θα πει προσέχετε. Μένετε ξύπνιοι. Προσεύχεσθε. «Οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν». «Δεν ξέρετε πότε είναι ο καιρός που θα έλθω εγώ, ή που θα φύγετε εσείς από τον κόσμον αυτόν». «Γρηγορεῖτε οὖν (:Λοιπόν, μένετε ξύπνιοι), οὐκ οἴδατε γάρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται». - Ο «κύριος τῆς οἰκίας» είναι ο Θεός. Η «οἰκία» είναι η Βασιλεία του Θεού, είναι η Εκκλησία- «ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ (:αν θα είναι αργά το βράδυ ή θα είναι μεσάνυχτα ή θα είναι η ώρα που κάπου εκεί λαλούν τα κοκόρια ή θα είναι πρωί. Δεν ξέρετε πότε θα έλθει) μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας». «Μήπως έρθει ξαφνικά και θα σας βρει να κοιμάστε». «Ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε (:Εκείνα που λέγω, τα λέγω για όλους σας. Γρηγορείτε, μένετε ξυπνητοί)».

      Αλλά γιατί αυτός ο τονισμός από τον Κύριον, του «γρηγορεῖτε»; Γιατί απλούστατα μένει άγρυπνος, αγαπητοί μου, ο διάβολος και ποτέ δεν ησυχάζει, έως ότου καταστρέψει τον άνθρωπον. Πρέπει να αποκτήσομε «γρήγορον» πνεύμα. Δηλαδή πνεύμα ξυπνητό. Αυτό που λέμε «ἔξυπνος». Αυτός που δεν είναι στον ύπνο. Δηλαδή αυτός που έχει νουν εύστροφον. Αυτός που το μυαλό του γυρίζει, είναι ξυπνητός. Κάτι που πρέπει, αυτό το γρήγορον πνεύμα, πρέπει να διαποτίζει ολόκληρη την ύπαρξή μας, είτε ενσυνείδητα, είτε ασυνείδητα. Δηλαδή είτε ευρισκόμεθα σε κατάσταση συνειδητήν, είτε σε κατάσταση ασυνείδητον.  Δηλαδή, είτε έχομε… αυτή την στιγμή ας πούμε εσείς ακούτε αυτόν τον λόγον και έχετε μίαν εγρήγορσιν· γιατί ακούτε. Κάποια στιγμή ασχολούμεθα με κάτι άλλο. Ή αν θέλετε ακόμα και κοιμόμαστε τον βιολογικόν ύπνον. Όταν το πνεύμα το γρήγορον, δηλαδή το ξυπνητόν, μπει μέσα στην ύπαρξή μας, μπει μέσα σ’ αυτό το κύτταρό μας, τότε προσέχομε και αν ακόμα κοιμόμαστε τον βιολογικόν ύπνον ή με οτιδήποτε άλλο ασχολούμεθα. Είναι αυτό που είχαν οι άγιοι πάντοτε. Δεν πιανόντουσαν στον ύπνο ποτέ. Είχαν αυτήν την παντοτινή μέρα-νύχτα εγρήγορσιν. Γι΄αυτό γράφει ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας στον άγιο Πολύκαρπο: «Γρηγόρει, ἀκοίμητον πνεῦμα κεκτημένος». «Να μένεις ξυπνητός, συ που έχεις αποκτήσει αυτό το ακοίμητον πνεύμα». Προσέξτε: ακοίμητον· που δεν κοιμάται ποτέ. Εάν έχομε εγρήγορση, αγαπητοί, επαγρύπνηση, τότε δεν χρειαζόμαστε πια την βοήθεια των άλλων. Γιατί απλούστατα δεν κινδυνεύομε. Αφού προσέχομε εμείς, δεν μας προσέχουν οι άλλοι. Γι'αυτό λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι: «Ἄν γρηγορῶμεν, οὐ δεησόμεθα τῆς ἑτέρων βοηθείας». «Εάν είμεθα ξυπνητοί, δεν έχομε ανάγκη την βοήθεια των άλλων».

     Αλλά σε τι να αγρυπνούμε; Πρώτον, εις τον ερχομό του Χριστού. Ακούσατε προηγουμένως τι είπε ο Κύριος. Αλλά, σας διαβάζω, όχι τώρα από το Ευαγγέλιον, από ένα πολύ πολύ παλιό βιβλίο, γραμμένο μετά τα Ευαγγέλια θα λέγαμε, μετά την Καινή Διαθήκη, που λέγεται «Βιβλίον Διδαχής των δώδεκα Αποστόλων». Πανάρχαιο βιβλίο. Λέγει εκεί: «Γρηγορεῖτε ὑπέρ τῆς ζωῆς ὑμῶν(:Μένετε ξύπνιοι)· οἱ λύχνοι ὑμῶν μή σβεσθήτωσαν (:τα λυχνάρια σας να μη σβήσουν) -Αυτό μας θυμίζει και την παραβολή των δέκα παρθένων, που ο Κύριος ήθελε να υπάρχουν αναμμένα τα λυχνάρια ή να υπάρχει το έλαιον, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανάψει) καί αἱ ὀσφύες ὑμῶν μή ἐκλυέσθωσαν (:και οι μέσες σας να μην αποκάμνουν) -Αυτό μας θυμίζει όταν οι Εβραίοι έφευγαν από την Αίγυπτο, που έπρεπε να ζωστούν με μία ζώνη, να είναι έτοιμοι· στο δεξί χέρι έπρεπε να κρατούν το ραβδί και στο αριστερό χέρι έπρεπε να κρατούν τα παπούτσια τους! Διότι και αυτά θα τους εμπόδιζαν να περπατήσουν. Και η ζώνη που θα φορούσαν, θα έπρεπε να σηκώνει τον χιτώνα προς τα πάνω, ψηλά, για να μην μπερδεύονται τα πόδια στο περπάτημα. Αυτό θα πει λοιπόν, όπως το παίρνει εδώ ο ιερός συντάκτης:  «αἱ ὀσφύες ὑμῶν μή ἐκλυέσθωσαν, ἀλλά γίνεσθε ἕτοιμοι· οὐ γάρ οἴδατε τήν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ κύριος ἔρχεται(:Γιατί δεν ξέρετε την ώρα που ο Κύριος έρχεται)». Πρέπει λοιπόν να έχομε εγρήγορση, να είμεθα έτοιμοι για να υπαντήσομε τον Κύριον ερχόμενον από τον ουρανό επί των νεφελών.

    Δεύτερον. Πρέπει να έχομε εγρήγορση στον ερχομό του πλάνου, δηλαδή του Αντιχρίστου. Και πάλι παίρνω από την Διδαχήν, το βιβλίο «Διδαχή». Διότι: «Ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις πληθυνθήσονται οἱ ψευδοπροφῆται -Μην ξεχνάτε δε ότι αυτά τα βιβλία και τα πατερικά γενικά, απηχούν την Αγίαν Γραφήν. Γι’ αυτό βλέπετε, σχεδόν κείμενον Καινής Διαθήκης-«Ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις πληθυνθήσονται οἱ ψευδοπροφῆται (:Θα πληθύνουν οι ψευδοπροφήται) καί οἱ φθορεῖς (:εκείνοι οι οποίοι καταστρέφουν την Εκκλησία του Χριστού) -Ποιοι είναι; Όχι να καταστρέψουν τα ντουβάρια. Από εκείνους που καταστρέφουν τα ντουβάρια, δηλαδή γκρεμίζουν Εκκλησίες ή εμποδίζουν να κτιστούν Εκκλησίες, μέχρι εκείνοι που φθείρουν το πνεύμα της Εκκλησίας- καί στραφήσονται τά πρόβατα εἰς λύκους(:και θα γίνουν τα πρόβατα σε λύκους) - Γιατί αυτοί που θα γκρεμούν, αυτοί που θα γίνονται διώκται, τι νομίζετε; Θα είναι βαφτισμένοι Χριστιανοί! Ο αιώνας μας το έχει δείξει καταφάνερα. Βαφτισμένοι Χριστιανοί είναι εκείνοι που στρέφονται εναντίον της Εκκλησίας- καί ἡ ἀγάπη στραφήσεται εἰς μῖσος (:αντί να έχομε αγάπη, θα έχομε μίσος)· αὐξανούσης γάρ της ἀνομίας μισήσουσιν ἀλλήλους καί διώξουσι καί παραδώσουσι, καί τότε φανήσεται ὁ κοσμοπλανής (:και τότε θα φανεί αυτός που πλανά τον κόσμον - Κοσμοπλανής. Είναι ο Αντίχριστος. Είναι ένα άλλο του όνομα) ὡς υἱός Θεοῦ(:Θα ‘ρθει σαν υιός Θεού) καί ποιήσει σημεῖα καί τέρατα(:θα κάνει θαύματα) καί ἡ γῆ παραδοθήσεται εἰς χεῖρας αὐτοῦ -Η γη ολόκληρη. Θα γίνει παγκόσμιος κυβερνήτης!- καί ποιήσει ἀθέμιτα ἃ οὐδέποτε γέγονεν ἐξ αἰῶνος (:και θα νομοθετήσει πράγματα τόσο αθέμιτα, τόσο άσχημα, που ποτέ δεν νομοθετήθηκαν τέτοιοι νόμοι από αρχής κτίσεως ανθρώπου)». Βλέπετε; Πώς μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο νόμος των αμβλώσεων, των εκτρώσεων, ο νόμος της μοιχείας, δηλαδή η αμνήστευση της μοιχείας κ.λπ., πέστε μου, θα μπορούμε να λέμε, θα μπορούμε να λέμε αν έχομε εγρήγορση ότι αυτοί οι νόμοι είναι καλοί; Αν δεν έχομε εγρήγορση, θα λέμε: «Επιτέλους απελευθερόμεθα από την νόμιμον σύζυγό μας ή από τον νόμιμον σύζυγό μας και ακόμη μπορούμε να κρατήσομε όσα παιδιά θέλομε, κατ’ επιλογήν· τα υπόλοιπα τα στέλνομε στον βόθρον τον βιολογικόν». Έτσι βλέπετε τι σημαίνει «έχω εγρήγορσιν»;

    Τρίτον. Χρειάζεται εγρήγορσις στην παρουσία των αιρέσεων. Η αίρεσις δεν είναι η καλή προϋπόθεσις μιας αληθινής λατρείας του Θεού. Θυμηθείτε, ο Κύριος που είπε εκεί στην διδασκαλία Του στη Σαμαρείτιδα γυναίκα ότι πρέπει να προσκυνούμε τον Θεό «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Όχι ««ἐν πνεύματι». «Ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ»! Γιατί αν δεν υπάρχει η αλήθεια, η δογματική αλήθεια, τότε αυτό δεν είναι λατρεία αληθινή. Η αίρεσις ακόμα δεν είναι η καλή προϋπόθεσις και της όλης πνευματικότητος. Η αίρεσις έχει σαν καρπό την λανθασμένη πνευματική ζωή, με την οποία δεν ευαρεστούμε στον Θεό. Η αίρεσις ακόμη είναι μία βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος. Η αίρεσις είναι μία διαβολική επινόησις. Στηρίζεται δε στον ανθρώπινο λόγο, στην ανθρωπίνη λογική. Και είναι μία επανάληψις του προπατορικού αμαρτήματος. Για όλους αυτούς τους λόγους, που η αίρεσις δεν μας εισαγάγει δηλαδή εις την Βασιλείαν του Θεού, πρέπει να έχομε επαγρύπνησιν. Να αγρυπνούμε επί της ορθοδόξου πίστεώς μας και ορθοδόξου πνευματικότητός μας.

    Τέταρτον. Επαγρύπνησις και σ’ αυτήν την πνευματική μας πορεία, τόσο την προσωπική, όσο και την πορεία των κοντινών μας, της μάνας μου, του πατέρα μου, της γυναίκας μου, του ανδρός μου, του παιδιού μου, του γείτονά μου, του φίλου μου. Πρέπει να έχουμε μία επαγρύπνηση. Ακόμη είναι ανάγκη να έχομε μία διαρκή αυτοκριτική: «Πηγαίνω καλά; Ή μήπως δεν πηγαίνω καλά;». Μια επαγρύπνηση μίας αυτοτελματώσεως. «Μήπως βούλιαξα;». «Πού βρίσκομαι;». Γιατί πολλές φορές όταν κατεβαίνομε, βυθιζόμεθα, αυτοτελματούμεθα, δεν παίρνομε είδηση. Και αυτό είναι πολύ κακό. Αν η γλώσσα μας είναι σωστή, αν η φαντασία μας έχει σωστούς, καθαρούς λογισμούς, αν η καρδιά μας στον συναισθηματικό της χώρο είναι εκείνη που έχει αγαθά αισθήματα, αν ο νους μας σκέφτεται καλά, υγιά, βαθιά και όχι ρηχά, αν ζούμε κοσμικά ή πνευματικά, όλα αυτά, για να μπορούμε να τα δούμε, χρειαζόμαστε εγρήγορση. Λοιπόν, γρηγορεῖτε, λέει ο Κύριος.

       Είπε όμως και «στήκετε ἐν τῇ πίστει» όπως σημειώνει το Πνεύμα του Θεού, δια γραφίδος Αποστόλου Παύλου.  Τι θα πει «στήκετε ἐν τῇ πίστει»; «Να στέκεστε», λέει, «επάνω στην πίστη». Η πίστις, είναι, αγαπητοί μου, το θεμέλιο της σωτηρίας μας. Πρέπει να έχομε εδραιωθεί πάνω εις την πίστη. Εδραιώνομαι θα πει σιγουρεύω την ύπαρξή μου, τα βήματά μου, την στάση μου επάνω στο αντικείμενον που λέγεται «πίστις». Γι'αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος «Στήκετε ἐν τῇ πίστει». «Να στέκεστε». Τι θα πει: «Να στέκεστε;». Όπως λέγει ένας Εκκλησιαστικός συγγραφεύς, «Στήκετε, μὴ σαλεύεστε, ἀλλὰ βέβαιοι γίνεσθε».  «Βέβαιος» θα πει σίγουρος. «Μη σαλεύεστε, μη κουνιόσαστε, μην είσαστε έτοιμοι να ανατραπείτε ή να βγείτε από τον αντικείμενον της πίστεως, από τον χώρο της πίστεως». Αυτό το σχήμα δε της σωτηρίας, ο Απόστολος Παύλος το σημειώνει ως εξής -είναι από την Α΄ Κορ. 15,1. Λέγει: «Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν(:Σας κάνω γνωστό το Ευαγγέλιον), ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε». Τι είπε; Πρώτον: «παρελάβετε». Δηλαδή, καταρχάς, το ακούσατε. «Εγώ το ευαγγελίστηκα σε σας το Ευαγγέλιο, εσείς το ακούσατε». Είναι η ακρόασις του Ευαγγελίου. Μετά «παρελάβετε», δηλαδή το αποδεχθήκατε, συμφωνήσατε. «Ναι. Το αποδέχομαι». Κατόπιν τι λέει; «Ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε». «Επάνω στο οποίον Ευαγγέλιο έχετε στηριχθεί, δηλαδή αρχίζετε να εφαρμόζετε»· «δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε(: δια του οποίου Ευαγγελίου και σώζεστε)» . Βλέπετε, παρακαλώ, αυτό το σχήμα της σωτηρίας πώς κινείται; «Ακούω το Ευαγγέλιο, το αποδέχομαι, στηρίζομαι, σώζομαι».

     Ώστε λοιπόν βλέπομε ότι αυτό το «στήκετε ἐν τῇ πίστει» είναι θεμελιώδους σημασίας. Τι όμως σημαίνει «στήκετε»; Τι θα πει «στέκεστε»; Το «μή σαλεύεσθε». Δηλαδή, μην κουνιόσαστε. Σάλος και σαλεύω. Σαλεύομαι, σαλεύω, σάλος. Σάλος θα πει κάτι που κουνιέται. Λέμε… η θάλασσα έχει σάλον. Δηλαδή η επιφάνειά της έχει κύμα. Είναι εκείνο που λέγει ο 120 Ψαλμός: «Μή δῴης εἰς σάλον τόν πόδα σου». «Το πόδι σου», λέει, «μην το δώσεις σε κάτι που κουνάει, σε κάτι που γλυστράει». Κι αυτό δεν είναι παρά το ολισθηρόν έδαφος των βιοτικών μεριμνών, των σαρκικών επιθυμιών και των ποικίλων αιωριών της απιστίας και της αποστασίας. Εκεί μην πάνε τα πόδια σου. Θα είσαι επί του Ευαγγελίου, δεν θα είσαι άστατος άνθρωπος, θα είσαι στερεωμένος επάνω στο Ευαγγέλιον και αυτό για σένα θα είναι το θεμέλιό σου. Δεν θα μετακινηθείς ποτέ από κει. Πέστε μου, όταν βάλαμε θεμέλια για να κτίσουμε το σπίτι μας, τα ντουβάρια πάνε κατὰ τὸ δοκοῦν, τῆδε κακεῖσε, από δω και από κει και χοροπηδούν; Ή είναι πάντα στερεωμένα στα θεμέλια που βάλαμε στο σπίτι μας; Και σημειώνει ο Απόστολος Παύλος: «Ώστε, αδελφοί μου αγαπητοί», λέει στους Κορινθίους, πιο μπροστά το λέει, στο 15 κεφάλαιο: «Ἑδραῖοι γίνεσθε». Τι θα πει «ἑδραῖος»; Από το «ἕδρα», στήριγμα, «στηρίζομαι, πλατιά-πλατιά», επιτρέψατέ μου να πω: «ανοίγω τα πόδια μου να στερεωθώ καλά». Όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε κάποιον άνθρωπο, έναν εχθρό, θέλομε να παλέψομε μαζί του, δεν στεκόμεθα με ενωμένα τα πόδια. Ανοίγομε τα πόδια για να αποκτήσομε μιαν εδραίωσιν, μία στερέωση του σώματός μας. Αυτό θα πει λοιπόν «Ἑδραῖοι γίνεσθε». Αμετακίνητοι. Όχι να σαλεύεστε. «Εἰδότες ὅτι ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ ἔστι κενός ἐν Κυρίῳ». «Γνωρίζοντες ότι ο κόπος σας δεν θα πάει χαμένος».

    Είναι όμως και ένα τρίτο που παραγγέλλει το Πνεύμα του Θεού. Είναι το «ἀνδρίζεσθε». Γίνεσθε ανδρείοι. Και άνδρες. Παρότι το «ἀνδρεῖος» θα λέγαμε έχει κάποια σχέση με το «άνδρας» γιατί υποτίθεται ότι ο άνδρας έχει ανδρεία, όχι, νδρίζεσθε· άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Η ανδρεία, αγαπητοί μου, είναι μία θεμελιακή και αφετηριακή αρετή. Λέγω «αφετηριακή» γιατί μαζί με τις άλλες τρεις, «φρόνησις, σωφροσύνη και δικαιοσύνη» απ’ αυτές τις τέσσερις, ξεκινούν όλες οι άλλες αρετές. Η ανδρεία για τον Χριστιανό είναι κορυφαία αρετή. Γιατί μ’ αυτήν, προσέξτε, θα σηκώσει τον σταυρό του. Σώζεσαι, αδελφέ μου, χωρίς να σηκώσεις τον σταυρό σου; Όχι. Για να σηκώσεις λοιπόν τον σταυρό σου πρέπει να έχεις ανδρεία. Δηλαδή θα αντιμετωπίσεις έναν αντιτιθέμενον κόσμον και θα έλθεις μαζί του σε σύγκρουση. Τι χρειάζεσαι; Δεν χρειάζεσαι ανδρεία; Από το φρόνημα της ανδρείας, από το ανδρείον φρόνημα γεννιέται η επιμονή, σας είπα, είναι αφετηριακές αυτές οι αρετές, η επιμονή και η υπομονή. Και η υπομονή και η επιμονή είναι οι αρετές με τις οποίες θα σωθούμε. Αμφιβάλλετε; «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος –λέει ο Κύριος-οὗτος σωθήσεται». «Αυτός που θα υπομείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, αυτός θα σωθεί». Αμφιβάλλετε; «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν», λέγει ο Κύριος. «Με την υπομονή σας κτήσασθε, κερδίστε τις ψυχές σας». Ώστε λοιπόν κερδίζω την ψυχή μου με την υπομονή μου; Ναι. Η ανδρεία και την πίστιν διατηρεί, γιατί δεν την χάνω όταν έχω ανδρεία, δεν σαλεύομαι, δεν σκανδαλίζομαι, αλλά και την πνευματική ζωή ολοκληρώνει. Όταν δω τους άλλους πώς ζουν και οι άλλοι με ειρωνεύονται κι έχω ανδρεία και λέγω «Όχι· έτσι πρέπει να ζήσω», τότε δεν ολοκληρώνει την πνευματική μου ζωή η υπομονή και η ανδρεία; Στην εποχή μας, αγαπητοί μου, η ανδρεία λείπει. Εννοώ από τους Χριστιανούς μας. Σε απελπιστικόν βαθμόν λείπει η ανδρεία. Έτσι και μας αφαιρούν τα αγαθά μας, τα προδίδομε όλα. Για να πάρετε μια πρόγευση, τι θα κάνομε όταν θα έλθει ο Αντίχριστος. Πόσο εύκολα θα παραδοθούμε. Χρειαζόμαστε ανδρεία, φρόνημα ανδρείας, όσο τίποτε άλλο αυτό στην εποχή μας.

     Και το τελευταίο. Το Πνεύμα του Θεού μάς σημειώνει: «Κραταιοῦσθε». Δηλαδή λέει ένας Εκκλησιαστικός συγγραφεύς: «Οἷον ἀναλάβετε τήν ἰσχύν». Δηλαδή «να έχετε δύναμιν». Και ισχύς είναι η δύναμις που παρέχεται από το Πνεύμα το Άγιον. Χωρίς αυτήν την ισχύν, την δύναμη, μοιάζομε σαν παράλυτοι. Κι αυτή η ισχύς χρειάζεται για να μπορέσομε να φέρομε εις πέρας την ανοικοδόμηση του πύργου της πνευματικής μας ζωής, όπως λέγει ο Κύριος στην παραβολή εκείνου του κάποιου ανθρώπου που ανέλαβε να κτίσει, να οικοδομήσει πύργον. «Τοῦ οἰκοδομοῦντος τόν πύργον». Τι σημειώνει εκεί ο Κύριος; Ακούστε τι σημειώνει: «Καί μή ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι -Έβαλε θεμέλια, απλώθηκε, οικοδομή μεγάλη. Καί μή ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι (:Και μη δυναμένου πια, δεν μπόρεσε να το φέρει εις πέρας το οικοδόμημα) πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῶ ἐμπαίζειν(:όλοι αρχίζουν, που βλέπουν, να τον κοροϊδεύουν) λέγοντες ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καί οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι (:Ξεκίνησε να κτίζει· δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει)». Ξεκινάς, αδελφέ μου, την πνευματική σου ζωή, ενθουσιάστηκες από ένα κήρυγμα, μέσα σου γεννήθηκε ένα αίσθημα αγάπης και εμπιστοσύνης και πίστεως, αλλά δεν είδες πόσο δύναμη έχεις και δεν επεκαλέσθης το Πνεύμα το Άγιον, για να σου δώσει την δύναμη να μπορέσεις να φέρεις εις πέρας τη σωτηρία σου, το οικοδόμημα της σωτηρίας σου.

       Αγαπητοί μου, το Πνεύμα του Θεού μάς παραγγέλλει να γρηγορούμε. Γιατί οι καιροί είναι χαλεποί. Μας εντέλλεται το Πνεύμα το Άγιον να στεκόμαστε στην πίστη, γιατί πολλοί είναι εκείνοι που την προσβάλλουν. Προπαντός δε, προσβάλλουν το θεανθρώπινο πρόσωπον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

      Μας λέγει ακόμα να έχομε ανδρεία. Γιατί δεν είμαστε, όπως σημειώνει στην προς Εβραίους ο Απόστολος Παύλος «τέκνα ὑποστολῆς», μαζέματος. Υποστέλλω τη σημαία. Να μαζευτώ, όταν ο άλλος μου βάζει μια φωνή, να μαζευτώ στο καβουκάκι μου. «Όχι», λέει ο Απόστολος Παύλος, «δεν είμαστε τέκνα υποστολής εις απώλειαν· που οδηγούμεθα στην καταστροφήν». «Ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ». «Ο Θεός», λέγει, «δεν μας έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως». Μας έδωσε δύναμιν, μας έδωσε ισχύν· τέλος, θα λέγαμε, την ισχύν του Αγίου Πνεύματος. Και όλα αυτά, προσέξτε, είναι εντολές. Προσέξτε, όλα αυτά, αγαπητοί μου, είναι εντολές. Κι εκείνος που τηρεί τις εντολές του Θεού έχει ζωήν αιώνιον.

                      ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

 ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_407.mp3


 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ- ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ  (30-08-2026)



 

Άγιος Αλέξανδρος: Ο μεγάλος επίσκοπος της Εκκλησίας μας

ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
      Πολλοί άγιοι ιεράρχες λάμπρυναν με την προσωπικότητά τους και το έργο τους την πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Αλέξανδρος, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην Εκκλησία του Χριστού σε μια εποχή κρίσιμη για εκείνη.
      Γεννήθηκε στην αγιοτόκο Μ. Ασία περί το 239 από γονείς ευσεβείς, οι οποίοι τον ανάθρεψαν χριστιανικά, σε μια εποχή που θεωρούνταν ασυγχώρητο έγκλημα να είναι κανείς Χριστιανός, διότι η θνήσκουσα ειδωλολατρία, δια της ρωμαϊκής εξουσίας καταδίωκε με ιδιαίτερη μανία την Εκκλησία και τους Χριστιανούς, με στόχο να τους εξαφανίσει από προσώπου γης. Ο ίδιος, νεαρό παιδί, δοκίμασε τους σκληρούς διωγμούς του θρησκομανή αυτοκράτορα Δέκιου (249-251) και στη συνέχεια τους διωγμούς του Βαλεριανού (257-260), τους πιο φοβερούς από όλους, του δαιμονικού Διοκλητιανού (303-305) και τέλος του Γαλερίου και Μαξιμιανού (305-313). Είχε ασκηθεί να κρύβει διωκόμενους Χριστιανούς και να περιθάλπει ταλαιπωρημένους και πληγωμένους Μάρτυρες. Όλη αυτή η τραγική κατάσταση είχε δαμάσει τον νεαρό Αλέξανδρο και είχε σμιλέψει την ψυχή του, ώστε να αφιερώσει τη ζωή του στο Χριστό και την υπηρεσία της Εκκλησίας.
       Ο Αλέξανδρος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετεί τον γέρο και άρρωστο αρχιεπίσκοπο Μητροφάνη, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο και στη συνέχεια πρεσβύτερο. Λόγω του εκκλησιαστικού του ζήλου και του αδαμάντινου χαρακτήρα του κατέστη ο στενότερος συνεργάτης του αρχιεπισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία τότε ονομαζόταν Βυζάντιο και δεν είχε αποκτήσει ακόμη την αίγλη, μετά την επιλογή του Μ. Κωνσταντίνου να γίνει η νέα πρωτεύουσα του απέραντου ρωμαϊκού κράτους. Όλες τις δύσκολες αποστολές και τα μεγάλα θέματα τα ανέθετε στον πρεσβύτερο Αλέξανδρο. Παράλληλα ο Αλέξανδρος διακρίνονταν για την ευσέβειά του, για την ασκητική ζωή του και ο ζήλος του για την διατήρηση ανόθευτης της σώζουσας διδασκαλίας της Εκκλησίας. Το μεγάλο βάρος το έριξε στην αντίκρουση των αιρέσεων, οι οποίες την εποχή εκείνη βρισκόταν σε έξαρση. Εκφωνούσε πύρινους λόγους κατά των κακοδόξων αιρετικών. Με τα επιχειρήματά του τους κατατρόπωνε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος πλανεμένων ανθρώπων.
      Όταν ο πρεσβύτερος Αλέξανδρος ήταν 63 ετών και αρκετά ώριμος πνευματικά, έκανε την εμφάνισή της η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Αιρεσιάρχης ο πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας Άρειος δίδασκε δόγματα βλάσφημα, τα οποία ανέτρεπαν ολόκληρο το θεολογικό οικοδόμημα της αρχαίας Εκκλησίας, με κυριότερη κακοδοξία, την άρνηση της θεότητας του ένσαρκου Λόγου του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. η αίρεση του αρειανισμού, απειλούσε την γνησιότητά της και αυτή ακόμη την ύπαρξή της Εκκλησίας. Για την αντιμετώπισή της συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το 325 από τον πρώτο, μετέπειτα Χριστιανό, αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο, στη Νίκαια της Βηθυνίας.
      Ο υπέργηρος και ασθενής Μητροφάνης έστειλε ως αντιπρόσωπό του στη Σύνοδο τον πρεσβύτερο Αλέξανδρο, ο οποίος αγωνίστηκε με σθένος κατά του αρειανισμού και υπέρ της Ορθοδοξίας. Συντάχτηκε με τους Ορθοδόξους Πατέρες (Αθανάσιο, Σπυρίδωνα, Νικόλαο, κ.α.) κατατροπώνοντας το φοβερό αιρεσιάρχη Άρειο. Μετά το πέρας της αγίας Συνόδου και τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, ο Αλέξανδρος έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη να αναγγείλει το πανευφρόσυνο γεγονός στον Μητροφάνη, ο οποίος τον περίμενε με  αγωνία και αδιάκοπα προσευχόμενος. Τον υποδέχτηκε με δάκρυα χαράς και του ανέθεσε μεγάλη αποστολή σε διάφορες τοπικές Εκκλησίες, να μεταφέρει το χαρμόσυνο άγγελμα του θριάμβου της ορθοδόξου πίστεως. Αν και ήταν  και ο ίδιος πια ηλικιωμένος (84 χρονών) περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα, την Ιλλυρία (Αλβανία) και τη Σερβία και άλλες βαλκανικές χώρες, κάνοντας γνωστό το «Σύμβολο της Πίστεως», που είχε συντάξει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος.
      Εν τω μεταξύ ο αρχιεπίσκοπος Μητροφάνης βρισκόταν σε ηλικία 117 ετών, αρρώστησε βαριά και τον Ιούνιο του 325 κοιμήθηκε εν Κυρίω. Λίγο πριν είχε ζητήσει να τον διαδεχθεί στο θρόνο του ο πρεσβύτερος Αλέξανδρος, τον οποίο γνώριζε καλά και τον θεωρούσε άξιο διάδοχό του, στην επισκοπή του, η οποία είχε αναχθεί πια σε πρωτόθρονη Εκκλησία, λόγω ότι είχε γίνει η νέα πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους και είχε μετονομαστεί σε Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη, από το όνομα του κτήτορά της Μ. Κωνσταντίνο.  Μάλιστα ο Μητροφάνης ζήτησε και τη γνώμη του Κωνσταντίνου για την επιλογή του Αλεξάνδρου, ο οποίος συμφώνησε μαζί του.
       Ο Αλέξανδρος δέχτηκε με ταπείνωση, θεωρώντας το υψηλό του αξίωμα ως μια ακόμα διακονία στην Εκκλησία. Η λαμπρότητα της εξουσίας δεν τον άγγιξε, παραμένοντας ο ίδιος απλός ποιμένας της Εκκλησίας, διδάσκοντας, καταπολεμώντας τις πλάνες και ασκώντας την φιλανθρωπία. Υπηρέτησε την Εκκλησία, ως αρχιεπίσκοπος της Βασιλεύουσας, για δεκαπέντε χρόνια. Το 337, σε ηλικία 98 ετών, παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο, τον Οποίο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις ολόκληρη τη ζωή του. Η Εκκλησία, εκτιμώντας την αγία ζωή του και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του προς αυτήν, τον ανακήρυξε άγιο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Αυγούστου, την ημέρα της οσιακής κοίμησής του.
       Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί πρότυπο επισκόπου και ποιμένα της Εκκλησίας μας. Παρέδωσε στο  Θεό τον εαυτό του και ολόκληρη τη ζωή του, για να γίνει πιστός διάκονος του λαού του Θεού και συνειδητός εργάτης του Ευαγγελίου και της αλήθειας, η οποία  είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων με συνέπεια, διότι θεωρούσε την πλάνη και την κακοδοξία ως ολέθριο δρόμο εξόδου από την Εκκλησία και αιτία απώλειας της σωτηρίας. Ο άγιος Αλέξανδρος, όπως και οι άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν και οι σημερινοί κληρικοί.