Σάββατο, Μαρτίου 07, 2026

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ,

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΥΤΗΣ»

    [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-3-1981]     - Β45                                        

     Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, δευτέρα Κυριακή των Νηστειών, εορτάζει τη μνήμη του μεγάλου πατρός και θεολόγου του 14ου αιώνος, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.

    Εάν η Κυριακή της Ορθοδοξίας, που εορτάσαμε την περασμένην Κυριακήν, είναι η εορτή κατά την οποίαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, στην 7η Οικουμενική Σύνοδο έδειξαν ότι ο Υιός του Θεού αληθινά έγινε άνθρωπος, για να θεωθεί ο άνθρωπος, αυτό με τη σημερινή Κυριακή και την προβολή του μεγάλου προσώπου και αγίου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που δεν είναι βεβαίως σήμερα η κανονική του μνήμη, αλλά η προβολή του, ως θεολόγου και μαχητού υπέρ της Ορθοδοξίας, με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά έγινε αυτό πολύ σαφές· διότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ηγωνίσθη ως μοναχός και ως επίσκοπος, ακριβώς να δείξει ότι είναι δυνατόν αυτό να γίνει.

    Ποιο; Αυτό που η 7η Οικουμενική Σύνοδος ήδη είχε θεμελιώσει: ότι ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ἵνα ἡ σάρξ γένηται λόγος. Αυτό που όλοι οι Πατέρες της  Εκκλησίας μας, σε μια ολοσύμφωνη γραμμή ετήρησαν μέσα στη διαδρομή της Εκκλησίας: ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος ΘεόςΚαι δύο μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι, που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1341 και το 1351, κατοχύρωσαν αυτήν την μεγάλη αλήθεια. Είναι οι τελευταίες μεγάλες Σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη, που έγιναν στην Ανατολή, 100 χρόνια πριν πέσει η Κωνσταντινούπολις και η Ανατολή πια βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία αλλοθρήσκων. Αλλά όμως, θείω Πνεύματι, έγιναν αυτές οι δύο Σύνοδοι και ενεφανίσθη αυτός ο Άγιος μεγάλος πατήρ, ο οποίος και  προκάλεσε τας Συνόδους, σημειώσατέ το αυτό, εξ αφορμής της Δύσεως, η οποία υπεστήριζε τα εναντία, στο πρόσωπο του Βαρλαάμ, ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει στη θέωση, και θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, ο άγιος αυτός πατήρ που τόσο ηγωνίσθη, με τας Συνόδους αυτάς έθεσαν το θεμέλιον της Ανατολής, της Ορθοδόξου Ανατολικής Θεολογίας,ώστε όταν θα ήρχοντο τα μεγάλα κύματα της Δύσεως να την καταποντίσουν, αυτή να είναι θεμελιωμένη.

    Το κύριο πρόβλημα που απησχόλησε τότε, κατά τον 14ον αιώνα, ήταν το εξής: Ποιος είναι ο βασικός χαρακτήρ της Χριστιανικής υπάρξεως. Ποιες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου να φθάσει πού; Αυτό ήταν το πρόβλημα. Βεβαίως δεν ήταν πρόβλημα. Το θέμα αυτό ήδη είχε τεθεί από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε και φανερώθηκε και κηρύχθηκε η Εκκλησία εις τον κόσμον. Όλοι οι αρχαίοι Πατέρες ήδη είχαν δώσει τη γραμμή πλεύσεως. Ποιες ακριβώς είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου ως Χριστιανού, να φθάσει πού; Αλλά επειδή όμως προεκλήθη θέμα κατά τον 14ο αιώνα, εξ αφορμής του εκ Καλαβρίας της Δύσεως Βαρλαάμ, ο οποίος Βαρλαάμ εξεπροσώπευε τη Δύση και η οποία Δύσις επίστευε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει σε μεγάλα μέτρα, προεβλήθη το θέμα ως πρόβλημα. Το υπεστήριξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και το επεκύρωσαν αυτές οι δύο τοπικές μεγάλες Σύνοδοι εις την Κωνσταντινούπολιν το 1341 και το 1351.

    Το θέμα λοιπόν ήταν οι δυνατότητες του ανθρώπου πού φθάνουν; Τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Και απάντησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Να θεωθεί!». Είναι η θέωσις. Τι σημαίνει θέωσις; Σημαίνει την κοινωνία, την προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό βέβαια επήρε διαστάσεις προβλήματος για τον εξής λόγο. «Θεώνομαι» που είναι μία λέξις καθαρά Ελληνική, και που δεν μπόρεσε να μεταφραστεί σε καμία γλώσσα, ούτε σε αυτήν την Λατινικήν, και μένει μία λέξις μοναδική στη γλώσσα μας και σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, αν έπρεπε να μιλήσει ο Λατίνος ή ο Γερμανός ή ο Κινέζος θα έλεγε τη λέξη Ελληνικά, «θέωσις», είναι η θεοποίησις του Μεγάλου Αθανασίου και του Μεγάλου Βασιλείου. Το να γίνει ο άνθρωπος ΘεόςΚαι να έχει ο άνθρωπος μια κοινωνία με τον Θεό κατά έναν μοναδικό τρόπο.

    Ετέθη όμως το εξής ερώτημα: Είναι δυνατόν αυτό; Εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος και «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον(:που κατοικεί σε φως απρόσιτο)»[Α’ Τιμ.στ΄16], πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στην περιοχή του Θεού και να θεωθεί; Οι ίδιοι πάλι Πατέρες υπεστήριξαν ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος και απρόσιτος. Όμως, εδώ ήταν τώρα η μεγάλη προσφορά του αγίου πατρός, η οποία, σημειώσατε, ότι δεν είναι πρωτοφανής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στηρίζεται σε δύο στερεά θεμέλια·και τα οποία τον καθιστούν ορθοδοξότατο. Και πάντα που θα ήθελε να θεολογήσει, εάν μείνει στα δύο αυτά θεμέλια, θα μείνει ορθόδοξος. Είναι η βιβλική Ιστορία και οι Πατέρες της Εκκλησίας ως ερμηνείς της βιβλικής Ιστορίας. Ο άγιος Γρηγόριος μένει στα γεγονότα της βιβλικής Ιστορίας. Μένει σ’ αυτήν την Ιστορία. Μένει σ’ αυτήν την Ενανθρώπηση. Μένει στην Σταύρωση του Χριστού, στην Ανάστασή Του, στην Ανάληψή Του, στη Μεταμόρφωσή Του. Παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως· υπογραμμίζω, παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως. Δεν αλληγορεί τίποτα. Παίρνει καθ’ αυτά τα γεγονότα. Και τα θεολογεί. Τα θεολογεί όμως με μια θεολογία πατερική. Όπως οι Πατέρες κατενόησαν και προσωπικά έζησαν τη βιβλική Ιστορία. Αυτά είναι τα δυο θεμέλια της Ορθοδοξίας. Και όποιος μιλάει επάνω σ’ αυτά τα δύο θεμέλια και στηρίζεται, ποτέ δεν πέφτει έξω. Είναι δε ο άγιος Γρηγόριος ορθοδοξότατος.

    Έρχεται λοιπόν τώρα να μας πει η Δύσις· η οποία εκπροσωπεί αν θέλετε, τη λογική κατανόηση, τη φιλοσοφική τοποθέτηση, την αριστοτελική ειδικότερα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στο μυστήριο του Θεού, του ακατάληπτου, ακατανοήτου και απροσίτου και να θεωθεί; Και λέγει ο άγιος ΓρηγόριοςΕάν υπάρξει μία διάκρισις της ουσίας του Θεού και των ενεργειών του Θεού· ο Θεός ως ουσία πράγματι είναι ακατανόητος, απερίγραπτος και απρόσιτοςΠοτέ η ουσία του Θεού δεν έρχεται σε επαφή  με τη Δημιουργία. Ο Θεός μόνον τον Υιό γεννά ως ουσίαΤον κόσμον τον δημιουργεί με τας ενεργείας Του. Αυτό ήτο η μεγάλη προσφορά του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

    Τώρα βέβαια σας φαίνονται δύσκολα αυτά, θα δείτε όμως τώρα τι θα βγει. Γι’ αυτό σας παρακαλώ μην κλείνετε τα μάτια σας, αλλά να ακούτε και να βλέπετε. Γιατί κάποτε πρέπει να μπαίνουμε στα βαθιά νερά και να μαθαίνουμε σε αυτά κολύμπι. Παρακαλώ, κοιτάξτε. Πώς ακριβώς γίνεται αυτή η διάκρισις; Γίνεται μια δίακρισις χωρίς μερισμόΔιακρίνουμε τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού, χωρίς να χωρίσουμε όμως τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού. Γιατί οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και συνεπώς είναι ο Θεός. Όπως ακριβώς είναι ο ήλιος με την ακτινοβολία του. Ο ήλιος, όπως τον βλέπουμε, είναι απρόσιτος. Ποιος μπόρεσε ποτέ να πάει στον ήλιο; Και να τον πιάσει; Είναι απρόσιτος. Είναι όμως προσιτός με την ακτινοβολία του, με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Ακούστε τι είπα: με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Τον ήλιο τον έχουμε εδώ, τον έχουμε στη γη. Μας φωτίζει, μας ζωογονεί, τον βλέπουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να πάμε στον ήλιο. Κατά παρόμοιο τρόπο είναι η ουσία του Θεού με τις ενέργειές Του.

    Όταν λέμε λοιπόν ότι θα ζήσουμε ή θα δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή…ποιος μπορεί να δει τον Θεό; Λέγει η Γραφή: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε». Όταν όμως λέμε ότι μπορούμε να δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή αυτό σημαίνει ότι ο Θεός γίνεται φανερός με τις ενέργειές Του. Αλλά πώς γίνεται με τις ενέργειές Του; Έτσι είναι ένα λεκτικό πράγμα; Απλώς σαν κουβέντα; «Όχι», απαντά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «είναι μια οντολογική παρουσία του Θεού, εις τας ενεργείας Του, όχι στην ουσία Του»·η οποία είναι πράγματι ακατάληπτος και απρόσιτος. Και συνεπώς μπορώ να δω τον Θεό. Τον Θεό να δεις; Μπορώ να δω τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον. Και βλέποντας τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον, από την παρούσα ζωή, θεώνομαι.

    Αυτό το «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» είναι η βάσις η ευαγγελική. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- ακούστε επιχείρημα: «Ποιοι είναι οι καθαροί στην καρδιά; Εκείνοι που είναι, αυτοί θα δουν τον Θεό. Εσύ λες ότι θα δεις τον Θεό στην άλλη ζωή. Μα στην άλλη ζωή, δεν υπάρχει η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό». Είδατε επιχείρημα; Εδώ είναι η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό. Συνεπώς εδώ θα δεις τον Θεό· εδώ, στην παρούσα ζωή.

    Αλλά αυτό τι συνέπιες έχει; Έχει τις εξής συνέπειες αγαπητοί μου. Απλώς τον 14ο αιώνα αυτό διετυπώθη ως δόγμαΉταν πάντοτε γνωστό. Δεν ήταν κάτι καινούριο. Γιατί, σας είπα, ήταν η προσωπική εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας και των αγίων της Εκκλησίας: ότι (εδώ προσέξτε) ότι η πνευματική ζωή δεν εξαντλείται στη μετάνοια, αλλά επεκτείνεται στην αναγέννηση. Πραγματικά πώς το λέμε αυτό; Να πώς το λέμε. Να δείτε πόσο σήμερα έχει βασική σημασία η προβολή του προσώπου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της Θεολογίας του. Σήμερα λέμε «να μετανοήσεις» και μόλις μετανοήσω και πάω και εξομολογηθώ, έχω την αίσθηση μιας αυτάρκειας, ότι τελείωσα. Αφού πήγα και εξομολογήθηκα, επισφραγίζω την εξομολόγησή μου και με τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα. Τελείωσες; Εξαντλείται η πνευματική ζωή στο να μετανοήσεις μόνο; Η πνευματική ζωή πάει πέρα από τη μετάνοια. Είναι στην αναγέννηση. Γι’αυτό λέγει ο άγιος Νικόδημος πολύ σωστά..- ξέρετε ότι στην εμπειρία αυτή έχουμε πάντα τους αγίους, στον άγιο Νικόδημο, στον άγιο Νεκτάριο, που είναι της εποχής μας κι συγχρόνους αγίους, που ίσως ακόμη η Εκκλησία δεν τους ανεκήρυξε, ίσως ποτέ να μην τους ανακηρύξει, δεν έχει σημασία, άγνωστοι άνθρωποι, ζουν αυτήν την εμπειρία.

     Προσέξατε. Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Όταν κάποιος που πεθαίνει, μας φωνάξουν να τον εξομολογήσουμε και να τον κοινωνήσουμε, πηγαίνουμε εκ καθήκοντος, γιατί μας το ζήτησαν. Δεν ξέρουμε όμως αν αυτός ο άνθρωπος θα σωθεί. Απλούστατα γιατί αφήσαμε να περάσει η ζωή μας και νομίσαμε ότι προς το τέλος της ζωής μας… κι αυτό το λάθος κάνουμε, ότι θα αφήσουμε να μετανοήσουμε στο τέλος. Δεν είναι η μετάνοια που θα μας σώσει. Η αναγέννηση. Είναι η αναγέννηση. Άφησες τη μετάνοια αδελφέ μου να περάσει η ζωή σου και τότε να μετανοήσεις είπες. Είσαι σίγουρος ότι θα γεράσεις; Είσαι σίγουρος ότι δεν θα έχεις αιφνίδιο θάνατο; Έστω. Αλλά πότε θα προλάβεις να αναγεννηθείς; Πότε θα προλάβεις;».

   Γι’ αυτό τον λόγο πάμε και ερχόμαστε στην εξομολόγηση, πάμε και ερχόμαστε χρόνια ολόκληρα, νομίζοντες ότι δυνάμεθα να περιοριζόμεθα σε μια ανανέωση της μετάνοιας και όχι σε μία αναγέννηση. Αυτό για όλους μας είναι ένα δυστύχημα. Και πρέπει να σας πω ότι σήμερα ακριβώς αυτό κάνουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο μας φαίνεται πολύ μακρινή η θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα. Μέχρι σήμερα η Δύσις δεν τον έχει κατανοήσει τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Και επειδή σήμερα δυτικίζουμε και όλο δυτικίζουμε, όχι μόνο στον πολιτισμό αλλά και στο θρησκευτικόν αίσθημα και συνεχώς δυτικίζουμεολοένα απομακρυνόμαστε από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δηλαδή από τη θεολογία της αναγεννήσεως, από τη θεολογία της θεώσεως. Να μπορούμε πραγματικά να φθάσουμε σε εκείνα τα μέτρα.

    Και σήμερα, ξέρετε τι αίσθημα έχουμε; Έχουμε το εξής αίσθημα. Και εγώ που σας ομιλώ αγαπητοί μου. Όλοι μας είμεθα παιδιά της εποχής μας και όλοι βρισκόμαστε κάτω από την ίδια νοοτροπία. Έχουμε το εξής αίσθημα: ότι αυτοί οι άγιοι με τη θεολογία τους, που δεν είναι παρά η ευαγγελική θεολογία, όπως την ερμηνεύουν οι Πατέρες και την κατανοούν και τη ζουν, σας είπα, προϊόν και της προσωπικής τους εμπειρίας, το υπογραμμίζω αυτό, ως να είναι αυτά στην κορυφή του Ολύμπου και εμείς να είμαστε στην πεδιάδα και να βλέπουμε και να λέμε «και πώς ανεβαίνει κανείς τώρα εκεί πάνω; Απρόσιτες κορυφές». Αυτό όμως είναι ένα δυστύχημα. Είναι δυστύχημα γιατί αυτά τα πράγματα αφορούν σε αυτήν τη σωτηρία μας.

    Γι’ αυτό τον λόγο, μου φαίνεται, ένα πρώτο βήμα, ένα πρώτο στάδιο που πρέπει να κινήσουμε, είναι να προβάλλουμε τα πράγματα, να προβάλλουμε τους αγίουςπου τόσο πολύ αγωνίστηκαν, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· με τη θεολογία του-δεν είναι καινούρια θεολογία, το ξαναλέγω, είναι η βιβλική και η πατερική, αλλά απλώς την έκανε σαφή και την προέβαλε, επειδή υπήρξαν αφορμές. Πρέπει αυτά να προβάλλονται. Και η Εκκλησία μας προσπαθεί να το κάνει αυτό. Η Εκκλησία μας, βλέπετε, προβάλλει την Κυριακή την Α΄ των Νηστειών, την Ορθοδοξία. Και γιορτάζει τον εαυτόν της, την ορθοδοξότητά της. Προβάλλει την Β΄ Κυριακή τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να δείξει ότι εκείνο το οποίον τότε αγωνίστηκε, εκατόν-τόσα χρόνια εις την 7η Οικουμενικήν Σύνοδο να διασώσει και την ανθρώπινη φύση του Θεού Λόγου, έρχεται τώρα ο άγιος Γρηγόριος να μας πει ότι αυτό είναι δυνατό: το ότι μπορεί τώρα ο άνθρωπος, αφού ο Θεός έγινε άνθρωπος, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός.

     Γι’ αυτό, αγαπητοί, κατακλείοντες, θα σας έλεγα, μη μένομε στα στενά όρια μιας ανεπαρκεστάτης και στοιχειωδεστάτης μετανοίας. Μια μετάνοια χωρίς δάκρυα πολλές φορές· χωρίς δάκρυα, χωρίς συναίσθηση, από μια συνήθεια πάμε να πούμε τις αμαρτίες μας και τίποτε άλλο. Να ήταν τουλάχιστον και της προκοπής η μετάνοιά μας! Να ήταν της προκοπής! Θα άξιζε ο κόπος. Ούτε αυτή δεν είναι της προκοπής. Γιατί; Γιατί απλούστατα δεν έχουμε μπροστά μας, στον οπτικό μας ορίζοντα, την αναγέννησηΑν  έχουμε στον οπτικό μας ορίζοντα την αναγέννηση, τότε θα δούμε ότι η μετάνοια είναι ένα μεταβατικό στάδιο. Βέβαια πρέπει να μετανοούμε σε όλη μας τη ζωή, γιατί είμαστε άνθρωποι και πέφτουμε. Αλλά αν το θέλετε, στη ζωή των μεγάλων αγίων, δεν έχουμε πια μετάνοια. Παρά το ότι αυτοί έλεγαν «άστε με να μετανοήσω ακόμη», όπως έλεγε ο άγιος Σισώης. «Άστε με να μετανοήσω.» Και είχε λάμψει ολόκληρος. Όμως, όπως λέγει και ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος «αυτός που μπήκε στην αναγέννηση και στη θέωση, δεν έχει ανάγκη πλέον ούτε της μετανοίας, ούτε καν των δακρύων. Δεν είναι πλέον η περιοχή της μετανοίας, αλλά της θεολογίας». Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Ε, αυτή λοιπόν η προοπτική, αυτός ο οπτικός ορίζων, έχει χαθεί από τα μάτια μας. Κι έχει μείνει μπροστά μας μόνον η μετάνοια. Γιατί νομίζουμε ότι το παν είναι η μετάνοια. Την αφήνουμε κι αυτή και ατονεί, γιατί είναι ίδιον του ανθρώπου να μη θέλει να φθάνει στο τέλος. Αλλά λέει: «Δέκα είναι;». Να σας το πω με ένα μικρό παράδειγμα. Όλοι το παθαίνουμε. «Τι ώρα τελειώνει η Εκκλησία; Εννιά; Ε, θα πάω 8.30. Δέκα; Θα πάω 9.30. Τελειώνει δώδεκα; Θα πάω 11.30». Αυτό παθαίνουμε. Λέμε «η μετάνοια, ε, ας είναι και λιγάκι πιο εδώ, δεν πειράζει». Ας προβάλλουμε, ξαναλέω άλλη μια φορά, στον οπτικό μας ορίζοντα όλο το μέγεθος του μυστηρίου της σωτηρίας μας·που είναι η αναγέννησις του ανθρώπου, που προεβλήθη τόσο δυνατά από τον άγιο πατέρα, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και που η Εκκλησία μας προβάλλει κάθε δεύτερη Κυριακή των Νηστειών                   

                ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

    και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

              μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.

·       http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_093.mp3



 

ag Lavrentios
ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΡΕΥΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
      Η αττική γη ανέδειξε, σε όλες τις ιστορικές περιόδους, μια πλειάδα αγίων, οι οποίοι λαμπρύνουν το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς είναι και ο Όσιος Λαυρέντιος από τα Μέγαρα, κτήτορας της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνας.
      Γεννήθηκε και έζησε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στα Μέγαρα της Αττικής από φτωχούς, αλλά ευσεβείς γονείς, τον Δημήτριο και την Κυριακή. Ονομαζόταν Λάμπρος Κανέλλος και ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη και του οικοδόμου. Ήταν νυμφευμένος με μια ευσεβή σύζυγο, τη Βασίλω, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και το Δημήτριο.  Ζούσαν μια ήσυχη και ενάρετη οικογενειακή και χριστιανική ζωή, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της τουρκοκρατίας.  
      Κάποτε ο ευσεβής χωρικός Λάμπρος είδε ένα παράξενο όνειρο, την Παναγία, η οποία του ζήτησε να μεταβεί στο απέναντι νησί, τη Σαλαμίνα, για να οικοδομήσει έναν ναό, στα σωζόμενα ερείπια παλαιότερου ναού της. Ο Λάμπρος ταράχτηκε, μεν αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Το όνειρο επαναλήφτηκε άλλες δύο φορές. Την τρίτη φορά  κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει και τον κατέλαβε ιερός φόβος. Διηγήθηκε το συμβάν στους δικούς του και τους φίλους του, οι οποίοι τον συμβούλεψαν να υπακούσει στην προτροπή της Θεοτόκου.

     Αποφάσισε λοιπόν να μεταβεί στη Σαλαμίνα. Κατέβηκε στην παραλία του Μεγάλου Πεύκου και προσπάθησε να βρει πλεούμενο να τον περάσει στην αντίπερα όχθη του νησιού. Όμως ήταν χειμώνας και υπήρχε θαλασσοταραχή και οι βαρκάρηδες είχαν αποσύρει τις βάρκες τους στη στεριά. Ο Λάμπρος στεκόταν αμήχανος και στενοχωρημένος στην ακτή, προσευχόμενος στην Παναγία να τον βοηθήσει να περάσει στο νησί. Τότε συνέβη το εξής παράδοξο και θαυμαστό γεγονός. Μια γλυκιά φωνή σαν μελωδία ακούστηκε: «Ρίξε το πανωφόρι σου στην θάλασσα και ανέβα επάνω σε αυτό, θα πλεύσεις με ασφάλεια και σώος θα αποβιβαστείς στην απέναντι ακτή του νησιού»!
      Γεμάτος πίστη και άκρατη συγκίνηση ο ευσεβής Λάμπρος υπάκουσε στη μυστηριώδη εντολή και χωρίς να χάσει καιρό άπλωσε την κάπα του στα κύματα, ανέβηκε σε αυτή και σαν σε σχεδία, κατάφερε να διασχίσει το θαλάσσιο πέρασμα και να φτάσει στη βόρεια πλευρά της Σαλαμίνας, με ασφάλεια και χωρίς να βραχεί καθόλου! Βγαίνοντας στη στεριά αντίκρισε τα χαλάσματα ερειπωμένης παλιάς Μονής.
      Αμέσως άρχισε το οικοδομικό έργο της ανέγερσης του ναού, όπως τον πρόσταξε η Παναγία. Αλλά ανασηκώνοντας τις πέτρες βρήκε μια παμπάλαια και μαυρισμένη από το χρόνο και την υγρασία εικόνα της Θεομήτορος, την Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της «Φανερωμένης» ή «Νεοφανείσας». Ο Λάμπρος αναλύθηκε σε δάκρυα χαράς, διότι συνειδητοποίησε ότι αξιώθηκε να γίνει όργανο της θείας χάριτος, ταπεινός υπηρέτης της Θεοτόκου. Γι’ αυτό αποφάσισε να μείνει στον αγιασμένο εκείνο τόπο, να γίνει μοναχός και να κτίσει Ιερά Μονή προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου θα στέγαζε την Θαυματουργό Εικόνα της.
     Γύρισε στην οικογένειά του και διηγήθηκε με δέος όσα βίωσε. Τα δυο του παιδιά είχαν μεγαλώσει και δεν είχαν ανάγκη την αρωγή του και η πιστή του σύζυγος του έδωσε την άδεια να γίνει μοναχός. Ο Λάμπρος αποχαιρέτησε την αγαπημένη του οικογένεια και επέστρεψε στη Σαλαμίνα, όπου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Λαυρέντιος.
       Λαυρέντιος άρχισε τις οικοδομικές εργασίες το έτος 1682. Βοηθούμενος από ευσεβής χριστιανούς της περιοχής, έκτισε αρχικά ναό, προς τιμήν του Αγίου Νικολάου και στη συνέχεια, με πολλούς κόπους, μια περίλαμπρη Μονή, την οποία
αφιέρωσε στην Παναγία την Φανερωμένη. Μετά το πέρας των εργασιών ήρθαν και άλλοι μοναχοί να εγκαταβιώσουν εκεί. Ο Λαυρέντιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έγινε ηγούμενος της Μονής. Με τον προσωπικό του αγώνα, την αδιάλειπτη προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, κατέστη μια άρτια πνευματική προσωπικότητα. Οι αρετές του, η σοφία του και αγιότητά του είχαν γίνει γνωστές στην ευρύτερη περιοχή, όπου συνέρρεαν πλήθη πιστών να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Η ευλάβειά του επέδρασε και στην οικογένειά του. Η σύζυγός του, τον ακολούθησε στη μοναχική ζωή, εκάρη και εκείνη μοναχή και έλαβε το μοναχικό όνομα Βασσιανή. Ο ένας από τους γιούς του, ο Ιωάννης, μιμούμενος τον πατέρα του Λαυρέντιο, αποφάσισε να αφιερωθεί στην Εκκλησία, εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Ιωακείμ και γινόμενος διάδοχός του στην ηγουμενία της Μονής.
     Μετά από οκτώ χρόνια ηγουμενίας αποφάσισε να αποσυρθεί σε έρημο τόπο, για να ζήσει ως ερημίτης. Αφού κατέστησε ηγούμενο τον Ιωακείμ, κατευθύνθηκε προς τα νότια της νήσου και εγκαταστάθηκε σε απόκρημνο και δυσπρόσιτο βραχώδες μέρος. Έκτισε εκεί ένα μικρό κελί, όπου το αφιέρωσε στον Προφήτη Ηλία. Λάξευσε στο βράχο κοίλωμα για να συγκεντρώνει το νερό της βροχής για τις ανάγκες του και τρέφονταν με άγρια χόρτα του βραχώδους βουνού. Εκεί ζούσε στη γαλήνη της ερήμου με προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, ψάλλοντας αδιάκοπα αίνους στο Θεό και ευχαριστώντας την Παναγία για την τιμή που του έκανε να Την υπηρετήσει.
     Αλλά οι πιστοί τον ανακάλυψαν και συνέρεαν στο δύσβατο ερημητήριό του να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τη βοήθειά του στις δυσκολίες της ζωής τους. Μάλιστα αξιώθηκε να επιτελεί και πολλά θαύματα. Πλήθος ασθενών έτρεχαν να βρουν την υγεία τους στον άγιο ερημίτη. Εκείνος γεμάτος καλοσύνη δεν αρνούνταν σε κανέναν τη βοήθειά του. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι η θαυματουργική ίαση από ανίατη ασθένεια συζύγου Οθωμανού αξιωματούχου των Αθηνών. Παρά τις αντιρρήσεις της τουρκάλας ασθενούς, κλήθηκε ο Άγιος στο σπίτι τους στην Αθήνα, την οποία σταυρώνοντάς την, την θεράπευσε και την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Ο Οθωμανός αξιωματούχος, μαζί με τις ευχαριστίες του, απέδωσε στην Ιερά Μονή έκταση της, την οποία παράνομα κατείχε εκείνος, στην απέναντι περιοχή της Μεγαρίδος, στη θέση, η οποία μέχρι σήμερα αποκαλείται Βλυχάδα.
       Ο τραχύς και δύσκολος ασκητικός του αγώνας έφθειραν την υγεία του. Ασθένησε και στις 7 (κατ’ άλλους στις 9) Μαρτίου του 1707 κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίδοντας την ψυχή του στο Θεό και στην Παναγία Μητέρα Του. Έφυγε χωρίς να δει την αγιογράφηση του καθολικού της Μονής, την οποία ολοκλήρωσε ο γιός του Ιερομόναχος Ιωακείμ. Το ιερό του λείψανο τάφηκε στο διακονικό του καθολικού του παρεκκλησίου του Αγίου Χαραλάμπους, ή κατ’ άλλη πληροφορία στο καθολικό του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, στο δάπεδο του ναού, μπροστά στο Άγιο Βήμα.
     Η Ιερά Μονή Φανερωμένης, σεμνύνεται για τον όσιο κτήτορά της και έχει την ευλογία να κατέχει Λείψανα του, σε αργυρές λειψανοθήκες. Η τιμία κάρα του βρίσκεται για προσκύνηση στην αγία πρόθεση του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, μπροστά στην ολόσωμη τοιχογραφία του και δίπλα στην θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης.
     Η μνήμη του τιμάται στις 7 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.   


Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2026

 

«Χαίρε Αμνού και Ποιμένος Μήτηρ», (Β΄ Στάση των Χαιρετισμών).

«Χαίρε Αμνού και Ποιμένος Μήτηρ», (Β΄ Στάση  των Χαιρετισμών).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως -Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 6η Μαρτίου 2026

    Όπως είναι γνωστόν, σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, Παρασκευή της δευτέρας εβδομάδος των νηστειών, η Εκκλησία μας ψάλλει την δεύτερη Στάση των Χαιρετισμών της χαρμόσυνης ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου. Στον πρώτο Οίκο της δεύτερης Στάσης, παρουσιάζονται οι βοσκοί, που αξιώθηκαν πρώτοι να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Χριστό: «Ήκουσαν οι ποιμένες των αγγέλων υμνούντων την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν και δραμόντες ως προς ποιμένα θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον…». Μόλις άκουσαν οι βοσκοί τον ύμνο των αγγέλων, έτρεξαν να προσκυνήσουν τον Σωτήρα ως τον Μέγα Ποιμένα. Και εκεί τους περίμενε το εξής παράδοξο και απροσδόκητο: Είδαν τον Ποιμένα «ως αμνόν άμωμον». Γι’ αυτό και ο υμνογράφος στη συνέχεια βάζει στο στόμα των βοσκών τον εξής χαιρετισμόν: «Χαίρε Αμνού και Ποιμένος Μήτηρ, Χαίρε αυλή λογικών προβάτων».

    Με το πρόσωπο του Χριστού μας συνδέονται καταπληκτικές και παράδοξες αντιθέσεις, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και δείχνουν ακριβώς την παρουσία και την παντοδυναμία του. Ο Χριστός είναι ταυτόχρονα και ο θύτης που προσφέρει την θυσία της ζωής του, αλλά και το θύμα που θυσιάζεται. Είναι «ο μεριζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος». Είναι ο οδηγός αλλά και η οδός. Είναι ο ποιμένας, αλλά και ο αμνός. Μόνον ο Χριστός έχει αυτά τα παράδοξα, διότι μόνο στο πρόσωπό του συναντούμε το θεϊκό με το ανθρώπινο, συνηρμοσμένα σ’ έναν ασύλληπτο συνδυασμό. Μεγάλο μάθημα της πίστεώς μας, ότι ο Κύριός μας είναι αμνός, αλλά και ποιμένας.

    Ας προσπαθήσουμε κάπως να προσεγγίσουμε αυτήν την αλήθεια. Για να την κατανοήσουμε καλύτερα θα πρέπει να ανατρέξουμε στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Όλες οι θυσίες των ζώων, που έκαναν οι Εβραίοι την εποχή εκείνη, δεν μπορούσαν να προσφέρουν την λύτρωση και την σωτηρία, γι’ αυτό και είχαν τυπικό και προφητικό χαρακτήρα. Προεικόνιζαν και προτύπωναν την μία και μοναδική θυσία, την σταυρική θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτόν προεικόνιζε ο αμνός που θυσίαζαν οι Εβραίοι, όταν εόρταζαν το Πάσχα. Αυτόν βλέπει με το προφητικό του μάτι ο προφήτης Ησαΐας, όταν γράφει: «Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη». Έτσι τον παρουσιάζει στο λαό ο μεγαλύτερος από όλους τους προφήτες, ο άγιος Ιωάννης ο πρόδρομος, όταν για πρώτη φορά τον αντίκρυσε και είπε: «ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο αμνός του Θεού, ο Κύριός μας, φορτώνεται πάνω του την αμαρτία του κόσμου. Τι μεγάλη αλήθεια!

    Ο άνθρωπος με την επιστήμη και την τεχνολογία του κατόρθωσε να κατασκευάσει μεγάλους και δυνατούς γερανούς, που μπορούν να σηκώσουν δεκάδες και εκατοντάδες τόνους βάρος. Και όμως κανένας από αυτούς δεν μπορεί να σηκώσει και την πιό μικρή αμαρτία. Δεν υπάρχει τίποτε πιό βαρύ από την αμαρτία, αλλά και τίποτε πιό αδύναμο από ένα αρνί. Δεν έχει ούτε πόδια δυνατά για να τρέξει, ούτε νύχια για να ξεσκίσει, ούτε δόντια για να δαγκάσει, ούτε φτερά για να πετάξει. Άκακο, αγνό, αδύναμο ζώο το πρόβατο. Και όμως ιδού το παράδοξο: «ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο αμνός του Θεού, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, είναι αυτός, που μόνος μπορεί να  σηκώσει επάνω του όλη την αμαρτία του κόσμου. Με την σταυρική θυσία του, με το πολύτιμο και ανεκτίμητο αίμα του εξαλείφει, σβύνει όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Στην αποκάλυψη ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος τον βλέπει σε όραμα «ως αρνίον εστηκώς ως εσφαγμένον» (Αποκ. 5,6). Βλέπει με το προφητικό του μάτι ένα αρνί, το οποίο είναι σφαγμένο, αλλά τι παράδοξο! Το αρνί αυτό το σφαγμένο, στέκεται όρθιο! Είναι ο Κύριός μας, ο εσταυρωμένος, που φέρει επάνω του τα σημάδια της σφαγής του, αλλά και αναστημένος.

    Αμνός λοιπόν και θύμα άμωμον ο Κύριός μας. Είναι όμως ταυτόχρονα και ποιμένας. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες από την  αγία Γραφή, που τον παρουσιάζουν με την εικόνα του ποιμένος. Ο Δαυΐδ στον 22ο Ψαλμό του βλέπει τον Κύριο ως ποιμένα και τον εαυτό του ως πρόβατο της ποίμνης του: «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει. Εις τόπον χλόης, εκεί με κατεσκήνωσε. Επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με, την ψυχήν μου επέστρεψε…». Ο βοσκός βόσκει τα πρόβατά του σε χλοερά λειβάδια, τα ποτίζει σε δροσερές πηγές, τα ξεκουράζει σε μέρη σκιερά, τα προστατεύει από τους λύκους και από κάθε κίνδυνο, φροντίζει με κάθε τρόπο, ώστε να μην τα λείψει τίποτε. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Κύριός μας ο πνευματικός ποιμένας και καθοδηγός των ψυχών μας. Μας τρέφει με την σάρκα του και μας ποτίζει με το αίμα του. Μας καθοδηγεί με τον λόγον του, μας προστατεύει και μας ασφαλίζει από τους νοητούς λύλους, τους δαίμονες, αλλά και από ανθρώπους που γίνονται όργανα των δαιμόνων. Αρχίζει το απολυτρωτικό του έργο ως ποιμένας και διδάσκαλος και το ολοκληρώνει με την σταυρική του θυσία, ως ο μέγας αρχιερεύς. Με τα θαύματα και την διδασκαλία του γίνεται ο αληθινός ηγέτης, ο οποίος καλεί κοντά του όλους τους ανθρώπους, που έμοιαζαν με «πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Δημιουργεί ομάδα μαθητών, δηλαδή τους 12 μαθητάς και στη συνέχεια τους 70, που αποτελούν το πρώτο ποίμνιό του. Στην παραβολή του καλού ποιμένος, (Ιω. κεφ. 10), παρουσιάζει την στοργική αγάπη, που έχει για τα λογικά του  πρόβατα. Όταν χαθεί ένα πρόβατο δεν αδιαφορεί, αλλά αφήνει τα υπόλοιπα και ψάχνει να βρή το χαμένο. Σκύβει ανάμεσα σε βράχια και γκρεμούς, ανάμεσα σε βάτους και αγκάθια. Και όταν το βρεί, το παίρνει στους ώμους του και επιστρέφει γεμάτος χαρά στη μάνδρα.

    Σε άλλη παραβολική εικόνα ο Κύριος παρουσιάζεται ως ο μόνος αληθινός και γνήσιος ποιμένας, ο οποίος έχει τόση αγάπη για τα πρόβατά του, ώστε να θυσιάζεται γι’ αυτά: «Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Ο κάθε τσομπάνος, που βόσκει πρόβατα, όσο καλός και αν είναι, όση αγάπη και αν έχει για τα πρόβατά του, ποτέ δεν φθάνει στο σημείο να θυσιάσει την ζωή του γι’ αυτά. Απεναντίας μάλιστα, τα εκμεταλλεύεται, διότι περιμένει κάποιο κέρδος από αυτά. Μόνον ο Χριστός έχει ανιδιοτελή αγάπη για τα πρόβατά του, διότι όχι μόνον δεν τα εκμεταλλεύεται, δεν θυσιάζει τα πρόβατά του, αλλά αντιθέτως θυσιάζεται γι’ αυτά. Ποιά αγάπη μπορεί να συγκριθεί με την δική του; «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού», θα πει στους μαθητές του κατά το Μυστικό Δείπνο.

    Δεν έχει όμως μόνον απέραντη και ασύγκριτη αγάπη για τα πρόβατα. Έχει και την δύναμη να τα προστατεύσει από κάθε κίνδυνο: «Και ούχ αρπάσει τις αυτά εκ της χειρός μου», λέγει σε άλλο σημείο της παραβολής του καλού ποιμένος. Κανένας δεν μπορεί να αρπάξει τα λογικά του πρόβατα από το παντοδύναμο χέρι του. Κανείς, ούτε άνθρωπος ούτε δαίμονας, δεν μπορεί να τα αποσπάσει από την μάνδρα της Εκκλησίας του. Λυσομανούν έξω από την μάνδρα της Εκκλησίας οι αιρετικοί, σαν άλλοι άγριοι λύκοι, για να κατασπαράξουν τα πρόβατα. Θα αποτύχουν όμως όλες οι επιθέσεις των, δεν θα κατορθώσουν τίποτε, διότι ο Χριστός είναι ανίκητος πολεμιστής. Εφ’ όσον τα πρόβατα θα παραμένουν μέσα στην μάνδρα της Εκκλησίας και δεν φύγουν με την θέλησή τους από αυτήν, δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο. Ο Κύριος με απέραντη ευκολία θα διαλύσει τους εχθρούς της ποίμνης του, σύμφωνα με την προφητεία του Δαυΐδ: «ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς». Με το σιδερένιο, το πανίσχυρο ραβδί του θα συντρίψει τους εχθρούς σαν πήλινα σκεύη.

    Όλες όμως αυτές τις ανεκτίμητες δωρεές, όλα αυτά τα χαρίσματα που αξιωθήκαμε να λάβουμε από τον Κύριο, τα οφείλουμε κατά δεύτερο λόγο και στην Παναγία, διότι Αυτή τον έφερε στον κόσμο, δι’ αυτής εσαρκώθη και έγινε άνθρωπος ο Κύριος. Δικαιολογημένα λοιπόν ευχαριστούμε και τιμούμε και μεγαλύνουμε την Θεοτόκο όλοι εμείς, τα μέλη της ποίμνης του Χριστού, με θάρρος δε καταφεύγουμε στην μητρική αγκαλιά της και επιζητούμε τις πρεσβείες της και την  προστασία της. 



 

    ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: «Πειθήνια ὄργανα τοῦ Σατανᾶ οἱ                                                              Παπικοί»

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: «Πειθήνια ὄργανα τοῦ Σατανᾶ οἱ Παπικοί»

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ.

... Ἐπάθαμε δυστυχῶς πολλά, διότι στήν ἀρχή τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνα, πού ἐκτιμοῦσαν πολλοί ὅτι θά ἦταν ὁ αἰῶνας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Διάβολος διά τοῦ πάπα καί τῶν φιλοπαπικῶν ἐχάραξε ἄλλη πορεία, φιλοπαπική, φιλοδυτική, οἰκουμενιστική, ἐκκοσμικευμένη, ἀνατρεπτική τῶν θεσμῶν καί τῶν Παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας.

... Μεταλλάξαμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό ψεῦδος τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτό καί μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμίας καί ἀκαθαρσίας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 1, 24-25).

... Ἡ ἀποστολική διαδοχή διακόπτεται, ὅταν διακοπεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία. Καί ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία διά τῶν αἰώνων θεωρεῖ αἵρεση καί πλάνη τόν Παπισμό, κατασκεύασμα τοῦ Διαβόλου.

Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγός, ὁμόθρονος καί ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ Παπικοί ἔχασαν τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα σ’ αὐτούς.

... Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στούς «Ἀποδεικτικούς Λόγους, Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» μᾶς διδάσκει ὅτι καί πάλι ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Διάβολος, σηκώνει τό κεφάλι του ἐναντίον μας καί προσβάλλει τίς ἀλήθειες τῆς Πίστεως.

Αὐτός παρεκίνησε τούς παλαιούς αἱρετικούς, τούς Ἀρείους, τούς Ἀπολιναρίους, τούς Εὐνομίους, τούς Μακεδονίους καί πολλούς ἄλλους νά χύσουν τό δηλητήριο τῆς αἱρέσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, τυλιγμένο μέ λόγια εὐσεβείας, καί νά τήν παρουσιάσουν σάν ἕνα νέο θαλερό φυτό γεμᾶτο ἀπό ὡραίους καρπούς.

Αὐτός λοιπόν ὁ πονηρός καί καταραμἐνος ὄφις, «τό πρῶτον καί μέσον καί τελευταῖον κακόν», ὁ ἀκούραστος ἐπιτηρητής τῆς ἀπάτης καί εὐμήχανος σοφιστής, δέν ξέχασε καθόλου τήν χαρακτηριστική του κακοτεχνία, ἀλλά μέ τούς Λατίνους, πού εἶναι πειθήνια ὄργανά του, «διά τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων», διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ καινούργιες διδασκαλίες, πού φαίνεται νά ἔχουν μικρή διαφορά, εἶναι ὅμως ἀφορμές γιά μεγάλα κακά καί προκαλοῦν στήν Ὀρθοδοξία πολλά καί δεινά ἔκφυλα καί ἄτοπα, τά ὁποῖα δείχνουν ὅτι στά δογματικά θέματα περί τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι  μικρό τό παραμικρό· «οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν».

---------------------------- 

Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ - ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ, τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πατρολογίας τοῦ Α.Π.Θ. -Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2019.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός



Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2026

 

Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος: Ο ηρωικός διδάσκαλος της Ραψάνης

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΡΑΨΑΝΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Οι Νεομάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν τη ζωή τους για την αγάπη του Χριστού, προέρχονταν από όλες τις τάξεις και τα επαγγέλματα. Μια πλειάδα από αυτούς ήταν μορφωμένοι και είχαν ζηλευτά επαγγέλματα, τα οποία αντάλλαξαν με τη μαρτυρία της σώζουσας αλήθειας της Εκκλησίας και έχυσαν το αίμα τους για γι’ αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο ένδοξος άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος της Ραψάνης, γραμματοδιδάσκαλος στο επάγγελμα.

       Γεννήθηκε το 1798 στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, σε έναν σημαντικό συνοικισμό στον Κάτω Όλυμπο. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζηλάσκαρης ή Αναστάσιος Ψάλτης. Δεν είναι γνωστό όμως αν το Ψάλτης είναι επώνυμο ή ιδιότητα του Αναστασίου. Η μητέρα του Νεομάρτυρα είχε το όνομα Σμαράγδα και ήταν θυγατέρα του Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Τους διέκρινε βαθειά ευσέβεια, με την οποία γαλούχησαν το μικρό Γεώργιο.

     Η οικονομική τους ευχέρεια τους επέτρεψε να προσφέρουν την καλλίτερη δυνατή μόρφωση σ’ αυτόν. Μετά τη βασική του εκπαίδευση, στα 1816 τον έγραψαν στην ξακουστή Ανώτερη Σχολή της Ραψάνης, η οποία είχε ιδρυθεί το 1767 από τον δραστήριο Επίσκοπο Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονύσιο, για να συνεχίσει ανώτερες σπουδές.

      Κατά διάρκεια των σπουδών του ο Γεώργιος έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια και φιλομάθεια, αποκτώντας σοβαρή κατάρτιση. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε γραμματοδιδάσκαλος, δηλαδή δάσκαλος κατώτερου σχολείου στη Ραψάνη, επιδεικνύοντας μεγάλο ζήλο στα διδακτικά του καθήκοντα, τα οποία συνδύαζε με την βαθειά του πίστη στο Θεό και την απόλυτη προσήλωσή του στην Εκκλησία. Μαζί με τα εγκύκλια μαθήματα δίδασκε και τα εκκλησιαστικά γράμματα στους μαθητές του, τις αρχές της χριστιανικής πίστεως. Στο διδακτικό του έργο είχε εντάξει και τη διδασκαλία της πατριδογνωσίας, αφυπνίζοντας τους έλληνες μαθητές του και καλλιεργώντας την ιδέα της ελευθερίας. Γενικά ήταν καλοκάγαθος και μειλίχιος, κερδίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό των μαθητών του και την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των γονέων τους. 

       Η Ραψάνη στα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε μια σημαντική ακμή. Είχε γίνει κέντρο εμπορικής, βιοτεχνικής και εμπορικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής, λόγω της γεωγραφικής της θέσης της, στις παρυφές των Τεμπών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακμάζουν εκεί τα γράμματα, να καλλιεργείται η πνευματική άνθιση και να αναδεικνύονται ισχυρές προσωπικότητες. Ήταν δε όνειρο και καύχηση των εύπορων γονέων της Θεσσαλίας και άλλως περιοχών, να στείλουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στις ονομαστές σχολές της Ραψάνης. Ακόμα και πολλοί Οθωμανοί έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν εκεί.

      Αυτό έκαμε και κάποιος επιφανής τούρκος, από την κωμόπολη Δερελί (τους σημερινούς Γόνους). Αποφάσισε να στείλει το γιό του να σπουδάσει στο σχολείο που δίδασκε ο Γεώργιος, βάζοντάς τον οικότροφο σε κάποιο φιλικό του σπίτι. Το μικρό τουρκόπουλο φοιτούσε μαζί με τα ελληνόπουλα, και είχε προσαρμοσθεί στο κλίμα του ελληνικού σχολείου. Ο διδάσκαλος Γεώργιος δέχτηκε με καλοσύνη το τουρκόπουλο και το μεταχειρίζονταν όπως τα ελληνόπουλα. Αλλά και εκείνο γρήγορα κέρδισε την αγάπη και την εμπιστοσύνη του  προς τον ευγενή και καλοκάγαθο δάσκαλό του.

     Ο μικρός τούρκος μαθητής, με τον καιρό και εξαιτίας της αγάπης και αφοσίωσης που έτρεφε για το δάσκαλό του, άρχισε να αλλάζει νοοτροπία. Η ένθερμη και γεμάτη γλυκύτητα λόγου διδασκαλία του για τις αρχές της Ελληνοορθοδοξίας άσκησαν τεράστια επιρροή στο χαρακτήρα του και άλλαξαν άρδην τις διαθέσεις του. Έπαψε να τρέφει εχθρικά αισθήματα για τους Ρωμιούς, όπως του είχαν διδάξει οι γονείς του. Είχε γοητευθεί από όσα άκουγε από το δάσκαλό του για την χριστιανική πίστη και άρχισε να αμφιβάλλει για τα δικά του πιστεύω. Μάλιστα άρχισε να μιλάει, με συμπάθεια και δημόσια για την αξία της χριστιανικής πίστεως και τις όμορφες παραδόσεις των Ρωμιών. Να εκδηλώνει την εκτίμησή του προς αυτούς και τη δυσφορία του για τις ταπεινώσεις και εξουθενώσεις τους από τους εξουσιαστές Οθωμανούς ομοφύλους του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μιλούσε απαξιωτικά για την ισλαμική θρησκεία την οποία άρχισε να την περιφρονεί. Ήταν φανερό πως ο ένθερμος και ένθεος δάσκαλος Γεώργιος  είχε σπείρει στην τρυφερή παιδική του ψυχή την ευλογημένη πίστη στο Χριστό!

      Η μεγάλη και εμφανής αλλαγή συμπεριφοράς του τουρκόπουλου θορύβησε τους γονείς και το συγγενικό περιβάλλον του. Ήταν μια μεγάλη προσβολή γι’ αυτούς και τη θρησκείας τους, να αλλαξοπιστήσει το παιδί τους από έναν «γκιαούρη» (άπιστο) δάσκαλο. Να ασπασθεί τη θρησκεία των υποδούλων τους και να μιλά με συμπάθεια γι’ αυτούς. Μόλις έγινε γνωστό το συμβάν στους μουσουλμάνους της περιοχής,  ξύπνησε μέσα τους το άσβεστο μίσος τους εναντίον των Χριστιανών Ρωμιών και ζητούσαν επίμονα εκδίκηση!

      Μια ομάδα από αυτούς πήγαν στη Ραψάνη, αναζητώντας τον ελληνοδιδάσκαλο Γεώργιο. Εισέβαλαν στη σχολή, σαν άγρια θηρία και τον συνέλαβαν. Αφού τον ξυλοκόπησαν αλύπητα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν, σέρνοντας και δέρνοντας, στον Τύρναβο, όπου ήταν, από το 1811, η  έδρα του τούρκου σατράπη της Θεσσαλίας και του τουρκικού στρατοδικείου, στον αιμοβόρο και ανελέητο Βελή Πασά, γιο του επίσης αιμοδιψή Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η κατηγορία εναντίον του ήταν πολύ βαριά, εκχριστιανισμός μουσουλμάνου! Σύμφωνα με την «σαρία», τον ισλαμικό νόμο, η αποκήρυξη του Ισλάμ και η προσβολή του τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου. Όταν αυτός ήταν ανήλικος,  όπως το συγκεκριμένο τουρκόπουλο, θανατώνονταν οι αίτιος.

     Η σύλληψη του δάσκαλου Γεωργίου έριξε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε μεγάλη θλίψη την οικογένειά του και τους κατοίκους της Ραψάνης. Ήξεραν τι θα ακολουθούσε. Η φημισμένη σχολή έχασε έναν λαμπρό δάσκαλο και οι Ραψανιώτες ένα ηρωικό παλληκάρι.

     Δεν μας έχει διασωθεί η διαδικασία της ανάκρισης και της απολογίας του Μάρτυρα. Επίσης δεν γνωρίζουμε αν την υπόθεση χειρίστηκε ο ίδιος ο Βελή Πασάς, ή κάποιος τούρκος στρατοδίκης, ή κάποιος μουλάς δικαστής (κατής). Εικάζουμε ότι οι τούρκοι προσπάθησαν να τον τρομοκρατήσουν και να του τάξουν την αθώωσή του, αν δεχόταν να εξισλαμισθεί και να αποκτήσει πλούτη και αξιώματα. Αυτή ήταν μια πάγια αρχή των τουρκικών ανακριτικών και δικαστικών αρχών, η οποία προβλέπονταν και από τον ισλαμικό νόμο: όποιος ασπάζονταν το Ισλάμ του χαρίζονταν οποιαδήποτε ποινή και του παραχωρούνταν δικαιώματα και πλούσιες αμοιβές!

     Προφανώς ο Γεώργιος αρνήθηκε και παραδόθηκε στους άγριους και ανελέητους στρατιώτες για να βασανισθεί, έως ότου δεχτεί να αλλαξοπιστήσει. Αρχικά τον γύμνωσαν και τον έριξαν σε μπάνιο, με βραστό νερό. Μετά του τρυπούσαν όλο του το σώμα με μυτερά καρφιά και κοπίδια. Του έσκιζαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Του κάρφωσαν στα πόδια πέταλα αλόγου και τον περιέφεραν στην πόλη του Τυρνάβου για διαπόμπευση.  Κατόπιν τον κάρφωσαν σε τετράγωνο στύλο, ίσο στο ύψος του, τον τύλιξαν με σχοινιά και πανιά, εμποτισμένα με πίσσα και άλλα εύφλεκτα υλικά και του έβαλαν φωτιά. Αλλά ο Θεός τον προστάτεψε, ούτε μια τρίχα της κεφαλής του δεν κάηκε! Αυτό εξόργισε περισσότερο τους δημίους του, οι οποίοι, κατόπιν αποφάσεως της τουρκικής διοικήσεως, οδηγήθηκε στις όχθες του ποταμού Πηνειού, κοντά σε μια γέφυρα, εκεί που είχε μαρτυρήσει ο άλλος ηρωικός Νεομάρτυρας της περιοχής ο Γεδεών, όπου τον αποκεφάλισαν.

     Ήταν 5 Μαρτίου του έτους 1818, όταν η ψυχή του ηρωικού Μάρτυρα Γεωργίου φτερούγησε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, τον Οποίο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει στη σύντομη διδακτική του καριέρα. Ήταν μόλις 20 ετών παλληκάρι. Εκεί κοντά στη γέφυρα τον ενταφίασαν. Αλλά την πρώτη κιόλας νύχτα οι τούρκοι στρατιώτες σκοποί είδαν με έκπληξη ένα απίστευτο θέαμα. Μια φωτεινή στήλη να ενώνει τον ουρανό με τον τάφο του Μάρτυρα. Την άλλη νύχτα επαναλήφτηκε το παράδοξο φαινόμενο και οι στρατιώτες πήγαν και το ανέφεραν στον Βελή Πασά, ο οποίος θορυβήθηκε και παράγγειλε στους συγγενείς του στη Ραψάνη να έλθουν και να παραλάβουν το λείψανό του και με τιμές το μετέφεραν στη γενέτειρά του, όπου το ενταφίασαν με τιμές. Τα τίμια λείψανά του ευωδιάζουν και θαυματουργούν ως τα σήμερα.

    Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.

    Η πίστη, η ομολογία και το μαρτύριο των Νεομαρτύρων διέσωσε την ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα της ελευθερίας και της εθνικής μας αποκατάστασης. Το τιμημένο αίμα τους πότισε αρκούντος το δένδρο της λευτεριάς και κράτησε αναμμένη τη σπίθα της εθνικής και θρησκευτικής ιδιοπροσωπίας των υποδούλων προγόνων μας. Είναι χρέος μας να μην είμαστε επιλήσμονες για την υπέρτατη προσφορά τους στην Εκκλησία και το Γένος μας, διότι η ιστορική λήθη είναι συνώνυμη με τον εθνικό αφανισμό!



 

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ) ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
       Ουδέποτε υπήρξε στην Εκκλησία απουσία πατερικών μορφών. Όπως σε κάθε εποχή, και στους σύγχρονους χρόνους αναδείχνονται Πατέρες και διδάσκαλοι. Μια τέτοια σύγχρονη πατερική μορφή υπήρξε και ο Σέρβος νεοφανής άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία «ο Σέρβος Χρυσόστομος», λόγω της ρητορικής του δεινότητας και των αγώνων του για την μόνη σώζουσα ορθόδοξη πίστη.
       Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της Νότιας Σερβίας από φτωχούς, πολύτεκνους και ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Ιερά Μονή Τσέλιε. Από μικρό παιδί έδειξε μια ασυνήθιστη αγάπη για την Εκκλησία και κλίση για την αρετή και την προσευχή. Απομονώνονταν συχνά και προσεύχονταν με τις ώρες. Μετά την εγκύκλιο μόρφωσή του εισήχθη στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια στις σπουδές του, ώστε το Πατριαρχείο της Σερβίας, εκτιμώντας την φιλομάθειά του και το ήθος του, τον έστειλε με υποτροφία για ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την Αγγλία. Έμαθε επίσης άριστα επτά γλώσσες.

     Παράλληλα με τις σπουδές του καλλιέργησε και την πνευματική του πρόοδο. Πίστευε ακράδαντα στο Θεό και φλέγονταν από πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Μελετούσε με πάθος τους Πατέρες και την ορθόδοξη θεολογία. Το 1908 υπέβαλε το Πανεπιστήμιο της Βέρνης διδακτορική διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανά­σταση του Χριστού, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας». Ακολούθως σπούδασε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπέβαλε άλλη διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης σχετικά με τη φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ.
      Το 1909 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου όμως αρρώστησε βαριά από δυσεντερία και λίγο έλειψε να πεθάνει. Όταν ανάρρωσε πήρε την απόφαση να γίνει μοναχός στη Ιερά Μονή Ρακόβιτσα και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και συνάμα ορίστηκε ιεροκήρυκας στην σερβική πρωτεύουσα. Εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, κατά τη διάρκεια του οποίου επέδειξε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο στον δοκιμαζόμενο σερβικό λαό. Στα 1915 στάλθηκε στην Αγγλία και στις Η.Π.Α. για να ζητήσει βοήθεια από τους Σέρβους μετανάστες για τους πεινασμένους της Σερβίας. 
     Το 1919 εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσης και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην ιστορική Επισκοπή της Αχρίδος. Η επισκοπική του διακονία σημαδεύτηκε από υποδειγματική ποιμανατορία. Λειτουργούσε με κατάνυξη και κήρυττε με φλογερό πάθος. Ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός ρήτορας, ο οποίος σαγήνευε τους πολυπληθείς ακροατές των κηρυγμάτων του. Εργάστηκε άοκνα για την πνευματική αφύπνιση του ιερού κλήρου και για την ανέγερση ναών και μοναστηριών. Παράλληλα άσκησε ένα αξιοθαύμαστο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, με την σύσταση ιδρυμάτων, όπως ορφανοτροφείων, όπου έβρισκαν καταφύγιο χιλιάδες ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά. Ήταν πολύ αγαπητός από το λαό του, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του πατέρα και προστάτη του.
      Παρ’ όλο τον φόρτο της ποιμαντικής του διακονίας ασκούνταν και ό ίδιος στην αρετή και την πνευματική πρόοδο, προσευχόταν, νήστευε, αγρυπνούσε. Θαύμαζε τον αγιορείτικο μοναχισμό και φρόντιζε να έρχεται συχνά στο Άγιο Όρος για πνευματικό ανεφοδιασμό. Επισκεπτόταν συνήθως την Ιερά Μονή Παντελεήμονος, όπου συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου θαύμαζε την αγία βιωτή. Εκεί γνώρισε και τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993). 
      Ο άγιος Νικόλαος υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας πληθώρας αξιόλογων έργων, τα οποία εξέδωσε σε είκοσι τόμους. Τα διακρίνει η βαθειά του ορθόδοξη θεολογική σκέψη, η ποιητικότητα, η γλαφυρότητα και ακρίβεια. Το σημαντικότερο σύγγραμμά του είναι ο «Πρόλογος της Αχρίδος», συνοπτικά συναξάρια αγίων όλων των ημερών του έτους, με σχόλια και πνευματικές νουθεσίες. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, εκκλησιαστικούς ύμνους και ακολουθίες. Ακόμα άφησε περισσότερες από τριακόσιες επιστολές – απαντήσεις σε δύσκολα ποιμαντικά προβλήματα, τα οποία του υπέβαλλαν οι πιστοί. Είναι δε τέτοια η συγγραφική του καλλιέπεια ώστε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είχε πει για τον άγιο Νικόλαο πως «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε»!  
      Ήταν ακραιφνής ορθόδοξος. Βαδίζοντας στα βήματα των αγίων Πατέρων της Ορθοδοξίας, είχε τη βεβαιότητα και διακήρυττε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική και αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και πως έξω από αυτή υπάρχει το σχίσμα και η αίρεση. Μελέτησε όσο ολίγοι τον δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τις πολυάριθμες ομάδες του κατακερματισμένου προτεσταντισμού και πείστηκε ότι αυτός βρίσκεται σε τρομερές πλάνες, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για να έχει την παραμικρή εκκλησιαστική υπόσταση Το 1930 έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, όπου εξέφρασε με σαφήνεια την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και διατράνωσε την  αντίθεσή του στα πρώιμα τότε ανοίγματα των ορθοδόξων προς τους αιρετικούς και το κοσμικό φρόνημα. Το 1937 κατάγγειλε με σφοδρότητα τη συμφωνία Γιουγκοσλαβίας και Βατικανού, με την οποία θα γινόταν η χώρα του πεδίο ιεραποστολής των αιρετικών παπικών. Κατόρθωσε να ματαιώσει την υπογραφή της, αλλά όχι και την γενοκτονία, η οποία επακολούθησε λίγα χρόνια μετά το (1941-45), περισσότεροι από 880.000 Σέρβοι ορθόδοξοι βρήκαν τραγικό θάνατο από τους παπικούς Κροάτες Ουστάσι, όταν αρνήθηκαν τον βίαιο εκλατινισμό τους, με την καθοδήγηση του παπικού «κλήρου» και κύρια του  «αρχιεπισκόπου» του Ζάγκρεμπ  Α. Στέπινατς (νυν παπικού αγίου!) και την προτροπή του Βατικανού!
      Ο άγιος Νικόλαος είχε μελετήσει σε βάθος και την ευρωπαϊκή φιλοσοφία και ιστορία, διαπιστώνοντας την πνευματική γύμνια του ευρωπαίου ανθρώπου, η οποία οφείλεται στην αλλοίωση του χριστιανικού μηνύματος από τον παπισμό και τον προτεσταντισμό. Παρατήρησε την ραγδαία και προκλητική αποβολή της χριστιανικής κληρονομιάς και την υιοθέτηση μιας παράδοξης ειδωλολατρίας, της λατρείας του ανθρώπου και ό, τι έχει σχέση με την υλιστική και ηδονιστική απόλαυσή του. Γι’ αυτό αποκάλεσε την Ευρώπη «Λευκή Δαιμονία». Πρόβλεψε δε πως η πανίσχυρη Ευρώπη σύντομα θα γίνει συντρίμμια, λόγω αυτών των επιλογών της. Διαπίστωσε πως «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».
      Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο δοκιμαζόμενο λαό του. Όρθωσε με ηρωισμό το ανάστημά του στους βαρβάρους και απάνθρωπους φασίστες και ναζιστές κατακτητές. Διαμαρτυρήθηκε με παρρησία εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο. Κατάγγειλε με σφοδρότητα την υποκρισία των δυτικών χριστιανικών (υποτίθεται) κρατών, ιδιαίτερα για την αδιαφορία και την δικαιολόγηση της φοβερής γενοκτονίας των 880.000 νεκρών Σέρβων Ορθοδόξων από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι. Είναι ο πρώτος που θα τους ανακηρύξει Νεομάρτυρες και θα συνθέσει υπέροχη Ακολουθία προς τιμήν τους.
     Για την πατριωτική και αντιστασιακή του δράση το 1941 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Νταχάου, μαζί με τον μαρτυρικό Σέρβο Πατριάρχη
Γαβριήλ, για τρία φρικτά χρόνια. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945 από τους συμμάχους.  Αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία και ελευθερία να ασκήσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Το άθεο και απάνθρωπο μαρξιστικό καθεστώς, που εγκαθιδρύθηκε στην Γιουγκοσλαβία, πρώτο του μέλημα ήταν ο διωγμός της Εκκλησίας και γενικά κάθε θρησκευτικής πίστεως και εκδήλωσης. Ο άγιος Νικόλαος στοχοποιήθηκε από τους κομμουνιστές, τον οποίο χαρακτήρισαν «εχθρό του λαού», αυτόν τον μεγάλο ανθρωπιστή, ο οποίος διέσωσε χιλιάδες ανθρώπους στα χρόνια της κατοχής και επέδειξε πρωτοφανή πατριωτικό φρόνημα!
       Έτσι εξαναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Το 1946 μετέβη στην Αμερική, όπου αναδείχθηκε σπουδαίος ποιμένας, διδάσκαλος, καθηγητής, κήρυκας, ομολογητής και όσιος στο Νέο Κόσμο. Απέβη ένας φλογερός απόστολος της Ορθοδοξίας στην αμερικανική ήπειρο, σε μια εποχή, που έκανε την εμφάνισή του ο πρώιμος οικουμενισμός, ο οποίος σχετικοποιεί την Ορθοδοξία μας. Διορίστηκε καθηγητής στην σερβική Ιερατική Σχολή  της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην Θεολο­γική Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία).
      Όντας καθηγητής στην Σχολή του Αγίου Τύχωνος, κοιμήθηκε ξαφνικά, ενώ ετοιμαζόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία στις 5 Μαρτίου 1956. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη Σερβία το 1991 και τοποθετήθηκαν στην Ιερά Μονή Τσέλιε, δίπλα με τα ιερά λείψανα του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979). Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε το Μάιο του 2003 από τη Σερβική Εκκλησία και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.


Τρίτη, Μαρτίου 03, 2026

 

Ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι: σαρκικοί, ψυχικοὶ καὶ πνευματικοί...

Ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου
 
«Ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι: σαρκικοί, ψυχικοὶ καὶ πνευματικοί. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος θέλει ὅλα τὰ τῆς σαρκός -ζητεῖ τὴν ἀνάπαυση, ἀγαπᾶ τοὺς ἐπαίνους, δὲν θέλει νὰ τὸν ὑβρίσουν, δὲν δέχεται νὰ τοῦ κόψουν τὸ θέλημά του, ὑπερασπίζει τὸν ἑαυτό του καὶ ζητεῖ ὅλα ὅσα εἶναι πρὸς ἀνάπαυση τοῦ σαρκίου του. Ὁ ψυχικὸς πάλι δὲν θέλει νὰ ἀδικήσει, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν ἀδικήσουν. Δὲν κατηγορεῖ, ἀλλὰ δὲν θέλει καὶ νὰ τὸν κατηγορήσουν ἐὰν τοῦ συμβεῖ μία ὕβρις ἢ ἀδικία, ἢ τὸν περιφρονήσουν, δὲν ὁμιλεῖ μέν, ἀλλὰ θλίβεται καὶ λυπᾶται πὼς νὰ τοῦ τὸ κάμουν· αὐτὸς εἶναι ὁ ψυχικός. Ὁ δὲ πνευματικὸς ἄνθρωπος σκέπτεται ὅλο τὰ τοῦ πνεύματος· ἂν ἀδικηθεῖ χαίρει· ἂν ὑβριστεῖ, εὐχαριστεῖται· ἂν τοῦ κόψουν τὸ θέλημά του, εὐφραίνεται· ὅ,τι καὶ ἂν τοῦ συμβεῖ λυπηρό, θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ὅτι τοῦ πρέπουν ὅλα αὐτά, καὶ θέλει ὅλο νὰ τὸν περιφρονοῦν καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζουν».


 

                 Τί εἶναι ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία;

† Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε ὅλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς νά τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.
Κατὰ τή Λειτουργίᾳ αὐτή δέν τελεῖται Θυσίᾳ, δὲ γίνεται δηλαδὴ μεταβολή τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος εἶναι ἕτοιμα, ἔχουν προαγιασθεῖ (γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων) κατὰ τὴν προηγηθεῖσα θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, εἶναι πλέον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ ἁπλῶς προσφέρονται πρὸς μεταλήψη στούς πιστούς.
Ὁ Ἱερέας καθ' ἑκάστη Κυριακὴ κόπτει ἀπὸ τὸ πρόσφορο τὸν λεγόμενο «Ἀμνόν», δηλαδὴ τὸ τετράγωνο ἐκεῖνο τεμάχιο τῆς σφραγῖδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στό ἱερὸ Δισκάριο. Μετ' ὀλίγο, κατὰ τή στιγμή τοῦ «Σὲ ὑμνοῦμεν...», τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἄρτου θὰ μεταβληθεῖ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἱερέως σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ οἶνος, ποὺ εἶναι στό ἱερὸ Ποτήριο, θὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου... 
Ὅταν ὅμως βρισκόμαστε στήν πένθιμο περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἱερέας, κατὰ τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, δέν θὰ κόψει ἔνα μόνο τεμάχιο ἐκ τῆς σφραγῖδας τοῦ προσφόρου, ὡσὰν αὐτό πού εἴπαμε ἀνωτέρω, ἀλλὰ περισσότερα (συνήθως τρία), ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν Λειτουργιῶν τῶν Προηγιασμένων πού θὰ τελέσει κατὰ τὴν ἑβδομάδα.

Τὰ τεμάχια αὐτά (πού δέν κόπτονται ὅλα ἀπὸ ἔνα πρόσφορο, ἀλλ' ἕνα ἀπὸ κάθε πρόσφορο), θὰ τὰ εὐλογήσει κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ αὐτὰ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα Χριστοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἕνα θὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν θείᾳ Μεταλήψη τῆς ἡμέρας ἐκείνης (Κυριακῆς), τὰ ἄλλα (συνήθως δύο) θὰ ἐμβαπτισθοῦν στό ἱερὸ Ποτήριο, ὅπου τὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ φυλαχθοῦν σὲ εἰδικὸ κιβωτίδιο, τὸ ἱερὸ Ἀρτοφόριο, γιά τὶς Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων πού θὰ γίνουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας. Κατ' αὐτές τίς Λειτουργίες ὁ Ἱερέας θὰ προσφέρει στούς πιστοὺς πρὸς μεταλήψη τὰ Προηγιασμένα αὐτὰ Δῶρα.

Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἐσπερινό, εἶναι δηλαδὴ βραδινή. Αὐτὸ ἔχει θεσπιστεῖ, διότι οἱ παλιοὶ Χριστιανοὶ κατά τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διετέλουν τελείως ἄσιτοι (νηστικοί) μέχρι τῶν ἐσπερινῶν ὡρῶν. Μπορούσαν λοιπὸν νά ἐκκλησιαστοῦν καὶ νά κοινωνήσουν κατά τίς ἑσπερινὲς ὦρες. Σήμερα ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα συνηθέστερα ὅμως τελεῖται κατά τίς πρωινὲς ὦρες πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν.

Ἡ Λειτουργία αὐτὴ δέν ἔχει τὸν πανηγυρικὸ καὶ θριαμβευτικὸ τόνο τῶν ἄλλων Λειτουργιῶν, ἀλλὰ δεσπόζει σὲ αὐτὴ τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ στοιχεῖο.Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται ὄλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τή Μεγάλῃ Ἑβδομάδα τελεῖται μόνο τίς τρεῖς πρῶτες μέρες αὐτῆς (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη καὶ Μ. Τετάρτη). Ἐπίσης τελεῖται καὶ κατά τίς ἡμέρες ἑορτῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστής. Δέν τελεῖται κατὰ τὰ Σάββατα καί τίς Κυριακὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Ἱερέας, καὶ ἂν κρατήσει τὰ ὀνόματα, δέν θὰ τὰ μνημονεύσει, στήν Πρόθεση, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀφήσει γιά τή Λειτουργίᾳ τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς. Ἐπίσης, κατὰ τή Λειτουργίᾳ τῶν Προηγιασμένων δὲν γίνονται μνημόσυνα.