Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2026

 

Το Παπικό δόγμα περί της «Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου» υπό το πρίσμα της Ορθοδόξου Θεολογίας (Απολογητική και θεολογική προσέγγιση)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 7η Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ «ΑΣΠΙΛΟΥ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

(Απολογητική και θεολογική προσέγγιση)

      Στις 8 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας εορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα την θεομητορική εορτή του Γεννεσίου της Θεοτόκου, η οποία αποτελεί και την απαρχή όλων των εορτών του ενιαυτού.

    Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η θαυματουργική σύλληψη, λόγω προχωρημένης ηλικίας των γονέων της της Θεοτόκου και η Γέννησή Της, αποτελούν και την απαρχή της υλοποιήσεως του θείου σχεδίου για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους από την αιχμαλωσία του Σατανά, την δουλεία της αμαρτίας, την φθορά και το θάνατο. Η Θεοτόκος αποτελεί, από ανθρωπίνης πλευράς, το κύριο πρόσωπο, συμβάλλοντας καθοριστικά στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας,  για την υλοποίηση του θείου σχεδίου, να δεχτεί να γίνει η κατά σάρκα μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, γενόμενη έτσι η νοητή γέφυρα, η οποία ένωσε το κτιστό με το άκτιστο, την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό.

      Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, υπό την φώτιση του Παναγίου Πνεύματος, καθόρισαν με δογματική ακρίβεια την θέση της Θεοτόκου στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αξιολόγησαν επακριβώς της υπέρτατη συμβολή Της για την Ενανθρώπιση του Θεού.

      Και τούτο διότι εμφανίστηκαν κατά καιρούς διάφοροι αιρετικοί, οι οποίοι, προσπαθώντας να αλλοιώσουν την βιβλική και αγιοπατερική διδασκαλία της Εκκλησίας περί του Θείου Προσώπου του Χριστού, επεξέτειναν τις κακοδοξίες τους και προς το Πρόσωπο της Θεοτόκου. Γι’ αυτό το λόγο οι θείοι Πατέρες αποφάνθηκαν με συνοδικό τρόπο και όρισαν επακριβώς την περί της Θεοτόκου πίστη της Εκκλησίας.

     Παρά ταύτα διάφοροι αιρετικοί συνέχισαν να προσβάλλουν το ιερό Πρόσωπο της Θεομήτορος, όπως οι αρνητές της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), αρχικά οι αιρετικοί Φράγκοι και στη συνέχεια, τον 16ο αιώνα, οι Προτεστάντες, οι οποίοι, όχι μόνον δεν δέχονται να αποδώσουν τιμή σ’ Αυτήν, αλλά την έχουν υποβιβάσει με μια συνηθισμένη γυναίκα, αρνούμενοι την αειπαρθενία Της, ενώ οι πάτρωνες της Μεταρρύθμισης (Λούθηρος, κλπ) Την σέβονταν απολύτως.

     Αλλά μεταξύ των αιρετικών οι οποίοι προσβάλλουν την Θεοτόκο είναι και οι αιρετικοί Παπικοί. Αφότου αποκόπηκαν από τον αεί αδιαίρετο  κορμό της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και στερήθηκαν τον φωτισμό του Θεού και την επενέργεια της Θείας Χάριτος, υπέπεσαν σε πολλές πλάνες. Μια από αυτές είναι και η «μαριολατρεία». Σύμφωνα μ’ αυτή, υπερτίμησαν την Θεοτόκο και την ανήγαγαν κυριολεκτικά σε θεότητα!

      Και για να στηρίξουν αυτή την πλάνη, εφεύραν και καθιέρωσαν και το «δόγμα» «Περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου», το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ενέχει τεράστιες σωτηριολογικές συνέπειες και αλλοιώνει ολόκληρη την περί σωτηρίας διδασκαλία της Εκκλησίας.

Τι είναι το δόγμα «Περί της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου»;

     Το δόγμα της «Ασπίλου Συλλήψεως» (Immaculata Conceptio), το οποίο διακηρύχθηκε επισήμως από την Πάπα Πίο Θ΄, με τη βούλα Ineffabilis Deus (1854), αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές δογματικές αποκλίσεις της παπικής «εκκλησίας» από την πατερική και συνοδική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας. Μια σοβαρή δογματική διαφορά με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, το οποίο δυστυχώς δεν έχει τεθεί ως τώρα για συζήτηση στον διμερή θεολογικό διάλογο.

     Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, η Παναγία, ήδη από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της από τους δικαίους Ιωακείμ και Άννα, διαφυλάχθηκε, με ιδιαίτερη χάρη του Θεού και χάριν των μελλοντικών αξιομισθιών του Χριστού, από το προπατορικό αμάρτημα. Δεν κληρονόμησε ποτέ το προπατορικό αμάρτημα, από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της βρισκόταν ήδη σε κατάσταση αγιασμού, αυτό έγινε χάρη στα μελλοντικά λυτρωτικά έργα του Χριστού, τα οποία εφαρμόστηκαν προληπτικά επάνω της. Έτσι Αυτή θεωρείται μοναδική εξαίρεση μεταξύ όλων των ανθρώπων.

      Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αποδέχθηκε αυτή τη διδασκαλία. Αντιθέτως, τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο ως την αγιότερη όλων των κτισμάτων, χωρίς όμως να αποκόπτει την ανθρώπινη φύση της από τη γενική κατάσταση της πεπτωκυίας ανθρωπότητας, την οποία προσέλαβε και θεράπευσε ο Χριστός.

1. Το περιεχόμενο του παπικού δόγματος.

     Η Ineffabilis Deus διακηρύσσει ότι: «Η Μαρία, κατά την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς της, διατηρήθηκε άτρωτη από κάθε κηλίδα του προπατορικού αμαρτήματος». Η διδασκαλία αυτή στηρίζεται στη λατινική θεώρηση του προπατορικού αμαρτήματος, όπως αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τον Αυγουστίνο Ιππώνος. Κατά τη δυτική αντίληψη, το προπατορικό αμάρτημα μεταδίδεται ως ενοχή (reatus culpae) σε κάθε άνθρωπο. Η μόνη που απαλλάχτηκε από αυτή την «ενοχή» ήταν η Θεοτόκος με προληπτική εφαρμογή της λυτρωτικής θυσίας του Χριστού.

      Σε αυτό το κακόδοξο δόγμα διαφαίνεται η νομικίστικη – δικανική αντίληψη περί της σωτηρίας και ένα είδος «μαγικής» θεώρησης του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, χωρίς τη συμμετοχή του ανθρώπου.

2. Η ορθόδοξη κατανόηση του προπατορικού αμαρτήματος

     Εδώ εντοπίζεται η πρώτη θεμελιώδης θεολογική διαφορά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται ότι η ενοχή του Αδάμ κληρονομείται στους απογόνους του. Η πρώτη ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στην ίδια την κατανόηση του προπατορικού αμαρτήματος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διδάσκει ότι οι άνθρωποι γεννώνται ένοχοι για την αμαρτία του Αδάμ.

      Οι Πατέρες διδάσκουν ότι κληρονομούμε: τη φθορά, τη θνητότητα, την αποξένωση από τον Θεό, την ροπή προς την αμαρτία, τα αποτελέσματα της αμαρτίας, αλλά όχι όμως την προσωπική ενοχή του Αδάμ.

     Επομένως, εφόσον η Ορθοδοξία δεν αποδέχεται την αυγουστίνειας προελεύσεως έννοια της κληρονομικής ενοχής, δεν υπάρχει και ανάγκη να εξαιρεθεί η Παναγία από μία ενοχή που, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί. Η Θεοτόκος ως μέτοχος της κοινής ανθρωπίνης φύσεως κληρονόμησε και αυτή τα παρεπόμενα της πτώσεως των Πρωτοπλάστων και όχι την προσωπική ενοχή τους.

3. Η Παναγία ως μέλος της πεπτωκυίας ανθρωπότητας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι η Θεοτόκος:

  • γεννήθηκε φυσιολογικά,
  • υπαγόταν στη θνητότητα,
  • υπαγόταν στη φθορά,
  • είχε ανάγκη σωτηρίας από τον Χριστό.

Η ίδια ομολογεί: «Ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου» (Λουκ.1,47). Εάν είχε ήδη απαλλαγεί ολοκληρωτικά από κάθε συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, η αναφορά στον Θεό ως Σωτήρα θα έχανε το φυσικό της θεολογικό νόημα. Δεν θα είχε ανάγκη σωτηρίας.

4. Η αγιότητα της Θεοτόκου στην πατερική παράδοση

      Οι Πατέρες αποδίδουν στην Παναγία μοναδική αγιότητα. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τη χαρακτηρίζει: «μεθόριον κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου». Ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός αναφέρει: «Παναγία, Πανάμωμος, Πανύμνητος». Πουθενά όμως οι Πατέρες δεν διδάσκουν ότι η αγιότητά της υπήρχε ήδη κατά τη σύλληψή της.

     Αντίθετα, τονίζουν:

  • την προσωπική της ελευθερία,
  • την προκοπή στην αρετή,
  • τη συνεργία της με τη θεία χάρη.

      Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εξηγεί ότι η Παναγία καθαριζόταν συνεχώς διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και έφθασε στην τελείωση μέσω της ελεύθερης συνεργασίας της με τον Θεό. Επίσης ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας  τονίζει ότι η Θεοτόκος έφθασε στην τελειότητα με προσωπικό αγώνα και πλήρη υπακοή στον Θεό.

      Κανείς από τους Πατέρες δεν διατυπώνει το δόγμα ότι η Παναγία συνελήφθη απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα.

5. Η σημασία του Ευαγγελισμού

      Η Ορθόδοξη θεολογία θεωρεί ως αποφασιστικό σημείο της ιστορίας της σωτηρίας τον Ευαγγελισμό: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ» (Λουκ.1,35). Η αγιαστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος κορυφώνεται κατά τον Ευαγγελισμό και όχι κατά τη σύλληψη της Θεοτόκου.

     Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας υπογραμμίζει ότι η Παναγία προετοιμάστηκε ελεύθερα με τον αγώνα της ώστε να γίνει δεκτική της χάριτος.

6. Οι χριστολογικές συνέπειες του παπικού δόγματος

     Η σοβαρότερη δογματική δυσκολία αφορά στην Χριστολογία. Κατά την ορθόδοξη θεολογία, το παπικό δόγμα δημιουργεί σοβαρό χριστολογικό πρόβλημα. Εάν η Παναγία είχε ήδη εξαιρεθεί πλήρως από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση, τότε, δεν ανήκει απολύτως στην ίδια ανθρώπινη φύση με όλους τους ανθρώπους, δημιουργείται μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ πεπτωκότος και ανακαινισμένου ανθρώπου. η παπική εξαίρεση της Θεοτόκου δημιουργεί μία προληπτικά αποκατεστημένη ανθρώπινη κατάσταση, διαφορετική από την κοινή μεταπτωτική φύση, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την καθολικότητα της προσλήψεως της ανθρωπίνης φύσεως από τον Χριστό.

     Η Εκκλησία όμως διδάσκει ότι ο Χριστός προσέλαβε ακριβώς την ίδια ανθρώπινη φύση που έχουν όλοι οι άνθρωποι μετά την πτώση — χωρίς προσωπική αμαρτία.

Εάν η Παναγία εξαιρέθηκε από την κοινή ανθρώπινη κατάσταση, τότε:

  • ο Χριστός δεν προσλαμβάνει πλήρως την κοινή ανθρώπινη φύση,
  • δημιουργείται μία ανθρωπότητα διαφορετική από τη δική μας,
  • αποδυναμώνεται η αρχή: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον· ὃ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καὶ σῴζεται. Εἰ ἥμισυς ἔπταισεν ὁ Ἀδάμ, ἥμισυ καὶ τὸ προσειλημμένον καὶ τὸ σῳζόμενον· εἰ δὲ ὅλος, ὅλῳ τῷ γεννηθέντι ἥνωται, καὶ ὅλως σῴζεται»[1]. Ο λόγος αυτός του Άγιου Γρηγορίου του Θεολόγου αποτελεί θεμέλιο της ορθόδοξης σωτηριολογίας. Ο Χριστός θεραπεύει ό,τι πραγματικά προσλαμβάνει.

7. Η εκκλησιολογική διάσταση

      Η ανακήρυξη του δόγματος το 1854 αποτελεί, από ορθόδοξη σκοπιά, παράδειγμα μονομερούς παπικής δογματικής αποφάσεως, χωρίς την αποδοχή μιας Οικουμενικής Συνόδου. Αυτό συνδέεται και με τη μεταγενέστερη διατύπωση του δόγματος του παπικού αλαθήτου στην Α΄ Βατικανή «Σύνοδο» (1870), ως προπομπό, για να θεσπίσει εκείνη το «δόγμα» του «αλάθητου του Πάπα». Δηλαδή, η θέσπισή του «δόγματος» του «Ασπίλου» ήταν αποτέλεσμα σκοπιμότητας! Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι νέα δόγματα δεν μπορούν να εισαχθούν μονομερώς αλλά εκφράζονται μέσα από τη συνοδική συνείδηση της καθόλου Εκκλησίας.

      Η αληθινή ορθόδοξη τιμή προς τη Θεοτόκο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μειώνει καθόλου την Παναγία. Αντιθέτως: την τιμά περισσότερο από κάθε άλλο κτιστό πρόσωπο, την ονομάζει «τιμιωτέρα των Χερουβείμ», την αναγνωρίζει ως κορύφωση της ανθρώπινης αγιότητας.

    Το μεγαλείο της δεν οφείλεται σε μια προγενέστερη εξαίρεση από την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά στην ελεύθερη ανταπόκρισή της στη χάρη του Θεού. Αυτή η έμφαση αναδεικνύει τη συνεργία της ανθρώπινης ελευθερίας με τη θεία χάρη ως πρότυπο για όλη την Εκκλησία.

 Το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως:

  • απομονώνει τη Θεοτόκο από το υπόλοιπο σώμα της Εκκλησίας,
  • καθιστά την αγιότητά της εξαίρεση της φύσεως,
  • μειώνει τη σημασία της ελεύθερης συνεργίας με τη χάρη.

     Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αντίθετα, βλέπει στη Θεοτόκο το τελειότερο μέλος της Εκκλησίας, το πρότυπο της θεώσεως κάθε ανθρώπου.

8. Η πατερική σιωπή

     Η πλέον ισχυρή ιστορικοδογματική ένσταση είναι ότι: καμιά Οικουμενική Σύνοδος, κανένας μεγάλος Πατέρας, κανένα λειτουργικό κείμενο της πρώτης χιλιετίας δεν διατυπώνει διδασκαλία περί ασπίλου συλλήψεως.

     Αντιθέτως, η τιμή προς τη Θεοτόκο κορυφώνεται πάντοτε:

  • στη θεία Μητρότητα,
  • στην προσωπική της καθαρότητα,
  • στην υπακοή της,
  • στην ελεύθερη συγκατάθεσή της.

9. Βιβλικά και πατερικά επιχειρήματα κατά του δόγματος.

     Το παπικό αυτό δόγμα αντίκειται σε βιβλικές μαρτυρίες. Οι παπικοί προβάλλουν τον χαρακτηρισμό «Κεχαριτωμένη» (Λουκ.1,28). Αλλά η λέξη δηλώνει την πληρότητα της θείας χάριτος και όχι αναγκαστικά απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα κατά τη σύλληψη. Αντίστοιχο είναι και το χωρίο «ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς» (Εφ.1,6), ο ίδιος ρηματικός τύπος χρησιμοποιείται και για όλους τους πιστούς. Τότε όλοι οι πιστοί θα είμασταν απαλλαγμένοι από το προπατορικό αμάρτημα! Επομένως δεν μπορεί να θεμελιωθεί δογματικά η «Ασπίλος Σύλληψη» αποκλειστικά στη λέξη «Κεχαριτωμένη».

     Ακόμα: «Ὁ υἱὸς οὐ μὴ βαστάσῃ τὴν ἀνομίαν τοῦ πατρός» (Ιεζ.18,20). Σύμφωνα με αυτή την σαφή βιβλική μαρτυρία, η προσωπική ενοχή δεν μεταβιβάζεται. Επίσης, κατά τον Απόστολο Παύλο, «δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ.5,12), ο Αδάμ έγινε πρόξενος εισδοχής της αμαρτίας στον κόσμο, όμως δεν  κληροδότησε καμιά συνολική ενοχή.

    Επ’ αυτού ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας έγραψε: «Οὐχ ὡς συναιτίους τῆς παρακοῆς ἡμᾶς ὁ Θεὸς κατακρίνει, ἀλλὰ τῆς φθορᾶς κοινωνοὺς γεγονότας»[2]. Επίσης ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο θάνατος μεταδόθηκε σε όλους, όχι η προσωπική ενοχή του Αδάμ. «Τοσούτον εστίν αμαρτία κακόν. Ου μόνον γαρ της άνωθεν ευνοίας ημάς αφίστησιν, αλλά και εις πολλὴν ημάς αισχύνην και ταπεινότητα κατάγει, και των ήδη υπηργμένων αγαθών αποστερήσασα, πάσαν ημών αφαιρείται την παρρησίαν»[3]. Πουθενά δεν αναφέρει για κληρονομιά ενοχής.     Το ίδιο και ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγει σχετικά, ότι ο άνθρωπος «Απώλεσε γαρ την εικόνα αυτής η ψυχή παραβάσα την εντολήν»[4], όμως δεν έγινε κληρονόμος της ενοχής του γενάρχη.

Συμπέρασμα

      Από την ορθόδοξη δογματική σκοπιά, το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως αποτελεί μεταγενέστερη θεολογική διατύπωση που δεν απαντά ρητώς στην Αγία Γραφή ούτε διατυπώνεται ως δόγμα στην κοινή πατερική παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι η Θεοτόκος γεννήθηκε ως αληθινός άνθρωπος μέσα στην κοινή μεταπτωτική ανθρώπινη κατάσταση, έζησε αναμάρτητα με τη χάρη του Θεού και έγινε το εκλεκτό δοχείο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Έτσι, η μοναδικότητά της θεμελιώνεται όχι σε μια εξαίρεση από την ανθρώπινη φύση, αλλά στην πληρότητα της αγιότητας και της ελεύθερης υπακοής της στον Θεό, γεγονός που την καθιστά το ύψιστο πρότυπο της θεώσεως και της συνεργίας ανθρώπου και θείας χάριτος σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση.

      Η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει το παπικό δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως όχι επειδή μειώνει την τιμή προς την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά ακριβώς επειδή θεωρεί ότι το δόγμα αυτό αλλοιώνει τη βιβλική ανθρωπολογία, τη σωτηριολογία και τη χριστολογία της Εκκλησίας. Επί πλέον όπως προαναφέραμε, θεσπίστηκε για να κατοχυρώσει την ετέρα παπική κακοδοξία, περί του «Αλαθήτου του Ρωμαίου Ποντίφικος» και που αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επιδιωκόμενη ένωση Παπισμού και Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

      Η Παναγία είναι πράγματι η «Παναγία», η «Παναμώμητος», η «Τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ», όχι επειδή εξαιρέθηκε από τη φυσική κατάσταση της ανθρωπότητας ήδη κατά τη σύλληψή της, αλλά επειδή, ως αληθινός άνθρωπος, συνεργάστηκε ελεύθερα και τέλεια με τη χάρη του Θεού και έγινε το καθαρό δοχείο της Ενανθρωπήσεως του Λόγου.

       Η ορθόδοξη θεολογία διαφυλάσσει έτσι συγχρόνως το πλήρες της ανθρώπινης φύσεως της Θεοτόκου, την καθολικότητα της σωτηρίας εν Χριστώ και την αρχή ότι η θέωση αποτελεί καρπό της συνέργειας της θείας χάριτος και της ανθρώπινης ελευθερίας.

     Η αγιότητα της Θεοτόκου δεν θεμελιώνεται σε μία προνομιακή εξαίρεση από την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά στην απόλυτη ανταπόκρισή της στο θείο θέλημα, γεγονός που την καθιστά υπόδειγμα και ελπίδα για κάθε μέλος της Εκκλησίας.

     Ευχή μας και προτροπή μας είναι και το καινοφανές αυτό πλανεμένο «δόγμα» της παπικής «εκκλησίας» να συμπεριληφθεί στον θεολογικό διάλογο με την Εκκλησία μας, ανάμεσα στις δεκάδες άλλες παπικές κακοδοξίες, τις οποίες ο αιρετικός Παπισμός πρέπει ΟΛΕΣ να απαλείψει, αν θέλει να συσσωματωθεί ξανά στην αεί αδιαίρετη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, διότι, σύμφωνα με την ρητή εντολή του Κυρίου, δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τους λόγους Του «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία» (Ματθ.5,18).

      Η λέξη «ιώτα» (το μικρότερο γράμμα του ελληνικού και εβραϊκού αλφαβήτου) και η «κεραία» συμβολίζουν ότι ο λόγος του Θεού είναι απόλυτος, αιώνιος και αναλλοίωτος μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια, όπως και η εν Αγίω Πνεύματι αποκάλυψη στην Εκκλησία, η οποία είναι απαραίτητη για την σωτηρία μας!

 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[1] Επιστολή 101 (Πρὸς Κληδόνιον Α΄), §32 PG 37, 181C

[2] De adoratione et cultu in spiritu et veritate (PG 68) 

[3] Εις την Γένεσιν, PG 53, 133.

[4] Ομ. ΙΑ´, De Gruyter [1964], 58-59 



 

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (6ον)

 ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (6ον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 7η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος έκτον.

    Στο προηγούμενο, πέμπτο, μέρος παραθέσαμε κριτικούς σχολιασμούς σχετικά με τη συγκρότηση και τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου από Ιεράρχες, από την «Συνάξη κληρικών και μοναχών» και από αγιορείτες πατέρες, προερχομένους από Μοναστήρια, Σκήτες, Κελλιά και ασκητήρια του αγίου Όρους, οι οποίοι έστειλαν ανοικτή ομολογητική επιστολή προς την Ιερά Κοινότητα. Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων» και κατόπιν διαπιστώσεις και συμπεράσματα «Στρογγυλὴς Τράπεζας», που πραγματοποιήθηκε στη Μολδαβία.

«Έμπονος κραυγή» κελλιωτών αγιορειτών Πατέρων.

    Ένα ακόμη αγιορειτικό κείμενο είδε το φως της δημοσιότητος τον Μάρτιο του 2017 με τίτλο «‘Έμπονος κραυγή’ κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους», υπογεγραμένο από έξι μοναστικές συνοδείες κελλιωτών Πατέρων του Αγίου Όρους. Το κείμενο αυτό κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνο της «Ανοικτής επιστολής...», επισημαίνει πλείστες όσες κακόδοξες θέσεις, τόσο στο έκτο συνοδικό κείμενο, όσο και σε άλλα. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικά αποσπάσματα: «Εισαγωγικώς και γενικώς, θα πρέπη να επισημανθή το γεγονός ότι εις τα κείμενα υπάρχουν και αρκεταί φράσεις, επιδεχόμεναι και Ορθόδοξον και αιρετικήν ερμηνείαν, όπως επίσης και μερικαί σαφώς Ορθοδοξόταται διατυπώσεις. Το τελευταίον αυτό, όμως, – πολλώ μάλλον το πρώτον – ουδόλως είναι ικανόν να μας καθησυχάση και επαναπαύση, εφ᾽ όσον – όπως θα δειχθή κατωτέρω – παραλλήλως συνυπάρχουν και αι αντίστοιχοι κακόδοξοι τοιαύται. Απλώς ευρισκόμεθα προ φαινομένου κλασσικής διγλωσσίας. …Οι Άγιοι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες μας, όμως, άλλως έπραττον και άλλως μας εδίδαξαν. Ο λόγος των δεν ήτο ‘ναι και ου’, αλλά ‘ναι, ναι και ου, ου’, (Β´ Κορ. α´, 17-20 και Ιακ. ε´, 12). Εις τας Ιεράς Συνόδους δεν προσεπάθουν διά της διγλωσσίας να επαναπαύσουν εις την πλάνην των τους αιρετικούς, επιφέροντες ούτω και σύγχυσιν εις τους Ορθοδόξους, ούτε εφεύρισκον και εχρησιμοποίουν αμφισήμους διατυπώσεις, συστεγαζούσας αλήθειαν και πλάνην, προς επιτυχίαν μιας κακώς νοουμένης ψευδεπιγράφου ενότητος. Τουναντίον, ηγωνίζοντο μέχρις εσχάτων διά την εξάλειψιν και του παραμικρού ι (ιώτα), το οποίον θα συνετέλει εις αιρετικήν διατύπωσιν…

    Την λύπην αυτής της διαπιστώσεώς μας την διεσκόρπισεν η απόφασις της Ιεράς Συνόδου Πατριαρχείου Βουλγαρίας, η οποία εις τα σημεία που σχολιάζει τας §4, §5 και §12 του κειμένου ‘Σχέσεις…’, αναφέρει σχετικώς: ‘Η προσευχή της Εκκλησίας για ενότητα όλων δεν σημαίνει την αποκατάστασιν της ενότητος με άλλους χριστιανούς, λες και η ενότης είναι κάτι που έχει χαθή από την Εκκλησία, αλλά αυτό που εννοεί είναι η επιστροφή στους κόλπους της, όσων έχουν εκπέσει εξ’ αυτής, μέσα από το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την Θεία Ευχαριστία. Επί πλέον, η Ιερά Σύνοδος, [του Πατριαρχείου Βουλγαρίας], δηλώνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθή τις διάφορες θεωρίες περί αυτής της ενότητος που επικρατούν στους ετεροδόξους, όπως για παράδειγμα την θεωρία της “αοράτου Εκκλησίας”, την “θεωρία των κλάδων” και την θεωρία της “ισότητος των δογμάτων”, καθώς επίσης και την νεοσύστατη θεωρία της “βαπτισματικής θεολογίας”, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μία αρχέγονη ενότητα σε ένα “κοινό βάπτισμα”. Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Βουλγαρίας εδήλωσε ότι όλες αυτές οι θεωρίες συνδέονται με την διδαχή περί “κτιστής χάριτος” του Αγίου Πνεύματος, η οποία έχει καταδικασθή από την Εκκλησία’.

    Το αναφερόμενον εις την § 22 του κειμένου ‘Σχέσεις...’: ‘Η διατήρησις της γνησίας Ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος’ είναι πάντη καινοφανές και ξένον προς την διδασκαλίαν και την ζωήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εν πρώτοις, δι᾽ αυτού αντιφάσκει και προς εαυτήν η σύνοδος, καθόσον, εις την § 3 της ‘Εγκυκλίου’ της, αναγνωρίζει το κύρος της Συνόδου του 1484, της αποκηρυξάσης την Σύνοδον της Φλωρεντίας (1438-1439), και δικαιωσάσης τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν. Εάν ήθελεν η σύνοδος της Κρήτης να είναι συνεπής προς την ανωτέρω § 22 του συνοδικού κειμένου της, ώφειλεν, απεναντίας, να καταδικάση την Σύνοδον του 1484, ως περιφρονήσασαν το ‘συνοδικόν σύστημα (δηλαδή την Σύνοδον της Φλωρεντίας)... την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως’ και δικαιώσασαν ‘άτομον’, (τον Άγιον Μάρκον), συντελέσαν εις την ‘διάσπασιν της ενότητος της Εκκλησίας, επί προφάσει τηρήσεως η δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας’.

    Αντιτίθεται, φυσικά, διά της § 22 και προς την διαχρονικήν πράξιν της Εκκλησίας, την καταδικάσασαν συνόδους και χαρακτηρίσασαν αυτάς ως Αιρετικάς, Ληστρικάς και Ψευδοσυνόδους [ως λ.χ. την εν Εφέσω, (449), της Ιερείας (754), της Λυώνος (1274) κ. α.], και συγχρόνως αγιοκατατάξασαν τους αντιταχθέντας προς αυτάς και διωχθέντας και μαρτυρήσαντας υπ᾽ αυτών».

Στρογγυλή Τράπεζα στη Μολδαβία.

    Λίγες ημέρες μετά την ψευδοσύνοδο κάποιοι πατέρες από την Ελλάδα διοργάνωσαν στις 12 Ιουλίου 2016 στρογγυλή τράπεζα στο Κισινάου, πρωτεύουσα της Μολδαβίας, με αντικείμενο την πρόσφατη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Από τις εργασίες αυτής της στρογγυλής τράπεζας  προέκυψαν οι εξής βασικές θέσεις:

    Α) Η συνελθούσα στην Κρήτη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» από 16 έως 27 Ιουνίου του έτους 2016 διέψευσε και το όνομά της και τις προσδοκίες του υγιούς πληρώματος της Εκκλησίας.

    Β) Διέψευσε το όνομά της, διότι αποδείχθηκε, κρινόμενη θεολογικά, ότι δεν είναι ούτε σύνοδος, ούτε αγία, ούτε μεγάλη. Δεν είναι ορθόδοξη σύνοδος, διότι δεν ανταποκρίθηκε στα κριτήρια και στα μέτρα των αληθινών συνόδων, των γνωστών από την ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διακόπτει την παράδοση των ορθοδόξων συνόδων, δεν αποτελεί συνέχειά τους, αποτελεί συνοδικό πραξικόπημα και συνοδική καινοτομία. Οικοδόμησε ένα ‘νέο είδος συνόδου’. Είναι σύνοδος της Νέας Εποχής και του Οικουμενισμού.

    Γ) Δεν είναι αγία τυπικώς, κανονικώς και ουσιαστικώς, διότι έλαβε αποφάσεις αντίθετες προς τις αποφάσεις των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, ως προς την αντιμετώπιση των αιρέσεων. Μολονότι η σχέση της Μίας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τους ετεροδόξους αναδείχθηκε ως κεντρικό θέμα της Συνόδου, ωστόσο για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας Σύνοδος με τόσο μεγάλες φιλοδοξίες δεν κατονόμασε και δεν καταδίκασε αιρετικούς. Πουθενά μέσα στα κείμενα της Συνόδου αυτής δεν υπάρχει η λέξη ‘αίρεση’…. Νομιμοποιώντας, λοιπόν, την με κακό τρόπο διενεργούμενη συμμετοχή μας στους Διαλόγους και αποκρύποντας την μειοδοσία εκ μέρους των ορθοδόξων αντιπροσώπων, αποκρύπτει παραλλήλως και το ότι δεν έχει σημειωθεί έως σήμερα καμμία θεολογική πρόοδος προς την αλήθεια σε κανέναν απολύτως θεολογικό διάλογο. Επιπλέον, για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, Σύνοδος εκάλεσε αιρετικούς ως παρατηρητές στις εργασίες της, με τους οποίους έγιναν και συμπροσευχές.

    Δ) Η Σύνοδος του Κολυμπαρίου ούτε και μεγάλη μπορεί να χαρακτηρισθεί, διότι δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος όλοι οι Επίσκοποι, και επομένως δεν εκπροσωπήθηκε μεγάλο μέρος του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η επιλογή των ολίγων κληθέντων δεν έγινε με κανονικό τρόπο εκλογής. Οι επιλεγέντες μετείχαν χωρίς δικαίωμα ψήφου και με δικαίωμα λόγου χρονικά περιορισμένου. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον οι 14 Προκαθήμενοι και επειδή από αυτούς απουσίαζαν οι 4, εψήφισαν τελικώς μόνον οι 10, δηλαδή ένα ογδοηκοστό (1/80) του συνόλου των Επισκόπων οι οποίοι έπρεπε να είναι παρόντες και να ψηφίσουν. Η πράξη αυτή είναι πρωτοφανής στην εκκλησιαστική ιστορία μας και αυθαίρετη, επειδή παραβιάζει κατάφωρα την εκκλησιολογία των Ορθοδόξων Συνόδων, οι οποίες προϋποθέτουν την ισότητα όλων των Αρχιερέων, πράγμα που εμφαίνεται στην ισότιμη ψήφο τους.

    Σε ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο η απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, (της πρώτης εξ αυτών πρεσβυγενούς), οι οποίες εκπροσωπούν περίπου το 70% των Ορθοδόξων Πιστών, καταδεικνύει πολύ περισσότερο την Σύνοδο ως όχι μεγάλη, αλλά μικρή, ούτε βεβαίως πανορθόδοξη, αλλ’ απλώς διευρυμένη διορθόδοξη Συνέλευση.

    Ε) Η Σύνοδος διέψευσε όχι μόνον το όνομά της, αλλά και τις προσδοκίες του πληρώματος της Εκκλησίας. Μεταξύ των προσδοκιών αυτών δύο θέματα είχαν μεγίστη προτεραιότητα για την θεραπεία παλαιών σχισμάτων προκληθέντων από πρωτοβουλίες της εκκλησιαστικής ηγεσίας και για την πρόληψη νέων διαιρέσεων και εντάσεων: Έπρεπε να επιλυθεί, με επαναφορά του παλαιού, πατρίου ημερολογίου, το θέμα του εκκλησιαστικού εορτολογίου. Και το σημαντικώτερο: Αυτό που έπρεπε να πράξει η Σύνοδος ήταν η απερίφραστη καταδίκη της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Αντιθέτως, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου στο επίμαχο και αμφισβητούμενο κείμενο ‘Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον’ προέβη σε μία ‘άμεικτη μείξη’ της Ορθοδοξίας με τις αιρέσεις. Ακόμη και οι διορθωτικές στο κείμενο προτάσεις ενισχύουν αυτό το μείγμα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού. Έτσι, αντί της θεολογικής ακριβείας στα θέματα της Πίστεως, εισάγονται διατυπώσεις αντιφατικές και θεολογικά αυτοαναιρούμενες, σκόπιμη ασάφεια, η οποία σήμερα ωραιοποιείται ως ‘εκκλησιαστική διπλωματία’, ενώ αποτελεί πονηρή και εσπιλωμένη υποκρισία.

    Η διατύπωση αιρετικής εκκλησιολογίας, δηλαδή η προσεκτική αλλά καταφανής αποδοχή ‘ετεροδόξων εκκλησιών’ στο εν λόγω κείμενο, καταργεί αυτήν ταύτην την επιδίωξη της Συνόδου στο Κολυμπάρι, την επίδειξη της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, διότι αρνείται την ενιαία δια μέσου των αιώνων και συνοδικώς διατυπωμένη ορθόδοξη εκκλησιολογία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εκκλησιαστικής ενότητας. Σύμφωνα με τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «όταν όλοι πιστεύουμε με όμοιο τρόπο, τότε υπάρχει ενότητα [...] Αυτό είναι ενότητα Πίστεως, όταν όλοι είμαστε ένα, όταν όλοι έχουμε με όμοιο τρόπο επίγνωση του συνδέσμου μας». 

    ΣΤ)… Η αδιαμαρτύρητη αποδοχή του εκκλησιολογικού αυτού κειμένου της Κρήτης, η μη επίσημη απόρριψή του, οδηγεί στη μεταφορά της παναιρέσεως του Οικουμενισμού απ’ ευθείας μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή στη συνύπαρξη δύο αντιθέτων δογματικών, (εκκλησιολογικών), παραδόσεων: εκείνης η οποία ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως περί Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και εκείνης της καινοτόμου, αλλοτρίας και αιρετικής, των πολλών «ετεροδόξων εκκλησιών».

    Η υποχρέωση μιας συνοδικής καταδίκης του κειμένου αυτού, αλλά και του Οικουμενισμού γενικώς, προκύπτει αβίαστα και από την διαπίστωση του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού προς τους Μονοθελήτες. Σύμφωνα με αυτήν δεν αρκεί η «εξαφάνιση» η «παρασιώπηση» ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν: «Κατέβηκε από τους πέτρινους τοίχους, αλλά όχι από τις νοερές ψυχές. Να δεχθούν την κατάκριση αυτών, η οποία έγινε στη Ρώμη και εκτέθηκε συνοδικά, με ευσεβή δόγματα και κανόνες, και (τότε) έχει καταστραφεί το διαχωριστικό τείχος και δεν χρειαζόμαστε προτροπή».

(Συνεχίζεται).

Δείτε σχετικά και:

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (1ον)