Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2026

 

Αγία Κασσιανή,η μεγάλη ποιήτρια του Βυζαντίου


ΑΓΙΑ ΚΑΣΣΙΑΝΗ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

     Η γυναίκα καταξιώθηκε, για πρώτη φορά, στον Χριστιανισμό και αναδείχτηκε ως ισότιμο, με τον άνδρα, ανθρώπινο πρόσωπο. Τρανή απόδειξη η ανάδειξη μυριάδων αγίων γυναικών, οι οποίες συναγωνίστηκαν επάξια τους άνδρες αγίους σε αγιότητα και αξιοσύνη. Μια από αυτές υπήρξε η αγία Κασσιανή, η λόγια μοναχή, η φημισμένη ποιήτρια και υμνογράφος του Βυζαντίου.

     Το όνομά της απαντάται ως Κασσιανή ή Κασ(σ)ία, ή Εικασία, ή Ικασία. Γεννήθηκε περί το 805 – 810 στην Κωνσταντινούπολη από οικογένεια επιφανών φεουδαρχών. Ο πατέρας της ήταν εξέχον μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και είχε τον τίτλο του Κανδιδάτου. Οι γονείς της φρόντισαν να της παράσχουν λαμπρές σπουδές. Η υψηλή της μόρφωση, η σπάνια ομορφιάς της και τα σωματικά και ψυχικά της χαρίσματα, την ανέδειξαν ως μια από τις πλέον χαρισματικές κοπέλες του Βυζαντίου και περιζήτητη νύφη για τους ευγενείς νέους της Βασιλεύουσας. Οι βιογράφοι της Συμεών ο Μεταφραστής, Γεώργιος Αμαρτωλός και Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν πως υπήρξε υποψήφια νύφη του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842). Σύμφωνα με το χρονικό, η μητέρα του Θεόφιλου Ευφροσύνη οργάνωσε τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα στο παλάτι, στην οποία πήρε μέρος και η όμορφη και καλλιεργημένη αρχοντοπούλα Κασσιανή. Το γεγονός αυτό τοποθετείται ανάμεσα στα έτη 821 – 830. Σύμφωνα με το τελετουργικό, περνούσαν μπροστά από τον αυτοκράτορα οι υποψήφιες νύφες και ο αυτοκράτορας εξέταζε την εξωτερική τους εμφάνιση και την πνευματική τους καλλιέργεια. Όταν κατέληγε, έδινε ένα χρυσό μήλο στην υποψήφια της αρεσκείας του.

      Όταν ήρθε η σειρά τη Κασσιανής να περάσει μπροστά από τον Θεόφιλο, εκείνος έμεινε έκθαμβος από την σωματική της ομορφιά και θέλησε να δοκιμάσει και την πνευματική της καλλιέργεια και το ήθος της. Της απεύθυνε το εξής: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» δηλαδή:  «από μία γυναίκα έχουν προέλθει οι συμφορές στην ανθρωπότητα», εννοώντας την παρακοή της Εύας. Τότε η Κασσιανή του αποκρίθηκε με στόμφο: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττω», δηλαδή «όμως και από μια άλλη γυναίκα πηγάζουν οι ευλογίες για την ανθρωπότητα», εννοώντας το ρόλο της Θεοτόκου στη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

       Ο διάλογος αυτός και ο σπάνιος αυθορμητισμός της Κασσιανής πλήγωσε προφανώς τον εγωισμό και την υπεροψία του Θεόφιλου. Περισσότερο όμως τον θορύβησε η διαφαινόμενη δυναμικότητά της. Γι’ αυτό την απέρριψε και επέλεξε ως σύζυγό του την σεμνή αρχοντοπούλα Θεοδώρα από την Παφλαγονία.

      Πολλοί μελετητές θεωρούν το γεγονός αυτό ανύπαρκτο, υποστηρίζοντας ότι το δημιούργησαν οι υποστηρικτές των Ιερών Εικόνων, προκειμένω να μειώσουν τον εικονομάχο Θεόφιλο και να εξυψώσουν την Θεοδώρα, η οποία αναστήλωσε οριστικά τις Ιερές Εικόνες το 843 και έβαλε τέλος στην εκατονταετή εικονομαχική διαμάχη.

      Μετά από λίγο καιρό η Κασσιανή επέλεξε τη μοναχική ζωή. Στα 843 ίδρυσε δικό της κοινόβιο στα περίχωρα, δυτικά της Κωνσταντινουπόλεως, έξω από τα δυτικά τείχη, όπου έγινε ηγουμένη. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απόφασή της να γίνει μοναχή ήταν αποτέλεσμα του πληγωμένου εγωισμού της για την μη επιλογή της ως σύζυγος του αυτοκράτορα. Όμως αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Η υπέροχη εκείνη κόρη ήταν αδύνατον να κανονίζει τη ζωή της με τέτοια ευτελή πάθη. Μια επιστολή του αγίου Θεοδώρου Στουδίτου έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η επιλογή της να γίνει μοναχή ήταν συνειδητή και απαλλαγμένη από φτηνά εγωιστικά κίνητρα. Μάλιστα είναι γνωστό ότι η Μονή της Κασσιανής είχε πνευματικούς δεσμούς με την περίφημη Μονή Στουδίου και ο άγιος Θεόδωρος τη γνώριζε καλά. Άλλωστε η Κασσιανή αποφάσισε να μονάσει υπερασπίζοντας την Κυρία Θεοτόκο, με την αυθόρμητη και σοφή απόκρισή της στον αυτοκράτορα. 

        Εκεί ασχολήθηκε με την πνευματική της τελείωση. Με προσευχή νηστεία, αγρυπνία και τον αγώνα της κατά των παθών της ανήλθε σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα. Ταυτόχρονα με τον πνευματικό της αγώνα καλλιεργούσε και τη μεγάλη της αγάπη για την εκκλησιαστική ποίηση, ώστε αναδείχτηκε ως μια από τις μεγαλύτερες ποιητικές και υμνογραφικές φυσιογνωμίες της Εκκλησίας και της παγκοσμίου λογοτεχνίας.

       Δυστυχώς οι πληροφορίες μας είναι σχεδόν ανύπαρκτες για την κατοπινή ζωή της και μόνο από τα ποιήματά της παίρνουμε κάποιες πληροφορίες. Λέγεται ότι ταξίδεψε στα τέλη της ζωής της ως τη Ρώμη και την Κρήτη και τη Κάσο, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το 890. Η Εκκλησία μας εκτιμώντας την αγία ζωή της και την ανεκτίμητη προσφορά της στην υμνογραφία της, την κατέταξε στους αγίους και όρισε να εορτάζεται η μνήμη της στις 7 Σεπτεμβρίου.           

        Στην αγία Κασσιανή αποδίδονται αρκετοί ύμνοι της Εκκλησίας μας. Ξεχωρίζουμε το τετραώδιο του περίφημου κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου. Της αποδίδονται επίσης 21 Στιχηρά Ιδιόμελα, σε Δεσποτικές, Θεομητορικές και εορτές Αγίων. Συνέγραψε επίσης μια σειρά από 789 θαυμαστά επιγράμματα, με τον χαρακτηρισμό «Γνώμαι», σε  βυζαντινό 12σύλλαβο ρυθμό. Σ’ αυτά περιγράφονται και στιγματίζονται ανθρώπινα πάθη, όπως η φιλαργυρία, το ψεύδος, η απάτη κ.α. και εξαίρονται ανθρώπινες αρετές και δεξιότητες, όπως η αγάπη, η φιλία, η εξυπνάδα, η σύνεση κλπ.

        Όμως η αγία Κασσιανή είναι γνωστή κυρίως για το θαυμάσιο ομώνυμο τροπάριό της, «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Το εξαίσιο δοξαστικό των  αποστίχων του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, το οποίο ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης. Σε αυτό κάνει λόγο, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, για την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία, αφού μετανόησε, ένιψε τα πόδια του Χριστού με ακριβά μύρα, τα έπλυνε με τα δάκρυά της και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Πρόκειται για σπάνια μεγαλοφυή ποιητική σύνθεση, ένα αληθινό αριστούργημα λόγου, υψηλής θεολογίας και σοφίας, το οποίο εντάσσεται στα σπουδαιότερα ποιήματα όλων των εποχών. Επειδή η αγία ποιήτρια μεταχειρίζεται πρώτο ενικό πρόσωπο στον ύμνο, κάποιοι αμαθείς, χαρακτήρισαν την ίδια ως αμαρτωλή και γι’ αυτό είναι παρεξηγημένη, μη έχοντας αυτό σχέση με την αλήθεια. 



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή ΙΔ΄ Ματθαίου

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ- ΚΥΡΙΑΚΗ IΔ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ & ΙΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΛΟΔΟΤΗΣ (06-09-2026)



 

Αγία Νεομάρτυς Λυγερή η Χιοπολίτης

agia lygeri

ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΛΥΓΕΡΗ Η ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού     

     Ανάμεσα στην πληθώρα των ηρωικών Νεομαρτύρων μας υπάρχουν και πολλές Χριστιανές κόρες, οι οποίες αντάλλαξαν με τη ζωή τους την ομολογία τους στο Χριστό και διαφύλαξαν την τιμή τους από τους αισχρούς και αλλόθρησκους τυράννους. Μια από αυτές είναι και η αγία και ένδοξος Νεομάρτυς Λυγερή η Χιοπολίτης.

     Γεννήθηκε περί το 1804 στο χωριό Ανάβατο του μαρτυρικού νησιού της Χίου, η οποία δοκίμασε το πλέον σκληρό πρόσωπο της τουρκικής δουλείας. Οι γονείς της ήταν απλοϊκοί νησιώτες, οι οποίοι όμως είχαν ακλόνητη πίστη στο Θεό, δίνοντάς τους δύναμη να συνεχίζουν την πικρή ζωή της δουλείας. Να υπομένουν τους εξευτελισμούς, τις αγγαρείες, τη βαριά φορολογία και τον υποβιβασμό τους στην κατηγορία των κτηνών. Ως «άπιστοι», σύμφωνα με το Κοράνιο και τις ισλαμικές παραδόσεις, η ζωή τους είχε μικρή αξία για τους μουσουλμάνους κατακτητές και τυράννους.

      Μια από τις μεγάλες χαρές τους ήταν η χαριτωμένη κορούλα τους Λυγερή, ένα πραγματικά θεόσταλτο δώρο στη ζωή τους. Την ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Με την απλοϊκή, αλλά βαθειά πίστη τους στο Θεό, στάλαξαν στην αγνή ψυχή της την πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό και με το παράδειγμά τους της δίδαξαν την αρετή, τη σεμνότητα, την τιμιότητα και την αγνότητα. Μεγάλωσε και έγινε μια άρτια προσωπικότητα, με πνευματικά χαρίσματα και σπάνιο σωματικό κάλλος. Οι χωριανοί της την αγαπούσαν, την τιμούσαν και τη θαύμαζαν.

     Στα 1822 ορίστηκε από την Υψηλή Πύλη (οθωμανική διοίκηση) ένας σκληρός, απάνθρωπος και φιλήδονος πασάς. Η πλειοψηφία των τούρκων αξιωματούχων θεωρούσαν τους υπόδουλους Χριστιανούς ως κτήμα τους και αντικείμενα εκμετάλλευσής τους. Τους άνδρες ως υποζύγια, να εργάζονται και να τους φορολογούν και τις γυναίκες να τις χρησιμοποιούν, τις μεν όμορφες και νεαρές για την ικανοποίηση των κτηνωδών ορέξεων τους, τις δε άσχημες και προχωρημένης ηλικίας για υπηρέτριες των σπιτιών τους. Όποια γυναίκα τους άρεσε, χωρίς να ρωτήσουν την ίδια, ή τους οικείους της, την άρπαζαν και την έκλειναν στα σκοτεινά και αμαρτωλά χαρέμια τους.

     Ο ακόλαστος αυτός πασάς, σε μια από τις περιοδείες του στο νησί έτυχε να δει την δεκαοχτάχρονη τότε Λυγερή. Η ομορφιά της και το αρχοντικό της παράστημα του  έκαμε εντύπωση και την επιθύμησε ερωτικά. Έδωσε εντολή να την οδηγήσουν μπροστά του και με παρακάλια και ταξίματα της ζήτησε να ενδώσει στις αμαρτωλές του έξεις. Της έταξε πλούτη, δόξα, τιμές και δύναμη, αν ήθελε να την πάρει στο σαράι του. Να την κάμει ερωμένη του. Αλλά εκείνη, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, απέρριψε τις ανήθικες προτάσεις του. Μάλιστα σήκωσε το κεφάλι της προς τον ουρανό, στο Νυμφίο της ψυχής της, προς τον Οποίο προσεύχονταν μυστικά, για να την ενδυναμώσει και να μη πέσει θύμα των δολωμάτων του πασά. Αναλογιζόταν τα ουράνια αγαθά, τα άφθαρτα και αιώνια, ασύγκριτα ανώτερα από αυτά που της έταζε ο ακόλαστος μουσουλμάνος αξιωματούχος. Σκεφτόταν την ατέρμονη Βασιλεία των Ουρανών, η οποία δεν έχει καμιά ομοιότητα με την σαθρή και τυραννική βασιλεία των τυράννων αλλοθρήσκων Οθωμανών.

     Ο πασάς προσπάθησε να συγκρατήσει το θυμό του, ελπίζοντας ότι με τον καιρό θα την έπειθε να ικανοποιήσει την αμαρτωλή του επιθυμία. Έστελνε συχνά ανθρώπους του στο χωριό της, παρακαλώντας την και παροτρύνοντάς την να δεχτεί τις προτάσεις του. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο θέριευε το αμαρτωλό του πάθος για την Χριστιανή κοπέλα. Αλλά εκείνη έμεινε αμετάπειστη.

      Στις 6 Σεπτεμβρίου του έτους 1822 οι κάτοικοι του χωριού είχαν πανηγύρι, γιόρταζαν την εορτή του εν «Χώναις θαύματος» του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπου ο Ταξιάρχης των ουρανίων δυνάμεων είχε σώσει θαυματουργικά την πόλη της Μ. Ασίας. Αυτή την ημέρα διάλεξε ο ακόλαστος πασάς να αρπάξει την Λυγερή. Έστειλε ένα απόσπασμα στρατιωτών, για να τη συλλάβουν, την ώρα που οι χωριανοί της γλεντούσαν, χαίρονταν και χόρευαν αμέριμνοι. Οι χωριανοί, βλέποντας τους τούρκους στρατιώτες αναστατώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν να σωθούν. Μόνο η Λυγερή έμεινε ατρόμητη στη θέση της. Της ζήτησαν να τους ακολουθήσει με τη θέλησή της και όταν αυτή αρνήθηκε, την άρπαξαν με το ζόρι και έτρεξαν προς το σημείο που λεγόταν Ελίντα, όπου την περίμενε ο πασάς.

       Η Λυγερή προσευχόταν καθ’ οδόν, παρακαλώντας το Χριστό, το Νυμφίο της ψυχής της να την ενδυναμώσει στη νέα περιπέτειά της. Να διατηρήσει ανόθευτη την πίστη της σε Εκείνον και αγνό το κορμί της. Όσο εκείνη αντιστέκονταν, τόσο οι τραχείς και σκληρόκαρδοι στρατιώτες την  κακομεταχειρίζονταν, την  έβριζαν, την έδερναν και την απειλούσαν. Όταν έφτασαν σε κάποιο απόκρημνο σημείο η Λυγερή πιάστηκε από μια αγριοβερυκοκιά, με τόση δύναμη, ώστε ήταν αδύνατο στους στρατιώτες να την  αποκολλήσουν από το δένδρο. Τότε άρχισαν να την κακοποιούν, να τη βρίζουν και να την απειλούν περισσότερο. Την βλασφημούσαν και την απειλούσαν ότι θα την σκότωναν επί τόπου, αν δεν άφηνε το δένδρο. Εκείνη απαντούσε: «Εγώ Χριστιανή γεννήθηκα και Χριστιανή θα πεθάνω, την πίστη δεν αλλάζω. Παρακάτω δεν πρόκειται να πάω, κάντε μου ό, τι θέλετε».

     Τότε πλησίασε ένας θηριώδης μαύρος σκλάβος Λαζός, ο οποίος έβγαλε το γιαταγάνι του και της έκοψε το κεφάλι, το άρπαξε και έφυγε τρέχοντας για την Ελίντα. Μερικοί Χριστιανοί τον κυνήγησαν μάταια να του το πάρουν. Το ιερό της σώμα σπαρταρούσε ακέφαλο και πότιζε με το τίμιο αίμα του το χώμα της χιακής γης. Έτρεξε και η μητέρα της, με κλαμένα μάτια, μα και καμάρι, καθότι η κόρη της αξιώθηκε του μαρτυρίου για το Χριστό, πήρε τρεις χούφτες από το αίμα της κάνοντας τρεις σταυρούς στα βράχια. Ο ένας από αυτούς διακρίνεται μέχρι σήμερα. Ο σκλάβος όταν πήγε το κεφάλι στον πασά εκείνος θύμωσε, διότι ήθελε ζωντανή την Λυγερή και αποκεφάλισε το σκλάβο, φεύγοντας λυπημένος για την πόλη της Χίου και υψώνοντας μαύρη σημαία στο πλοιάριό του. Ο τόπος του μαρτυρίου έγινε τόπος προσκυνήματος για τους Χιώτες, οι οποίοι ευλαβούνται την αγία Λυγερή.

    Η μνήμη της τιμάται στις 6 Σεπτεμβρίου.