Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2026

 

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος: Άγιοι Αρχιερείς, φυλάξατε τα ποίμνια σας και διώξατε τους λύκους

 

εικόνα άρθρου: Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος: Άγιοι Αρχιερείς, φυλάξατε τα ποίμνια σας και διώξατε τους λύκους

Του Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου

“Εις περιστάσεις κατά τας οποίας περιφρονείται ή υβρίζεται η αγία Ορθόδοξος πίστις μας επιτρέπεται έλεγχος ακόμη και θυμός δίκαιος, α­παγορεύεται δε η σιωπή”


* Δεν αρκεί, δεν ωφελεί μόνον να γνωρίζουμε τον νόμο του Θεού, τις εντολές, τα δόγματα, τους κανό­νας, τις αποστολικές και πατερικές παραδόσεις, αλλά και να φυλάττουμε αυτές. Ο Κύριος είπε «Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βα­σιλεία των Ουρανών» (Ματ. 5, 19) και «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον τον Θεού και φυλάσσοντες αυ­τόν» (Λουκ. 11, 29)….

Άγιοι Αρχιερείς, φύλακες της Μιας, Αγίας, Κα­θολικής και Αποστολικής Εκκλησίας…, προσέξατε παρακαλώ θερμώς και ικετεύω μετά δακρύων. Προβατόσχημοι λύκοιεισελθόντες στην αυλή των λογικών προβάτων διά της πολιτικής και της αντίχριστου Μα­σονίας, ζητούν να καταργήσουν τα διατεταγμένα από τους πανσόφους Αγίους Αποστόλους και τους θεοφόρους Αγίους Πατέρας, και να εξευρωπαΐσουν, εκλατινίσουν και εκμοντερνίσουνΑυτούς και όλους τους καταφρονητάς των Αποστολικών και Πατερικών Πα­ραδόσεων, να αποβάλετε ως λοιμώδεις λύκους από την Ορθόδοξη Εκκλησία, για να μη καταστήσουν αυτήν αιρετική, πανθεϊστική και παναιρετική με όσα ξένα και αιρετικά επιδιώκουν να εισαγάγουν

Άγιοι Αρχιερείς, προσέξατε, φυλάξατε τα ποί­μνια τα όποια σας ενεπιστεύθη ό Κύριος, διώξατε τους λύκους. Εκείνους πού λέγουν και πράττουν παρά τα διατεταγμένα, συστήσατε εις αυτούς μετάνοια….

* Η Εκκλησία έχει ανάγκη από πολλούς εργάτες, όχι χλιαρούς και φιλοσώματους, αλλ’ αληθινούς, με πίστη και ζήλο, αυταπάρνηση και αγάπη ολόψυχο πρός τον Θεό και τον άνθρωπο…

* Λοιπόν αυτοί οι μεγάλοι και τρανοί οι ψευδώς τιτλοφορούμενοι ως αλάθητοι και παναγιώτατοι, φουσκωμένοι από εωσφορικήν υπερηφάνειαν, εχθροί της Ορθοδοξίας και των πιστώς ακολουθώντων την ορθόδοξον πίστιν και τας αποστολικάς και πατερικάς πα­ραδόσεις, επόμενον να μας πολεμήσουν, να εξασκή­σουν βίαν, αλλά εμείς να μένωμεν στερεοί εις την πί­στιν και να μη φοβηθώμεν… Ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χρίστου, μας παραγγέλλει  Μη συγκοι­νωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλ­λον δε και ελέγχετεΕις περιστάσεις κατά τας οποίας περιφρονείται ή υβρίζεται η αγία Ορθόδοξος πίστις μας επιτρέπεται έλεγχος ακόμη και θυμός δίκαιος, α­παγορεύεται δε η σιωπή. Αλλά και ο έλεγχος να γίνε­ται με διάκρισιν και σύνεσιν, όχι με ταραχήν και θυμόν υπερβολικόν…

ΠΙΣΤΟΙ ΥΠΕΡΜΑΧΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη



 

Αγία Πουλχερία: H ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγία Πουλχερία
ΑΓΙΑ ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
       Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μια από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.
       Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 399. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408) και της Ευδοξίας και αδελφή του Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Είχε δε την τιμή να λάβει το άγιο Βάπτισμα από τον ιερό Χρυσόστομο. Αν και βρέθηκε μέσα στην χλιδή των ανακτόρων και συναναστρέφονταν και με ραδιούργους παλατιανούς, είχε καλλιεργήσει στην ψυχή της βαθειά πίστη στο Θεό και απόκτησε σπάνιες αρετές.
      Μετά το θάνατο του πατέρα της Αρκαδίου, το 408, η Πουλχερία, εννέα μόλις ετών, ανάλαβε την κηδεμονία του επτάχρονου αδελφού της Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ανάλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο, ως ο νόμιμος διάδοχος του πατέρα τους. Παρά το παιδικό της ηλικίας της, τη διέκρινε σπάνια ωριμότητα και σωφροσύνη. Το πρώτο, που έκαμε ήταν να διαπλάσει το χαρακτήρα του αδελφού της, ώστε να βασιλέψει θεοφιλώς. Του παραστάθηκε με αφοσίωση και προσπάθησε να σταλάξει στην ψυχή του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και να του καλλιεργήσει τις ευαγγελικές αρετές. Τον ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους ηγεμόνες της εποχής του, οι οποίοι μεθούσαν από την εξουσία και συμπεριφέρονταν με αλαζονεία και τυραννία στους υπηκόους τους. Θεωρούσε την βασιλική και κάθε άλλη εξουσία ως διακονία, έχοντας υπόψη της τα λόγια του Χριστού: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44).
      Όμως ο Θεοδόσιος δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να επιτελέσει τα υψηλά του καθήκοντα, σε αντίθεση με την Πουλχερία, η οποία διακρινόταν για την δυναμικότητά της, τη σωφροσύνη της και την αξιολογότατη μόρφωσή της. Διέθετε μια σπάνια σωματική ομορφιά και έναν πλουσιότατο ψυχικό κόσμο. Σπούδασε τις επιστήμες της εποχής της και μιλούσε, εκτός από τη λατινική γλώσσα, και την ελληνική. Θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό και μελετούσε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους. Ήταν αξιολάτρευτη για την πραότητά της, την ευγένειά της,  την ανεκτικότητά της, τη σεμνότητά της και την έκδηλη αγάπη της για το λαό.
       Το 414, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών αναδείχτηκε Αυγούστα, με τη θέληση του αδελφού της Θεοδοσίου.  Υπήρξε δε πραγματικός ηγεμόνας του απέραντου βυζαντινού κράτος, ως το τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου (450), το οποίο σημείωσε ημέρες δόξας, χάρις στην συγκυβέρνηση με την δυναμική και σώφρονα Πουλχερία. Η ίδια αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και στο λαό. Αποφάσισε να μείνει σε όλη τη στη ζωή παρθένος και γι’ αυτό φορούσε συνεχώς τη  μοναχική καλύπτρα. Προσευχόταν και νήστευε, μη συμμετέχοντας στα πολυτελή τραπέζια του παλατίου. Παράλληλα άρχισε την αναδιοργάνωση του κράτους με την εποπτεία της. Αναδιοργάνωσε το στρατό, εξασφαλίζοντας εξωτερική ασφάλεια και ευημερία στους υπηκόους. Σε κάθε της απόφαση προηγούνταν θερμή προσευχή στο Θεό. Φρόντισε δε να έχει κοντά της ευσεβείς και ειδήμονες συμβούλους όλα τα χρόνια της εξουσία της.
       Ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα Θεοδόσιο, στερούμενος, όπως προαναφέραμε, προσόντων και αποφασιστικότητας, στην οποία άκουε και υπολήπτονταν και έτρεφε για το πρόσωπό της απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο δε λαός την υπεραγαπούσε, για τη συνετή και φιλολαϊκή της διακυβέρνηση.
       Η αγάπη της για την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό την ώθησε να νυμφεύσει τον Θεοδόσιο, με τη λόγια κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Ηρακλείτου Αθηναΐδα, η οποία έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, βαπτίσθηκε και ονομάστηκε Ευδοκία. Σκοπός της Πουλχερίας ήταν να μεταλαμπαδευτεί στη Βασιλεύουσα ο ελληνικός πολιτισμός. Και πράγματι, η Αθηναΐδα έφερε μαζί της εκατοντάδες φιλοσόφους και διδασκάλους, οι οποίοι μετέβαλαν την Κωνσταντινούπολη σε «μικρή Αθήνα». Μεγάλης σημασίας γεγονός υπήρξε η ίδρυση, το 425, με τη φροντίδα της Πουλχερίας και την αρωγή της Ευδοκίας, το φημισμένο «Πανδιδακτήριο» (Πανεπιστήμιο) της Κωνσταντινουπόλεως, το πρώτο οργανωμένο πανεπιστήμιο της Ευρώπης και του κόσμου! Επίσης σημαντικό γεγονός υπήρξε και η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Τα δύο αυτά μεγάλα γεγονότα υπήρξαν η απαρχή για τον εξελληνισμό του Ρωμαϊκού κράτους. 
        Η Πουλχερία πρωτοστάτησε και για την περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως. Με δική της δυναμική παρέμβαση, πέτυχε να πείσει τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε την αίρεση του Νεστορίου. Φρόντισε ακόμα να χτίσει λαμπρούς ναούς, όπως το ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη  και μοναστήρια, όπως τις Μονές Εσφιγμένου και Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος. Ίδρυσε πλήθος ευαγών ιδρυμάτων (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, κλπ), όπου έβρισκαν ανακούφιση χιλιάδες ενδεείς. Το 438 φρόντισε να αρθεί μια μεγάλη αδικία που διέπραξαν οι γονείς της Αρκάδιος και Ευδοξία. Να αποκαταστήσει τη μνήμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και να μεταφέρει τα λείψανά του στη Βασιλεύουσα, παρακαλώντας γονατιστή τον άγιο να συγχωρήσει τους διώκτες του γονείς της.
       Οι αιρετικοί νεστοριανοί την μισούσαν θανάσιμα και πέτυχαν με συκοφαντίες, να την απομακρύνουν από το θρόνο, αλλά για λίγο, διότι το 450 πέθανε ο Θεοδόσιος και έμεινε αυτή, ως η μόνη νόμιμη διάδοχος του θρόνου. Όντας 52 ετών νυμφεύτηκε τον ευσεβή συγκλητικό Μαρκιανό (450-457), στον οποίο παρέδωσε το θρόνο, με την προϋπόθεση να σεβαστεί την απόφασή της να μείνει παρθένα. Εκείνος σεβάστηκε την απόφασή της, διότι ήταν το ίδιο θεοσεβής με την Πουλχερία. Το 451 συγκάλεσαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ο Μαρκιανός και η Πουλχερία είχαν μια σύντομη βασιλεία, την οποία αφιέρωσαν στη στήριξη της Ορθοδοξίας και στην φιλανθρωπία.

      Το 453 σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών κοιμήθηκε ειρηνικά η Πουλχερία, αφιερώνοντας την περιουσία της στους φτωχούς. Τη θρήνησε ολόκληρη η αυτοκρατορία και η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται στις 10 Σεπτεμβρίου. Ο Μαρκιανός κοιμήθηκε το 457 και ανακηρύχτηκε και αυτός άγιος.  


 

Αγία Εὐανθία ἡ Μάρτυς (11 Σεπτεμβρίου)

῾Αγία Εὐανθία ἡ Μάρτυς

(11 Σεπτεμβρίου)

῾Η Μάρτυς ῾Αγία Εὐανθία

῾Η ἁγία Εὐανθία εἶναι μάρτυρας τῆς ̉Ορθόδοξης ̉Εκκλησίας μαζί μέ τόν σύζυγό της Δημήτριο καί τόν γιό της Δημητριανό. Τό ποῦ καί πότε ἔγινε τό μαρτύριο τῆς οἰκογένειας δέν ἀναφέρεται ἀπό τούς συναξαριστές.

   Στό Συναξάρι ὅμως τοῦ ἑκατόνταρχου Κορνηλίου βρίσκουμε γιά τούς μάρτυρες αὐτούς τά ἑξῆς. ῾Ο Δημήτριος ἦταν φιλόσοφος καί ἄρχοντας τῆς πόλης Σκεψέων ἤ Σκήψης τῆς Μικρᾶς  ̉Ασίας, καί διώκτης τῶν Χριστιανῶν. ῾Η γυναίκα του Εὐανθία, ὅπως καί ὁ γιός του ἦταν χριστιανοί. Μία ἡμέρα ἡ Εὐανθία μέ τόν γιό της Δημητριανό ἦταν στό ναό προσευχόμενοι, μαζί μέ τόν Κορνήλιο. Τή στιγμή ὅμως ἐκείνη ἔγινε σεισμός καί ἡ Εὐανθία μέ τόν Δημητριανό καταπλακώθηκαν στά ἐρείπια τοῦ ναοῦ, φωνάζοντας τό ὄνομα τοῦ Κορνηλίου. Τό ἔμαθε αὐτό ὁ Δημήτριος, βρῆκε τόν Κορνήλιο καί τόν παρακάλεσε νά σώσει τήν οἰκογένεια του. Πράγματι ὁ Κορνήλιος ἔβγαλε ζωντανούς ἀπό τά ἐρείπια τά δύο μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ Δημητρίου, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τή μεταστροφή στόν Χριστό τοῦ Δημητρίου, καθῶς καί ὅλων τῶν κατοίκων τῆς πόλης ἐκείνης.

   ῾Η μνήμη της ἐορτάζεται στίς 11 Σεπτεμβρίου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν Μάρτυρα ῾Αγίαν Εὐανθία

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου.

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀναγιγνώσκεται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος) εὐθὺς ὁ χορὸς σὲ  Ἦχον δ´ λέγει τὸ  Θεὸς Κύριος,… (τετράκις), εἶτα τὰ παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τὴν Θεοδόξαστον ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατάνύξει βοῶ­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσαι τοὺς προστρέχοντας,* Εὐανθία θεόφρον,* πάσης περι­στάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χρι­στὸν λιταῖς σου, θαυμα­στή,* σὲ γὰρ προστάτιν* ἀκοίμητον ἔχομεν. 

Δόξα Πατρὶ …

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν Συνάναρχον…

Εὐανθίαν τὴν Μάρτυρα εὐφημήσωμεν,* τὴν ὥσπερ ἄνθος εὐῶδες,* ἐν τῷ λειμῶνι Χριστοῦ,* τῷ παντέρπνῳ ἐξανθήσασαν* καὶ ἅπαντας, εὐωδιάσασαν πιστούς,* εὐψυχίας ταῖς ὀδμαῖς* καὶ ἄθλων αὐτῆς βοῶντες˙* λιμῷ ἡ τελειωθεῖσα,* ἄρτῳ ἡμᾶς Χριστοῦ διάθρεψον.

Καὶ νῦν … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι˙* εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στασο πρε­σβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σούτων κινδύ­νων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού˙* σοὺς γὰρ δούλους σώ­ζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δει­νῶν.

Εἶτα τὸν Νʹ (50ος) Ψαλμόν καὶ ἀκολου­θοῦν αἱ  ᾨδαὶ τοῦ Κανόνος.[1]

δὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. Ὑγρὰν διοδεύσας…

δήν ἱκετήριον, θαυμαστή,* πρός σε, Εὐανθί­α, ἀναπέμπομεν ταπεινῶς* καὶ τὴν σὴν βοή­θειαν αἰτοῦμεν,* ὅπως ῥυσθῶμεν πυρὸς τῆς κο­λάσεως. 

̉Αγάπην, εἰρήνην, ὑπομονήν,* ἀκράδαντον πί­στιν καὶ ἐλπίδα, θαυματουργή,* παράσχου ἡ­μῖν τοῖς ἀναξίοις* ὡς τὰ καὶ τέλη ἀνώδυνα, ἔν­δοξε.

̉Εχθροῖς καὶ προστάταις σῶν ἱκετῶν* παράσχου ὑ­γείαν καὶ μετάνοιαν ἀληθήν. * Εὐανθία φωσφόρε, ̉Ορθοδόξων* σὺ εἶ φρουρὸς τε καὶ σκέ­πη, πανένδοξε.

Θεοτοκίον.

Χαῖρε, Πανάχραντε Μαριάμ,*  ̉Αγγέλων ἡ δό­ξα* καὶ ἀνθρώπων ἡ χαρμονή,* δεόμεθά σου ἀπαύ­στως  οἱ ἀχρείοι,* ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Υἱὸν Σου, ἱκέτευε.

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Τὴν ῾Αγίαν Τριάδαν,* Εὐανθία ἔνδοξε,* καὶ τὴν Θε­οτόκον Μαρίαν* σὺ καθικέτευε,* ἵνα πά­ντες τα­χὺ* ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῶμεν* καὶ ἐκ τῆς κολάσε­ως,* ὦ θαυματόβρυτε. 

Τὰς ἐνόπλους δυνάμεις τῆς πατρίδος, Πάντιμε,* καλῶς διαφύλαττε πάντες σὲ ἱκετεύομεν* καὶ τὸ ἠθικὸν ὑψηλὸν διατήρησον,* ἵνα οἱ ἱκέτες σου* εἰρήνην ἔχωμεν.

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβεσον,* ἀ­γρούς, Εὐανθία, καὶ οἰκίας* σὺ διαφύλα­ξον,* ἵνα  ὑμνοῦμεν  σὲ* τὴν  τοῦ  Χρι­στοῦ,  Χριστονύμφην,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ κατάφύγιον. 

Θεοτοκίον.

 ̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας σου, Εὐανθί­α,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος β´. Πρεσβεία θερμή...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνή,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐκτε­νῶς βο­ῶμεν σοί,* Εὐανθία ἔνδοξε, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κιν­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς  σοι  πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας. 

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον,* Εὐανθία μάρτυς, τάχος σὺ κοίμησον* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύ­νασον* τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξαστε.

 ̉Εκ τροχαίου διάσωσον* τοὺς πιστῶς ὑμνοῦντας σε, Καλλιπάρθενε,* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνα­σον* τῶν παθῶν μου, κόρη Θεοδόξαστε.

Τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἴασαι* ταπεινῶς δεόμεθα οἱ ἀ­νάξιοι* ἐκ τῶν παθῶν ἃ τιτρώσκουσι ταύτην,* Εὐανθία πανένδοξε.

Θεοτοκίον.

Παναγία πανάχραντε,* τὴν ῾Ελλάδαν σπεῦσον καὶ διαφύλαξον* ἐξ ἐχθρῶν ποικίλων, ἔνθεε,* οἱ πι­στοὶ ἀπαύστως* σοῦ δεόμεθα.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Δίδου τοῖς πιστοῖς* ὑγιείαν, Θεοδόξαστε,* καὶ τοῖς νοσοῦσι γίνου θεραπευτής,* μαρτύρων κλέος* καὶ τῶν πιστῶν καταφύγιον. 

Νεύσεις ἱερᾶς* σὺ παράσχου μοι, πανένδοξε,* καὶ τὴν καρδίαν μου πλήρωσον χαρᾶς,* ἵνα δοξά­ζω* Χριστὸν τὸν ποιητὴν τοῦ σύμπαντος.

῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώμα­τος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.  

Θεοτοκίον.

Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ὁμό­νοι­αν, εἰρήνην καὶ χαράν,* τοῖς οἴκοις πάντων ἡ­μῶν* παράσχου, ̉Αμόλυντε.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, πιστῶν σὺ τὸ κλέος,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυ­ρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* Εὐανθί­α, πιστῶν κατα­φύγιον.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Εὐανθία, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων πα­γίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Φωτοφόρε, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

῾Ως τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδό­ξων οἱ χοροί, θεοφόρε, καὶ ἰατρὸν ἐν τοῖς νό­σοις παμμάκαρ,* σὲ ὀνομάζομεν, μάρτυς πανύ­μνητε, δεόμεθά σου ἀγαθέ, ἐκ τῶν παθῶν ἱκέ­τας διάσωσον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, ἱκέτας σου, Εὐανθί­α,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* ὡς ἔχουσα τῷ Θεῷ παῤῥησίᾳ.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμη­νεύ­τως*  ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν  ̉Ορθοδόξων ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Πλαστουργὸν ἀ­μετάθε­τος,* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς˙* ἀλ­λὰ πρό­φθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν* τῶν πιστῶς δεομένων σοι˙* δέχου τὰς παρα­κλήσεις*  καὶ  σπεῦσον εἰς ἱκεσί­αν,* σὺ εἶ ἀκοίμητος φρουρός,* Εὐανθία μάρτυς, τῶν τι­μῶντών σε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοί. (δίς)

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέ­σχε μοί.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (Κεφ. εʹ. 24-34) 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐ­τῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μά­στι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυτῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστρα­φεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱμα­τίων; Καὶ ἔλε­γον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέ­πεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγο­νεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶ­πεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐ­τή: Θύ­γατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕ­πα­γε εἰς εἰρήνην καὶ

ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μά­στιγός σου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.       

Δόξα Πατρὶ ...

Ταῖς τῆς ἁγίας Εὐανθίας* πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. ῞Ολην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπεις με τῶν ̉Ορθοδόξων προστά­τα* τὸν θερμῶς προστρέχοντα* καὶ γονυκλι­νῶς αἰ­τοῦντα βοήθειαν˙* νόσοι κατέβαλον ὅλον μου τὸ σῶ­μα* καὶ τὴν ψυχὴν μου κατεράκωσαν πάθη δυ­σίατα* ὡς καὶ πειρασμοὶ ἀκατάβλητοι,* πάντοθεν περικέκλεισμαι καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔ­χω πλὴν σου,* Εὐανθία μάρτυς,* προπύργιον ἁ­πάντων τῶν πιστῶν* καὶ καταφύγιον, ἔνδοξε,* ἡμῶν τῶν ὑμνοῦντων σε.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾨδὰς τοῦ Κανό­νος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉Ιησοῦν τὸν Σωτήρα* ὃν ἠγάπησας, μάρτυς, τα­χὺ δυσώπησον* ῥυσθῆναι τῶν πτασμάτων* ψυ­χῆς τε μολυσμάτων* τοὺς ἐν πίστει κραυγάζο­ντας˙* χαῖρε, πιστῶν ὁ φρουρὸς* καὶ πάντων ὁ προστάτης.

Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, θαυ­ματόβρυτε,* καὶ πάντων τῶν ποθούντων* υἱ­οὺς καὶ θυγατέρας* ἀρωγός, διὸ κράζουσι·* σύ εἶ, Εύανθία σεμνή,* πιστῶν ἡ εὐεργέτις.

Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανίαν* καταπαύει ὁ Πλά­στης, Εὐανθία ἕνδοξε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ  γονυκλινῶς σοῦ  δέονται,* τὸν  Ζωο­δότην Χριστόν, εὐμένισον λιταῖς Σου.  

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χει­ρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Μάρτυς, βοῶμεν,* ἵνα ἀπαλλάξῃ* πι­στοὺς ἐκ τοῦ καρκίνου.

̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θε­ρα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέ­ας* χα­ρὰν παρέχει, μάρτυς.

Τὴν ἀνεργίαν,* Εὐανθία, λιταῖς σου* ὁ Δεσπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν. 

Θεοτοκίον.

Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυρὸς τοῦ αἰωνίου.  

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Παμμάκαρ Εὐανθία,* σοι πόθω προσφεύγω* καὶ ἐκ­ζητῶ σὴν βοήθειαν, πάντιμε* ἣν σοι πα­ρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι.

Τοὺς ῾Ιεραποστόλους* φύλαττε λιταῖς σου* ἐκ τῶν ποικίλων κινδύνων, Εὐανθία σεμνή,* καί  ̉Ορθο­δόξους ἀπαύστως* σκέπε δεόμεθα. 

Διάσωσον ἐκ πλάνης* τέκνα ̉Ορθοδόξων* καί ἐκ χει­ρῶν τοῦ ἀλάστορος δέομαι* ἵνα ὑμνοῦμεν ἀ­παύστως* Σέ, Θεοδόξαστε.  

Θεοτοκίον.

῾Ημᾶς τοὺς ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν Θεοτόκε, οἱ ἀχρείοι,* πιστῶν τὸ καύχημα.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμι­ωτέραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυ­γκρίτως τῶν Σερα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν   Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγα­λύνομεν.

῎Ελαβες τήν χάριν παρά Θεοῦ* μάρτυς Εὐανθί­α,* θεραπεύειν ὁλοτελῶς* ὄγκους καί ἰώσεις* διό καί οἱ νοσοῦντες* βοήθειαν αἰτοῦσι* Κόρη πανύμνητε.

Δ όξα ἐκκλησίας καὶ χαρμονή,* Μάρτυς , ἀνεδεί­χθης* καὶ προπύργιον μοναχῶν* καὶ τῆς νέο­λαίας,* φρουρὸς τε καὶ προστάτης,* Εὐανθία, κλέος πιστῶν καί καύχημα.

Κέρας ̉Ορθοδόξων Χριστιανῶν* ὕψωσον λιταῖς σου* καὶ παράσχου πᾶσι ταχὺ* δύναμιν καὶ ῥώ­σιν,* Εὐανθία τρισμάκαρ,* καὶ Παραδείσου κάλ­λη* ἰ­δεῖν ἀξίωσον.

Σπεῦσον εἰς τὰς κλίνας τῶν ἀσθενῶν* καὶ τούτοις παράσχου,* Εὐανθία ἄνθος Χριστοῦ,* ἀκλόνητον ὑγείαν,* μετάνοιαν καὶ πίστιν* καὶ Κύριον ἁπάντων* αἰνεῖν ἀξίωσον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν… ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ.α.’. Τὸν Συνάναρχον…

Εὐανθίαν τὴν Μάρτυρα εὐφημήσωμεν,* τὴν ὥ­σπερ ἄνθος εὐῶδες,* ἐν τῷ λειμῶνι Χριστοῦ,* τῷ παντέρπνῳ ἐξανθήσασαν* καὶ ἅπαντας, εὐω­διάσασαν πιστούς,* εὐψυχίας ταῖς ὀδμαῖς* καὶ ἄ­θλων αὐτῆς βοῶντες˙* λιμῷ ἡ τελειωθεῖσα,* ἄρτῳ ἡμᾶς Χριστοῦ διάθρεψον.

῾Ο ῾Ιερεύς ποιεῖ Δέησιν καὶ μικρὰν  ̉Απόλυσιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλο­μεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Πάντας τούς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,* Εὐανθία, πιστῶν χαρμο­νή,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φω­τισμὸν καὶ τα­πείνωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγ­γελον ἀ­κοίμη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ.* Κόρη,  ̉Εκ­κλησίας τὸ κλέ­ος* ἀ­σθενῶν ἐδείχθης θερά­πων* καὶ τῶν ̉Ορ­θοδόξων κα­τάφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉Αμήν.



[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…