Σάββατο, Μαρτίου 14, 2026

 


ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΑΠΟ ΤΑ ΣΦΑΚΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η κρητική γη ανέδειξε, και αυτή, μια πληθώρα αγίων της Εκκλησίας μας. Ανάμεσά τους αναδείχτηκαν και πολλοί Νεομάρτυρες, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, έδωσαν τη δική τους μαρτυρία και τη ζωή τους, για τη μόνη σώζουσα πίστη του Χριστού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο ηρωικός Άγιος Νεομάρτυρας Μανουήλ.

      Καταγόταν και ζούσε στα Σφακιά της Κρήτης. Γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και φόβο Θεού.

     Εκεί στα τραχιά βουνά της Κρήτης η τουρκική σκλαβιά ήταν αρχικά κάπως ανεκτή, διότι οι αλλόθρησκοι ασιάτες τύραννοι δεν ενδιαφέρονταν για τον  άγονο εκείνο τόπο. Όμως όταν οι Σφακιανοί  είχαν επαναστατήσει, οι τούρκοι κινήθηκαν με ισχυρό στρατό και τους υπέταξαν, με αποτέλεσμα να ασκήσουν τυραννική εξουσία και να χάσουν τη σχετική ελευθερία που απολάμβαναν. Άρπαξαν τα ζωντανά τους, κατάσχεσαν τα κτήματά τους και τα σπίτια τους και άρπαξαν τα παιδιά τους, τα οποία εξισλάμιζαν με το ζόρι. Τα κορίτσια έκλειναν στα χαρέμια και τα αγόρια τα κατέτασσαν στο διαβόητο τάγμα των Γενιτσάρων.

     Μεταξύ των παιδιών που άρπαξαν ήταν και ο Μανουήλ, στον οποίο έκαμαν περιτομή με τη βία. Βλέποντας δε την ανδρεία του και τη λεβεντιά του, θέλησαν να τον προωθήσουν σε υψηλές θέσεις.

    Αλλά ο Μανουήλ, όντας θεοσεβής και έχοντας βαθειά στην ψυχή του κρυμμένη την ακράδαντη πίστη του στο Χριστό, ασφυκτιούσε στο τούρκικο περιβάλλον και στεναχωριόταν. Γι’ αυτό έτρεφε μέσα του την ελπίδα πως κάποτε θα έβρισκε την ευκαιρία να αποδράσει και να σωθεί από τη σκλαβιά των ανελέητων Οθωμανών και την πνικτική και νοσηρή ατμόσφαιρα του μουσουλμανισμού. Όταν ήταν αναγκασμένος να παίρνει μέρος στις προσευχές στα τζαμιά και στις άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις, γέμιζε η ψυχή του με λύπη.

     Όμως κάποτε του δόθηκε η πολυπόθητη ευκαιρία να αποδράσει. Ξεφεύγοντας από την προσοχή των τούρκων, μπήκε σε καράβι και βρέθηκε στη Μύκονο, όπου δεν τον ήξερε κανένας. Πρώτη του ενέργεια, μόλις πάτησε στο νησί, ήταν να βρει ορθόδοξο ιερέα εξομολόγο, να εξομολογηθεί και να ενταχθεί και πάλι στην Εκκλησία. Βρήκε έναν ενάρετο και σοφό κληρικό στον οποίο εξομολογήθηκε με δάκρυα και αναστεναγμούς την περιπέτειά του και τον ακούσιο εξισλαμισμό του. Εκείνος τον συγχώρεσε, τον έχρισε με Άγιο Μύρο και τον κοινώνησε.

     Ο Μανουήλ αποφάσισε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη Μύκονο. Μάλιστα γνώρισε μια κοπέλα την οποία παντρεύτηκε και έκανε μαζί της έξι παιδιά. Όμως δυστυχώς η σύζυγός του πρόδιδε τη συζυγική πίστη της. Κάποτε αντιλήφθηκε ότι η σύζυγός του τον απατούσε με άλλον άνδρα. Επειδή όμως ήταν πιστός στο Θεό, αγαθός και ανεξίκακος άνθρωπος, δεν την κακοποίησε και ούτε κοινοποίησε σε κανέναν τη μοιχεία της, διότι οι συνέπειες για τις μοιχαλίδες ήταν σκληρές και φοβερά ταπεινωτικές. Γι’ αυτό αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή. Πήρε τα παιδιά του και έφυγε από το σπίτι του, νοικιάζοντας κάπου αλλού, όπου ζούσε ήσυχα, χωρίς να ενοχλεί κανέναν, εργαζόμενος και φροντίζοντας τα παιδιά του.

     Ο αδελφός της γυναίκας του (μπατζανάκης του) ήταν ένας πολύ κακός άνθρωπος. Πήγαινε στο σπίτι του, τον έβριζε, τον πίεζε και τον απειλούσε, για να γυρίσει στη γυναίκα του. Αλλά ο Μανουήλ δεν πείθονταν, αλλά και δεν αποκάλυπτε τη μοιχεία της γυναίκας του.

     Μετά από καιρό ο Μανουήλ είχε προσληφθεί και εργάζονταν ως ναύτης σε κάποιο καράβι. Κάποτε ταξίδευε προς τη Σάμο, συνοδεύοντας φορτίο με ξύλα. Στο δρόμο συνάντησαν ένα τούρκικο καράβι, ιδιοκτησία του καπετάν πασά, το οποίο είχε αποστολή να περιπολεί και να φυλάει το Αιγαίο από τους πειρατές. Ο τούρκος καπετάνιος πρόσταξε τον έλληνα καπετάνιο να πλησιάσει για έλεγχο. Όμως στο τούρκικο καράβι υπηρετούσε ο δύστροπος μπατζανάκης του Μανουήλ. Μόλις είδε το γαμπρό του έτρεξε στον αγά του καραβιού, καταγγέλλοντάς του ότι ο συγκεκριμένος ναυτικός ήταν μουσουλμάνος τούρκος, ο οποίος αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός. Ήταν ένα μεγάλο αδίκημα κατά τον ισλαμικό νόμο, το οποίο επισύρει βαριές ποινές, έως και θάνατο. Ήταν μια ανέλπιστη ευκαιρία για εκείνον, να εκδικηθεί τον απείθαρχο γαμπρό του!

    Ο αγάς έδωσε διαταγή στους ναύτες του, να συλλάβουν τον Μανουήλ και να τον φέρουν μπροστά του. Ο Μανουήλ στάθηκε με θάρρος ενώπιον του τούρκου αξιωματούχου και απάντησε ευθαρσώς στις ερωτήσεις του. «Ναι αγά μου, με ανάγκασαν με το ζόρι να γίνω μουσουλμάνος, αλλά γύρισα στην πίστη μου, την οποία έχω από της γέννησής μου». Ο αγάς του είπε: «Μία φορά ήσουν Χριστιανός, ύστερα όμως τούρκεψες με την θέλησή σου, γι’ αυτό πρέπει πάλι να γυρίσεις στην πίστη μας, διότι εάν δεν δεχθείς, πρόκειται να σε παιδεύσω άσπλαχνα, ώσπου να ξεψυχήσεις».

       Ο ηρωικός Κρητικός Χριστιανός δεν δείλιασε καθόλου και δεν πτοήθηκε από τις απειλές του αγά, διαβεβαιώνοντάς τον: «Μην κουράζεσαι, εγώ Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω»! Ο θηριώδης αγάς θύμωσε από τα λόγια του Μάρτυρα και έδωσε διαταγή να τον δέσουν στο κατάρτι και να τον βασανίσουν. Για πολλές ημέρες έμεινε δεμένος, χωρίς τροφή και νερό, κακοποιώντας τον οι ανελέητοι ναύτες.

     Αφού τελείωσε η περιπολία στο Αιγαίο, το τούρκικο καράβι έφτασε στη Χίο, στην τούρκικη αρμάδα. Πρώτο τους μέλημα ήταν να παραδώσουν τον Μανουήλ στον τούρκο διοικητή της αρμάδας, τον ναύαρχο Κουτζούκ. Πριν τον παραδώσουν ο Μάρτυρας ζήτησε από κάποιον Υδραίο Χριστιανό ναύτη, ο οποίος υπηρετούσε στο τούρκικο καράβι, να κατέβει στο νησί και να του φέρει ορθόδοξο ιερέα να τον εξομολογήσει και να τον κοινωνήσει. Όμως δυστυχώς κανένας Χιώτης ιερέας δεν τόλμησε να πάει, διότι οι συνέπειες γι’ αυτόν και τους κατοίκους του νησιού, θα ήταν σοβαρές.

     Όμως κάποιος ιερέας και πνευματικός έστειλε, με την Υδραίο ναύτη, κρυφά μήνυμα στον Μανουήλ, με σκοπό να τον εμψυχώσει. Να έχει ακράδαντη πίστη στο Χριστό, να προσεύχεται και να είναι χαρούμενος, που ο Θεός τον διάλεξε να βασανιστεί για χάρη Του. Να έχει θάρρος και υπομονή και να μη δειλιάσει, για οτιδήποτε του συμβεί.

     Μόλις ο Μανουήλ άκουσε τα λόγια αυτά έλαβε ένα ανεξήγητο θάρρος. Έφυγε από την ψυχή του κάθε σκέψη δειλίας και ηττοπάθειας και αναφώνησε: «Και εγώ τον ίδιο σκοπό έχω. Τί σήμερα να πεθάνω και τί αύριο; Ο κόσμος αυτός είναι προσωρινός. Παρά να πεθάνω αύριο κολασμένος, καλυτέρα να πεθάνω σήμερα για την πίστη μου και να σώσω την ψυχή μου»!

     Αυθημερόν ο αγάς του καραβιού παρέδωσε τον Μάρτυρα στον ναύαρχο, απαγγέλλοντας την κατηγορία, που τον βαραίνει: άρνηση της μουσουλμανικής πίστης. Ο τούρκος αξιωματούχος του ζήτησε να ομολογήσει, αν αληθεύει η κατηγορία ότι καταφρόνησε την πίστη στο Ισλάμ. Ο Μανουήλ αποκρίθηκε με παρρησία και θάρρος ότι είναι αλήθεια, ότι γύρισε στο φως και δε σκοπεύει να γυρίσει πάλι στο σκοτάδι της πλάνης. Ο ναύαρχος για να βεβαιωθεί ότι ήταν όντως μουσουλμάνος, διέταξε να τον γυμνώσουν, να δει την περιτομή του. Όταν διαπίστωσε την περιτομή του του είπε: «Πώς λοιπόν λες, ότι είσαι Χριστιανός, αφού έχεις κάμει περιτομή;». Ο Μάρτυρας του αποκρίθηκε· «Από την γέννησή μου Χριστιανός είμαι, ωστόσο σκλαβώθηκα πολύ μικρός και με την βία με τούρκεψαν. Τώρα όμως πάλι Χριστιανός θέλω να είμαι»!

      Μόλις άκουσε αυτά ο τούρκος αξιωματούχος έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Ούρλιαζε, φώναζε και άφριζε το στόμα του, από οργή και αγανάκτηση. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, έβγαλε τη διαταγή: θάνατος δια αποκεφαλισμού! Ο Μάρτυρας άκουσε την απόφαση με θαυμαστή ηρεμία. Το πρόσωπό του έλαμπε από ουράνια χαρά και ανεξήγητη αγαλλίαση. Ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, να ακουστεί όσο το δυνατόν μακρύτερα: «Δόξα σοι ο Θεός»!

      Ο ναύαρχος τον παρέδωσε στους δημίους να εκτελέσουν την απόφασή του. Εκείνοι τον έδεσαν και με βρισιές και ξυλοδαρμούς, τον οδήγησαν μακριά από το παλάτι του πασά, κοντά σε ένα σφαγείο, στην τοποθεσία «Παλαιά Βρύση», για να τον θανατώσουν.  Εκείνος γεμάτος χαρά και ανεξήγητη ιλαρότητα στο πρόσωπό του, τους ακολουθούσε, σαν να πήγαινε σε πανηγύρι. Μόλις έφτασαν στο σημείο της εκτέλεσης ο Μάρτυρας γονάτισε μόνος του, χωρίς να τον προστάξουν, αναμένοντας με χαρά το βαρύ και κοφτερό σπαθί, το οποίο θα του έκοβε το νήμα της επίγειας ζωής του και θα του άνοιγε την πόρτα της αιώνιας και αληθινής ζωής.

      Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και το ανύψωσε και ήταν έτοιμος να το κατεβάσει στο λαιμό του Μάρτυρα. Αλλά μια ανεξήγητη δειλία τον εμπόδισε να κόψει το κεφάλι του «εξωμότη». Γι’ αυτό πέταξε δίπλα το σπαθί και έφυγε τρέχοντας χωρίς να πει λέξη. Οι παριστάμενοι σάστισαν και έγινε θόρυβος και ταραχή μεταξύ τους, μη μπορώντας να εξηγήσουν τη στάση του δημίου. Ο Μάρτυρας έμεινε γονατισμένος και ατάραχος.

      Τότε κάποιος τούρκος υπαξιωματικός, υπηρέτης του πασά, φανατικός μουσουλμάνος, ανάλαβε εκείνος να τον εκτελέσει. Άρπαξε το σπαθί και άρχισε να χτυπά επανειλημμένως το λαιμό του Μάρτυρα, σε πολλά σημεία, χωρίς όμως να μπορέσει να του κόψει το κεφάλι.

      Αφού είδε ότι δεν μπορεί να τον αποκεφαλίσει, άρπαξε τον Μάρτυρα, τον έβαλε κάτω και βγάζοντας κοφτερό μαχαίρι από τη ζώνη του, τον έσφαξε σαν πρόβατο! Ήταν 15 Μαρτίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα τέσσερις το απόγευμα, του έτους 1792. Οι Χριστιανοί του νησιού έμαθαν το συμβάν και δόξαζαν το Θεό, που αξιώθηκε ο τόπος τους να ποτιστεί με το τιμημένο αίμα ενός ακόμα Μάρτυρα του Χριστού! Πολλοί έτρεχαν στον τόπο του μαρτυρίου να δουν το τίμιο λείψανο, το οποίο φύλαγαν οι τούρκοι, για να μην το πάρουν οι Χριστιανοί, διότι τον θεωρούσαν δικό τους, επειδή είχε υποστεί περιτομή.

      Την επόμενη ημέρα, ο τούρκος ναύαρχος, βλέποντας τις εκδηλώσεις χαράς και τιμής προς τον «εξωμότη», έδωσε διαταγή να πάρουν το σώμα του, να του δέσουν βαριά αγκωνάρια και να το ρίξουν στη βαθειά θάλασσα, να μην έχουν τίποτε οι «άπιστοι» από εκείνον και να ξεχαστεί το όνομά του!

     Χειρόγραφο του μαρτυρίου του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.

      Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαρτίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.



Πέμπτη, Μαρτίου 12, 2026

 

π. Γεώργιος Καψάνης: «Μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ὁ Ἅγιος Θεός μπαίνει στήν φύση, στόν κόσμο, στήν ἱστορία, στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων»

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη «Η ΘΕΩΣΙΣ ΩΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», σελ. 36, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1998.

Ὁ Θεός δέν εἶναι μόνο οὐσία, ὅπως νομίζουν οἱ Δυτικοί, ἀλλά εἶναι καί ἐνέργεια. Ἐάν ὁ Θεός ἦταν μόνο οὐσία, δέν θά μπορούσαμε νά ἑνωθοῦμε, νά κοινωνήσουμε μαζί Του, διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι φοβερή καί ἀπρόσιτη στόν ἄνθρωπο, κατά τό «οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται» (Ἔξ. λγ΄, 20).
Ἄς ἀναφέρουμε ἕνα κάπως σχετικό παράδειγμα ἀπό τά ἀνθρώπινα. Ἄν πιάσουμε ἕνα ἠλεκτρικό καλώδιο γυμνό, θά πεθάνουμε. Ὅταν ὅμως ἑνώσουμε μία λάμπα στό καλώδιο, φωτιζόμαστε. Τήν ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος τήν βλέπουμε, τήν χαιρόμαστε, μᾶς βοηθεῖ. Τήν οὐσία του δέν μποροῦμε νά τήν πιάσουμε. Κάτι παρόμοιο, ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ νά ποῦμε, συμβαίνει καί μέ τήν ἄκτιστο ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός, ὅπως λέγουν χαρακτηριστικά οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἐμφορεῖται ἀπό μία ἁγία ἀγἀπη, ἕνα ἅγιο ἔρωτα γιά τά πλάσματά Του. Ἀπό αὐτήν τήν ἄπειρη καί ἐκστατική ἀγάπη Του ἐξέρχεται ἀπό τόν Ἑαυτό του καί ζητεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί τους. Τοῦτο ἐκφράζεται καί πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνέργειά του, ἤ καλλίτερα μέ... τίς ἐνέργειές Του.
Μέ τίς ἄκτιστες αὐτές ἐνέργειές Του ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο καί συνεχίζει νά τόν συντηρεῖ.
Δίδει οὐσία καί ὑπόσταση στόν κόσμο μας μέ τίς οὐσιοποιητικές ἐνἐργειές Του.
Εἶναι παρών στήν φύση καί συντηρεῖ τό σύμπαν μέ τίς συντηρητικές ἐνἐργειές Του.
Φωτίζει τόν ἄνθρωπο μέ τίς φωτιστικές του ἐνέργειες.
Τόν ἁγιάζει μέ τίς ἁγιαστικές ἐνἐργειες.
Τόν θεώνει, τέλος, μέ τίς θεωτικές ἐνέργειές του.
Ἄρα μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ὁ Ἅγιος Θεός μπαίνει στήν φύση, στόν κόσμο, στήν ἱστορία, στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων.


 

Ἡ ἱστορικὴ ἀπόφαση τῶν Ἑλβετῶν σχετικὰ μὲ τὸ φυσικὸ χρῆμα

Οἱ Ἑλβετοὶ πολῖτες ἔλαβαν μιὰ ἱστορικὴ ἀπόφαση γιὰ τὸ μέλλον τοῦ φυσικοῦ νομίσματός τους, τοῦ ἑλβετικοῦ Φράγκου, στὸ δημοψήφισμα ποὺ πραγματοποιήθηκε τὴν Κυριακὴ 8 Μαρτίου 2026. Μὲ τὴν ἀπόφασή τους αὐτή, οἱ Ἑλβετοὶ πολῖτες διασφάλισαν τὴ φυσικὴ μορφὴ τοῦ ἐθνικοῦ τους νομίσματος καὶ τὸν ρόλο τῶν μετρητῶν. 

Ἡ πλειοψηφία τῶν ψηφοφόρων ἀποφάσισε τὴ συνταγματικὴ κατοχύρωση τῶν μετρητῶν, στέλνοντας ἕνα ἠχηρὸ μήνυμα ὑπὲρ τῆς διατήρησης τῶν κερμάτων καὶ τῶν χαρτονομισμάτων παρὰ τὴν παγκόσμια τάση πρὸς τὴν πλήρη ψηφιοποίηση τῶν νομισμάτων. 
Τί ἀκριβῶς ἀποφασίστηκε στὸ δημοψήφισμα; 
Οἱ Ἑλβετοὶ κλήθηκαν οὐσιαστικὰ νὰ ἀπαντήσουν σὲ ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα: Εἶναι τὸ νόμισμα ἕνα δημόσιο ἀγαθὸ ποὺ πρέπει νὰ παραμείνει στὴν... ὑλική του μορφὴ ἢ μιὰ ψηφιακὴ ὑπηρεσία ποὺ ὑπόκειται στὸν ἔλεγχο τῶν ἠλεκτρονικῶν συστημάτων; 
Στὴν κάλπη ὑπῆρχαν δυὸ προτάσεις. Καὶ οἱ πολῖτες εἶχαν κληθεῖ νὰ ἐπιλέξουν ἀνάμεσα στὴν πρόταση τῆς πρωτοβουλίας «Τὰ μετρητὰ εἶναι Ἐλευθερία» καὶ στὴ κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση. 
Ἡ πρωτοβουλία «Τὰ μετρητὰ εἶναι ἐλευθερία», ἀποτελοῦσε πρόταση ἀκτιβιστῶν ποὺ ζητοῦσαν πολὺ αὐστηροὺς κανόνες ὥστε νὰ διασφαλιστεῖ ὅτι τὰ μετρητὰ δὲν θὰ ἀντικατασταθοῦν ποτὲ ἀπὸ ψηφιακὰ μέσα, χωρὶς προηγουμένως νὰ ὑπάρξει σχετικὴ λαϊκὴ ἐτυμηγορία. Ἡ πρόταση εἶχε ὡς κεντρικὸ ἄξονα τὴν συνταγματικὴ κατοχύρωση τῆς ὕπαρξης τῶν μετρητῶν. Οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς κίνησης ἐξέφρασαν τὴν ἀνησυχία ὅτι ἡ σταδιακὴ κατάργηση τῶν χαρτονομισμάτων καὶ τῶν κερμάτων ὑπὲρ τῶν ψηφιακῶν πληρωμῶν, θὰ ὁδηγοῦσε σὲ πλήρη ἔλεγχο τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὸ κράτος καὶ τὶς τράπεζες. 

Τὰ ἐπιχειρήματα τῆς πρωτοβουλίας «Τὰ μετρητὰ εἶναι ἐλευθερία», ἦταν ἁπλᾶ. 
Κατὰ πρῶτον, τὰ μετρητά, δηλαδὴ ἡ φυσικὴ μορφὴ χρήματος, προστατεύουν τὴν ἰδιωτικότητα, καθὼς ἡ χρήση τους στὶς συναλλαγὲς δὲν ἀφήνει ψηφιακὰ ἀποτυπώματα. 
Κατὰ δεύτερον, τὰ μετρητὰ προσφέρουν ἀσφάλεια σὲ περιπτώσεις κυβερνοεπιθέσεων, κατάρρευσης τῶν δικτύων ἠλεκτρικῆς ἐνέργειας, μὴ λειτουργίας τῶν διατραπεζικῶν συστημάτων πληρωμῶν, καθὼς καὶ σὲ περιπτώσεις κρατικῶν παρεμβάσεων. 
Καὶ κατὰ τρίτον, ἡ χρήση φυσικοῦ χρήματος βοηθᾶ τοὺς πολῖτες καὶ εἰδικότερα τοὺς νέους, νὰ διαχειρίζονται καλύτερα τὸν Προϋπολογισμό τους καὶ νὰ ἐλέγχουν τὰ ἔξοδα. Σὲ ἀντίθεση μὲ ψηφιακὸ χρῆμα τὸ ὁποῖο ἀρκετὲς φορὲς ἀντιμετωπίζεται σὰν μιὰ ἁπλή ἠλεκτρονικὴ ἐγγραφή. 

Ἡ κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση, ἀποτελοῦσε μιὰ συμφωνία ἀνάμεσα στὸ Ὁμοσπονδιακὸ Συμβούλιο καὶ τὸ Κοινοβούλιο ὡς πρὸς τὴν οὐσία τῆς προστασίας τῶν μετρητῶν, μὲ μιὰ πιὸ ἰσορροπημένη νομικὴ διατύπωση. 
Στὰ ἐπιχειρήματα τῶν σκεπτικιστῶν ἀπέναντι στὴν πρωτοβουλία «Τὰ μετρητὰ εἶναι ἐλευθερία», ποὺ εἶχαν συνταχθεῖ μὲ τὴν κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση, ἦταν τὸ κόστος τῆς ἐκτύπωσης, τῆς φύλαξης καὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν μετρητῶν τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξαιρετικὰ δαπανηρὸ γιὰ τὴν κεντρικὴ τράπεζα, ἡ ἀσφάλεια τῶν ψηφιακῶν συναλλαγῶν ἀπέναντι στὴ φοροδιαφυγὴ καὶ τὸ ξέπλυμα μαύρου χρήματος, καθὼς καὶ τὸ χαμηλὸ κόστος καὶ ἡ ταχύτητα τῶν συναλλαγῶν μὲ τὸ e-Franc. 

Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δημοψηφίσματος ἦταν ἀπορριπτικὸ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀρχικὴ πρωτοβουλία τῶν ἀκτιβιστῶν, μὲ 54,4% κατά, ἀλλὰ ἦταν θετικὸ καὶ μάλιστα μὲ μεγάλη πλειοψηφία τῆς τάξης τοῦ 73,4% ὡς πρὸς τὴν κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση. 

Τί σημαίνει ἡ ἀπόφαση τοῦ δημοψηφίσματος στὴν πράξη; 
Ἡ ἀπόφαση τοῦ δημοψηφίσματος κατοχυρώνει συνταγματικά: 
1.Τό δικαίωμα χρήσης μετρητῶν δηλαδὴ ἑλβετικὰ φράγκα σὲ φυσικὴ μορφή, 
2.Τήν διασφάλιση ἐπαρκοῦς κυκλοφορίας χαρτονομισμάτων καὶ κερμάτων, 
3.Ότι τὸ ἑλβετικὸ φράγκο παραμένει τὸ ἐπίσημο νόμισμα τῆς χώρας. 
4.Οποιαδήποτε ἀλλαγή, γιὰ παράδειγμα ἡ ἀντικατάσταση μὲ ἄλλο νόμισμα ἢ ἡ πλήρης μετάβαση μόνο σὲ ψηφιακὸ χρῆμα θὰ ἀπαιτεῖ πλέον νέο δημοψήφισμα μὲ διπλή πλειοψηφία σὲ ἐθνικὸ ἐπίπεδο καὶ σὲ ἐπίπεδο καντονιῶν. 

Ἔτσι ἡ Κεντρικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλβετίας (SNB) ἔχει πλέον τὴν ρητὴ συνταγματικὴ ἐντολὴ νὰ διασφαλίζει τὸν ἐπαρκή ἐφοδιασμὸ τῆς ἀγορᾶς μὲ φυσικὸ χρῆμα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐπάρκεια «φυσικοῦ χρήματος» τίθενται ὅρια στὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν συναλλαγῶν ἀπὸ τὶς τράπεζες καὶ τὸ κράτος, διασφαλίζοντας τὴν ἀνωνυμία καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν τῶν πολιτῶν. 

Ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς προσήλωσης στὸ παραδοσιακὸ φράγκο καθησύχασε τοὺς διεθνεῖς ἐπενδυτές. Τὸ ἑλβετικὸ φράγκο συνεχίζει νὰ προσελκύει κεφάλαια ἀπὸ τὴν Ἀσία μέχρι τὴν Ἀμερική, καθὼς ἡ θεσμικὴ σταθερότητα ποὺ προσφέρει τὸ ἑλβετικὸ πολίτευμα παράλληλα μὲ τὴν ἀμεσότητα ἀπὸ τὴ συχνὴ χρήση δημοψηφισμάτων, θεωρεῖται ἡ ἀπόλυτη ἐγγύηση γιὰ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα ποὺ τοποθετοῦνται στὸ ἑλβετικὸ τραπεζικὸ σύστημα. 

Ὡστόσο, οἱ τράπεζες, ὅπως ἡ UBS γιὰ παράδειγμα, βρίσκονται μπροστὰ σὲ μιὰ πρόκληση. Καθὼς θὰ πρέπει νὰ ἰσορροπήσουν μὲ μαεστρία ἀνάμεσα στὴν ἀπαίτηση τῶν πολιτῶν γιὰ φυσικὸ χρῆμα καὶ στὴν ἀνάγκη γιὰ ψηφιακὴ καινοτομία προκειμένου νὰ παραμείνουν ἀνταγωνιστικὲς ἀπέναντι στὶς Fintech ἑταιρεῖες καὶ τὶς ψηφιακὲς ὑπηρεσίες τῶν διεθνῶν τραπεζῶν ποὺ κερδίζουν ὁλοένα καὶ μεγαλύτερα μερίδια ἀγορᾶς. 

Κατὰ τὴν γνώμη μας, τὸ δημοψήφισμα γιὰ τὸ νόμισμα στὴν Ἑλβετία, δὲν ἀφοροῦσε μόνο τὴν οἰκονομία. Ἀφοροῦσε τὴν ἴδια τήν ἐλευθερία. Οἱ Ἑλβετοὶ πολῖτες ἀποφάσισαν ὅτι τὸ χρῆμα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα μέσο συναλλαγῆς, ἀλλὰ ἕνα σύμβολο ἀνεξαρτησίας καὶ ἐλευθερίας. Ἡ ἀπόφασή τους νὰ προστατεύσουν τὰ μετρητὰ καὶ νὰ ἐνισχύσουν τὴ συνταγματικὴ θωράκιση τοῦ φράγκου, ἀποτελεῖ ἕνα «φρένο» ὄχι μόνο ἀπέναντι στὸ «e-Franc», ἀλλὰ στὴν ἀπόλυτη ψηφιοποίηση τῆς κοινωνίας. Δείχνει ὅτι στὴν καρδιὰ τῆς Εὐρώπης, ἕνας λαὸς ἐπιμένει νὰ διατηρεῖ τὸν ἔλεγχο τῶν πιὸ βασικῶν πτυχῶν τῆς ζωῆς του. 
πηγή 


 

Αποτέλεσμα εικόνας για Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Ο Σταυρός του Χριστού ως προυπόθεση της Ανάστασης (Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως)

Ο ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: ΤΗΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ ΤΟ ΑΗΤΤΗΤΟΝ ΤΡΟΠΑΙΟΝ

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως)

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου- Καθηγητού

       Φθάσαμε, με τη χάρη του Θεού, στην Γ΄ Κυριακή των Νηστειών, στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, κατά την οποία  προβάλλεται ο Τίμιος Σταυρός για προσκύνηση, για να αντλήσουμε από αυτόν δύναμη, να συνεχίσουμε ως την Ανάσταση, τον πνευματικό μας αγώνα. Να συνέρθουμε από την κόπωση των προηγούμενων ημερών και να αντικρούσουμε νικηφόρα τις λυσσώδεις επιθέσεις του διαβόλου εναντίον μας αυτή την ιερή περίοδο, ο οποίος πασχίζει να μας ματαιώσει τον αγώνα μας. Κι αυτό διότι, ο Τίμιος Σταυρός είναι το μεγάλο μας όπλο κατά του διαβόλου και των παγίδων του. Είναι το μεγάλο τρόπαιο νίκης κατά των αντιθέων δυνάμεων και η παρηγοριά κάθε πονεμένου.

       Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική μας πίστη, κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών Χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η Θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία της για τη ζωή της Εκκλησίας.

        Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν καύχηση. «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6,13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» (Α΄ Κορ.1,17). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως αίσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος.

      Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμονος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού, από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.

     Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην  σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία και να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του, όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή, οι οποίοι σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά να σταυρώσει, όχι το σώμα του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος, «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

     Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν,  ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο! Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς, μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού, χαρακτηρίζοντάς το ως

ειδωλολατρικό σύμβολο, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια το λογότυπο του περιοδικού τους! Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και άντ’ αυτού τον ονομάζουν «πάσαλο». Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την λέξη Σταυρός με τη λέξη «ξύλο», σε αντίθεση με τον απόστολο Παύλο, ο οποίος καυχιέται για τον Σταυρό του Κυρίου (Ρω.6,13)!

     Εμείς οι Ορθόδοξοι, που διατηρούμε ανόθευτη τη χριστιανική διδασκαλία, προσκυνούμε τον τίμιο Σταυρό και αντλούμε από αυτόν δύναμη και αγιασμό. Κάθε χρόνο, εκτός από τις πολλές εορτές προσκύνησης του Σταυρού του Κυρίου, τον προσκυνούμε και την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, για να λάβουμε, όπως προαναφέραμε, δύναμη στον πνευματικό μας αγώνα αυτή την ιερή περίοδο. 

     Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έγραψε τα εξής σημαντικά για την δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού: «Το σημείο του Σταυρού είναι μεγάλη ασφάλεια. Δεν απαιτεί καμιά δαπάνη και για τούτο είναι προσιτό και στους φτωχούς. Δεν είναι κόπος ούτε για τους αρρώστους, επειδή η Χάρη είναι από το Θεό και είναι σημάδι των πιστών και φόβος για τους δαίμονες. Διότι πάνω στο Σταυρό, κατανίκησε τους δαίμονες, τους διαπόμπευσε, ολοφάνερα τους κατεξευτέλισε. Όταν, λοιπόν, δουν το Σταυρό, έρχεται στο νου τους ο Εσταυρωμένος. Φοβούνται Αυτόν, που σύντριψε τις κεφαλές του νοητού δράκοντα».

        Ο ιερός Χρυσόστομος μας προτρέπει: «Σχημάτισε στο μέτωπό σου το σημείο του Σταυρού και τότε δεν θα μπορέσει να σε βλάψει, σε τίποτε ο Διάβολος. Με την δύναμη του Σταυρού, έπαψαν πλέον οι δαίμονες να είναι φοβεροί και έγιναν ευκολοκαταφρόνητοι και δι’ αυτού, κατανικήθηκε και εξαφανίστηκε ο θάνατος και ταυτόχρονα έπαψε ο θάνατος να είναι θάνατος, αλλά ύπνος. O Σταυρός είναι το τρόπαιο νίκης εναντίον των δαιμόνων, είναι η μάχαιρα κατά της αμαρτίας, το ξίφος με το οποίο ο Xριστός κέντησε το φίδι. O Σταυρός που είναι το θέλημα του Πατέρα, η δόξα του Mονογενούς, το αγαλλίαμα του Πνεύματος, το κόσμημα των αγγέλων, η ασφάλεια της Eκκλησίας, το καύχημα του Παύλου, το τείχος των Αγίων, το φως όλης της οικουμένης»

      Ο άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εγκωμιάζοντας τον Τίμιο Σταυρό, ο οποίος προβάλλεται για προσκύνηση, τον ονομάζει «βασιλική κλίνη». Κλίνη, πάνω στην οποία αναπαύθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, κατά τη φρικτή θυσία του Γολγοθά.

     Η κατάνυξη και η χαρμολύπη της Μ. Τεσσαρακοστής και ιδιαίτερα η βίωση των Αγίων και Αχράντων Παθών του Χριστού μας, μπορούν να μας δώσουν την πραγματική χαρά της Αναστάσεως. Αυτό μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16,24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά. Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή: «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν. Η Ορθοδοξία μας είναι η Εκκλησία του Σταυρού γι’ αυτό

βιώνει και ζει αδιάκοπα την ανείπωτη χαρά της Αναστάσεως, ως η πραγματική και μοναδική Εκκλησία της Αναστάσεως.

      Ο Χριστός μας καλεί, με την ανάγνωση του Ευαγγελίου της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, να αναλάβουμε τον προσωπικό μας σταυρό και να Τον ακολουθήσουμε. Ο δικός μας σταυρός είναι η προσωπική μας υποχρέωση, ο αγώνας

μας, να αποβάλλουμε από μέσα μας το κακό και  την αμαρτία. Να κόψουμε τα πάθη μας. Να πολεμήσουμε το κακό όπου και αν βρίσκεται. Να εναντιωθούμε στο διάβολο, ο οποίος βρίσκεται δίπλα μας και προσπαθεί να μας παρασύρει στην αμαρτία, για να μας καταστρέψει. Να αποκολληθούμε από το βούρκο των αμαρτωλών έξεων και να στολιστούμε με αρετές. Να τρανώσουμε την πίστη μας στο Χριστό και να αποβάλλουμε από μέσα μας τα ολέθρια σπέρματα και ζιζάνια της απιστίας, τα οποία μας σπέρνει ο σατανάς. Να ζήσουμε βίο ενάρετο, προσαρμόζοντας τη ζωή μας στο μεγάλο πρότυπο, το Χριστό μας.

       Να δούμε τους συνανθρώπους μας ως αδελφούς μας και να πάψουμε να τους θεωρούμε εχθρούς μας και αντίζηλους. Να σταματήσουμε κάθε εχθρική διάθεση προς τον οποιοδήποτε θεωρούμε εχθρό μας, ό, τι κακό και αν μας προξένησε, και να συμφιλιωθούμε μαζί του. Να κάνουμε πράξη την αγάπη προς αυτούς, με έργα φιλανθρωπίας, έχοντας την βεβαιότητα πως ό, τι προσφέρουμε στον αναξιοπαθούντα συνάνθρωπό μας το προσφέρουμε στο Χριστό.

      Να εντάξουμε στην προσωπική μας σταυρική πορεία, την συνειδητή εκκλησιαστική μας ζωή. Να εκκλησιαζόμαστε ανελλιπώς. Να βρισκόμαστε συνεχώς σε κατάσταση μετάνοιας, να εξομολογούμαστε, να κοινωνάμε τακτικά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Και τέλος καλούμαστε να ομολογούμε ευθαρσώς το Θεό σε κάθε μας λόγο, οπουδήποτε  βρισκόμαστε. Να δηλώνουμε την ορθόδοξη πίστη μας, ως την μόνη σώζουσα πίστη, για να έχουμε την ελπίδα ότι, όπως  ομολογούμε το Χριστό μας, έτσι θα μας ομολογήσει και Εκείνος, ενώπιον του Ουράνιου Πατέρα μας!

       Μπορεί να μας φαίνεται βαρύς αυτός ο σταυρός, αλλά δεν είναι. Είναι χρηστός, εύχρηστος, ελαφρός, όπως μας διαβεβαίωσε ο Κύριός μας. Αυτός με τη λυτρωτική Του χάρη τον κάνει ανάλαφρο και την σταυρική μας πορεία ευχάριστη.  Μας καλεί: Ελάτε κοντά μου όλοι οι κουρασμένοι και βαρυφορτωμένοι από το άχθος της αμαρτίας, από τα προβλήματα και τα βάσανα της ζωής και Εγώ θα σας αναπαύσω. Μπείτε στο δικό μου ζυγό, βαδίστε στη δική μου πορεία, παραδειγματιστείτε από τη δική μου πραότητα και ταπεινή και καταδεκτική καρδιά, η οποία φλέγεται από αγάπη για σας και βρείτε πραγματική και μόνιμη ανάπαυση στις κουρασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές σας. Εγώ θα κάνω ελαφρό και εύχρηστο το σταυρικό φορτίο της ζωής μας! Τέτοια παρηγορητικά λόγια αγάπης και συμπόνιας προς τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο δεν ξεστόμισε ποτέ κανένας ιδρυτής θρησκείας, φιλόσοφος, κοινωνικός αναμορφωτής. Τα διακήρυξε ο μόνος πραγματικός φιλάνθρωπος, ο Ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Κύριός μας και Λυτρωτής μας Χριστός. Εμείς δεν έχουμε παρά να αποδεχτούμε την πρόσκληση της σωτηρίας μας, να Του πούμε το μεγάλο και αποφασιστικό, Ναι! Να Του παραδοθούμε ψυχή τε και σώματι, να ανήκουμε μόνο σ’ Αυτόν. Να αλλάξουμε πορεία στη ζωή μας.

       Το κατανυκτικό κλίμα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να μας βοηθήσει να πραγματοποιήσουμε αυτό το μεγάλο άλμα μας, από τους κακοτράχαλους και σκοτεινούς δρόμους της αμαρτίας, οι οποίοι οδηγεί στη φθορά και το θάνατο, στο ολόφωτο δρόμο της σωτηρίας, στην ένωσή μας με το Σωτήρα μας Χριστό, στην ουράνια βασιλεία του Θεού, στην αιώνια ζωή και μακαριότητα. Και κάτι τελευταίο και σημαντικό: να βάλλουμε το Σταυρό στη ζωή μας. Να Θωρακιστούμε με αυτόν. Να κάνουμε το σημείο του σταυρού, όταν σηκωνόμαστε από το κρεβάτι μας, όταν

τρώμε, όταν φεύγουμε από το σπίτι και σταυρώνουμε την πόρτα, όταν περνάμε μπροστά από εκκλησία. Όταν ακούμε κάτι καλό ή κακό. Όταν πάμε για ύπνο το βράδυ. Να Φοράμε πάντα επάνω μας σταυρό. Διότι «Χριστιανός χωρίς το σημείο του Σταυρού, μοιάζει με στρατιώτη χωρίς όπλο», όπως μας βεβαιώνει ο άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος!

      Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό, για να πάρουμε δύναμη και κουράγιο, να συνεχίσουμε μέχρι το τέλος τον πνευματικό μας αγώνα. Να τρέψουμε σε άτακτη φυγή τον αντίδικό μας διάβολο, ο οποίος πασχίζει να μας πάρει με το μέρος του και να μας αποσπάσει από το Θεό. Να καταλάβουμε ότι το πραγματικό μας συμφέρον είναι να είμαστε με το Θεό, έστω και αν μας φαίνεται δύσκολη αυτή η σχέση, παρά με τον πλάνο, ο οποίος μας ωραιοποιεί την αμαρτία, για να μας παρασύρει στον όλεθρο. Ας σπεύσουμε λοιπόν να γονατίσουμε μπροστά στο υπέρτατο και σωτήριο αυτό σύμβολο της Εκκλησίας μας, για να λάβουμε τη χάρη του Θεού και τη δύναμη να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα, φθάνοντας καθαρμένοι και αγιασμένοι στο Άγιο Πάσχα, να βιώσουμε οντολογικά το μέγα και κοσμοσωτήριο γεγονός της Θείας Εγέρσεως, την κατάργηση του θανάτου και την ελπίδα της δικής μας αναστάσεως!  



 

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ: Ο ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
     Μεγάλους αγίους και Πατέρες της Εκκλησίας μας συναντάμε σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. Ο δυτικός Χριστιανισμός, πριν αποσχισθεί από την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και παρεκκλίνει από την ορθή πίστη, ανάδειξε μεγάλους αγίους και Πατέρες, εφάμιλλους των Πατέρων της Ανατολής. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Γρηγόριος ο Α΄, ο Διάλογος, πάπας Ρώμης. Να διευκρινίσουμε πως ως τις αρχές του 11ου αιώνα, που ο παπισμός δεν είχε αποσκιρτήσει από την Εκκλησία και εκπέσει στην αίρεση, αναδείχτηκαν πάμπολλοι πάπες άγιοι, οι οποίοι λαμπρύνουν τα αγιολόγιά μας.
     Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 540 και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565). Ο πατέρας του ονομαζόταν Γορδιανός και η μητέρα του Συλβία. Οι πλούσιοι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σπουδαία μόρφωση. Αναδείχτηκε σπουδαίος νομικός.

       Το 570 διορίστηκε από τον Ιουστινιανό πραίτορας της Ρώμης, αλλά όχι για πολύ, διότι μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και ίδρυσε πολλές μονές. Την οικία του στη Ρώμη την μετέβαλε σε μονή, αφιερωμένη στον Απόστολο Ανδρέα, όπου ζούσε άκρως ασκητική ζωή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το 579 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με την αδελφή του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602), Θεοκτίστη και με τον πατρίκιο Ναρσή, με τους οποίους αλληλογραφούσε. Το 586 χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε ως σύμβουλος του πάπα Πελάγιου Β΄. Αλλά το 590 ο Πελάγιος πέθανε και ο κλήρος και ο λαός της Ρώμης απαιτούσαν να ανέβει ο Γρηγόριος στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Όμως ο Γρηγόριος ήταν απρόθυμος, συναισθανόμενος το βάρος του επισκοπικού αξιώματος, διότι, ταπεινός ων, θεωρούσε τον εαυτό του αδύνατο. Ο επίσκοπος Ραβέννας Ιωάννης τον ανάγκασε να αποδεχτεί την απαίτηση του λαού. Αναδείχτηκε ως πάπας Γρηγόριος Α΄ αφού έγραψε μια θαυμάσια πραγματεία για τα προσόντα του επισκόπου.
      Είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα. Ας μην ξεχνάμε πως την εποχή εκείνη το δυτικό ρωμαϊκό κράτος είχε ουσιαστικά καταλυθεί από τους βαρβάρους και πως ο επίσκοπος Ρώμης, ως Πατριάρχης της Δύσεως, είχε επιφορτιστεί και με πολιτικοκοινωνικές αρμοδιότητες για χάρη των πιστών της Δύσης. Μια φοβερή επιδημία αποδεκάτιζε τους πληθυσμούς της Ιταλίας. Μια πρωτοφανής πλημμύρα του Τίβερη είχε καταστρέψει τα σιτηρά της Ρώμης. Οι βάρβαροι Λομβαρδοί είχαν κυριέψει το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλίας. 
       Οργάνωσε ένα πρωτοπόρο δίκτυο φιλανθρωπίας, όπου απέτρεψε το λιμό και αντιμετώπισε την πανώλη. Χιλιάδες πτωχοί έβρισκαν τροφή, ενδύματα, στέγη και περίθαλψη στα πολυάριθμα ιδρύματα. Τις προσόδους από τα εκκλησιαστικά κτήματα τα διοχέτευε στο λαό και παράλληλα φρόντισε να έχει μεγάλες δωρεές από τους πλούσιους για το σκοπό αυτό. Ακόμη και στο επισκοπείο του σιτίζονταν πλήθος ενδεών.
     Παράλληλα οργάνωσε μια γιγάντια ιεραποστολή για τον εκχριστιανισμό της Βόρειας Ευρώπης. Έστειλε στην Αγγλία ομάδα σαράντα μοναχών για τον φωτισμό των αγγλοσαξόνων. Αλλά και συνέβαλε αποτελεσματικά για την άρση τους σχίσματος των επισκόπων Λιγουρίας, Ιστρίας και Βενετίας, οι οποίοι δε δέχονταν τις αποφάσεις της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου (553). Ο άγιος Γρηγόριος με τη σοφία, τη σύνεση και την γνήσια εκκλησιαστική του παράδοση κατόρθωσε να τους πείσει ότι η απόφαση καταδίκης των λεγομένων «Τριών Κεφαλαίων» δεν ήταν συμβιβασμός με
τους αιρετικούς μονοφυσίτες, όπως ισχυρίζονταν οι σχισματικοί επίσκοποι, αλλά εξέφραζε την ορθόδοξη πίστη.
       Παρ’ όλο που ο άγιος Γρηγόριος ήταν βαθύτατα προσηλωμένος στην εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως, εκείνη αδυνατούσε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στους Ρωμαίους της Δύσης, διότι την εποχή εκείνη βρισκόταν σε συνεχείς πολέμους με τους Πέρσες, τους Αβάρους, τους Σλάβους και τους Μαυρούσιους. Έτσι αναγκάστηκε να αναλάβει ο ίδιος πολιτική πρωτοβουλία, συνεννοούμενος με τους Λομβαρδούς να εξασφαλίσουν την ειρήνη με φόρο υποτέλειας. Αυτή ήταν δυστυχώς η αρχή για την στροφή των παπών στους βαρβαρικούς ηγεμόνες της Δύσης και τη δημιουργία του κατοπινού «παπικού πρωτείου» και τη μεταβολή του πάπα σε κοσμικό άρχοντα. Το μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν οι πάπες της Ρώμης απευθύνθηκαν στους βάρβαρους Φράγκους για βοήθεια, και έτσι προοδευτικά κατέλαβαν το Πατριαρχείο της Δύσης, με αποκορύφωμα την κατάληψή του από πάπα φραγκικής καταγωγής (1009) και την απόσχισή του από την Εκκλησία το 1054. Ας σημειωθεί πως οι Φράγκοι ήταν αιρετικοί, οι οποίοι επέβαλαν τις κακοδοξίες τους, όπως το φιλιόκβε, η κτιστή χάρη, κλπ, στην Δυτική Εκκλησία, μετά την εκδίωξη των Ορθοδόξων. Οι κακοδοξίες αυτές, μαζί με πάμπολλες άλλες που συσσώρευσαν οι αιώνες, υπάρχουν μέχρι σήμερα στον παπισμό και μας εμποδίζουν να τον θεωρούμε Εκκλησία, αλλά θρησκευτική κοινότητα.  
      Ο άγιος Γρηγόριος ουδέποτε άσκησε κανένα είδος πρωτείου στην Εκκλησία, διότι ήταν ταπεινός και προσηλωμένος στην αρχέγονη παράδοση της Εκκλησίας, όπως και οι άλλοι άγιοι πάπες πριν την απόσχιση του Πατριαρχείου της Δύσης. Το αντίθετο μάλιστα, υπερασπίστηκε με σθένος, τα δικαιώματα των αρχαίων Πατριαρχείων, που είχαν θεσπίσει η Οικουμενικές Σύνοδοι. Αρνιόταν τον τίτλο του «οικουμενικού πάπα», που του είχε εισηγηθεί ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ευλόγιος (579-607) και προτιμούσε τον τίτλο «δούλος Θεού». Αντιτάχτηκε με σθένος στην απόφαση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη του Νηστευτή (582-595) να λάβει από τη Σύνοδο του 587 τον τίτλο του «Οικουμενικού Πατριάρχη», ο οποίος δεν είχε βεβαίως διοικητική εξουσία σε όλη την Εκκλησία, αλλά ήταν και είναι τίτλος τιμής, ως επίσκοπος της πρωτεύουσας της οικουμένης.
    Ο άγιος Γρηγόριος κοιμήθηκε ειρηνικά το 604, ανακηρύχτηκε άγιος και μέγας για την αγιότητα του βίου του και την μεγάλη προσφορά του στην Εκκλησία. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Φεβρουαρίου. Ονομάστηκε Διάλογος επειδή έγραφε θεολογικά έργα σε διαλογική μορφή.
    Θεωρούμε ότι η μορφή του αγίου Γρηγορίου και το έργο του είναι η ηχηρή απάντηση στον σύγχρονο παπισμό, ο οποίος προβάλλει το αντιχριστιανικό «πρωτείο» εξουσίας σε όλη την Εκκλησία και επίσης σε όσους επιδιώκουν τη δημιουργία «Βατικανού» στον ορθόδοξο χώρο!            


Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2026

 

Στὰ ἔσχατα χρόνια...

Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς
«Στὰ ἔσχατα χρόνια τὸ κακὸ καὶ ἡ αἵρεση θὰ ἔχει τόσο ἐξαπλωθεῖ ποὺ οἱ πιστοὶ δὲν θὰ βρίσκουν ἱερέα καὶ ποιμένα νὰ τοὺς προστατέψει ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ νὰ τοὺς συμβουλέψει στὴ σωτηρία. Τότε οἱ πιστοί, δὲν θὰ μποροῦν νὰ δεχτοῦν ἀσφαλεῖς ὁδηγίες ἀπὸ ἀνθρώπους ἀλλά ὁδηγός τους θὰ εἶναι τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἰδίως σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ κάθε πιστὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας».


 

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα.

π. Γεώργιος Καψάνης

Ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό διά τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν του κι ὄχι διά τῆς οὐσίας Του. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ζωῆς μας.

Αὐτό δέν μποροῦν νά τό δεχθοῦν οἱ Δυτικοί αἱρετικοί. Ἐπειδή εἶναι ὀρθολογισταί, δέν κάνουν διάκριση μεταξύ οὐσἰας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καί λέγουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι μόνο οὐσία. Γι’ αὐτό καί δέν μποροῦν νά ὁμιλοῦν περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μή πέσουν στόν πανθεϊσμό δέν ὁμιλοῦν καθόλου γιά θέωση.

Καί ποιός τότε ἀπομένει κατ’ αὐτούς ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου; Ἁπλῶς μία ἠθική καλλιτέρευσις. Ἀλλά ἡ ἠθική τελειοποίησις εἶναι πολύ λίγο γιά τόν ἄνθρωπο. Ἐμεῖς ὡς τελικό στόχο μας ἔχουμε νά ἑνωθοῦμε μέ τόν ἅγιο Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος. Αὐτό θέλουμε.

Ἡ ἑκκλησία, μέ τρεῖς μεγάλες Συνόδους στήν Κωνσταντινούπολη, δικαίωσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ (ὁ ὁποῖος μέ τήν χάρη Του ἀντιμετώπισε τίς κακοδοξίες τῶν Παπικῶν περί τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ) καί κήρυξε πώς ἡ ἐν Χριστῷ ζωή δέν εἶναι ἁπλῶς ἠθικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά θέωσις, πού σημαίνει συμμετοχή στήν δόξα τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ Θεοῦ, τῆς Χάριτός Του, τοῦ ἀκτίστου φωτός Του.

Μέχρι σήμερα οἱ Δυτικοί θεωροῦν κτιστή τήν θεία Χάρι, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δυστυχῶς καί τοῦτο μία ἀπό τίς πολλές διαφορές μας, πού πρέπει νά λαμβάνεται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν στόν θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Δέν εἶναι μόνο τό filioque, τό πρωτεῖο ἐξουσίας καί τό «ἀλάθητο» τοῦ πάπα, ἀπό τίς βασικές διαφορές μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Παπικῶν. Εἶναι καί τά ἀνωτέρω.

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα. Διότι ποιός θά ἐνεργήσει τήν θέωση, ἄν ἡ θεία Χάρις εἶναι κτίσμα καί ὄχι ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος;

-----------------------------------

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη «Η ΘΕΩΣΙΣ ΩΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», σελ. 40-41, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1998.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός



 

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΠΑΘΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
     Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας.
     Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα του Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α΄ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα.
      Ανάμεσα στα έτη 1224-1230 πέθανε ο πατέρας της και ανάλαβε την προστασία της ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός – Δούκας. Πληροφοριακά αναφέρουμε ότι την εποχή αυτή δεν υφίσταται η βυζαντινή αυτοκρατορία, αφότου την κατέλυσαν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), αλλά κάποια βασίλεια – δεσποτάτα. Ένα από αυτά ήταν αυτό της Ηπείρου, που είχε έδρα την Άρτα. Οι Κομνηνοδούκες έφυγαν από την Κωνασταντινούπολη και ίδρυσαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου το 1204.
        Στα 1230 ο Θεόδωρος υπέστη ήττα από τους Βουλγάρους και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία στον ανεψιό του Μιχαήλ Β΄, γιο του Μιχαήλ Α΄ , ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώρισε την νεαρή Θεοδώρα και εντυπωσιάστηκε από την σπάνια ομορφιά της και από την πνευματική της καλλιέργεια και γι’ αυτό αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο. Σύντομα παντρεύτηκαν και την ανέβασε ως βασίλισσα στο θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι χάρες της δεν άργησαν να γίνουν γνωστές στο παλάτι και στο λαό της Άρτας, ο οποίος εκδήλωνε με κάθε τρόπο την αγάπη του για την ευσεβή βασίλισσά του.
      Αν όμως ο λαός εκτιμούσε, θαύμαζε και αγαπούσε την Θεοδώρα, ο βάναυσος, σκληρόκαρδος και φιλήδονος Μιχαήλ την αποστρέφονταν, διότι η σεμνή και ευσεβής  βασίλισσα δεν τον ακολουθούσε στις ατέλειωτες διασκεδάσεις και τις άκρατες φιληδονίες και απολαύσεις του. Μετά τη γέννηση του γιου τους Νικηφόρου ο Μιχαήλ, σύναψε σχέσεις με κάποια αρχόντισσα αρτινή, ονόματι  Γαγγρινή, την οποία λίγο αργότερα την εγκατέστησε στο παλάτι και έκανε μαζί της δύο νόθους γιους.
        Η Θεοδώρα μη μπορώντας να αντέξει την ταπείνωση και την προσβολή αυτή   αποφάσισε να φύγει από το παλάτι, εγκαταλείποντας το θρόνο της στην ερωμένη του Μιχαήλ. Πήρε μάλιστα μαζί της και τον ανήλικο Νικηφόρο και έφυγε προς τα άγρια βουνά των Τζουμέρκων. Όπως αφηγείται ο βιογράφος της Θεοδώρας, κάποιος λόγιος μοναχός ονόματι Ιώβ, ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα, η αγία βασίλισσα, μαζί με το παιδί της τριγυρνούσε για πέντε ολόκληρα χρόνια στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, ζώντας σε πλήρη ένδεια. Τρέφονταν με άγρια χόρτα και στεγάζονταν στις σπηλιές των βουνών. Μάλιστα ο βιογράφος της την  αποκαλεί «λαχανευομένη», από την μοναδική τροφή της άτυχης αρχόντισσας και του παιδιού της.
       Παρ’ όλα τα βάσανά της ουδέποτε γόγγυσε κατά του Θεού και ούτε στιγμή έχασε την βαθειά της πίστη στην πρόνοιά Του. Μετά από απίστευτες περιπέτειες, πέντε χρόνων, τη βρήκε κάποιος ενάρετος κληρικός, ο οποίος την περιμάζεψε στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό ορεινό χωριό Κορφοβούνι της Άρτας.
        Εν τω μεταξύ έγινε γνωστή η εύρεση της βασίλισσας στον πιστό και ευλαβή λαό της Άρτας. Η χαρά των αρτινών μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε οργή κατά του μοιχού
Μιχαήλ. Εξαγριώθηκαν οι υπήκοοί του και απαιτούσαν την άμεση επιστροφή της Θεοδώρας στο παλάτι και την αποκατάσταση στο θρόνο της. Στην αρχή ο Μιχαήλ αγνοούσε τη λαϊκή κατακραυγή, αλλά όταν διαπίστωσε πως δεν ηρεμούσαν οι εξαγριωμένοι αρτινοί, αναγκάστηκε να την δεχτεί στο παλάτι, να την αποκαταστήσει στο θρόνο της και να διώξει τη μοιχαλίδα Γαγγρινή από τη βασιλική αυλή.
       Μια νέα σελίδα ανοίχτηκε για την ευσεβή βασίλισσα. Μετά την περιπέτειά της, την οποία θεώρησε δοκιμασία από το Θεό, άρχισε ένα πρωτόγνωρο θεάρεστο και φιλάνθρωπο έργο. Κατόρθωσε επισης με την προσευχή και την επιμονή της να κάνει τον Μιχαήλ να μετανοήσει για την συζυγική του απιστία. Έκανε μαζί του άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ιωάννη, το Δημήτριο, την Ελένη και την Άννα και έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια τους θεοφιλώς.
        Ο Μιχαήλ, μάλιστα, για να εξιλεωθεί για τον έκλυτο βίο του και την αμαρτία της μοιχείας κατά της Θεοδώρας, έκτισε ονομαστές Μονές και λαμπρές εκκλησίες στην Άρτα, τα οποία σώζοντα μέχρι σήμερα και προκαλούν το θαυμασμό μας. Ίδρυσε την Ιερά Μονή της Κάτω Παναγιάς, της οποίας κτήτορας φέρεται η Θεοδώρα. Την Ιερά Μονή παναγίας Βλαχερνών και την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στην παλιά κάτω πόλη της Άρτας.
       Το 1270 πέθανε ο Μιχαήλ και η Θεοδώρα αποσύρθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, όπου μόνασε για δέκα χρόνια, ως το θάνατό της το 1280, ή το 1281 και θάφτηκε στο νάρθηκα του ναού της Μονής, ο οποίος αφιερώθηκε κατόπιν σε αυτήν. 
      Οι ευσεβείς κάτοικοι της Άρτας και των γύρω περιοχών, την ανακήρυξαν αμέσως αγία, λόγω της πίστης της στο Θεό, της αγίας ζωής της και του μεγάλου φιλανθρωπικού της έργου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 11 Μαρτίου και τιμάται ιδιαίτερα στην Άρτα, της οποίας είναι πολιούχος και προστάτης. Το τίμιο λείψανό της βρίσκεται σε μια κόγχη στα δεξιά του ναού , σε ασημένια λάρνακα. Κάθε χρόνο στην μνήμη της γίνεται λαμπρή λιτάνευση στην πόλη της Άρτας. 


Κυριακή, Μαρτίου 08, 2026

 

Η ασκητική ζωή και οι αντιαιρετικοί αγώνες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Β’ Κυριακή των Νηστειών).

Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, (Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων

Εν Κυθήροις τη 7η Μαρτίου 2026

    Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η Β΄ Κυριακή των Νηστειών, ημέρα κατά την οποία η αγία μας Εκκλησία προβάλλει και τιμά την μνήμη ενός μεγάλου και κορυφαίου Πατρός της Εκκλησίας μας, του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, ο οποίος στη συνείδηση της Εκκλησίας μας θεωρείται  ως εφάμιλλος και ισάξιος των αγίων μεγάλων Πατέρων και ιεραρχών, Βασιλείου, Γρηγορίου και Χρυσοστόμου, γι’ αυτό και  εορτάζεται η μνήμη του δύο φορές το χρόνο, στις 14 Νοεμβρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του και σήμερα. Ο άγιος Γρηγόριος θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους πολεμίους της αιρέσεως του Παπισμού, διότι με τους αντιπαπικούς του αγώνες και με τη συγκρότηση των αγίων Συνόδων του 1341, 1347 και 1351, που όλες μαζί αποτελούν την ενάτη Οικουμενική Σύνοδο της Εκκλησίας μας, ήλεγξε σφοδρότατα στο πρόσωπο του Βαρλαάμ και των ομοφρόνων του τον Παπισμό και ανέτρεψε τις αιρετικές διδασκαλίες, που είχε αναπτύξει μέχρι την εποχή του.

    Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής του αγίου ήταν ο συνδυασμός της ασκητικής του ζωής και των αντιαιρετικών του αγώνων. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν ο μεγάλος ασκητής, που έφθασε σε μεγάλα μέτρα αγιότητος, ο άνθρωπος που ανέβηκε όλη τη σκάλα των αρετών. Εκείνος ο οποίος διά συνεχούς νηστείας, αγρυπνίας και προσευχής πέρασε από τη  κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στην θέωση και αξιώθηκε μεγάλων  πνευματικών χαρισμάτων, κατ’ εξοχήν δε του χαρίσματος της Θεολογίας. Ταυτόχρονα όμως υπήρξε και ο μεγάλος υπέρμαχος της Ορθοδόξου πίστεως και ο σφοδρός πολέμιος της παναιρέσεως του Παπισμού. Ήταν ο άνθρωπος ο οποίος εξ’ αιτίας των αντιαιρετικών του αγώνων υπέμεινε με ακατάβλητο ηρωϊσμό και ομολογιακό φρόνημα πολλές θλίψεις, διωγμούς και φυλακίσεις, προκειμένου να διαφυλαχθεί η Εκκλησία από τις καινοτομίες, τις διαστρεβλώσεις και παραχαράξεις, που προσπαθούσε την εποχή εκείνη να εισαγάγει ο Παπισμός μέσα στο χώρο της Ορθοδοξίας.

    Τονίζουμε, και μάλιστα με έμφαση, το συνδυασμό αυτών των δύο πτυχών της ζωής του αγίου, (δηλαδή την ασκητική του ζωή και τους αντιαιρετικούς του αγώνες), ιδιαίτερα σήμερα, που Εκκλησία μας μαστίζεται από μια άλλη φοβερή αίρεση την παναίρεση του Οικουμενισμού. Έχει σημασία σήμερα να γίνει αντιληπτό, ότι ο Μοναχισμός, εκτός από την ασκητική του διάσταση έχει και την ομολογιακή. Και τούτο, διότι πολύ συχνά σήμερα διατυπώνεται από πολλούς υψηλόβαθμους κληρικούς, πατριάρχες και αρχιερείς, αλλά και ακαδημαϊκούς θεολόγους, η αντίληψη ότι η αποστολή του Μοναχισμού είναι να οδηγήσει εκείνους που απαρνήθηκαν τον κόσμο και ακολούθησαν την αγγελομίμητη πολιτεία της μοναχικής ζωής, στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Ότι οι μοναχοί ποτέ δεν πρέπει να διακόπτουν την ησυχία τους, να είναι τέκνα υπακοής προς τους ποιμένες των, έστω και αν αυτοί συμβαίνει κάποτε να μην ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας. Ισχυρίζονται ακόμη ότι δεν θα πρέπει να ασχολούνται με  θέματα αιρέσεων, για την αντιμετώπιση των οποίων είναι αρμόδιοι οι αρχιερείς και άλλα κατάλληλα πρόσωπα, που ορίζονται από αυτούς. Η ομολογιακή διάσταση του Ορθοδόξου Μοναχισμού, δυστυχώς σήμερα επιμελώς αποσιωπάται από τους οικουμενιστές, (προφανώς για λόγους ευνοήτους), ενώ προβάλλεται μονομερώς και κατά κόρον μόνον η ασκητική του διάσταση.

    Ωστόσο η αντίληψη αυτή, που θέλει τον μοναχό αυστηρά και αποκλειστικά προσηλωμένο στον αγιασμό της ψυχής του, όσο και αν φαίνεται ευλογοφανής, για όσους δεν γνωρίζουν τον πραγματικό χαρακτήρα του Μοναχισμού, δεν μπορεί να δικαιωθεί ούτε από τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας, ούτε από τους βίους των οσίων της Εκκλησίας μας, ούτε από την Εκκλησιαστική μας Ιστορία, ούτε φυσικά και από τον βίο του αγίου Γρηγορίου, που εορτάζουμε σήμερα. Εάν μελετήσουμε τους βίους των αγίων μας, θα διαπιστώσουμε ότι οι μοναχοί δεν αγωνίστηκαν μόνο για τον προσωπικό τους αγιασμό, αλλά παράλληλα θεώρησαν χρέος τους, να αγωνιστούν και εναντίον των αιρέσεων της εποχής των και να θυσιαστούν υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις υπήρξαν οι κύριοι, υπέρμαχοί της. Και για να μιλήσουμε ακριβέστερα, οι μοναχοί σε μεν περιόδους ειρήνης αγωνίζονταν να κατορθώσουν τις αρετές, σε περιόδους όμως που η Εκκλησία επολεμείτο από αιρέσεις, αγωνίζονταν με διάκριση και ταπείνωση, με εκκλησιαστικό ήθος και φρόνημα, αλλά και με ζήλο και πνεύμα αυτοθυσίας, για να μην νοθευτεί, αλλά να παραμείνει απαραχάρακτη η Ορθόδοξη πίστις. Μπορούμε να αντιπαραβάλουμε το θυσιαστικό ήθος των μοναχών, τον ηρωϊσμό και την αυτοθυσία τους, τα βασανιστήρια και τις εξορίες, που υπέμειναν για την καταπολέμηση των αιρέσεων και τέλος τους μαρτυρικούς των θανάτους, με τα μαρτύρια των αρχαίων μεγάλων μαρτύρων της Εκκλησίας κατά τους τρείς πρώτους αιώνες των διωγμών. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι τώρα, στην περίπτωση των αιρέσεων,  οι διώκτες δεν είναι πλέον οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι αυτοκράτορες, αλλά «χριστιανοί», εντός εισαγωγικών. Είναι αιρετικοί αυτοκράτορες, στρατιωτικοί, κληρικοί, επίσκοποι, ακόμη και πατριάρχες!

    Με πόνο ψυχής διαπιστώνουμε, ότι δυστυχώς η αγωνιστικότητα των μοναχών υποβαθμίστηκε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Σήμερα που η φοβερή αυτή αίρεση του Οικουμενισμού βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, σήμερα που η παναίρεση αυτή έχει νομιμοποιηθεί και συνοδικά από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης,  σήμερα που ο αγώνας θα έπρεπε να είχε ενταθεί και ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο, συμβαίνει δυστυχώς το ακριβώς αντίθετο. Τώρα που τα βλέμματα του πιστού λαού του Θεού είναι στραμμένα στους μοναχούς, τόσο του Αγίου Όρους, όσο και εκτός αγίου Όρους, στα μοναστήρια της Ελλάδος, με πολλή θλίψη και απογοήτευση διαπιστώνει ότι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, φαίνεται να αδυνατούν να μιμηθούν τους αρχαίους μεγάλους Πατέρες. Πολλοί Ηγούμενοι, φοβούμενοι προφανώς μήπως υποστούν διωγμούς και καθαιρέσεις, σιωπούν ενόχως.

    Όλοι μας, αδελφοί μου, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, καλούμεθα σήμερα να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη μας για την διαφύλαξη της πίστεως από την φοβερή αυτή αίρεση του Οικουμενισμού, που έχει απλώσει παντού τα θανατηφόρα πλοκάμια της και έχει σαρώσει, (σάν μια φοβερή θύελλα), τα πάντα στο πέρασμά της. Η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι ιδιοκτησία των επισκόπων, ώστε να μπορούν να την διαχειρίζονται όπως θέλουν, ή να την παίζουν στα ζάρια, αλλά είναι κοινό κτήμα όλων μας. Η μεγάλη αυτή αλήθεια φαίνεται ξεκάθαρα, κατ’ αρχήν από τους  λόγους του Κυρίου μας, ο οποίος καταδικάζει την αδιαφορία και την ένοχη σιωπή και προβάλλει τον έλεγχο της αιρέσεως ως καθήκον επιβεβλημένο και ως ομολογία πίστεως: «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς…» (Ματθ.10,32). Ο απόστολος Παύλος γράφει σχετικά στην προς Εφεσίους επιστολή του: «Και μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε», (5,11). Δηλαδή μη γίνεσθε με την ανοχή και την ένοχη σιωπή σας συγκοινωνοί και συνένοχοι στα έργα του σκότους, που δεν φέρνουν κανένα ωφέλιμο καρπό. Αντί να τα σκεπάζετε και να τα ανέχεσθε, οφείλετε μάλλον να ελέγχετε τα έργα αυτά και να τα βγάζετε στο φως, αποδεικνύοντες πόσο ολέθρια είναι. Άκαρπα έργα του σκότους δεν είναι μόνον οι ηθικές πτώσεις και οι κάθε είδους αμαρτίες και παραβάσεις του νόμου του Θεού. Κατ’ εξοχήν άκαρπο έργο του σκότους είναι η αίρεση και η πλάνη, η αποδοχή της οποίας οδηγεί στην απώλεια.  

    Συνήθως όταν ακούμε τον παραπάνω λόγο του Κυρίου, ο νούς μας συνειρμικά ανατρέχει στους αγίους μάρτυρες της Εκκλησίας, οι οποίοι στους τρείς πρώτους αιώνες των διωγμών ήλεγξαν την πλάνη της ειδωλολατρίας και αξιώθηκαν του μαρτυρικού στεφάνου. Ο λόγος όμως αυτός του Κυρίου δεν εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση των αγίων μαρτύρων και στην πλάνη των ειδώλων, αλλά και στην πλάνη της αιρέσεως, διότι και η αίρεση δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένα είδος αθεΐας και ειδωλολατρίας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε μια επιστολή του ονομάζει την αίρεση δεύτερο γένος αθεΐας. Γράφει: «Δεύτερον δε γένος αθεΐας εστίν η πολυσχιδής και πολύμορφος απάτη των αιρετικών…Πάντες δε ούτοι και οι τοιούτοι ουδέν των αθέων διενηνόχασι». Δηλαδή όλοι αυτοί οι αιρετικοί και οι όμοιοι μ’ αυτούς, σε τίποτε δεν διαφέρουν από τους αθέους.

    Καλούμεθα λοιπόν όλοι μας να δώσουμε την μαρτυρία και την ομολογία μας, συμμετέχοντες στον αγώνα όλων εκείνων των ποιμένων, που αγωνίζονται κατά της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, πράγμα που εύχομαι να γίνει σε όλους μας με την Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και όλων των αγίων.  Αμήν. 



 

               Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή Β΄ Νηστειών - 

                               Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ -ΚΥΡΙΑΚH Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ -ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ (08.03.2026) 



 


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ
          Η δεύτερη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια από τις μεγαλύτερες πατερικές μορφές της Εκκλησίας μας, στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (1347-1359). Ο μεγάλος αυτός άνδρας έζησε σε μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδο για την Εκκλησία μας, κατά την οποία ο κίνδυνος νοθεύσεως της αλήθειας υπήρξε μεγάλος και όπου η ορθόδοξη πνευματικότητα κινδύνευε να αλωθεί από τον δυτικό σχολαστικισμό και η υπεράσπισή της έλαχε στην μεγάλη αυτή πνευματική μορφή.   
     Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι ασκούσαν την νοερά προσευχή. Έλαβε σπουδαία μόρφωση κοντά στον ονομαστό δάσκαλο και θεολόγο Θεόδωρο Μετοχίτη. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ εκτίμησε τις ικανότητές του και τον προόριζε για υψηλά κρατικά αξιώματα. Όμως ο Γρηγόριος αδιαφόρησε για τα σχέδια του αυτοκράτορα, διότι από νέος αγάπησε τη μοναχική και ασκητική ζωή. Κατέφυγε καταρχήν στο όρος Παπίκιο στη Θράκη και κατόπιν στο Άγιο Όρος, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Ακόμη και μετά την εκλογή του ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης το 1347, ζούσε ως ασκητής.
     Το 1335 ο μοναχός, θεολόγος και φιλόσοφος Βαρλαάμ τον Καλαβρός, ήρθε από την Ιταλία στην ορθόδοξη ανατολή για να αντικρούσει το κίνημα του ησυχασμού. Βαθύτατα επηρεασμένος από αριστοτελισμό, τη λατινική θεολογία και τον σχολαστικισμό, δίδασκε πως ο άνθρωπος είναι αδύνατον να γνωρίσει, να προσεγγίσει και να ενωθεί με το Θεό. Επίσης δίδασκε πως ο Θεός είναι «κλεισμένος στον εαυτό του» και δε μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Αντίθετα οι ορθόδοξοι Πατέρες, κάνοντας τη διευκρίνιση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού, δίδασκαν πως η γνώση της ουσίας του Θεού είναι μεν αδύνατος, όχι όμως οι άκτιστες θείες ενέργειες, οι οποίες δίνονται ως ύψιστες δωρεές στους ανθρώπους και γίνονται φανερές σε όσους κατορθώνουν να καθαρθούν από τα πάθη τους. Κύριο μέσο φωτισμού και προσωπικής εμπειρίας των ακτίστων ενεργειών του Θεού είναι η αδιάκοπη νοερά προσευχή, στην οποία ασκούνταν οι ησυχαστές μοναχοί, δια της αδιάκοπης προσευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησόν με», κατόρθωναν να βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια το Άκτιστο Φως, δηλαδή τη δόξα του Θεού.
     Για τους δυτικούς, και εν προκειμένω για τον εκπρόσωπό τους μοναχό Βαρλαάμ, η δια της νοεράς προσευχής και της νίψεως θεοπτία ήταν ακατανόητη και βλάσφημη. Κατηγορούσαν τους ησυχαστές για αιρετικούς (μεσσαλιανιστές) και τους μέμφονταν ως «ομφαλοσκόπους», επειδή οι μοναχοί αυτοί επικέντρωναν το βλέμμα τους, κατά τη διάρκεια της προσευχής, στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς. Η σύγκρουσή τους με τον άγιο Γρηγόριο υπήρξε σφοδρή και προκάλεσε πνευματική θύελλα, εφάμιλλη της εικονομαχίας.    
     Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε υπερασπιστής του ησυχασμού, της πνευματικότερης έκφρασης του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, διότι ήταν απόλυτα πεπεισμένος πως η θεοπτία μέσω της ασκήσεως και της νοεράς προσευχής είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπήρξε δάσκαλος και εμπνευστής του ησυχασμού. Συνεχίζοντας ο ίδιος την μακραίωνη παράδοση των αρχαίων Πατέρων και ασκητών της Εκκλησίας, δίδασκε πως ο άνθρωπος, με την άσκηση και τη νίψη, μπορεί να δει και από αυτή τη ζωή, με τα φυσικά του μάτια, το άκτιστο φως του Θεού, αυτό το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού κατά τη Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ.
        Ο άγιος Γρηγόριος ανάλαβε να υπερασπίσει τον ησυχασμό και να τον διασώσει από την επέλαση των σχολαστικών της Δύσεως. Τον αγώνα του ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, όπου έγραψε το περισπούδαστο έργο του: «Περί των Ιερώς  Ησυχαζόντων», με το οποίο αποδεικνύει ότι η θεοπτία του ησυχασμού είναι σύμφωνη με την αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Αναπτύσσοντας τη θεολογία των προγενέστερων μεγάλων Πατέρων, δίδαξε πως ο Θεός υπάρχει ως θεία Ουσία, η οποία είναι απόλυτα απρόσιτη στον άνθρωπο. Απορρέουν όμως από Αυτόν οι άκτιστες ενέργειες, οι οποίες αυτές μπορούν να γίνουν μεθεκτές από τον άνθρωπο. 
Τρεις μεγάλες σύνοδοι συγκροτήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, το 1341, το 1347 και το 1351, επικύρωσαν τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου, δικαίωσαν τους ησυχαστές και καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους μαθητές του. Παρ’ όλα αυτά όμως ο φιλοδυτικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας τον κατηγόρησε το 1343 για στάση και κατόρθωσε να το στείλει στην εξορία τέσσερα χρόνια. Το 1347 δικαιώθηκε και εξελέγη αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το 1350 συνελήφθη από τους Τούρκους και απελευθερώθηκε το 1355. Κοιμήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1359 στη Θεσσαλονίκη και το 1368 ανακηρύχτηκε άγιος.
       Ο μεγάλος αυτός άνδρας κατέστη πρότυπο και δάσκαλος της άσκησης και ενσαρκωτής των χριστιανικών αρετών. Είτε ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, είτε ως μοναχός στο Άγιο Όρος, δίδασκε τον αέναο αγώνα κατά του κακού και της αμαρτίας. Προτρέπει την καθολική κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη, η οποία ονομάζεται στην ασκητική ορολογία νίψη και δείχνει το δρόμο της ασκήσεως, ως μονόδρομο της σωτηρίας και της θεώσεως.
      Η μεγάλη αυτή πατερική μορφή λειτουργεί αναμφίβολα ως φωτεινό ορόσημο για μας τους πιστούς αυτή την κατανυκτική περίοδο. Τα βαθυστόχαστα ορθόδοξα συγγράμματά του, όχι μόνο αποπνέουν άρωμα ευσέβειας, αλλά είναι πρακτικός οδηγός για την ψυχοσωματική μας άσκηση. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της πνευματικής πορείας και του αγώνα μας για νίψη και κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη μας, ώστε δι’ αυτής να λαμπρύνουμε το χιτώνα της ψυχής μας για να έχει έτσι τη δυνατότητα της μεγάλης συνάντησής της με τον Νυμφίο Χριστό!