Σάββατο, Μαρτίου 14, 2026

 

Ἡ Χαρά, συντριβὴ τῆς λύπης

Μακαριστοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου 
Ὁ πόνος, ἡ στενοχώρια, ἡ ἀγωνία, ἡ ψυχικὴ τραγωδία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ὀφείλεται στὸν ἐγωισμό του. Οἱ ἀναθυμιάσεις τοῦ ἐγὼ γεννοῦν στὴν ψυχὴ τὴν στενοχώρια, ἐνῷ ἡ φυσιολογική της κατάσταση εἶναι ἡ χαρά, διότι ὁ Θεὸς εἶναι εἰρήνη, εἶναι χαρά, καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ ὁδεύει πρὸς Αὐτόν. Ἑπομένως, ἡ στενοχώρια εἶναι ξένη καὶ ἀδικαιολόγητη μέσα στὴν ἀνθρώπινη ζωή. 
Καὶ ὅμως σήμερα δὲν βρίσκεις ἄνθρωπο χαρούμενο, ποὺ σημαίνει πὼς δὲν βρίσκει κανεὶς ἄνθρωπο ἰσορροπημένο, ἤρεμο, φυσιολογικό. Ἡ στενοχώρια εἶναι ἀρρώστια τρομερὴ ποὺ μαστίζει τὴν οἰκουμένη, ἡ μεγαλυτέρα ἴσως βάσανος τῆς ἀνθρωπότητος, τὸ μεγαλύτερό της δρᾶμα. Δὲν εἶναι ἁπλῶς τὰ προοίμια τῆς κολάσεως ἀλλὰ ἡ βίωσις τῆς κολάσεως ἀπὸ τῆς παρούσης ζωῆς. 
Ἔλλειψις χαρᾶς σημαίνει ἔλλειψις Θεοῦ, ἐνῷ ἡ χαρὰ ἀπόδειξις τῆς παρουσίας αὐτοῦ. Ἐὰν κανεὶς εἶναι κοσμικὸς ἄνθρωπος καὶ τέρπεται ἐπὶ τοῖς ἐπικήροις, χαίρεται γιὰ τὶς ἡδονές, γιὰ τὰ παροδικὰ καὶ μάταια, αὐτὸς ἴσως ἔχει κάποια ἡδονή, κάποια εὐχαρίστηση, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα, ἂν προσέξει κανείς, θὰ δεῖ ὅτι ὑπάρχει θλῖψις καὶ στενοχώρια στὴν ζωή του, ὅπως λέγει... ἡ Ἁγία Γραφή: <θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν>. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει χαρὰ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει παράβασις τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχει στενοχώρια μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. 
Χαρά, Λύπης Ὄλεθρος. Λύπη εἶναι ἕνα ξίφος ποὺ ἔρχεται αἰφνιδίως καὶ χτυπάει τὸ σῶμα, ἰδιαίτερα ὅμως τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μάλιστα κάτι ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὴν δυσωδία, ἀπὸ τὴν ἀντίθεση τῶν ἄλλων. Ἡ λέξη λύπη εἶναι συγγενὴς πρὸς τὴν λέξη λύμη, ἡ ὁποία σημαίνει πληγή, κάτι ποὺ στάζει πύον. Ἑπομένως, λύπη εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία στάζει πύον. Κυρίως προέρχεται ἀπὸ βέλη τὰ ὁποῖα ἐξακοντίζονται ἀπὸ τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων ἢ καὶ ἀπὸ τὶς κακίες τῆς δικῆς μας ψυχῆς. Ἡ λύπη ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε, εἶμαι λυπημένος. Ὅταν λέμε, εἶμαι λυπημένος, κατὰ κανόνα ἐννοοῦμε, ζῶ τὶς ἀναθυμιάσεις τῆς δικῆς μου ἁμαρτίας, τῆς δικῆς μου ἐγωπάθειας, τῆς δικῆς μου ἀπομονώσεως ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅταν οἱ πατέρες ὁμιλοῦν γιὰ τὴν λύπη, ἐννοοῦν κάτι διαφορετικό. 

Ἡ χαρὰ λοιπὸν εἶναι λύπης ὄλεθρος. Ἑπομένως ὅταν μᾶς χτυπήσουν τὰ βέλη ἁμαρτίας, τῶν πονηρῶν παθῶν, τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν, τὰ βέλη τῶν κακῶν ἀνθρώπων ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλα, ὅταν φαίνεται ἡ δυσωδία τοῦ προτέρου μας βίου, ὅταν ἡ ἀποτυχία τῆς ζωῆς μας ἔλθει νὰ μᾶς χτυπήσει, τότε ἡ χαρὰ εἶναι ὄλεθρος τῆς λύπης. Ἡ χαρὰ εἶναι σὰν μιὰ ἀσπίδα ποὺ χτυποῦν τὰ βέλη καὶ φεύγουν καὶ δὲν παθαίνεις τίποτε. Ὅλοι ἐκεῖνοι καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἔρχονται νὰ θλίψουν τὴν δική μας ψυχὴ καταστρέφονται, ἀπόλλυνται. 

Ἡ τροφὴ τῶν ἐν Χριστῷ ἀσκουμένων εἶναι ἡ χαρά. Ἡ χαρὰ τρέφει τὴν ψυχή, τὸ πνεῦμα, τὸν νοῦ, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ δίδωνται εἰς τὸν Θεόν. Καμία ἄσκησις, καμία ἐγκράτεια, κανεὶς πόθος, καμία ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει εἰς τὸ τέρμα ἐὰν δὲν τρέφεται. Σκεφτεῖτε κάποιον ποὺ θέλει νὰ εἶναι καλὸς ἀθλητὴς καὶ δὲν τρώει. Ἁπλούστατα θὰ πέσει εἰς τὸν δρόμο. Ἔτσι ἀκριβῶς παθαίνει καὶ κάποιος πνευματικὸς ἀσκητὴς ἂν δὲν ἔχει χαρά. 


 

Ἄγριο πρᾶγμα ὁ πόλεμος... Γι' αὐτὸ βάλε μπροστά το μεγάλο ὅπλο...

Ὁσίου Γέροντος Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτου 
«Ἄγριο πρᾶγμα ὁ πόλεμος. Μήπως καὶ ὁ πνευματικός, ὁ ἀόρατος, εὔκολος εἶναι; Ἀκήρυχτος πόλεμος, νὰ ποῦμε. Ἀόρατος ὁ ἐχθρός, κάθε λεπτὸ μιὰ μάχη ἰσχυρή. Ἐκεῖ ποὺ χτυπᾶ τὸν λογισμὸ καὶ τρέχουν οἱ ἐνισχύσεις, ἐπιτίθεται στὸ σῶμα, κυριεύει τὴν ἐπιθυμία, πυροβολεῖ τὴν ὑπομονή, βομβαρδίζει μὲ τὴν ἀμέλεια, σὲ ρίχνει στὸ χαντάκι τῆς ἀκηδίας. 
Χρησιμοποιεῖ ὁ ἐχθρὸς τὰ ὅπλα ποὺ τοῦ ἔδωσες, τὰ πάθη σου. Μὲ αὐτὰ σὲ πολεμᾶ. Γι' αὐτὸ καὶ ἐσὺ βάλε μπροστά το μεγάλο ὅπλο. Τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με"».


 

Τήν Μεγάλη Σαρακοστήν πολλούς πειρασμούς καί ταραχάς κινοῦν κατ' ἐπάνω μας οἱ παμμόχθηροι δαίμονες

† Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής,  Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας ΙΣΤ΄
«Ὁ δέ διάβολος, ὅσον περνᾷ ὁ καιρός κάι φθάνει τό τέλος του, τόσον πολεμεῖ καί βιάζεται μέ ἄκραν μανίαν ὅλους νά μᾶς κολάσῃ. Τώρα πρό παντός τήν Μεγάλη Σαρακοστήν πού μᾶς ἔρχεται, πολλούς πειρασμούς καί πολλάς ταραχάς κινοῦν κατ' ἐπάνω μας οἱ παμμόχθηροι δαίμονες.
Ἐπειδή καί ἡμεῖς κατ' αὐτόν τόν καιρόν τούς θλίβομεν περισσῶς μέ νηστείαν καί προσευχή, γίνονται καί αὐτοί καθ' ἠμῶν ἀγριώτεροι. Φρόντισε λοιπόν νά καρδίσῃς στεφάνους εἰς τό στάδιον αὐτό τῆς ἀθλήσεως. Πρέπει νά γίνῃς γενναιότερος. Νά παραταχθῇς στῆθος πρός στῆθος πρός αὐτούς τούς ἀσάρκους. Μήν τούς φοβῆσαι».


 


ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΑΠΟ ΤΑ ΣΦΑΚΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η κρητική γη ανέδειξε, και αυτή, μια πληθώρα αγίων της Εκκλησίας μας. Ανάμεσά τους αναδείχτηκαν και πολλοί Νεομάρτυρες, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, έδωσαν τη δική τους μαρτυρία και τη ζωή τους, για τη μόνη σώζουσα πίστη του Χριστού. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο ηρωικός Άγιος Νεομάρτυρας Μανουήλ.

      Καταγόταν και ζούσε στα Σφακιά της Κρήτης. Γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και φόβο Θεού.

     Εκεί στα τραχιά βουνά της Κρήτης η τουρκική σκλαβιά ήταν αρχικά κάπως ανεκτή, διότι οι αλλόθρησκοι ασιάτες τύραννοι δεν ενδιαφέρονταν για τον  άγονο εκείνο τόπο. Όμως όταν οι Σφακιανοί  είχαν επαναστατήσει, οι τούρκοι κινήθηκαν με ισχυρό στρατό και τους υπέταξαν, με αποτέλεσμα να ασκήσουν τυραννική εξουσία και να χάσουν τη σχετική ελευθερία που απολάμβαναν. Άρπαξαν τα ζωντανά τους, κατάσχεσαν τα κτήματά τους και τα σπίτια τους και άρπαξαν τα παιδιά τους, τα οποία εξισλάμιζαν με το ζόρι. Τα κορίτσια έκλειναν στα χαρέμια και τα αγόρια τα κατέτασσαν στο διαβόητο τάγμα των Γενιτσάρων.

     Μεταξύ των παιδιών που άρπαξαν ήταν και ο Μανουήλ, στον οποίο έκαμαν περιτομή με τη βία. Βλέποντας δε την ανδρεία του και τη λεβεντιά του, θέλησαν να τον προωθήσουν σε υψηλές θέσεις.

    Αλλά ο Μανουήλ, όντας θεοσεβής και έχοντας βαθειά στην ψυχή του κρυμμένη την ακράδαντη πίστη του στο Χριστό, ασφυκτιούσε στο τούρκικο περιβάλλον και στεναχωριόταν. Γι’ αυτό έτρεφε μέσα του την ελπίδα πως κάποτε θα έβρισκε την ευκαιρία να αποδράσει και να σωθεί από τη σκλαβιά των ανελέητων Οθωμανών και την πνικτική και νοσηρή ατμόσφαιρα του μουσουλμανισμού. Όταν ήταν αναγκασμένος να παίρνει μέρος στις προσευχές στα τζαμιά και στις άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις, γέμιζε η ψυχή του με λύπη.

     Όμως κάποτε του δόθηκε η πολυπόθητη ευκαιρία να αποδράσει. Ξεφεύγοντας από την προσοχή των τούρκων, μπήκε σε καράβι και βρέθηκε στη Μύκονο, όπου δεν τον ήξερε κανένας. Πρώτη του ενέργεια, μόλις πάτησε στο νησί, ήταν να βρει ορθόδοξο ιερέα εξομολόγο, να εξομολογηθεί και να ενταχθεί και πάλι στην Εκκλησία. Βρήκε έναν ενάρετο και σοφό κληρικό στον οποίο εξομολογήθηκε με δάκρυα και αναστεναγμούς την περιπέτειά του και τον ακούσιο εξισλαμισμό του. Εκείνος τον συγχώρεσε, τον έχρισε με Άγιο Μύρο και τον κοινώνησε.

     Ο Μανουήλ αποφάσισε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη Μύκονο. Μάλιστα γνώρισε μια κοπέλα την οποία παντρεύτηκε και έκανε μαζί της έξι παιδιά. Όμως δυστυχώς η σύζυγός του πρόδιδε τη συζυγική πίστη της. Κάποτε αντιλήφθηκε ότι η σύζυγός του τον απατούσε με άλλον άνδρα. Επειδή όμως ήταν πιστός στο Θεό, αγαθός και ανεξίκακος άνθρωπος, δεν την κακοποίησε και ούτε κοινοποίησε σε κανέναν τη μοιχεία της, διότι οι συνέπειες για τις μοιχαλίδες ήταν σκληρές και φοβερά ταπεινωτικές. Γι’ αυτό αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή. Πήρε τα παιδιά του και έφυγε από το σπίτι του, νοικιάζοντας κάπου αλλού, όπου ζούσε ήσυχα, χωρίς να ενοχλεί κανέναν, εργαζόμενος και φροντίζοντας τα παιδιά του.

     Ο αδελφός της γυναίκας του (μπατζανάκης του) ήταν ένας πολύ κακός άνθρωπος. Πήγαινε στο σπίτι του, τον έβριζε, τον πίεζε και τον απειλούσε, για να γυρίσει στη γυναίκα του. Αλλά ο Μανουήλ δεν πείθονταν, αλλά και δεν αποκάλυπτε τη μοιχεία της γυναίκας του.

     Μετά από καιρό ο Μανουήλ είχε προσληφθεί και εργάζονταν ως ναύτης σε κάποιο καράβι. Κάποτε ταξίδευε προς τη Σάμο, συνοδεύοντας φορτίο με ξύλα. Στο δρόμο συνάντησαν ένα τούρκικο καράβι, ιδιοκτησία του καπετάν πασά, το οποίο είχε αποστολή να περιπολεί και να φυλάει το Αιγαίο από τους πειρατές. Ο τούρκος καπετάνιος πρόσταξε τον έλληνα καπετάνιο να πλησιάσει για έλεγχο. Όμως στο τούρκικο καράβι υπηρετούσε ο δύστροπος μπατζανάκης του Μανουήλ. Μόλις είδε το γαμπρό του έτρεξε στον αγά του καραβιού, καταγγέλλοντάς του ότι ο συγκεκριμένος ναυτικός ήταν μουσουλμάνος τούρκος, ο οποίος αλλαξοπίστησε και έγινε Χριστιανός. Ήταν ένα μεγάλο αδίκημα κατά τον ισλαμικό νόμο, το οποίο επισύρει βαριές ποινές, έως και θάνατο. Ήταν μια ανέλπιστη ευκαιρία για εκείνον, να εκδικηθεί τον απείθαρχο γαμπρό του!

    Ο αγάς έδωσε διαταγή στους ναύτες του, να συλλάβουν τον Μανουήλ και να τον φέρουν μπροστά του. Ο Μανουήλ στάθηκε με θάρρος ενώπιον του τούρκου αξιωματούχου και απάντησε ευθαρσώς στις ερωτήσεις του. «Ναι αγά μου, με ανάγκασαν με το ζόρι να γίνω μουσουλμάνος, αλλά γύρισα στην πίστη μου, την οποία έχω από της γέννησής μου». Ο αγάς του είπε: «Μία φορά ήσουν Χριστιανός, ύστερα όμως τούρκεψες με την θέλησή σου, γι’ αυτό πρέπει πάλι να γυρίσεις στην πίστη μας, διότι εάν δεν δεχθείς, πρόκειται να σε παιδεύσω άσπλαχνα, ώσπου να ξεψυχήσεις».

       Ο ηρωικός Κρητικός Χριστιανός δεν δείλιασε καθόλου και δεν πτοήθηκε από τις απειλές του αγά, διαβεβαιώνοντάς τον: «Μην κουράζεσαι, εγώ Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω»! Ο θηριώδης αγάς θύμωσε από τα λόγια του Μάρτυρα και έδωσε διαταγή να τον δέσουν στο κατάρτι και να τον βασανίσουν. Για πολλές ημέρες έμεινε δεμένος, χωρίς τροφή και νερό, κακοποιώντας τον οι ανελέητοι ναύτες.

     Αφού τελείωσε η περιπολία στο Αιγαίο, το τούρκικο καράβι έφτασε στη Χίο, στην τούρκικη αρμάδα. Πρώτο τους μέλημα ήταν να παραδώσουν τον Μανουήλ στον τούρκο διοικητή της αρμάδας, τον ναύαρχο Κουτζούκ. Πριν τον παραδώσουν ο Μάρτυρας ζήτησε από κάποιον Υδραίο Χριστιανό ναύτη, ο οποίος υπηρετούσε στο τούρκικο καράβι, να κατέβει στο νησί και να του φέρει ορθόδοξο ιερέα να τον εξομολογήσει και να τον κοινωνήσει. Όμως δυστυχώς κανένας Χιώτης ιερέας δεν τόλμησε να πάει, διότι οι συνέπειες γι’ αυτόν και τους κατοίκους του νησιού, θα ήταν σοβαρές.

     Όμως κάποιος ιερέας και πνευματικός έστειλε, με την Υδραίο ναύτη, κρυφά μήνυμα στον Μανουήλ, με σκοπό να τον εμψυχώσει. Να έχει ακράδαντη πίστη στο Χριστό, να προσεύχεται και να είναι χαρούμενος, που ο Θεός τον διάλεξε να βασανιστεί για χάρη Του. Να έχει θάρρος και υπομονή και να μη δειλιάσει, για οτιδήποτε του συμβεί.

     Μόλις ο Μανουήλ άκουσε τα λόγια αυτά έλαβε ένα ανεξήγητο θάρρος. Έφυγε από την ψυχή του κάθε σκέψη δειλίας και ηττοπάθειας και αναφώνησε: «Και εγώ τον ίδιο σκοπό έχω. Τί σήμερα να πεθάνω και τί αύριο; Ο κόσμος αυτός είναι προσωρινός. Παρά να πεθάνω αύριο κολασμένος, καλυτέρα να πεθάνω σήμερα για την πίστη μου και να σώσω την ψυχή μου»!

     Αυθημερόν ο αγάς του καραβιού παρέδωσε τον Μάρτυρα στον ναύαρχο, απαγγέλλοντας την κατηγορία, που τον βαραίνει: άρνηση της μουσουλμανικής πίστης. Ο τούρκος αξιωματούχος του ζήτησε να ομολογήσει, αν αληθεύει η κατηγορία ότι καταφρόνησε την πίστη στο Ισλάμ. Ο Μανουήλ αποκρίθηκε με παρρησία και θάρρος ότι είναι αλήθεια, ότι γύρισε στο φως και δε σκοπεύει να γυρίσει πάλι στο σκοτάδι της πλάνης. Ο ναύαρχος για να βεβαιωθεί ότι ήταν όντως μουσουλμάνος, διέταξε να τον γυμνώσουν, να δει την περιτομή του. Όταν διαπίστωσε την περιτομή του του είπε: «Πώς λοιπόν λες, ότι είσαι Χριστιανός, αφού έχεις κάμει περιτομή;». Ο Μάρτυρας του αποκρίθηκε· «Από την γέννησή μου Χριστιανός είμαι, ωστόσο σκλαβώθηκα πολύ μικρός και με την βία με τούρκεψαν. Τώρα όμως πάλι Χριστιανός θέλω να είμαι»!

      Μόλις άκουσε αυτά ο τούρκος αξιωματούχος έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Ούρλιαζε, φώναζε και άφριζε το στόμα του, από οργή και αγανάκτηση. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, έβγαλε τη διαταγή: θάνατος δια αποκεφαλισμού! Ο Μάρτυρας άκουσε την απόφαση με θαυμαστή ηρεμία. Το πρόσωπό του έλαμπε από ουράνια χαρά και ανεξήγητη αγαλλίαση. Ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, να ακουστεί όσο το δυνατόν μακρύτερα: «Δόξα σοι ο Θεός»!

      Ο ναύαρχος τον παρέδωσε στους δημίους να εκτελέσουν την απόφασή του. Εκείνοι τον έδεσαν και με βρισιές και ξυλοδαρμούς, τον οδήγησαν μακριά από το παλάτι του πασά, κοντά σε ένα σφαγείο, στην τοποθεσία «Παλαιά Βρύση», για να τον θανατώσουν.  Εκείνος γεμάτος χαρά και ανεξήγητη ιλαρότητα στο πρόσωπό του, τους ακολουθούσε, σαν να πήγαινε σε πανηγύρι. Μόλις έφτασαν στο σημείο της εκτέλεσης ο Μάρτυρας γονάτισε μόνος του, χωρίς να τον προστάξουν, αναμένοντας με χαρά το βαρύ και κοφτερό σπαθί, το οποίο θα του έκοβε το νήμα της επίγειας ζωής του και θα του άνοιγε την πόρτα της αιώνιας και αληθινής ζωής.

      Ο δήμιος άρπαξε το σπαθί και το ανύψωσε και ήταν έτοιμος να το κατεβάσει στο λαιμό του Μάρτυρα. Αλλά μια ανεξήγητη δειλία τον εμπόδισε να κόψει το κεφάλι του «εξωμότη». Γι’ αυτό πέταξε δίπλα το σπαθί και έφυγε τρέχοντας χωρίς να πει λέξη. Οι παριστάμενοι σάστισαν και έγινε θόρυβος και ταραχή μεταξύ τους, μη μπορώντας να εξηγήσουν τη στάση του δημίου. Ο Μάρτυρας έμεινε γονατισμένος και ατάραχος.

      Τότε κάποιος τούρκος υπαξιωματικός, υπηρέτης του πασά, φανατικός μουσουλμάνος, ανάλαβε εκείνος να τον εκτελέσει. Άρπαξε το σπαθί και άρχισε να χτυπά επανειλημμένως το λαιμό του Μάρτυρα, σε πολλά σημεία, χωρίς όμως να μπορέσει να του κόψει το κεφάλι.

      Αφού είδε ότι δεν μπορεί να τον αποκεφαλίσει, άρπαξε τον Μάρτυρα, τον έβαλε κάτω και βγάζοντας κοφτερό μαχαίρι από τη ζώνη του, τον έσφαξε σαν πρόβατο! Ήταν 15 Μαρτίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα τέσσερις το απόγευμα, του έτους 1792. Οι Χριστιανοί του νησιού έμαθαν το συμβάν και δόξαζαν το Θεό, που αξιώθηκε ο τόπος τους να ποτιστεί με το τιμημένο αίμα ενός ακόμα Μάρτυρα του Χριστού! Πολλοί έτρεχαν στον τόπο του μαρτυρίου να δουν το τίμιο λείψανο, το οποίο φύλαγαν οι τούρκοι, για να μην το πάρουν οι Χριστιανοί, διότι τον θεωρούσαν δικό τους, επειδή είχε υποστεί περιτομή.

      Την επόμενη ημέρα, ο τούρκος ναύαρχος, βλέποντας τις εκδηλώσεις χαράς και τιμής προς τον «εξωμότη», έδωσε διαταγή να πάρουν το σώμα του, να του δέσουν βαριά αγκωνάρια και να το ρίξουν στη βαθειά θάλασσα, να μην έχουν τίποτε οι «άπιστοι» από εκείνον και να ξεχαστεί το όνομά του!

     Χειρόγραφο του μαρτυρίου του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.

      Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαρτίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.



Πέμπτη, Μαρτίου 12, 2026

 

π. Γεώργιος Καψάνης: «Μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ὁ Ἅγιος Θεός μπαίνει στήν φύση, στόν κόσμο, στήν ἱστορία, στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων»

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη «Η ΘΕΩΣΙΣ ΩΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», σελ. 36, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1998.

Ὁ Θεός δέν εἶναι μόνο οὐσία, ὅπως νομίζουν οἱ Δυτικοί, ἀλλά εἶναι καί ἐνέργεια. Ἐάν ὁ Θεός ἦταν μόνο οὐσία, δέν θά μπορούσαμε νά ἑνωθοῦμε, νά κοινωνήσουμε μαζί Του, διότι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι φοβερή καί ἀπρόσιτη στόν ἄνθρωπο, κατά τό «οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται» (Ἔξ. λγ΄, 20).
Ἄς ἀναφέρουμε ἕνα κάπως σχετικό παράδειγμα ἀπό τά ἀνθρώπινα. Ἄν πιάσουμε ἕνα ἠλεκτρικό καλώδιο γυμνό, θά πεθάνουμε. Ὅταν ὅμως ἑνώσουμε μία λάμπα στό καλώδιο, φωτιζόμαστε. Τήν ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος τήν βλέπουμε, τήν χαιρόμαστε, μᾶς βοηθεῖ. Τήν οὐσία του δέν μποροῦμε νά τήν πιάσουμε. Κάτι παρόμοιο, ἄς μᾶς ἐπιτραπῇ νά ποῦμε, συμβαίνει καί μέ τήν ἄκτιστο ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός, ὅπως λέγουν χαρακτηριστικά οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἐμφορεῖται ἀπό μία ἁγία ἀγἀπη, ἕνα ἅγιο ἔρωτα γιά τά πλάσματά Του. Ἀπό αὐτήν τήν ἄπειρη καί ἐκστατική ἀγάπη Του ἐξέρχεται ἀπό τόν Ἑαυτό του καί ζητεῖ νά ἑνωθεῖ μαζί τους. Τοῦτο ἐκφράζεται καί πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνέργειά του, ἤ καλλίτερα μέ... τίς ἐνέργειές Του.
Μέ τίς ἄκτιστες αὐτές ἐνέργειές Του ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο καί συνεχίζει νά τόν συντηρεῖ.
Δίδει οὐσία καί ὑπόσταση στόν κόσμο μας μέ τίς οὐσιοποιητικές ἐνἐργειές Του.
Εἶναι παρών στήν φύση καί συντηρεῖ τό σύμπαν μέ τίς συντηρητικές ἐνἐργειές Του.
Φωτίζει τόν ἄνθρωπο μέ τίς φωτιστικές του ἐνέργειες.
Τόν ἁγιάζει μέ τίς ἁγιαστικές ἐνἐργειες.
Τόν θεώνει, τέλος, μέ τίς θεωτικές ἐνέργειές του.
Ἄρα μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του ὁ Ἅγιος Θεός μπαίνει στήν φύση, στόν κόσμο, στήν ἱστορία, στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων.


 

Ἡ ἱστορικὴ ἀπόφαση τῶν Ἑλβετῶν σχετικὰ μὲ τὸ φυσικὸ χρῆμα

Οἱ Ἑλβετοὶ πολῖτες ἔλαβαν μιὰ ἱστορικὴ ἀπόφαση γιὰ τὸ μέλλον τοῦ φυσικοῦ νομίσματός τους, τοῦ ἑλβετικοῦ Φράγκου, στὸ δημοψήφισμα ποὺ πραγματοποιήθηκε τὴν Κυριακὴ 8 Μαρτίου 2026. Μὲ τὴν ἀπόφασή τους αὐτή, οἱ Ἑλβετοὶ πολῖτες διασφάλισαν τὴ φυσικὴ μορφὴ τοῦ ἐθνικοῦ τους νομίσματος καὶ τὸν ρόλο τῶν μετρητῶν. 

Ἡ πλειοψηφία τῶν ψηφοφόρων ἀποφάσισε τὴ συνταγματικὴ κατοχύρωση τῶν μετρητῶν, στέλνοντας ἕνα ἠχηρὸ μήνυμα ὑπὲρ τῆς διατήρησης τῶν κερμάτων καὶ τῶν χαρτονομισμάτων παρὰ τὴν παγκόσμια τάση πρὸς τὴν πλήρη ψηφιοποίηση τῶν νομισμάτων. 
Τί ἀκριβῶς ἀποφασίστηκε στὸ δημοψήφισμα; 
Οἱ Ἑλβετοὶ κλήθηκαν οὐσιαστικὰ νὰ ἀπαντήσουν σὲ ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα: Εἶναι τὸ νόμισμα ἕνα δημόσιο ἀγαθὸ ποὺ πρέπει νὰ παραμείνει στὴν... ὑλική του μορφὴ ἢ μιὰ ψηφιακὴ ὑπηρεσία ποὺ ὑπόκειται στὸν ἔλεγχο τῶν ἠλεκτρονικῶν συστημάτων; 
Στὴν κάλπη ὑπῆρχαν δυὸ προτάσεις. Καὶ οἱ πολῖτες εἶχαν κληθεῖ νὰ ἐπιλέξουν ἀνάμεσα στὴν πρόταση τῆς πρωτοβουλίας «Τὰ μετρητὰ εἶναι Ἐλευθερία» καὶ στὴ κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση. 
Ἡ πρωτοβουλία «Τὰ μετρητὰ εἶναι ἐλευθερία», ἀποτελοῦσε πρόταση ἀκτιβιστῶν ποὺ ζητοῦσαν πολὺ αὐστηροὺς κανόνες ὥστε νὰ διασφαλιστεῖ ὅτι τὰ μετρητὰ δὲν θὰ ἀντικατασταθοῦν ποτὲ ἀπὸ ψηφιακὰ μέσα, χωρὶς προηγουμένως νὰ ὑπάρξει σχετικὴ λαϊκὴ ἐτυμηγορία. Ἡ πρόταση εἶχε ὡς κεντρικὸ ἄξονα τὴν συνταγματικὴ κατοχύρωση τῆς ὕπαρξης τῶν μετρητῶν. Οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς κίνησης ἐξέφρασαν τὴν ἀνησυχία ὅτι ἡ σταδιακὴ κατάργηση τῶν χαρτονομισμάτων καὶ τῶν κερμάτων ὑπὲρ τῶν ψηφιακῶν πληρωμῶν, θὰ ὁδηγοῦσε σὲ πλήρη ἔλεγχο τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὸ κράτος καὶ τὶς τράπεζες. 

Τὰ ἐπιχειρήματα τῆς πρωτοβουλίας «Τὰ μετρητὰ εἶναι ἐλευθερία», ἦταν ἁπλᾶ. 
Κατὰ πρῶτον, τὰ μετρητά, δηλαδὴ ἡ φυσικὴ μορφὴ χρήματος, προστατεύουν τὴν ἰδιωτικότητα, καθὼς ἡ χρήση τους στὶς συναλλαγὲς δὲν ἀφήνει ψηφιακὰ ἀποτυπώματα. 
Κατὰ δεύτερον, τὰ μετρητὰ προσφέρουν ἀσφάλεια σὲ περιπτώσεις κυβερνοεπιθέσεων, κατάρρευσης τῶν δικτύων ἠλεκτρικῆς ἐνέργειας, μὴ λειτουργίας τῶν διατραπεζικῶν συστημάτων πληρωμῶν, καθὼς καὶ σὲ περιπτώσεις κρατικῶν παρεμβάσεων. 
Καὶ κατὰ τρίτον, ἡ χρήση φυσικοῦ χρήματος βοηθᾶ τοὺς πολῖτες καὶ εἰδικότερα τοὺς νέους, νὰ διαχειρίζονται καλύτερα τὸν Προϋπολογισμό τους καὶ νὰ ἐλέγχουν τὰ ἔξοδα. Σὲ ἀντίθεση μὲ ψηφιακὸ χρῆμα τὸ ὁποῖο ἀρκετὲς φορὲς ἀντιμετωπίζεται σὰν μιὰ ἁπλή ἠλεκτρονικὴ ἐγγραφή. 

Ἡ κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση, ἀποτελοῦσε μιὰ συμφωνία ἀνάμεσα στὸ Ὁμοσπονδιακὸ Συμβούλιο καὶ τὸ Κοινοβούλιο ὡς πρὸς τὴν οὐσία τῆς προστασίας τῶν μετρητῶν, μὲ μιὰ πιὸ ἰσορροπημένη νομικὴ διατύπωση. 
Στὰ ἐπιχειρήματα τῶν σκεπτικιστῶν ἀπέναντι στὴν πρωτοβουλία «Τὰ μετρητὰ εἶναι ἐλευθερία», ποὺ εἶχαν συνταχθεῖ μὲ τὴν κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση, ἦταν τὸ κόστος τῆς ἐκτύπωσης, τῆς φύλαξης καὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν μετρητῶν τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξαιρετικὰ δαπανηρὸ γιὰ τὴν κεντρικὴ τράπεζα, ἡ ἀσφάλεια τῶν ψηφιακῶν συναλλαγῶν ἀπέναντι στὴ φοροδιαφυγὴ καὶ τὸ ξέπλυμα μαύρου χρήματος, καθὼς καὶ τὸ χαμηλὸ κόστος καὶ ἡ ταχύτητα τῶν συναλλαγῶν μὲ τὸ e-Franc. 

Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ δημοψηφίσματος ἦταν ἀπορριπτικὸ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀρχικὴ πρωτοβουλία τῶν ἀκτιβιστῶν, μὲ 54,4% κατά, ἀλλὰ ἦταν θετικὸ καὶ μάλιστα μὲ μεγάλη πλειοψηφία τῆς τάξης τοῦ 73,4% ὡς πρὸς τὴν κυβερνητικὴ ἀντιπρόταση. 

Τί σημαίνει ἡ ἀπόφαση τοῦ δημοψηφίσματος στὴν πράξη; 
Ἡ ἀπόφαση τοῦ δημοψηφίσματος κατοχυρώνει συνταγματικά: 
1.Τό δικαίωμα χρήσης μετρητῶν δηλαδὴ ἑλβετικὰ φράγκα σὲ φυσικὴ μορφή, 
2.Τήν διασφάλιση ἐπαρκοῦς κυκλοφορίας χαρτονομισμάτων καὶ κερμάτων, 
3.Ότι τὸ ἑλβετικὸ φράγκο παραμένει τὸ ἐπίσημο νόμισμα τῆς χώρας. 
4.Οποιαδήποτε ἀλλαγή, γιὰ παράδειγμα ἡ ἀντικατάσταση μὲ ἄλλο νόμισμα ἢ ἡ πλήρης μετάβαση μόνο σὲ ψηφιακὸ χρῆμα θὰ ἀπαιτεῖ πλέον νέο δημοψήφισμα μὲ διπλή πλειοψηφία σὲ ἐθνικὸ ἐπίπεδο καὶ σὲ ἐπίπεδο καντονιῶν. 

Ἔτσι ἡ Κεντρικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλβετίας (SNB) ἔχει πλέον τὴν ρητὴ συνταγματικὴ ἐντολὴ νὰ διασφαλίζει τὸν ἐπαρκή ἐφοδιασμὸ τῆς ἀγορᾶς μὲ φυσικὸ χρῆμα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐπάρκεια «φυσικοῦ χρήματος» τίθενται ὅρια στὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν συναλλαγῶν ἀπὸ τὶς τράπεζες καὶ τὸ κράτος, διασφαλίζοντας τὴν ἀνωνυμία καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν τῶν πολιτῶν. 

Ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς προσήλωσης στὸ παραδοσιακὸ φράγκο καθησύχασε τοὺς διεθνεῖς ἐπενδυτές. Τὸ ἑλβετικὸ φράγκο συνεχίζει νὰ προσελκύει κεφάλαια ἀπὸ τὴν Ἀσία μέχρι τὴν Ἀμερική, καθὼς ἡ θεσμικὴ σταθερότητα ποὺ προσφέρει τὸ ἑλβετικὸ πολίτευμα παράλληλα μὲ τὴν ἀμεσότητα ἀπὸ τὴ συχνὴ χρήση δημοψηφισμάτων, θεωρεῖται ἡ ἀπόλυτη ἐγγύηση γιὰ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα ποὺ τοποθετοῦνται στὸ ἑλβετικὸ τραπεζικὸ σύστημα. 

Ὡστόσο, οἱ τράπεζες, ὅπως ἡ UBS γιὰ παράδειγμα, βρίσκονται μπροστὰ σὲ μιὰ πρόκληση. Καθὼς θὰ πρέπει νὰ ἰσορροπήσουν μὲ μαεστρία ἀνάμεσα στὴν ἀπαίτηση τῶν πολιτῶν γιὰ φυσικὸ χρῆμα καὶ στὴν ἀνάγκη γιὰ ψηφιακὴ καινοτομία προκειμένου νὰ παραμείνουν ἀνταγωνιστικὲς ἀπέναντι στὶς Fintech ἑταιρεῖες καὶ τὶς ψηφιακὲς ὑπηρεσίες τῶν διεθνῶν τραπεζῶν ποὺ κερδίζουν ὁλοένα καὶ μεγαλύτερα μερίδια ἀγορᾶς. 

Κατὰ τὴν γνώμη μας, τὸ δημοψήφισμα γιὰ τὸ νόμισμα στὴν Ἑλβετία, δὲν ἀφοροῦσε μόνο τὴν οἰκονομία. Ἀφοροῦσε τὴν ἴδια τήν ἐλευθερία. Οἱ Ἑλβετοὶ πολῖτες ἀποφάσισαν ὅτι τὸ χρῆμα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα μέσο συναλλαγῆς, ἀλλὰ ἕνα σύμβολο ἀνεξαρτησίας καὶ ἐλευθερίας. Ἡ ἀπόφασή τους νὰ προστατεύσουν τὰ μετρητὰ καὶ νὰ ἐνισχύσουν τὴ συνταγματικὴ θωράκιση τοῦ φράγκου, ἀποτελεῖ ἕνα «φρένο» ὄχι μόνο ἀπέναντι στὸ «e-Franc», ἀλλὰ στὴν ἀπόλυτη ψηφιοποίηση τῆς κοινωνίας. Δείχνει ὅτι στὴν καρδιὰ τῆς Εὐρώπης, ἕνας λαὸς ἐπιμένει νὰ διατηρεῖ τὸν ἔλεγχο τῶν πιὸ βασικῶν πτυχῶν τῆς ζωῆς του. 
πηγή 


 

Αποτέλεσμα εικόνας για Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Ο Σταυρός του Χριστού ως προυπόθεση της Ανάστασης (Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως)

Ο ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: ΤΗΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ ΤΟ ΑΗΤΤΗΤΟΝ ΤΡΟΠΑΙΟΝ

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως)

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου- Καθηγητού

       Φθάσαμε, με τη χάρη του Θεού, στην Γ΄ Κυριακή των Νηστειών, στην Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, κατά την οποία  προβάλλεται ο Τίμιος Σταυρός για προσκύνηση, για να αντλήσουμε από αυτόν δύναμη, να συνεχίσουμε ως την Ανάσταση, τον πνευματικό μας αγώνα. Να συνέρθουμε από την κόπωση των προηγούμενων ημερών και να αντικρούσουμε νικηφόρα τις λυσσώδεις επιθέσεις του διαβόλου εναντίον μας αυτή την ιερή περίοδο, ο οποίος πασχίζει να μας ματαιώσει τον αγώνα μας. Κι αυτό διότι, ο Τίμιος Σταυρός είναι το μεγάλο μας όπλο κατά του διαβόλου και των παγίδων του. Είναι το μεγάλο τρόπαιο νίκης κατά των αντιθέων δυνάμεων και η παρηγοριά κάθε πονεμένου.

       Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική μας πίστη, κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών Χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η Θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία της για τη ζωή της Εκκλησίας.

        Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν καύχηση. «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6,13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» (Α΄ Κορ.1,17). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως αίσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος.

      Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμονος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού, από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.

     Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην  σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία και να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του, όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή, οι οποίοι σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά να σταυρώσει, όχι το σώμα του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος, «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

     Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν,  ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο! Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς, μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού, χαρακτηρίζοντάς το ως

ειδωλολατρικό σύμβολο, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια το λογότυπο του περιοδικού τους! Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και άντ’ αυτού τον ονομάζουν «πάσαλο». Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την λέξη Σταυρός με τη λέξη «ξύλο», σε αντίθεση με τον απόστολο Παύλο, ο οποίος καυχιέται για τον Σταυρό του Κυρίου (Ρω.6,13)!

     Εμείς οι Ορθόδοξοι, που διατηρούμε ανόθευτη τη χριστιανική διδασκαλία, προσκυνούμε τον τίμιο Σταυρό και αντλούμε από αυτόν δύναμη και αγιασμό. Κάθε χρόνο, εκτός από τις πολλές εορτές προσκύνησης του Σταυρού του Κυρίου, τον προσκυνούμε και την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, για να λάβουμε, όπως προαναφέραμε, δύναμη στον πνευματικό μας αγώνα αυτή την ιερή περίοδο. 

     Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έγραψε τα εξής σημαντικά για την δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού: «Το σημείο του Σταυρού είναι μεγάλη ασφάλεια. Δεν απαιτεί καμιά δαπάνη και για τούτο είναι προσιτό και στους φτωχούς. Δεν είναι κόπος ούτε για τους αρρώστους, επειδή η Χάρη είναι από το Θεό και είναι σημάδι των πιστών και φόβος για τους δαίμονες. Διότι πάνω στο Σταυρό, κατανίκησε τους δαίμονες, τους διαπόμπευσε, ολοφάνερα τους κατεξευτέλισε. Όταν, λοιπόν, δουν το Σταυρό, έρχεται στο νου τους ο Εσταυρωμένος. Φοβούνται Αυτόν, που σύντριψε τις κεφαλές του νοητού δράκοντα».

        Ο ιερός Χρυσόστομος μας προτρέπει: «Σχημάτισε στο μέτωπό σου το σημείο του Σταυρού και τότε δεν θα μπορέσει να σε βλάψει, σε τίποτε ο Διάβολος. Με την δύναμη του Σταυρού, έπαψαν πλέον οι δαίμονες να είναι φοβεροί και έγιναν ευκολοκαταφρόνητοι και δι’ αυτού, κατανικήθηκε και εξαφανίστηκε ο θάνατος και ταυτόχρονα έπαψε ο θάνατος να είναι θάνατος, αλλά ύπνος. O Σταυρός είναι το τρόπαιο νίκης εναντίον των δαιμόνων, είναι η μάχαιρα κατά της αμαρτίας, το ξίφος με το οποίο ο Xριστός κέντησε το φίδι. O Σταυρός που είναι το θέλημα του Πατέρα, η δόξα του Mονογενούς, το αγαλλίαμα του Πνεύματος, το κόσμημα των αγγέλων, η ασφάλεια της Eκκλησίας, το καύχημα του Παύλου, το τείχος των Αγίων, το φως όλης της οικουμένης»

      Ο άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εγκωμιάζοντας τον Τίμιο Σταυρό, ο οποίος προβάλλεται για προσκύνηση, τον ονομάζει «βασιλική κλίνη». Κλίνη, πάνω στην οποία αναπαύθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, κατά τη φρικτή θυσία του Γολγοθά.

     Η κατάνυξη και η χαρμολύπη της Μ. Τεσσαρακοστής και ιδιαίτερα η βίωση των Αγίων και Αχράντων Παθών του Χριστού μας, μπορούν να μας δώσουν την πραγματική χαρά της Αναστάσεως. Αυτό μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16,24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά. Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή: «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν. Η Ορθοδοξία μας είναι η Εκκλησία του Σταυρού γι’ αυτό

βιώνει και ζει αδιάκοπα την ανείπωτη χαρά της Αναστάσεως, ως η πραγματική και μοναδική Εκκλησία της Αναστάσεως.

      Ο Χριστός μας καλεί, με την ανάγνωση του Ευαγγελίου της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, να αναλάβουμε τον προσωπικό μας σταυρό και να Τον ακολουθήσουμε. Ο δικός μας σταυρός είναι η προσωπική μας υποχρέωση, ο αγώνας

μας, να αποβάλλουμε από μέσα μας το κακό και  την αμαρτία. Να κόψουμε τα πάθη μας. Να πολεμήσουμε το κακό όπου και αν βρίσκεται. Να εναντιωθούμε στο διάβολο, ο οποίος βρίσκεται δίπλα μας και προσπαθεί να μας παρασύρει στην αμαρτία, για να μας καταστρέψει. Να αποκολληθούμε από το βούρκο των αμαρτωλών έξεων και να στολιστούμε με αρετές. Να τρανώσουμε την πίστη μας στο Χριστό και να αποβάλλουμε από μέσα μας τα ολέθρια σπέρματα και ζιζάνια της απιστίας, τα οποία μας σπέρνει ο σατανάς. Να ζήσουμε βίο ενάρετο, προσαρμόζοντας τη ζωή μας στο μεγάλο πρότυπο, το Χριστό μας.

       Να δούμε τους συνανθρώπους μας ως αδελφούς μας και να πάψουμε να τους θεωρούμε εχθρούς μας και αντίζηλους. Να σταματήσουμε κάθε εχθρική διάθεση προς τον οποιοδήποτε θεωρούμε εχθρό μας, ό, τι κακό και αν μας προξένησε, και να συμφιλιωθούμε μαζί του. Να κάνουμε πράξη την αγάπη προς αυτούς, με έργα φιλανθρωπίας, έχοντας την βεβαιότητα πως ό, τι προσφέρουμε στον αναξιοπαθούντα συνάνθρωπό μας το προσφέρουμε στο Χριστό.

      Να εντάξουμε στην προσωπική μας σταυρική πορεία, την συνειδητή εκκλησιαστική μας ζωή. Να εκκλησιαζόμαστε ανελλιπώς. Να βρισκόμαστε συνεχώς σε κατάσταση μετάνοιας, να εξομολογούμαστε, να κοινωνάμε τακτικά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Και τέλος καλούμαστε να ομολογούμε ευθαρσώς το Θεό σε κάθε μας λόγο, οπουδήποτε  βρισκόμαστε. Να δηλώνουμε την ορθόδοξη πίστη μας, ως την μόνη σώζουσα πίστη, για να έχουμε την ελπίδα ότι, όπως  ομολογούμε το Χριστό μας, έτσι θα μας ομολογήσει και Εκείνος, ενώπιον του Ουράνιου Πατέρα μας!

       Μπορεί να μας φαίνεται βαρύς αυτός ο σταυρός, αλλά δεν είναι. Είναι χρηστός, εύχρηστος, ελαφρός, όπως μας διαβεβαίωσε ο Κύριός μας. Αυτός με τη λυτρωτική Του χάρη τον κάνει ανάλαφρο και την σταυρική μας πορεία ευχάριστη.  Μας καλεί: Ελάτε κοντά μου όλοι οι κουρασμένοι και βαρυφορτωμένοι από το άχθος της αμαρτίας, από τα προβλήματα και τα βάσανα της ζωής και Εγώ θα σας αναπαύσω. Μπείτε στο δικό μου ζυγό, βαδίστε στη δική μου πορεία, παραδειγματιστείτε από τη δική μου πραότητα και ταπεινή και καταδεκτική καρδιά, η οποία φλέγεται από αγάπη για σας και βρείτε πραγματική και μόνιμη ανάπαυση στις κουρασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές σας. Εγώ θα κάνω ελαφρό και εύχρηστο το σταυρικό φορτίο της ζωής μας! Τέτοια παρηγορητικά λόγια αγάπης και συμπόνιας προς τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο δεν ξεστόμισε ποτέ κανένας ιδρυτής θρησκείας, φιλόσοφος, κοινωνικός αναμορφωτής. Τα διακήρυξε ο μόνος πραγματικός φιλάνθρωπος, ο Ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Κύριός μας και Λυτρωτής μας Χριστός. Εμείς δεν έχουμε παρά να αποδεχτούμε την πρόσκληση της σωτηρίας μας, να Του πούμε το μεγάλο και αποφασιστικό, Ναι! Να Του παραδοθούμε ψυχή τε και σώματι, να ανήκουμε μόνο σ’ Αυτόν. Να αλλάξουμε πορεία στη ζωή μας.

       Το κατανυκτικό κλίμα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να μας βοηθήσει να πραγματοποιήσουμε αυτό το μεγάλο άλμα μας, από τους κακοτράχαλους και σκοτεινούς δρόμους της αμαρτίας, οι οποίοι οδηγεί στη φθορά και το θάνατο, στο ολόφωτο δρόμο της σωτηρίας, στην ένωσή μας με το Σωτήρα μας Χριστό, στην ουράνια βασιλεία του Θεού, στην αιώνια ζωή και μακαριότητα. Και κάτι τελευταίο και σημαντικό: να βάλλουμε το Σταυρό στη ζωή μας. Να Θωρακιστούμε με αυτόν. Να κάνουμε το σημείο του σταυρού, όταν σηκωνόμαστε από το κρεβάτι μας, όταν

τρώμε, όταν φεύγουμε από το σπίτι και σταυρώνουμε την πόρτα, όταν περνάμε μπροστά από εκκλησία. Όταν ακούμε κάτι καλό ή κακό. Όταν πάμε για ύπνο το βράδυ. Να Φοράμε πάντα επάνω μας σταυρό. Διότι «Χριστιανός χωρίς το σημείο του Σταυρού, μοιάζει με στρατιώτη χωρίς όπλο», όπως μας βεβαιώνει ο άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος!

      Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό, για να πάρουμε δύναμη και κουράγιο, να συνεχίσουμε μέχρι το τέλος τον πνευματικό μας αγώνα. Να τρέψουμε σε άτακτη φυγή τον αντίδικό μας διάβολο, ο οποίος πασχίζει να μας πάρει με το μέρος του και να μας αποσπάσει από το Θεό. Να καταλάβουμε ότι το πραγματικό μας συμφέρον είναι να είμαστε με το Θεό, έστω και αν μας φαίνεται δύσκολη αυτή η σχέση, παρά με τον πλάνο, ο οποίος μας ωραιοποιεί την αμαρτία, για να μας παρασύρει στον όλεθρο. Ας σπεύσουμε λοιπόν να γονατίσουμε μπροστά στο υπέρτατο και σωτήριο αυτό σύμβολο της Εκκλησίας μας, για να λάβουμε τη χάρη του Θεού και τη δύναμη να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα, φθάνοντας καθαρμένοι και αγιασμένοι στο Άγιο Πάσχα, να βιώσουμε οντολογικά το μέγα και κοσμοσωτήριο γεγονός της Θείας Εγέρσεως, την κατάργηση του θανάτου και την ελπίδα της δικής μας αναστάσεως!  



 

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ: Ο ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
     Μεγάλους αγίους και Πατέρες της Εκκλησίας μας συναντάμε σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. Ο δυτικός Χριστιανισμός, πριν αποσχισθεί από την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού και παρεκκλίνει από την ορθή πίστη, ανάδειξε μεγάλους αγίους και Πατέρες, εφάμιλλους των Πατέρων της Ανατολής. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Γρηγόριος ο Α΄, ο Διάλογος, πάπας Ρώμης. Να διευκρινίσουμε πως ως τις αρχές του 11ου αιώνα, που ο παπισμός δεν είχε αποσκιρτήσει από την Εκκλησία και εκπέσει στην αίρεση, αναδείχτηκαν πάμπολλοι πάπες άγιοι, οι οποίοι λαμπρύνουν τα αγιολόγιά μας.
     Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 540 και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565). Ο πατέρας του ονομαζόταν Γορδιανός και η μητέρα του Συλβία. Οι πλούσιοι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σπουδαία μόρφωση. Αναδείχτηκε σπουδαίος νομικός.

       Το 570 διορίστηκε από τον Ιουστινιανό πραίτορας της Ρώμης, αλλά όχι για πολύ, διότι μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και ίδρυσε πολλές μονές. Την οικία του στη Ρώμη την μετέβαλε σε μονή, αφιερωμένη στον Απόστολο Ανδρέα, όπου ζούσε άκρως ασκητική ζωή και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το 579 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με την αδελφή του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602), Θεοκτίστη και με τον πατρίκιο Ναρσή, με τους οποίους αλληλογραφούσε. Το 586 χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε ως σύμβουλος του πάπα Πελάγιου Β΄. Αλλά το 590 ο Πελάγιος πέθανε και ο κλήρος και ο λαός της Ρώμης απαιτούσαν να ανέβει ο Γρηγόριος στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Όμως ο Γρηγόριος ήταν απρόθυμος, συναισθανόμενος το βάρος του επισκοπικού αξιώματος, διότι, ταπεινός ων, θεωρούσε τον εαυτό του αδύνατο. Ο επίσκοπος Ραβέννας Ιωάννης τον ανάγκασε να αποδεχτεί την απαίτηση του λαού. Αναδείχτηκε ως πάπας Γρηγόριος Α΄ αφού έγραψε μια θαυμάσια πραγματεία για τα προσόντα του επισκόπου.
      Είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα. Ας μην ξεχνάμε πως την εποχή εκείνη το δυτικό ρωμαϊκό κράτος είχε ουσιαστικά καταλυθεί από τους βαρβάρους και πως ο επίσκοπος Ρώμης, ως Πατριάρχης της Δύσεως, είχε επιφορτιστεί και με πολιτικοκοινωνικές αρμοδιότητες για χάρη των πιστών της Δύσης. Μια φοβερή επιδημία αποδεκάτιζε τους πληθυσμούς της Ιταλίας. Μια πρωτοφανής πλημμύρα του Τίβερη είχε καταστρέψει τα σιτηρά της Ρώμης. Οι βάρβαροι Λομβαρδοί είχαν κυριέψει το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλίας. 
       Οργάνωσε ένα πρωτοπόρο δίκτυο φιλανθρωπίας, όπου απέτρεψε το λιμό και αντιμετώπισε την πανώλη. Χιλιάδες πτωχοί έβρισκαν τροφή, ενδύματα, στέγη και περίθαλψη στα πολυάριθμα ιδρύματα. Τις προσόδους από τα εκκλησιαστικά κτήματα τα διοχέτευε στο λαό και παράλληλα φρόντισε να έχει μεγάλες δωρεές από τους πλούσιους για το σκοπό αυτό. Ακόμη και στο επισκοπείο του σιτίζονταν πλήθος ενδεών.
     Παράλληλα οργάνωσε μια γιγάντια ιεραποστολή για τον εκχριστιανισμό της Βόρειας Ευρώπης. Έστειλε στην Αγγλία ομάδα σαράντα μοναχών για τον φωτισμό των αγγλοσαξόνων. Αλλά και συνέβαλε αποτελεσματικά για την άρση τους σχίσματος των επισκόπων Λιγουρίας, Ιστρίας και Βενετίας, οι οποίοι δε δέχονταν τις αποφάσεις της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου (553). Ο άγιος Γρηγόριος με τη σοφία, τη σύνεση και την γνήσια εκκλησιαστική του παράδοση κατόρθωσε να τους πείσει ότι η απόφαση καταδίκης των λεγομένων «Τριών Κεφαλαίων» δεν ήταν συμβιβασμός με
τους αιρετικούς μονοφυσίτες, όπως ισχυρίζονταν οι σχισματικοί επίσκοποι, αλλά εξέφραζε την ορθόδοξη πίστη.
       Παρ’ όλο που ο άγιος Γρηγόριος ήταν βαθύτατα προσηλωμένος στην εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως, εκείνη αδυνατούσε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στους Ρωμαίους της Δύσης, διότι την εποχή εκείνη βρισκόταν σε συνεχείς πολέμους με τους Πέρσες, τους Αβάρους, τους Σλάβους και τους Μαυρούσιους. Έτσι αναγκάστηκε να αναλάβει ο ίδιος πολιτική πρωτοβουλία, συνεννοούμενος με τους Λομβαρδούς να εξασφαλίσουν την ειρήνη με φόρο υποτέλειας. Αυτή ήταν δυστυχώς η αρχή για την στροφή των παπών στους βαρβαρικούς ηγεμόνες της Δύσης και τη δημιουργία του κατοπινού «παπικού πρωτείου» και τη μεταβολή του πάπα σε κοσμικό άρχοντα. Το μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν οι πάπες της Ρώμης απευθύνθηκαν στους βάρβαρους Φράγκους για βοήθεια, και έτσι προοδευτικά κατέλαβαν το Πατριαρχείο της Δύσης, με αποκορύφωμα την κατάληψή του από πάπα φραγκικής καταγωγής (1009) και την απόσχισή του από την Εκκλησία το 1054. Ας σημειωθεί πως οι Φράγκοι ήταν αιρετικοί, οι οποίοι επέβαλαν τις κακοδοξίες τους, όπως το φιλιόκβε, η κτιστή χάρη, κλπ, στην Δυτική Εκκλησία, μετά την εκδίωξη των Ορθοδόξων. Οι κακοδοξίες αυτές, μαζί με πάμπολλες άλλες που συσσώρευσαν οι αιώνες, υπάρχουν μέχρι σήμερα στον παπισμό και μας εμποδίζουν να τον θεωρούμε Εκκλησία, αλλά θρησκευτική κοινότητα.  
      Ο άγιος Γρηγόριος ουδέποτε άσκησε κανένα είδος πρωτείου στην Εκκλησία, διότι ήταν ταπεινός και προσηλωμένος στην αρχέγονη παράδοση της Εκκλησίας, όπως και οι άλλοι άγιοι πάπες πριν την απόσχιση του Πατριαρχείου της Δύσης. Το αντίθετο μάλιστα, υπερασπίστηκε με σθένος, τα δικαιώματα των αρχαίων Πατριαρχείων, που είχαν θεσπίσει η Οικουμενικές Σύνοδοι. Αρνιόταν τον τίτλο του «οικουμενικού πάπα», που του είχε εισηγηθεί ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ευλόγιος (579-607) και προτιμούσε τον τίτλο «δούλος Θεού». Αντιτάχτηκε με σθένος στην απόφαση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη του Νηστευτή (582-595) να λάβει από τη Σύνοδο του 587 τον τίτλο του «Οικουμενικού Πατριάρχη», ο οποίος δεν είχε βεβαίως διοικητική εξουσία σε όλη την Εκκλησία, αλλά ήταν και είναι τίτλος τιμής, ως επίσκοπος της πρωτεύουσας της οικουμένης.
    Ο άγιος Γρηγόριος κοιμήθηκε ειρηνικά το 604, ανακηρύχτηκε άγιος και μέγας για την αγιότητα του βίου του και την μεγάλη προσφορά του στην Εκκλησία. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Φεβρουαρίου. Ονομάστηκε Διάλογος επειδή έγραφε θεολογικά έργα σε διαλογική μορφή.
    Θεωρούμε ότι η μορφή του αγίου Γρηγορίου και το έργο του είναι η ηχηρή απάντηση στον σύγχρονο παπισμό, ο οποίος προβάλλει το αντιχριστιανικό «πρωτείο» εξουσίας σε όλη την Εκκλησία και επίσης σε όσους επιδιώκουν τη δημιουργία «Βατικανού» στον ορθόδοξο χώρο!            


Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2026

 

Στὰ ἔσχατα χρόνια...

Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς
«Στὰ ἔσχατα χρόνια τὸ κακὸ καὶ ἡ αἵρεση θὰ ἔχει τόσο ἐξαπλωθεῖ ποὺ οἱ πιστοὶ δὲν θὰ βρίσκουν ἱερέα καὶ ποιμένα νὰ τοὺς προστατέψει ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ νὰ τοὺς συμβουλέψει στὴ σωτηρία. Τότε οἱ πιστοί, δὲν θὰ μποροῦν νὰ δεχτοῦν ἀσφαλεῖς ὁδηγίες ἀπὸ ἀνθρώπους ἀλλά ὁδηγός τους θὰ εἶναι τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἰδίως σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ κάθε πιστὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας».


 

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα.

π. Γεώργιος Καψάνης

Ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό διά τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν του κι ὄχι διά τῆς οὐσίας Του. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ζωῆς μας.

Αὐτό δέν μποροῦν νά τό δεχθοῦν οἱ Δυτικοί αἱρετικοί. Ἐπειδή εἶναι ὀρθολογισταί, δέν κάνουν διάκριση μεταξύ οὐσἰας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καί λέγουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι μόνο οὐσία. Γι’ αὐτό καί δέν μποροῦν νά ὁμιλοῦν περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μή πέσουν στόν πανθεϊσμό δέν ὁμιλοῦν καθόλου γιά θέωση.

Καί ποιός τότε ἀπομένει κατ’ αὐτούς ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου; Ἁπλῶς μία ἠθική καλλιτέρευσις. Ἀλλά ἡ ἠθική τελειοποίησις εἶναι πολύ λίγο γιά τόν ἄνθρωπο. Ἐμεῖς ὡς τελικό στόχο μας ἔχουμε νά ἑνωθοῦμε μέ τόν ἅγιο Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος. Αὐτό θέλουμε.

Ἡ ἑκκλησία, μέ τρεῖς μεγάλες Συνόδους στήν Κωνσταντινούπολη, δικαίωσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ (ὁ ὁποῖος μέ τήν χάρη Του ἀντιμετώπισε τίς κακοδοξίες τῶν Παπικῶν περί τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ) καί κήρυξε πώς ἡ ἐν Χριστῷ ζωή δέν εἶναι ἁπλῶς ἠθικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά θέωσις, πού σημαίνει συμμετοχή στήν δόξα τοῦ Θεοῦ, θέα τοῦ Θεοῦ, τῆς Χάριτός Του, τοῦ ἀκτίστου φωτός Του.

Μέχρι σήμερα οἱ Δυτικοί θεωροῦν κτιστή τήν θεία Χάρι, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δυστυχῶς καί τοῦτο μία ἀπό τίς πολλές διαφορές μας, πού πρέπει νά λαμβάνεται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν στόν θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Δέν εἶναι μόνο τό filioque, τό πρωτεῖο ἐξουσίας καί τό «ἀλάθητο» τοῦ πάπα, ἀπό τίς βασικές διαφορές μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Παπικῶν. Εἶναι καί τά ἀνωτέρω.

Ἄν δέν δεχθοῦν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἔστω κι ἀν δεχθοῦν ὅλα τά ἄλλα. Διότι ποιός θά ἐνεργήσει τήν θέωση, ἄν ἡ θεία Χάρις εἶναι κτίσμα καί ὄχι ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος;

-----------------------------------

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Καψάνη «Η ΘΕΩΣΙΣ ΩΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ», σελ. 40-41, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1998.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός



 

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΠΑΘΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
     Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας.
     Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα του Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α΄ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα.
      Ανάμεσα στα έτη 1224-1230 πέθανε ο πατέρας της και ανάλαβε την προστασία της ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός – Δούκας. Πληροφοριακά αναφέρουμε ότι την εποχή αυτή δεν υφίσταται η βυζαντινή αυτοκρατορία, αφότου την κατέλυσαν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), αλλά κάποια βασίλεια – δεσποτάτα. Ένα από αυτά ήταν αυτό της Ηπείρου, που είχε έδρα την Άρτα. Οι Κομνηνοδούκες έφυγαν από την Κωνασταντινούπολη και ίδρυσαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου το 1204.
        Στα 1230 ο Θεόδωρος υπέστη ήττα από τους Βουλγάρους και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία στον ανεψιό του Μιχαήλ Β΄, γιο του Μιχαήλ Α΄ , ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώρισε την νεαρή Θεοδώρα και εντυπωσιάστηκε από την σπάνια ομορφιά της και από την πνευματική της καλλιέργεια και γι’ αυτό αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο. Σύντομα παντρεύτηκαν και την ανέβασε ως βασίλισσα στο θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι χάρες της δεν άργησαν να γίνουν γνωστές στο παλάτι και στο λαό της Άρτας, ο οποίος εκδήλωνε με κάθε τρόπο την αγάπη του για την ευσεβή βασίλισσά του.
      Αν όμως ο λαός εκτιμούσε, θαύμαζε και αγαπούσε την Θεοδώρα, ο βάναυσος, σκληρόκαρδος και φιλήδονος Μιχαήλ την αποστρέφονταν, διότι η σεμνή και ευσεβής  βασίλισσα δεν τον ακολουθούσε στις ατέλειωτες διασκεδάσεις και τις άκρατες φιληδονίες και απολαύσεις του. Μετά τη γέννηση του γιου τους Νικηφόρου ο Μιχαήλ, σύναψε σχέσεις με κάποια αρχόντισσα αρτινή, ονόματι  Γαγγρινή, την οποία λίγο αργότερα την εγκατέστησε στο παλάτι και έκανε μαζί της δύο νόθους γιους.
        Η Θεοδώρα μη μπορώντας να αντέξει την ταπείνωση και την προσβολή αυτή   αποφάσισε να φύγει από το παλάτι, εγκαταλείποντας το θρόνο της στην ερωμένη του Μιχαήλ. Πήρε μάλιστα μαζί της και τον ανήλικο Νικηφόρο και έφυγε προς τα άγρια βουνά των Τζουμέρκων. Όπως αφηγείται ο βιογράφος της Θεοδώρας, κάποιος λόγιος μοναχός ονόματι Ιώβ, ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα, η αγία βασίλισσα, μαζί με το παιδί της τριγυρνούσε για πέντε ολόκληρα χρόνια στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, ζώντας σε πλήρη ένδεια. Τρέφονταν με άγρια χόρτα και στεγάζονταν στις σπηλιές των βουνών. Μάλιστα ο βιογράφος της την  αποκαλεί «λαχανευομένη», από την μοναδική τροφή της άτυχης αρχόντισσας και του παιδιού της.
       Παρ’ όλα τα βάσανά της ουδέποτε γόγγυσε κατά του Θεού και ούτε στιγμή έχασε την βαθειά της πίστη στην πρόνοιά Του. Μετά από απίστευτες περιπέτειες, πέντε χρόνων, τη βρήκε κάποιος ενάρετος κληρικός, ο οποίος την περιμάζεψε στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό ορεινό χωριό Κορφοβούνι της Άρτας.
        Εν τω μεταξύ έγινε γνωστή η εύρεση της βασίλισσας στον πιστό και ευλαβή λαό της Άρτας. Η χαρά των αρτινών μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε οργή κατά του μοιχού
Μιχαήλ. Εξαγριώθηκαν οι υπήκοοί του και απαιτούσαν την άμεση επιστροφή της Θεοδώρας στο παλάτι και την αποκατάσταση στο θρόνο της. Στην αρχή ο Μιχαήλ αγνοούσε τη λαϊκή κατακραυγή, αλλά όταν διαπίστωσε πως δεν ηρεμούσαν οι εξαγριωμένοι αρτινοί, αναγκάστηκε να την δεχτεί στο παλάτι, να την αποκαταστήσει στο θρόνο της και να διώξει τη μοιχαλίδα Γαγγρινή από τη βασιλική αυλή.
       Μια νέα σελίδα ανοίχτηκε για την ευσεβή βασίλισσα. Μετά την περιπέτειά της, την οποία θεώρησε δοκιμασία από το Θεό, άρχισε ένα πρωτόγνωρο θεάρεστο και φιλάνθρωπο έργο. Κατόρθωσε επισης με την προσευχή και την επιμονή της να κάνει τον Μιχαήλ να μετανοήσει για την συζυγική του απιστία. Έκανε μαζί του άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ιωάννη, το Δημήτριο, την Ελένη και την Άννα και έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια τους θεοφιλώς.
        Ο Μιχαήλ, μάλιστα, για να εξιλεωθεί για τον έκλυτο βίο του και την αμαρτία της μοιχείας κατά της Θεοδώρας, έκτισε ονομαστές Μονές και λαμπρές εκκλησίες στην Άρτα, τα οποία σώζοντα μέχρι σήμερα και προκαλούν το θαυμασμό μας. Ίδρυσε την Ιερά Μονή της Κάτω Παναγιάς, της οποίας κτήτορας φέρεται η Θεοδώρα. Την Ιερά Μονή παναγίας Βλαχερνών και την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στην παλιά κάτω πόλη της Άρτας.
       Το 1270 πέθανε ο Μιχαήλ και η Θεοδώρα αποσύρθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, όπου μόνασε για δέκα χρόνια, ως το θάνατό της το 1280, ή το 1281 και θάφτηκε στο νάρθηκα του ναού της Μονής, ο οποίος αφιερώθηκε κατόπιν σε αυτήν. 
      Οι ευσεβείς κάτοικοι της Άρτας και των γύρω περιοχών, την ανακήρυξαν αμέσως αγία, λόγω της πίστης της στο Θεό, της αγίας ζωής της και του μεγάλου φιλανθρωπικού της έργου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 11 Μαρτίου και τιμάται ιδιαίτερα στην Άρτα, της οποίας είναι πολιούχος και προστάτης. Το τίμιο λείψανό της βρίσκεται σε μια κόγχη στα δεξιά του ναού , σε ασημένια λάρνακα. Κάθε χρόνο στην μνήμη της γίνεται λαμπρή λιτάνευση στην πόλη της Άρτας.