Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2026

 

Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας

 

«Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων υπό το φως της πατερικής εσχατολογίας»

Γεώργιος Αποστολάκης, αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.

Περίληψη

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου σχετικά με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και το ενδεχόμενο του «χαράγματος», υπό το φως της πατερικής εσχατολογικής παραδόσεως. Στόχος της εργασίας δεν είναι η αξιολόγηση σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων με πολιτικά ή τεχνοκρατικά κριτήρια, αλλά η θεολογική αποτίμηση του πνευματικού νοήματος που αποδίδει ο Άγιος στο ζήτημα της ελευθερίας, της συνείδησης και της σταδιακής αλλοίωσης του ανθρώπου.

Η μελέτη αποδεικνύει ότι ο λόγος του Οσίου Παϊσίου δεν συνιστά ιδιωτική ή καινοφανή εσχατολογική προσέγγιση, αλλά κινείται σε σαφή συνέχεια με την πατερική ερμηνεία της Αποκαλύψεως, εκφρασθείσα από Πατέρες όπως ο Ιππόλυτος Ρώμης, ο Ανδρέας και ο Αρέθας Καισαρείας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Κύριλλος Ιεροσολύμων και ο Θεοδώρητος Κύρου. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην απουσία χρονολογικών προσδιορισμών, στοιχείο που χαρακτηρίζει τη γνήσια εκκλησιαστική προφητικότητα. Συμπεραίνεται ότι η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου αποτελεί σύγχρονη ποιμαντική έκφραση πατερικών αρχών και όχι τεχνοφοβική ή συνωμοσιολογική τοποθέτηση.

Εισαγωγή.

Στη σύγχρονη εποχή, πολλές τεχνολογικές αλλαγές προκαλούν στους πιστούς ερωτήματα σχετικά με την πνευματική τους ζωή, την ελευθερία τους και την σχέση τους με την πίστη του Χριστού. Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι οι ηλεκτρονικές ταυτότητες και οι επιπτώσεις τους στη ζωή και την ελευθερία του ανθρώπου, συχνά συνδεόμενο με την έννοια του «σφραγίσματος» του Αντιχρίστου, όπως περιγράφεται στην Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προσεγγίζει την ιστορία ως ουδέτερο πεδίο εξελίξεων, αλλά ως χώρο φανέρωσης της Θείας Οικονομίας και ταυτόχρονα ως πεδίο πνευματικού αγώνα. Οι τεχνολογικές και κοινωνικές μεταβολές, ιδίως όταν αγγίζουν την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και τη δυνατότητα συμμετοχής του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, δεν μπορούν να αξιολογηθούν αποκλειστικά με λειτουργικά ή ωφελιμιστικά κριτήρια, αλλά απαιτούν θεολογική και πνευματική διάκριση.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου σχετικά με τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και τη σχέση τους με το αποκαλυπτικό θέμα του σφραγίσματος. Η διδασκαλία αυτή του Οσίου δεν συνιστά προσωπική/ιδιωτική εσχατολογική θεωρία ούτε τεχνοφοβική αντίδραση, αλλά έκφραση της πατερικής ερμηνευτικής παραδόσεως, μεταφερμένης σε ένα νέο ιστορικό και τεχνολογικό περιβάλλον.

1. Η θεολογική έννοια της ταυτότητας και του προσώπου

Στην ορθόδοξη θεολογία, η ταυτότητα του ανθρώπου δεν θεμελιώνεται σε διοικητικά ή βιομετρικά δεδομένα, αλλά στο μυστήριο του προσώπου. Ο άνθρωπος είναι πρόσωπο ελεύθερο, κεκλημένο σε κοινωνία με τον Θεό. Η πρωταρχική του ταυτότητα είναι βαπτισματική και εκκλησιαστική· το όνομά του είναι εγγεγραμμένο «ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Για την Εκκλησία, η θεμελιώδης ταυτότητα του ανθρώπου είναι το Βάπτισμα. Το όνομα του ανθρώπου είναι γραμμένο «ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Η ελευθερία του προσώπου είναι αδιαπραγμάτευτη. Ο Άγιος με τη διδασκαλία του δεν απορρίπτει την ανάγκη διοικητικής οργάνωσης του κράτους, αλλά διακρίνει τον κίνδυνο όταν η τεχνολογία αποκτά υπαρξιακό και καθολικό χαρακτήρα, δηλαδή όταν παύει να είναι εργαλείο και γίνεται όρος συμμετοχής στην κοινωνία.

Ο Όσιος Παΐσιος προσεγγίζει το ζήτημα των ταυτοτήτων ακριβώς από αυτή τη σκοπιά. Η έννοια της «ταύτισης» που συνεπάγεται η αποδοχή μιας ταυτότητας δεν είναι ουδέτερη: δηλώνει αποδοχή, ένταξη, υπαγωγή. Όταν η ταυτότητα παύει να είναι απλό αποδεικτικό στοιχείο και μετατρέπεται σε καθολικό μηχανισμό ελέγχου και συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, τότε αποκτά υπαρξιακή και πνευματική διάσταση. Από θεολογική σκοπιά, η ταύτιση αυτή εξετάζεται όχι ως απλή διοικητική διαδικασία αλλά ως πνευματική πραγματικότητα, επειδή η ανθρώπινη ύπαρξη έχει ενσυνείδητο χαρακτήρα και ελευθερία, που δεν περιορίζεται μόνο στον φυσικό χώρο αλλά και στην πνευματική της διάσταση.

Κατά τον Όσιο Παΐσιο, υπάρχει μία βασική διάκριση ανάμεσα σε ένα απλό τεχνολογικό ή διοικητικό έγγραφο και την πνευματική του διάσταση: Ο Γέροντας τονίζει ότι η ταυτότητα δεν είναι απλά ένα έγγραφο, αλλά έχει ένα συμβολικό περιεχόμενο: «ταυτίζομαι με όσα δηλώνω».[1] Η λέξη «ταυτότητα» σημαίνει ταύτιση του ατόμου με όσα αναφέρει ότι είναι ή δηλώνει[2]. Σε αυτό το πλαίσιο, η ηλεκτρονική ταυτότητα δεν είναι απλώς τεχνική υπογραφή αλλά συμβολίζει μία πνευματική «ταύτιση» με ένα σύστημα που μπορεί να αντιτίθεται στο θέλημα του Θεού.[3]

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ερμηνεία που δίνει ο Όσιος Παΐσιος στην ίδια την έννοια της «ταυτότητας». Για τον Άγιο, η ταυτότητα δεν είναι ουδέτερο διοικητικό στοιχείο, αλλά πράξη ταύτισης. Η φράση «Η ταυτότητα σημαίνει ότι ταυτίζεσαι μ’ αυτό που σου λένε» αποκαλύπτει την οντολογική διάσταση του ζητήματος. Ο άνθρωπος καλείται να αναρωτηθεί όχι απλώς τι κρατά, αλλά με τι ταυτίζεται. Στην ορθόδοξη θεολογία, η ταύτιση του ανθρώπου ανήκει πρωτίστως στον Χριστό και στο Βάπτισμα, όχι σε απρόσωπα συστήματα. Γι’ αυτό και ο Άγιος δεν προχωρεί σε επιβολές ή καταναγκασμούς, αλλά αφήνει τον χώρο της ελευθερίας και της συνείδησης ανοικτό: «Ο καθένας να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του.» Η θέση αυτή φανερώνει ότι η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου δεν είναι νομικιστική ούτε φοβική, αλλά βαθύτατα εκκλησιολογική και ασκητική

2. Το αποκαλυπτικό πλαίσιο: Ερμηνεία του Αποκ. 13,16–17[4]

Το κεντρικό αποκαλυπτικό χωρίο περί του «χαράγματος» (Αποκ. 13,16–17) συνδέει ρητά τρία στοιχεία: α) την καθολικότητα  (ποιεῖ πάντας), β) τον οικονομικό αποκλεισμό (ἀγοράσαι – πωλῆσαι) , γ) το σημείο δουλείας (χάραγμα). Η πατερική ερμηνεία δεν εστιάζει στη μορφή του χαράγματος, αλλά στο γεγονός ότι πρόκειται για πράξη υποταγής και αποδοχής ενός αντίθεου συστήματος. Το σφράγισμα δεν λειτουργεί μηχανικά ούτε μαγικά· προϋποθέτει ελεύθερη συγκατάθεση και πνευματική αποστασία.

Ο Όσιος Παΐσιος ερμηνεύει το χωρίο όχι τεχνοκρατικά αλλά πνευματικά, επισημαίνοντας ότι το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι η μορφή του χαράγματος, αλλά η εκούσια αποδοχή, η υπαγωγή της ζωής σε ένα αντίθεο σύστημα, η απώλεια της ελευθερίας της συνείδησης. Αυτή η προσέγγιση ταυτίζεται πλήρως με την πατερική ερμηνευτική.

Κινούμενος δε εντός αυτού του πλαισίου, τονίζει ότι οι σύγχρονες μορφές τεχνολογικής ταυτοποίησης δεν ταυτίζονται αυτομάτως με το σφράγισμα, αλλά δύνανται να λειτουργήσουν ως προπαρασκευαστικό στάδιο, εφόσον εκπαιδεύουν τον άνθρωπο σε καθεστώς καθολικού ελέγχου και απώλειας της ελευθερίας.

Τι λέει (ουσιαστικά) ο Άγιος Παΐσιος για ηλεκτρονικές ταυτότητες / «666» ;

α) Δεν το βλέπει ως απλό τεχνικό/διοικητικό θέμα, αλλά ως ζήτημα πνευματικής πλάνης γύρω από το «σφράγισμα». Γι’  αυτό, στο κείμενο «Σημεία των καιρών» ο άξονας δεν είναι «προσωπικά δεδομένα/ιδιωτικότητα», αλλά η ανησυχία ότι ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί, να συμφιλιωθεί με κάτι που συνδέεται με το «σφράγισμα» και το «666», μέσα από μια λογική «δεν πειράζει, αρκεί να πιστεύω μέσα μου»[5].

β) Πολεμά τη λογική του «βάζω κι έναν σταυρό και καθάρισα». Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία του κειμένου των Σημείων είναι η απόρριψη της ιδέας ότι, αν δεχθεί κανείς κάτι «με το 666», μπορεί να το «αγιάσει» προσθέτοντας σταυρό ή κάνοντας τον σταυρό του. Το παρουσιάζει ως πλάνη, δηλαδή ως εσφαλμένη θεολογική σκέψη για το πώς λειτουργεί ο αγιασμός και η ομολογία.[6] Δίνει τόσο μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτό, της πλάνης, που αφιερώνει τέσσερες ολόκληρες σελίδες στο χειρόγραφό του όπου αναιρεί συντριπτικά κάθε επιχείρημα της πλάνης «βάζω κι έναν σταυρό και καθάρισα» με παραδείγματα από την εκκλησιαστική ιστορία, για να καταλήξει στην ορθή θέση ότι «μόνον αυτά που δέχονται αγιασμό, αγιάζονται. Όπως το νερό, δέχεται αγιασμό και γίνεται Αγιασμός. Τα ούρα δεν δέχονται αγιασμό. Η πέτρα με θαύμα γίνεται ψωμί. Η ακαθαρσία δεν δέχεται αγιασμό. Επομένως ο διάβολος, ο αντίχριστος, όταν είναι στην ταυτότητά μας ή στο χέρι ή στο κεφάλι μας με το σύμβολό τους, δεν αγιάζονται με το να βάλουμε και έναν Σταυρό».

γ) Τοποθετεί το βάρος στη συνείδηση και στην εκκλησιαστική/πνευματική καθοδήγηση, όχι σε πανικό. Στη μεταγενέστερη των «Σημείων» απόδοση λόγων του από την αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»[7], φαίνεται μια πιο ποιμαντική γραμμή: Όταν σας ρωτούν, να λέτε στους ανθρώπους να συμβουλεύονται τον πνευματικό τους και να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία· τονίζοντας ότι ο ίδιος «τα γράφει ξεκάθαρα» στο φυλλάδιο «Σημεία των καιρών» και «ας ενεργήσει ο καθένας ανάλογα με τη συνείδησή του».[8]  Η ποιμαντική αυτή συμβουλή δεν αναιρεί φυσικά ότι το πλαίσιο παραμένει πνευματικό/εσχατολογικό· απλώς δείχνει τρόπο αντιμετώπισης.

δ) Η «ηλεκτρονική ταυτότητα» στη διδασκαλία του είναι μέρος μιας ευρύτερης εικόνας που τη συνθέτουν η αριθμοποίηση και έλεγχος και που οδηγεί σε πίεση συνείδησης. Το χειρόγραφο των «Σημείων» είναι γραμμένο το 1987 στο κελί του στην Παναγούδα.  Το νόημα του κειμένου, όπως προκύπτει από τα σχετικά αποσπάσματα[9], είναι ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στην ίδια την κάρτα ως αντικείμενο, αλλά στην πνευματική ολίσθηση που  οδηγεί: να εκπαιδευτεί ο άνθρωπος να δέχεται συμβιβασμούς που οδηγούν στο σφράγισμα/άρνηση.

Ας εξετάσουμε ποια είναι η «θεολογική λογική» πίσω από αυτά.

Η κεντρική έννοια της διδασκαλίας του είναι: ομολογία και όχι συμβιβασμός. Ο Άγιος Παΐσιος αντιμετωπίζει το θέμα σαν πεδίο ομολογίας (ή πλάνης), όχι σαν «πολιτική διαχείριση» μόνο. Γι’ αυτό τονίζει ότι δεν αρκεί το «εσωτερικά πιστεύω». Δίνει μυσταγωγική/εκκλησιολογική έμφαση στο Βάπτισμα–Χρίσμα (σφραγίς δωρεάς…) Στο κείμενο αντιπαραβάλλει το «άγιο σφράγισμα» (Βάπτισμα/εκκλησιαστική ζωή) με μια άλλη «σφράγιση» που θεωρεί αντίθετη[10]. Απορρίπτει κάθε σκέψη για μια «μαγική»  ενέργεια του Σταυρού. Το «βάζω σταυρό πάνω στο 666» το θεωρεί θεολογικά άκυρο: η χρήση του Σταυρού δεν είναι μηχανιστική πράξη που αποκλείει το νόημα της αποδοχής του, σημαινόμενου από το «666», αντιχρίστου. Τέλος, ο λόγος του στην αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, παρά την προηγούμενη απολυτότητα της έκφρασής του στα «Σημεία  των καιρών», κρατάει μία  ποιμαντική ισορροπία. Παρά τον έντονο λόγο, υπάρχει και η καθαρά εκκλησιαστική γραμμή: διάκριση, συνείδηση, πνευματικός, Εκκλησία  που σημαίνει: όχι ατομικό «κίνημα πανικού».[11]

3. Η διάκριση: «εισαγωγή» και όχι σφράγισμα

Κομβικής σημασίας στη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου είναι η ρητή διάκριση μεταξύ της «εισαγωγής» και του ίδιου του σφραγίσματος. Η διάκριση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με την πατερική παράδοση, η οποία μιλά για σταδιακή πνευματική προετοιμασία και όχι για αιφνίδια επιβολή.

Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η ταυτότητα δεν είναι το σφράγισμα. Είναι η εισαγωγή του σφραγίσματος.»[12] Η φράση αυτή έχει καθοριστική θεολογική σημασία. Ο Άγιος δεν μιλά για άμεση αποστασία, αλλά για μία πορεία εξοικείωσης, κατά την οποία ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει εντός ενός συστήματος καθολικού ελέγχου και εξάρτησης. Το πρόβλημα, κατά τον Όσιο Παΐσιο, δεν έγκειται στο υλικό μέσο, αλλά στο πνευματικό περιεχόμενο που αυτό μεταφέρει.

Σε άλλο σημείο[13] επισημαίνει (σε νοηματική μεταφορά): Θα τους δώσουν πρώτα τις κάρτες, για να συνηθίσουν. Μετά θα τους πουν: γιατί να κουβαλάτε κάρτες;

Η παρατήρηση αυτή φανερώνει την πατερική του διάκριση: η αλλοίωση δεν έρχεται αιφνιδίως, αλλά μέσω βαθμιαίας αποδοχής. Ο άνθρωπος εκπαιδεύεται από το σύστημα να αποδέχεται τον έλεγχο ως φυσιολογική συνθήκη ζωής, χωρίς να αντιλαμβάνεται την πνευματική του έκπτωση. Αυτό σημαίνει ότι, κατά την απόδοση των λόγων του, η νέα τεχνολογία δεν αποτελεί απευθείας την πλήρη εκπλήρωση της αποκαλυπτικής εικόνας της Αποκάλυψης (της χειρός ή του μετώπου με τον αριθμό 666), αλλά προκαλεί μία βαθμιαία στροφή της κοινωνίας προς ένα σύστημα ελέγχου και ψηφιακής εξάρτησης, το οποίο μπορεί να ανοίγει τον δρόμο στο τελικό σφράγισμα.

Ο Άγιος ερμηνεύει την εξέλιξη ως εξής: Πρώτα έρχεται η ψηφιακή «ταυτότητα/κάρτα». Μετά προβάλλεται ως τέλειο σύστημα. Και τελικά ενδέχεται να οδηγήσει σε εκείνη τη  μορφή σφραγίσματος το οποίο περιγράφεται στον Αποκάλυψη ως αριθμός του θηρίου.  Αυτή η εξέλιξη θεωρείται πνευματικά επικίνδυνη, ειδικά εάν η κοινωνία την αποδεχτεί χωρίς περισυλλογή. Ο λόγος είναι ότι κινδυνεύει να γίνει η «προετοιμασία» του ανθρώπου να καταστεί εξαρτώμενος από ένα σύστημα που εισχωρεί βαθιά στη ζωή του.

Η πνευματική αλλοίωση προηγείται πάντοτε της τελικής αποστασίας. Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει χωρίς ελευθερία, χωρίς αντίσταση, χωρίς διάκριση, μέχρις ότου η τελική επιλογή παρουσιαστεί ως φυσική και αναπόφευκτη.

Είναι λοιπόν πολύ σημαντική η διάκριση που κάνει ο Άγιος ότι «η ταυτότητα δεν είναι το σφράγισμα. Είναι η εισαγωγή του σφραγίσματος.»

Η διάκριση αυτή είναι κατ’ εξοχήν πατερική. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδίως οι ερμηνευτές της Αποκαλύψεως, όπως λεπτομερέστερα θα εκθέσουμε κατωτέρω, δεν μιλούν για αιφνίδιες και μαγικές επιβολές, αλλά για σταδιακή προετοιμασία, αλλοίωση της συνείδησης και στο τέλος εξοικείωση με την απώλεια της ελευθερίας. Το σφράγισμα, σύμφωνα με την Αποκάλυψη (κεφ. 13), δεν είναι απλώς τεχνική πράξη, αλλά εκούσια υπαρξιακή επιλογή: λατρευτική υποταγή και αποδοχή ενός συστήματος αντίθεου. Ο Άγιος, λοιπόν, δεν ταυτίζει μηχανικά την τεχνολογία με το κακό, αλλά επισημαίνει την πνευματική πορεία που μπορεί να οδηγήσει σε αυτό.

4. Ελευθερία και συνείδηση στην εκκλησιαστική προοπτική

Ο Όσιος Παΐσιος δεν υιοθετεί ποτέ λόγο πανικού ή καταναγκασμού. Αντιθέτως, επιμένει στη σημασία της συνείδησης, της πνευματικής καθοδήγησης και της στάσης της Εκκλησίας. Η σωτηρία δεν λειτουργεί διοικητικά ούτε τεχνικά, αλλά προσωπικά και εκκλησιαστικά. Ο ίδιος ο Άγιος διευκρινίζει εξαρχής το πνεύμα με το οποίο μιλά. Σε ελεύθερη απόδοση θα το εκφράζαμε ως εξής: Δεν λέω αυτά για να φοβηθούν οι άνθρωποι, αλλά για να προβληματιστούν. Η παρατήρηση αυτή θέτει το ερμηνευτικό πλαίσιο όλης της διδασκαλίας του. Προσεγγίζει τα ζητήματα αυτά με πνεύμα που δεν είναι φοβικό ούτε καταναγκαστικό, αλλά διακριτικό και ποιμαντικό, με έμφαση στη συνείδηση, την πνευματική εγρήγορση και την αποφυγή πανικού[14]. Η παρατήρηση αυτή θέτει το ερμηνευτικό πλαίσιο όλης της διδασκαλίας του.

Η έμφαση αυτή αποκαλύπτει ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η ελευθερία του προσώπου και η ικανότητά του να διακρίνει πνευματικά. Ο Άγιος Παΐσιος αναφέρεται ρητά στη συνείδηση και την ελευθερία του κάθε πιστού τονίζοντας: «… να συμβουλεύονται τους πνευματικούς τους και να κάνουν υπομονή να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία…» και «Αφού το έχω ξεκαθαρίσει στα Σημεία των καιρών, κάθε ένας ας ενεργήσει ανάλογα με τη συνείδησή του». Αυτό τονίζει ότι η πνευματική διάσταση δεν επιβάλλει άκριτη στάση αλλά καλεί σε υπεύθυνη, προσεκτική και συνετή στάση, με επίγνωση των πνευματικών συνεπειών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η στάση του Οσίου Παϊσίου απέναντι στην ελευθερία της συνείδησης. Σε κανένα σημείο δεν προβαίνει σε αφορισμούς, πανικό ή εξαναγκασμούς. Αντίθετα, υπογραμμίζει την ανάγκη πνευματικής καθοδήγησης, την αναμονή της στάσης της Εκκλησίας, την προσωπική ευθύνη κάθε πιστού. Αυτή η στάση είναι βαθύτατα εκκλησιολογική. Η σωτηρία δεν λειτουργεί μηχανιστικά. Ούτε χάνεται κανείς από άγνοια, ούτε σώζεται από εξωτερική αντίσταση χωρίς μετάνοια. Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει μια θεολογική αρχή στην Ορθοδοξία: κανείς δεν είναι απολύτως υποχρεωμένος να πράξει κάτι χωρίς να το εξετάσει με έντιμη συνείδηση και πνευματική καθοδήγηση.

Ο Όσιος προτρέπει επίσης την Εκκλησία να λάβει μια σωστή, θεολογικά θεμελιωμένη θέση και να μιλήσει καθαρά στους πιστούς, ώστε να κατανοήσουν τις πνευματικές διαστάσεις των γεγονότων.  Ο ρόλος της Εκκλησίας, κατά την απόδοση αυτών των λόγων, είναι να διαφωτίσει και να ενισχύσει τους πιστούς, να προστατεύσει την ελευθερία της συνείδησης, να εξηγήσει με σύνεση τις αλλαγές στον κόσμο, και να υπενθυμίσει ότι η πραγματική πνευματική ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στο Χριστό και το Βάπτισμα.

5. Συγκριτική πατερική θεώρηση

Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου εντάσσεται πλήρως στην πατερική γραμμή. Κυριολεκτικά «έπεται τοις αγίοις πατράσιν». Παραθέτουμε, για του λόγου το αληθές, πηγές από την πατερική γραμματεία περί χαράγματος και αντιχρίστου.

α. Το χάραγμα ως εθελούσια πνευματική προσχώρηση (Ιππόλυτος Ρώμης – Ανδρέας Καισαρείας – Αρέθας Καισαρείας)

Στην πατερική εσχατολογική παράδοση, το χάραγμα του αντιχρίστου δεν νοείται ως απλός εξωτερικός ή τεχνικός μηχανισμός, αλλά ως πνευματικό γεγονός, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου.

Ο Ιππόλυτος Ρώμης, στο έργο Περί Χριστού και Αντιχρίστου, υπογραμμίζει ότι η αποδοχή της πλάνης δεν επιβάλλεται διά της βίας, αλλά συντελείται μέσω εθελούσιας προσχώρησης σε αυτήν. Η πράξη αυτή αποτελεί καρπό εσωτερικής επιλογής και όχι εξαναγκασμού.[15]

Την ίδια ερμηνευτική γραμμή ακολουθεί ο Ανδρέας Καισαρείας, ο οποίος, σχολιάζοντας το αποκαλυπτικό κείμενο, σημειώνει ότι το χάραγμα «οὐ βίᾳ δίδοται, ἀλλὰ προαιρέσει».[16] Η επισήμανση αυτή καθιστά σαφές ότι το χάραγμα προϋποθέτει συνειδητή αποδοχή και πνευματική στάση.

Ο Αρέθας Καισαρείας, συνεχιστής της ίδιας σχολιαστικής παραδόσεως, ερμηνεύει το χάραγμα ως «σημεῖον δουλείας καὶ προσκυνήσεως»[17], αποσαφηνίζοντας ότι πρόκειται για πράξη υποταγής και λατρευτικής ένταξης στο αντίχριστο σύστημα, και όχι για ουδέτερη εξωτερική σήμανση.

β. Η πλάνη με προσωπείο αγαθότητας (Ιωάννης Χρυσόστομος – Κύριλλος Ιεροσολύμων)

Ιδιαίτερο βάρος στην πατερική ερμηνεία των εσχάτων κατέχει η διαπίστωση ότι η πλάνη δεν εμφανίζεται ως απροκάλυπτη αθεΐα ή ωμή βία, αλλά ως φαινομενικά αγαθή και ωφέλιμη πρόταση.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι το κακό «διὰ προσχήματος χρηστότητος» εισέρχεται στη ζωή του ανθρώπου[18], καθιστώντας την πλάνη πειστική και δυσδιάκριτη. Η παρατήρηση αυτή έχει καίρια σημασία για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ενεργεί ο Αντίχριστος. Συγκεκριμένα είπε: «Οὐ γὰρ εὐθέως τὸ κακόν δείκνυσιν, ἀλλὰ διὰ προσχήματος χρηστότητος» και αλλού: «Ὅταν τὸ βλαβερόν ὡς ὠφέλιμον προσφέρηται, τότε πλείστους ἀπατᾷ».[19] Με τη βαθιά ψυχοπνευματική του διορατικότητα, επισημαίνει ότι το κακό ποτέ δεν εμφανίζεται ωμά, αλλά πάντοτε προηγείται με λογικά επιχειρήματα, με ωφέλιμες προτάσεις, με φαινομενικά αγαθές προθέσεις. Η παρατήρηση αυτή αποτελεί κλειδί ερμηνείας της στάσης του Οσίου Παϊσίου απέναντι στα σύγχρονα συστήματα ελέγχου: το κακό δεν επιβάλλεται με φόβο, αλλά με «ευκολία». Κατά το λόγο του Αγίου Παϊσίου, οι τεχνολογικές δομές ελέγχου παρουσιάζονται ως εργαλεία εξυπηρέτησης του πολίτη, μέσα ασφάλειας και τάξης, μηχανισμοί διευκόλυνσης της ζωής. Ο ιερός Χρυσόστομος μας διδάσκει ότι ακριβώς αυτή η «λογικότητα» αποτελεί το επικίνδυνο στοιχείο, διότι αφοπλίζει τη διάκριση και αναισθητοποιεί τη συνείδηση. Ο Όσιος Παΐσιος συνεχίζει αυτή τη γραμμή, επιμένοντας στην ανάγκη πνευματικής εγρήγορσης και όχι αφελούς αποδοχής

Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στην Κατήχηση ΙΕ΄, περιγράφει τον Αντίχριστο ως πρόσωπο που θα εμφανισθεί με απατηλά σωτηριολογικό χαρακτήρα, μιμούμενος την ευσέβεια και την φιλανθρωπία, και γι’ αυτό καλεί τους πιστούς σε νήψη, διάκριση και εγρήγορση[20].

γ. Φόβος, ανάγκη και αποδυνάμωση της πνευματικής διάκρισης (Εφραίμ ο Σύρος – Θεοδώρητος Κύρου)

Ο γνήσιος Εφραίμ ο Σύρος δεν αναπτύσσει ειδική ερμηνεία του χαράγματος της Αποκαλύψεως. Ωστόσο, στα ασκητικά και εσχατολογικά του κείμενα σκιαγραφεί με ενάργεια το πνευματικό κλίμα των εσχάτων: φόβο, στενοχωρία, πείνα και γενικευμένη πλάνη, συνθήκες που οδηγούν σε αποδυνάμωση της πίστης και της διάκρισης.[21] Η συμβολή του Εφραίμ έγκειται στη θεολογική κατανόηση του πώς η ανάγκη και η ψυχική πίεση καθιστούν τον άνθρωπο ευάλωτο.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται ο Θεοδώρητος Κύρου, ο οποίος, ερμηνεύοντας τον Δανιήλ και τη Β΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή, τονίζει ότι η πλάνη δεν επιβάλλεται διά της βίας, αλλά μέσω πειθούς και απάτης, πλήττοντας κυρίως όσους στερούνται πνευματικής εγρήγορσης και διάκρισης.[22]

δ. Ψευδεπίγραφα αποκαλυπτικά κείμενα και η εσχατολογική παράδοση (Ψευδο-Εφραίμ)

Στην αποκαλυπτική γραμματεία της ύστερης αρχαιότητας απαντούν και ψευδεπίγραφα κείμενα, όπως το De fine mundi et consummatione saeculi, το οποίο αποδίδεται στον Εφραίμ τον Σύρο, αλλά κατατάσσεται από τη σύγχρονη έρευνα στον λεγόμενο ψευδο-Εφραίμ. Στο κείμενο αυτό συνδέεται ρητά το χάραγμα με την επιβίωση και τον κοινωνικοοικονομικό αποκλεισμό.[23] Η χρήση τέτοιων κειμένων είναι θεμιτή μόνον εφόσον δηλώνεται ρητά ο ψευδεπίγραφος χαρακτήρας τους, ως μαρτυριών της εσχατολογικής ευαισθησίας της Εκκλησίας σε μεταγενέστερες περιόδους, και όχι ως αυθεντικών λόγων Αγίων.

ε. Συνθετικό συμπέρασμα

Από το σύνολο των πατερικών μαρτυριών προκύπτει ενιαίο και συνεκτικό θεολογικό σχήμα κατά το οποίο: α) το χάραγμα νοείται ως εθελούσια πνευματική υποταγή και όχι ως μηχανική πράξη, β) η πλάνη ενεργεί με προσωπείο αγαθότητας και ωφελιμότητας, γ) η πίεση ασκείται μέσω φόβου, ανάγκης και κοινωνικοοικονομικού αποκλεισμού, δ) η απώλεια της πνευματικής διάκρισης προηγείται της αποστασίας.

Εντός αυτού του πατερικού πλαισίου, η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου δεν αποτελεί ιδιωτική ή καινοφανή εσχατολογική άποψη, αλλά σύγχρονη διατύπωση της πατερικής παραδόσεως, προσαρμοσμένη στις συνθήκες και τα δεδομένα της εποχής μας. Από την πατερική και αποκαλυπτική ανάλυση προκύπτουν σαφή συμπεράσματα: Ότι το σφράγισμα είναι πνευματικό γεγονός, όχι τεχνική λεπτομέρεια, Ότι προϋποθέτει συνείδηση, συγκατάθεση και αποδοχή. Ότι προηγείται μακρά διαδικασία προετοιμασίας.  Ο Όσιος Παΐσιος επομένως δεν καινοτομεί· συνεχίζει την ερμηνευτική γραμμή της Εκκλησίας. Μιλά ως φορέας της αποκαλυπτικής και ασκητικής εμπειρίας της Εκκλησίας.

Η σκέψη του πατάει σε τρεις σταθερούς θεολογικούς άξονες:

α) Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Η έννοια του σφραγίσματος, της καθολικής επιτήρησης, της οικονομικής εξάρτησης και της κατάργησης της ελευθερίας δεν είναι δικές του επινοήσεις. Είναι βιβλικές κατηγορίες.

β) Στην πατερική ερμηνεία των «σημείων των καιρών». Οι Πατέρες πάντοτε μιλούσαν για προοδευτική προετοιμασία, σταδιακή αλλοίωση, εξοικείωση του ανθρώπου με την απώλεια της ελευθερίας. Ο Όσιος Παΐσιος δεν εισάγει κάτι νέο. Συνεχίζει αυτή τη γραμμή.

γ) Στην έννοια της συνείδησης. Ο Άγιος δεν λέει: «όποιος πάρει την ηλεκτρονική ταυτότητα χάνεται» Αντίθετα λέει: «Δεν είναι το σφράγισμα· είναι η εισαγωγή. Ο καθένας να ενεργήσει κατά συνείδηση.» Ο Όσιος Παΐσιος μιλά ειρηνικά, δεν ορίζει χρονοδιαγράμματα, δεν τρομοκρατεί, εισάγει μόνο την «καλή ανησυχία»,  δεν εξαναγκάζει, δεν αποκόπτει από την Εκκλησία. Αντίθετα πεντακάθαρα διδάσκει με απόλυτα εκκλησιαστικό πνεύμα: Να συμβουλεύεστε πνευματικούς. Να δείτε πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία. Αυτό είναι εκκλησιολογική υπακοή, όχι παραδιδασκαλία.

Η ουσία της διδασκαλίας του Οσίου Παϊσίου δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η κατάργηση της ελευθερίας σταδιακά με πονηρία και χωρίς μαρτύριο, η εκούσια παράδοση της συνείδησης, η σταδιακή αποδοχή ελέγχου ως «ευκολίας». Αυτό είναι βαθιά ασκητικό και προφητικό, όχι φοβικό. Ο Άγιος δεν βλέπει «τσιπάκια», αλλά ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν χωρίς ελευθερία και χωρίς αντίσταση.

6. Προφητικότητα χωρίς χρονολογία

Χαρακτηριστικό της γνήσιας εκκλησιαστικής προφητικότητας είναι η απουσία χρονολογικών προσδιορισμών, διότι ο σκοπός της δεν είναι η ικανοποίηση της περιέργειας για το μέλλον, αλλά η πνευματική αφύπνιση του ανθρώπου στο παρόν. Στην πατερική παράδοση, η προφητεία δεν λειτουργεί ως πρόβλεψη γεγονότων με ημερομηνίες, αλλά ως κλήση σε μετάνοια, εγρήγορση και διάκριση. Ο χρονικός προσδιορισμός θα οδηγούσε είτε σε φόβο είτε σε αδράνεια, ενώ η Εκκλησία καλεί τον πιστό σε διαρκή ετοιμότητα, ανεξάρτητα από το «πότε». Η άγνοια του χρόνου διαφυλάσσει την ελευθερία της πίστεως και αποτρέπει τη μετατροπή της προφητείας σε μαντεία. Έτσι, το βάρος μετατίθεται από το μέλλον στο ήθος της ζωής, από την πληροφορία στη μεταμόρφωση του ανθρώπου.

Ο Όσιος Παΐσιος δεν προφητεύει με πολιτικούς ή τεχνικούς όρους, αλλά καλεί σε μετάνοια και εγρήγορση.  Σημαντικό στοιχείο της αγιοπατερικής στάσης του είναι η απουσία χρονολογικής βεβαιότητας. Ο Όσιος Παΐσιος δεν ορίζει ημερομηνίες, δεν ταυτίζει πρόσωπα, δεν προφητεύει με πολιτικούς όρους. Η προφητικότητα στην Εκκλησία δεν είναι μαντεία, αλλά κλήση σε μετάνοια και εγρήγορση. Αυτό ακριβώς επιτελεί η διδασκαλία του.

Συμπέρασμα

Η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου περί ηλεκτρονικών ταυτοτήτων και σφραγίσματος αποτελεί συνεπή έκφραση της πατερικής και αποκαλυπτικής παράδοσης της Εκκλησίας. Το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στην τεχνολογία, αλλά στην ελευθερία, τη συνείδηση και τη σταδιακή πνευματική αλλοίωση του ανθρώπου. Η πρόσκληση του Αγίου δεν είναι φόβος, αλλά εγρήγορση. Όχι άρνηση του κόσμου, αλλά διάκριση εντός του κόσμου. Όχι καινοτομία, αλλά πιστή συνέχεια της πατερικής φωνής. Η διδασκαλία του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε τεχνοφοβική ούτε συνωμοσιολογική. Πρόκειται για πατερική πνευματική διάκριση, που εστιάζει όχι στα μέσα αλλά στην ελευθερία, στη συνείδηση, στη σταδιακή αλλοίωση του ανθρώπου, και στη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής ζωής. Το κέντρο της σκέψης του δεν είναι ο φόβος, αλλά η εγρήγορση εν Χριστώ.

7.- Συγκριτική αποτίμηση των πρόσφατων τοποθετήσεων της Δ.Ι.Σ. και της Ι.Κ. Αγίου Όρους για τον Προσωπικό Αριθμό σε σχέση με τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου.

α) Σε σχέση με τη θέση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (2025) για τον «Προσωπικό Αριθμό»

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με την τοποθέτησή της το 2025[24], διατύπωσε την άποψη ότι ο λεγόμενος Προσωπικός Αριθμός απλά υποκαθιστά ήδη υπάρχοντες αριθμούς ταυτοποίησης και, για τον λόγο αυτό, δεν συνιστά θεολογικό ζήτημα, αλλά θέμα καθαρά νομικό και διοικητικό. Η αξιολόγηση αυτή στηρίζεται ρητώς στη γνωμοδότηση του νομικού της συμβούλου και κινείται εντός ενός στενού πλαισίου διοικητικής λειτουργικότητας.

Ωστόσο, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος δεν συγκροτεί το σύνολο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας και δεν αποτελεί το κατ’ εξοχήν αρμόδιο όργανο για τη διατύπωση δεσμευτικών θεολογικών ή δογματικών κρίσεων. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, ενώ η ΔΙΣ λειτουργεί πρωτίστως ως διοικητικό και διαχειριστικό όργανο για ζητήματα τρέχουσας φύσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζει δεσμευτικά την Εκκλησία ως προς το θεολογικό περιεχόμενο του ζητήματος.

Η ουσιώδης διαφορά σε σχέση με τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου δεν περιορίζεται απλώς στο επίπεδο της οπτικής, αλλά αφορά στο ίδιο το είδος του λόγου που αρθρώνεται. Η ΔΙΣ ομιλεί ως διοικητικός θεσμός για ένα συγκεκριμένο μέτρο «εδώ και τώρα», εστιάζοντας στην πρακτική ταυτοποίηση των πολιτών στις συναλλαγές τους με το Δημόσιο και αξιολογώντας τον Προσωπικό Αριθμό ως τεχνικό μηχανισμό. Αντιθέτως, ο Όσιος Παΐσιος ομιλεί εντός της πατερικής προοπτικής των «σημείων των καιρών», με κέντρο όχι τον αριθμό καθ’ αυτόν, αλλά το ενδεχόμενο του σφραγίσματος ως πράξης ομολογιακής και πνευματικής βαρύτητας, στο πλαίσιο μίας -μεθοδευόμενης από τις αντίχριστες δυνάμεις- πορείας σταδιακής αλλοίωσης της ελευθερίας και της συνείδησης.

Υπό αυτή την έννοια, επισημαίνεται ότι ΔΙΣ και Όσιος Παΐσιος δεν συζητούν στο ίδιο επίπεδο. Οι λόγοι τους είναι διαφορετικοί και κινούνται σε ετερόκλητες θεολογικές κατηγορίες. Η τοποθέτηση της ΔΙΣ παραμένει εντός ενός νομικοδιοικητικού πλαισίου, το οποίο βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τον πατερικό τρόπο θεολογήσεως που εκφράζει ο λόγος του Οσίου Παϊσίου και η ευρύτερη πατερική παράδοση. Ο Άγιος δεν αξιολογεί έναν αριθμητικό μηχανισμό, αλλά προειδοποιεί πνευματικά για μια πορεία σταδιακής αλλοίωσης της ελευθερίας και της συνείδησης, η οποία, υπό ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι ποιοτικά και σωτηριολογικά βαρύτερο.

β) Η απόφαση της Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους

Η πρόσφατη αγιορειτική παρέμβαση[25] σχετικά με τον Προσωπικό Αριθμό αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργία ενιαίου συστήματος δεδομένων, στην επιτήρηση, στην προστασία της ιδιωτικότητας και, κυρίως, στο ζήτημα της προαιρετικότητας. Εκφράζεται σαφής ανησυχία για την πιθανή υποχρεωτικότητα και τη συγκέντρωση δεδομένων, καθώς και για τις συνέπειες που αυτές ενδέχεται να έχουν στις προσωπικές ελευθερίες.

Σε αυτό το σημείο παρατηρείται ουσιαστική συγγένεια προβληματισμού με τη διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου, ιδίως ως προς τον φόβο μιας διολίσθησης προς μορφές ελέγχου που θα μπορούσαν να λάβουν «τυραννικό» χαρακτήρα και να περιορίσουν την ανθρώπινη ελευθερία.

Ωστόσο, η διαφορά έγκειται και εδώ στο είδος της επιχειρηματολογίας. Το σύγχρονο Άγιον Όρος, όπως εκφράζεται μέσα από τα επίσημα κείμενα της Ιεράς Κοινότητος κατά την περίοδο 2023–2025, αρθρώνει τον προβληματισμό του κυρίως με ηθικοκοινωνικούς όρους, δίνοντας έμφαση στη διαχείριση δεδομένων, στη συγκέντρωση εξουσίας και στην υποχρεωτικότητα. Αντιθέτως, ο Όσιος Παΐσιος (ήδη από το 1987) προσεγγίζει το ζήτημα πρωτίστως με θεολογικούς και πνευματικούς όρους: πλάνη, ομολογία, σφράγισμα, και τον κίνδυνο μετατροπής ακόμη και του σταυρού σε «μαγική λύση», αποκομμένη από την προσωπική άσκηση της ελευθερίας.

Κατά συνέπεια, ενώ το Άγιον Όρος -σε αντίθεση με την ΔΙΣ- εκφράζει εύλογη ανησυχία για τις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, δεν υιοθετεί ρητά την οπτική του Οσίου Παϊσίου περί εγγενούς πνευματικού διακυβεύματος που μπορεί να ανακύψει από μια τεχνολογία η οποία, μέσω της σταδιακής κατάργησης της ελευθερίας και της εξοικείωσης με τον έλεγχο ως «ευκολία», δύναται να προετοιμάσει τον άνθρωπο για την εκούσια παράδοση της συνείδησής του.

8.-  Η έννοια της "οικονομίας" και τα όριά της 

Ακρίβεια και οικονομία: δύο τρόποι ποιμαντικής διακονίας

Η ορθόδοξη θεολογία γνωρίζει δύο θεμελιώδεις τρόπους εφαρμογής της εκκλησιαστικής πράξεως: την ακρίβεια και την οικονομία. Η ακρίβεια εκφράζει την κανονική πληρότητα του εκκλησιαστικού φρονήματος· η οικονομία εκφράζει την ποιμαντική συγκατάβαση της Εκκλησίας, όταν οι συνθήκες και η ανθρώπινη αδυναμία καθιστούν αναγκαία μία θεραπευτική διαχείριση, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η πίστη.

Εντούτοις, η οικονομία δεν αποτελεί μηχανισμό «νομιμοποιήσεως» κάθε δυσκολίας, ούτε «άδεια» για συμβιβασμούς με την πλάνη. Είναι θεραπευτική διάκριση: υπηρετεί την σωτηρία του ανθρώπου εντός ιστορικών συνθηκών, χωρίς να ακυρώνει το περιεχόμενο της αλήθειας. Δεν λειτουργεί ως θεολογικό άλλοθι για να βαπτίζουμε ως ακίνδυνα εκείνα τα οποία εισάγουν αλλοίωση του φρονήματος ή διαβρώνουν την πνευματική εγρήγορση.

Το κριτήριο: διοικητικό μέσο ή ομολογιακή ταύτιση;

Κεντρικός άξονας στη συζήτηση είναι η διάκριση ανάμεσα σε ένα ουδέτερο διοικητικό μέσο (το οποίο δεν εμπεριέχει ομολογία ή άρνηση πίστεως) και σε μία πράξη ταυτίσεως η οποία μεταβάλλει τη σχέση του ανθρώπου με την ελευθερία του.

Στο πνεύμα της διδασκαλίας του Οσίου Παϊσίου, το βάρος δεν πέφτει μόνο στο «τεχνικό αντικείμενο» (μια κάρτα, ένα νούμερο, ένα μέσο αναγνώρισης), αλλά στη δυναμική την οποίαν εγκαθιδρύει: την εξάρτηση, την επιτήρηση, την προϋπόθεση συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Εκεί αρχίζει η «εισαγωγή», όχι διότι το αντικείμενο ταυτίζεται αυτομάτως με το σφράγισμα, αλλά διότι δύναται να εθίσει τη συνείδηση σε ένα σύστημα όπου τα στοιχειώδη καθίστανται προσβάσιμα μόνον υπό όρους.

Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα της οικονομίας μετατίθεται: οικονομία σε τι ακριβώς; Σε ένα καθαρά διευκολυντικό διοικητικό μέσο, ή σε μία διαδικασία η οποία, εάν εξελιχθεί, μπορεί να λάβει χαρακτήρα ομολογιακού εκβιασμού;

Η οικονομία δεν αναιρεί τη νήψη

Η εκκλησιαστική οικονομία ασκείται πάντοτε εντός του πλαισίου της νήψεως. Δεν σημαίνει χαλάρωση της πνευματικής προσοχής ούτε απάλειψη της «καλής ανησυχίας» που χαρακτηρίζει το εκκλησιαστικό ήθος. Η εγρήγορση που καλλιεργεί ο Όσιος Παΐσιος δεν είναι πανικός· είναι πνευματικό αντανακλαστικό απέναντι στην εξοικείωση με τη δουλεία.

Επομένως, ακόμη και αν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η Εκκλησία σταθεί με ποιμαντική επιείκεια απέναντι σε πιστούς που τελούν υπό πίεση ή αντικειμενική δυσχέρεια, τούτο δεν συνεπάγεται αποδοχή της λογικής που παράγει την πίεση, ούτε κατάργηση του κριτηρίου της διακρίσεως.

Η οικονομία αφορά πρόσωπα, όχι συστήματα

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο: η οικονομία είναι προσωποκεντρική. Δεν είναι «πολιτική στρατηγική» απέναντι στο κράτος ή την τεχνολογία. Η Εκκλησία δεν «οικονομεί» γιά να εξυπηρετήσει την λειτουργικότητα ενός συστήματος, αλλά για να μη συντρίψει τον άνθρωπο ο οποίος ευρίσκεται υπό πίεση, φόβο, άγνοια ή αδυναμία.

Άρα, η οικονομία δύναται να παρηγορεί και να θεραπεύει τον πιεζόμενο πιστό, αλλά δεν δύναται να μετατραπεί σε θεολογική επικύρωση της λογικής η οποία παράγει την πίεση.

Εν κατακλείδι, η Εκκλησία μπορεί να ποιμάνει «κατ' οικονομίαν» ανθρώπους οι οποίοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Όμως η ίδια η οικονομία δεν καταργεί το κριτήριο της ομολογίας ούτε τη σημασία της ελευθερίας της συνειδήσεως. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στο εάν ένα αντικείμενο συνιστά αυτοτελώς αμαρτία, αλλά στο εάν ο άνθρωπος εισάγεται σταδιακώς σε κατάσταση όπου η ελευθερία του καθίσταται διαπραγματεύσιμη και η συνείδησή του συνηθίζει στην εκχώρηση.

Υπό το πρίσμα αυτό, το επίμαχο ζήτημα δεν εξαντλείται σε διοικητικές αξιολογήσεις, αλλά αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο το εκκλησιαστικό σώμα καλείται να συνδυάσει τη διάκριση, την ποιμαντική μέριμνα και τη διαφύλαξη της ελευθερίας της συνείδησης εντός των μεταβαλλόμενων ιστορικών συνθηκών.

Επίλογος

Η παρούσα μελέτη επιδίωξε να εντάξει τον λόγο του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο ζωντανό σώμα της πατερικής και εκκλησιαστικής παραδόσεως, μέσα στο οποίο ο λόγος περί των εσχάτων λειτουργεί όχι αποσπασματικά, αλλά σωτηριολογικά και κοινοτικά. Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, δεν καλείται να ερμηνεύσει τα σημεία των καιρών με όρους φόβου ή αυτάρκειας, αλλά να διαφυλάξει την ενότητα της πίστεως και την ελευθερία των μελών της μέσα από τη διάκριση, την υπακοή στο εκκλησιαστικό ήθος και τη μετοχή στην ευχαριστιακή ζωή. Υπό το φως αυτό, η διδασκαλία του Οσίου Παϊσίου αναδεικνύεται όχι ως ατομική προειδοποίηση, αλλά ως εκκλησιαστικός λόγος που καλεί το σύνολο του σώματος σε νήψη, εμπιστοσύνη και εσχατολογική ελπίδα.

 ΤΕΛΟΣ

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] «Αλλά όταν, να πούμε,  έχουν το σύμβολο του διαβόλου, είναι, λέγεται ταυτότητά μου, υπογράφω και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Δηλαδή, άρα το αποδέχομαι αυτό το πράγμα» (απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του 1992, απομαγνητοφώνηση: +ιερομόναχος Ισαάκ).Βίος Αγίου Παϊσίου, ιερ. Ισαάκ, Άγιον Όρος, 2004.

[2] « Γέροντα, είπε κάποιος: «Πώς το πεντοχίλιαρο έχει το 666 και το χρησιμοποιούμε; Το ίδιο θα είναι και η ταυτότητα».– Το πεντοχίλιαρο είναι νόμισμα – και η λίρα της Αγγλίας έχει επάνω την Βικτώρια· αυτό δεν με πειράζει. «Τα Καίσαρος Καίσαρι». Εδώ όμως είναι η ταυτότητά μου, είναι κάτι προσωπικό· δεν είναι νόμισμα. Ταυτότητα σημαίνει ό,τι και η λέξη· ταυτίζεται δηλαδή κανείς μ᾿ αυτά που δηλώνει. Βάζουν τον διάβολο και υπογράφω ότι τον αποδέχομαι. Πώς να το κάνω αυτό;» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-189, Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999.

[3] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188, Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999.

[4] Το κρίσιμο χωρίο της Αποκαλύψεως αναφέρει: «Καὶ ποιεῖ πάντας… ἵνα δῶσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν, καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα…» (Αποκ. 13,16–17)

[5] «Δυστυχώς και πάλι, ορισμένοι «γνωστικοί» θα φασκιώνουν τα πνευματικά τους τέκνα σαν τα μωρά, δήθεν για να μη στενοχωρούνται, δεν πειράζει αυτό, δεν είναι τίποτα, αρκεί εσωτερικά να πιστεύετε» (Σημεία των Καιρών, χειρόγραφο, 1987).

[6] «… ακούει κανείς ένα σωρό δυστυχώς ανοησίες του μυαλού από ορισμένους σημερινούς «Γνωστικούς» , ο ένας να λέει, «εγώ θα δεχθώ την ταυτότητα με το 666, θα βάλλω και έναν Σταυρό, κι ο άλλος να λέει, εγώ θα δεχθώ το σφράγισμα στο κεφάλι με το 666 και θα κάνω και έναν Σταυρό στο κεφάλι, και έναν σωρό όμοιες ανοησίες που νομίζουν ότι θα αγιασθούν με αυτόν τον τρόπο, ενώ αυτά είναι πλάνες» (Σημεία των Καιρών, χειρόγραφο, 1987).

[7] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188.

[8] «Ο κόσμος, Γέροντα, ρωτάει τί να κάνουν σχετικά με τις νέες ταυτότητες». – «Εσείς καλύτερα, όταν σάς ρωτούν, να τους λέτε να συμβουλεύονται τους Πνευματικούς τους και να κάνουν υπομονή να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία, γιατί πολλοί κάνουν ερωτήσεις, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν τις απαντήσεις. Αφού ξεκάθαρα τα γράφω στο φυλλάδιο «Σημεία των καιρών», ας ενεργήσει ο καθένας ανάλογα με την συνείδησή του.»

[9] «Πίσω λοιπόν από το τέλειο σύστημα «κάρτας εξυπηρετήσεως», ασφαλείας κομπιούτερ,  κρύβεται η παγκόσμια δικτατορία, η σκλαβιά του Αντιχρίστου», «Η κάρτα, η ταυτότητα, η «εισαγωγή του σφραγίσματος» τι φανερώνουν;», «Μετά λοιπόν από την κάρτα και την ταυτότητα, «το φακέλλωμα», για να προχωρήσουν πονηρά στο σφράγισμα, θα λένε συνέχεια στην τηλεόραση ότι πήρε κάποιος την κάρτα του δείνα και του σήκωσε τα χρήματα από την τράπεζα.  Από την άλλη μεριά θα διαφημίζουν «το τέλειο σύστημα», το σφράγισμα στο χέρι ή στο μέτωπο με ακτίνες λέϊζερ που δεν θα διακρίνεται εξωτερικά, με το 6 6 6 το όνομα του αντιχρίστου».

[10] «…κι ενώ βλέπουμε τον Απόστολο Πέτρο που εξωτερικά αρνήθηκε τον Χριστό και ητο άρνησις, αυτοί αρνούνται το Άγιο Σφράγισμα του Χριστού που τους δόθηκε στο άγιο βάπτισμα. “σφραγίς δωρεάς πνεύματος άγιου” με το να δέχονται την σφραγίδα του αντίχριστου, λένε και ότι έχουν μέσα τους το Χριστό!

[11] «…να τους λέτε να συμβουλεύονται τους Πνευματικούς τους και να κάνουν υπομονή να δουν πώς θα ενεργήσει η Εκκλησία…»  και παρακάτω «Η Εκκλησία πρέπει να πάρει μια θέση σωστή. Να μιλήσει, να εξηγήσει στους πιστούς, για να καταλάβουν ότι, αν πάρουν την ταυτότητα, αυτό θα είναι πτώση …»

[12] ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΛΟΓΟΙ Β΄, «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 183-188, Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999.

[13] Ο.π. «Σιγά-σιγά, μετά την κάρτα και την ταυτότητα, δηλαδή το «φακέλωμα», θα προχωρήσουν πονηρά στο σφράγισμα. Με διάφορα πονηρά μέσα θα κάνουν εκβιασμούς, για να δέχονται οι άνθρωποι το σφράγισμα στο μέτωπο ή στο χέρι. Θα στριμώξουν τα πράγματα και θα πουν: «Μόνο με τις κάρτες θα κινήστε· τα χρήματα θα καταργηθούν». Θα δίνη κανείς την κάρτα στο κατάστημα και θα ψωνίζει, και ο καταστηματάρχης θα παίρνει τα χρήματα από την Τράπεζα. Όποιος δεν θα έχει κάρτα, δεν θα μπορεί ούτε να πουλάει ούτε να αγοράζει. Από το άλλο μέρος θα αρχίσουν να διαφημίζουν «το τέλειο σύστημα», το σφράγισμα με ακτίνες λέιζερ με το 666 στο χέρι ή στο μέτωπο, που δεν θα διακρίνεται εξωτερικά. Συγχρόνως στην τηλεόραση θα δείχνουν ότι ο τάδε πήρε την κάρτα του τάδε και του πήρε τα χρήματα από την Τράπεζα και θα λένε συνέχεια: «Πιο σίγουρο είναι το σφράγισμα με ακτίνες λέιζερ στο χέρι ή στο μέτωπο, γιατί μόνον ο κάτοχος ξέρει το νούμερό του. Το σφράγισμα είναι το τελειότερο σύστημα. Ούτε το κεφάλι μπορεί να πάρει ο άλλος ούτε το χέρι ούτε το σφράγισμα το βλέπει». Γι’ αυτό αφήνουν τώρα τους ληστές, τους κακοποιούς, να οργώνουν. Δεκαπέντε κελιά λήστεψαν εκεί γύρω στις Καρυές. Έναν τον σκότωσαν, για να τον ληστέψουν. Έτσι θα βρει τότε ευκαιρία ο καθένας να καταπατήσει και να πάρει ό,τι θέλει. Ας πούμε, αν θέλει να καταπατήσει ένα χωράφι, θα πει ότι ήταν δήθεν του παππού του ή ότι το είχε νοικιάσει κάποτε για βοσκοτόπι, οπότε άντε να βρεις άκρη. Θα πούνε μετά οι αρμόδιοι: «Δυστυχώς δεν μπορούμε να τους ελέγξουμε· ο έλεγχος μόνο με το κομπιούτερ μπορεί να γίνει», και θα προχωρήσουν στο σφράγισμα. Θα χτυπάει μετά το κομπιούτερ, θα βλέπει αν είσαι σφραγισμένος, για να σε εξυπηρετήσει ή όχι.»

[14] Λέγει στα «Σημεία» το εξής σημαντικό: «Το παράξενο όμως και πολλοί πνευματικοί άνθρωποι εκτός που δίνουν δικές τους ερμηνείες, φοβάνται και αυτοί τον  κοσμικό φόβο του φακελώματος, ενώ έπρεπε να ανησυχούν πνευματικά και να βοηθήσουν τους χριστιανούς με την καλή ανησυχία, και να τους τονώσουν στην πίστη, να νιώθουν θεϊκή παρηγοριά». Και αλλού ««Ο καθένας να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του.»

[15] Ἱππολύτου Ρώμης, De Christo et Antichristo, 28.

[16] Ἀνδρέου Καισαρείας, Commentarius in Apocalypsin, PG 106, 328C.

[17] Ἀρέθα Καισαρείας, Commentarius in Apocalypsin, PG 106, 665A.

[18] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, In Matthaeum, PG 62, 361.

[19] Εἰς τὴν Πρὸς Ἐφεσίους, PG 61, 58.

[20] Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Catecheses, XV, PG 33, 892–900.

[21] Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, Sermones Ascetici, PG 40, 1093B.

[22] Θεοδωρήτου Κύρου, In Danielem, PG 81, 1252C· In II Thessalonicenses, PG 82, 668A.

[23] Pseudo-Ephraem, De fine mundi et consummatione saeculi, §§ 9–10 (CPL 1144)

[24] https://www.in.gr/2025/06/13/greece/dis-gia-prosopiko-arithmo-den-yparxei-zitima-antisyntagmatikou-periorismou-atomikon-eleytherion/

[25] https://www.romfea.gr/agioritika-nea/69152-epistoli-agiou-orous-gia-ton-prosopiko-arithmo

https://www.iepomenimera.gr



 

Από την «Αγία Ελληνική Οικογένεια»... στο «Δεν υπάρχει ελληνική οικογένεια». Η πορεία μιας κοινωνίας που κινδυνεύει να ξεχάσει ποια είναι.

Από την «Αγία Ελληνική Οικογένεια»... στο «Δεν υπάρχει ελληνική οικογένεια». Η πορεία μιας κοινωνίας που κινδυνεύει να ξεχάσει ποια είναι.

Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης

«Δεν υπάρχει η ελληνική οικογένεια του μέλλοντος. Πρέπει να μιλήσουμε για το inclusion και τη διαφορετικότητα.»

Αυτή ήταν η πρόσφατη δήλωση της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.

Ομολογώ πως, όταν την άκουσα, δεν με ξένισε μόνο το περιεχόμενό της. Με προβλημάτισε ακόμη περισσότερο ο συμβολισμός της. Γιατί δεν ειπώθηκε από έναν πανεπιστημιακό ή έναν σχολιαστή της επικαιρότητας. Ειπώθηκε από την πολιτική προϊσταμένη του ίδιου του Υπουργείου που φέρει στον τίτλο του τη λέξη «Οικογένεια».

Και τότε αναρωτήθηκα:

Πώς φτάσαμε από την Αγία Ελληνική Οικογένεια, τη μικρή Εκκλησία του σπιτιού, το θεμέλιο της ελληνικής κοινωνίας επί αιώνες, στο σημείο να ακούγεται από επίσημα χείλη ότι «δεν υπάρχει ελληνική οικογένεια του μέλλοντος»;

Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η πραγματική τραγωδία της εποχής μας.

Δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτική διαφωνία.

Πρόκειται για μια βαθύτερη πολιτισμική και πνευματική μετατόπιση.

Για αιώνες ο Ελληνισμός δεν διασώθηκε επειδή διέθετε πάντοτε ισχυρά κράτη, πλούτο ή υπεροπλία. Διασώθηκε επειδή υπήρχαν σπίτια που λειτουργούσαν ως μικρές κιβωτοί πίστης, μνήμης και παράδοσης. Σπίτια όπου η γιαγιά μάθαινε στα εγγόνια την προσευχή, ο παππούς διηγούνταν την ιστορία του τόπου, η μητέρα κρατούσε αναμμένο το καντήλι και ο πατέρας δίδασκε με το παράδειγμά του ότι η ευθύνη προηγείται της ευκολίας και η θυσία της ιδιοτέλειας.

Αυτή ήταν η ελληνική οικογένεια.

•Όχι ένας κοινωνιολογικός όρος.

•Όχι μια διοικητική κατηγορία.

•Όχι μια ιδεολογική κατασκευή.

•Αλλά η πρώτη πατρίδα κάθε ανθρώπου.

Εκεί όπου ένα παιδί άκουγε τις πρώτες του λέξεις, έκανε τον πρώτο σταυρό του, μάθαινε να λέει «ευχαριστώ», «συγγνώμη» και «δόξα τῷ Θεῷ». Εκεί όπου καταλάβαινε ότι η ζωή δεν έχει νόημα μόνο όταν παίρνεις, αλλά κυρίως όταν προσφέρεις.Δεν είναι τυχαίο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλεί την οικογένεια «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία».Δεν την αντιμετωπίζει ως έναν απλό θεσμό.Τη βλέπει ως τόπο αγάπης, θυσίας, συγχώρησης και πνευματικής καλλιέργειας. Ως τον χώρο όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να νικά τον εγωισμό του και να ανακαλύπτει το πρόσωπο του άλλου.

•Εκεί γεννιέται η εμπιστοσύνη.

•Εκεί θεμελιώνεται ο χαρακτήρας.

•Εκεί καλλιεργείται η ευθύνη.

•Εκεί μεταδίδονται η γλώσσα, η ιστορία, η πίστη και οι αξίες που κράτησαν όρθιο το Γένος μας στους αιώνες.Από αυτά τα σπίτια πέρασαν οι γενιές που κράτησαν ζωντανό τον Ελληνισμό στη Ρωμανία, στην Τουρκοκρατία, στους εθνικούς αγώνες, στις προσφυγιές, στις κατοχές και στις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας μας.

Δεν επιβιώσαμε μόνο χάρη στα όπλα.

•Επιβιώσαμε επειδή υπήρχαν οικογένειες.

Και σήμερα;

•Σήμερα η Ελλάδα γερνά.

•Τα χωριά αδειάζουν.

•Τα σχολεία κλείνουν.

•Οι γεννήσεις μειώνονται.

Χιλιάδες νέα ζευγάρια αναβάλλουν την απόφαση να αποκτήσουν παιδιά, όχι επειδή έπαψαν να αγαπούν την οικογένεια, αλλά επειδή η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή ανασφάλεια και η έλλειψη προοπτικής κάνουν αυτό το όνειρο ολοένα δυσκολότερο.Αυτή θα έπρεπε να είναι η μεγάλη εθνική συζήτηση.

•Πώς θα στηριχθεί η μητρότητα.

•Πώς θα ενισχυθεί η πατρότητα.

•Πώς θα μπορέσουν οι νέοι να δημιουργήσουν οικογένεια.Πώς θα αποκτήσει ξανά ελπίδα μια χώρα που συρρικνώνεται.

Αντί όμως να συζητούμε αυτά, πολλές φορές αναλωνόμαστε σε όρους, συνθήματα και επικοινωνιακές διατυπώσεις που δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα.

Ποιος θα κρατήσει όρθια την Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες;

Καμία κοινωνία δεν σώθηκε επειδή βρήκε πιο σύγχρονες λέξεις.Σώθηκε όταν διατήρησε ζωντανές τις αξίες που έδιναν συνοχή στους ανθρώπους της.Ο σεβασμός προς κάθε άνθρωπο είναι αυτονόητος.Η αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου είναι αδιαπραγμάτευτη.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για την αξία της οικογένειας ή να την αντιμετωπίζουμε ως κάτι ξεπερασμένο αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Σε μια εποχή μοναξιάς, ανασφάλειας και δημογραφικής κατάρρευσης, η οικογένεια είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Ως πατέρας τριών παιδιών, αρνούμαι να δεχθώ ότι η ελληνική οικογένεια αποτελεί παρελθόν.

Η ελληνική οικογένεια του μέλλοντος υπάρχει.

•Είναι κάθε νέο ζευγάρι που αγωνίζεται με αξιοπρέπεια.Είναι κάθε μητέρα που ξενυχτά δίπλα στο παιδί της.Είναι κάθε πατέρας που επιστρέφει κουρασμένος από τη δουλειά, αλλά βρίσκει τη δύναμη να αγκαλιάσει τα παιδιά του.

•Είναι κάθε παππούς και κάθε γιαγιά που μεταδίδουν μνήμη, πίστη και αγάπη.

•Είναι κάθε σπίτι όπου ανάβει ακόμη ένα καντήλι.

•Είναι κάθε οικογενειακό τραπέζι όπου οι άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια και όχι στις οθόνες.Είναι κάθε παιδικό γέλιο που θυμίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να ελπίζει.

Η ελληνική οικογένεια δεν είναι ένα απολίθωμα του παρελθόντος.Δεν είναι ένα μουσειακό έκθεμα.Είναι η κιβωτός της γλώσσας, της ιστορίας, της πίστης και της μνήμης μας.

Και όσο θα υπάρχουν γονείς που θα αγαπούν περισσότερο απ' όσο φοβούνται, που θα θυσιάζονται περισσότερο απ' όσο απαιτούν και που θα μεγαλώνουν τα παιδιά τους με ήθος, πίστη και ευθύνη, η ελληνική οικογένεια δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει.

•Γιατί τα κράτη οικοδομούνται με νόμους.

•Οι οικονομίες αναπτύσσονται με επενδύσεις.

•Οι κοινωνίες οργανώνονται με θεσμούς.

•Όμως τα έθνη επιβιώνουν μόνο όταν οι οικογένειές τους παραμένουν ζωντανές.

Γι' αυτό, όσο υπάρχουν σπίτια που γεμίζουν με παιδικές φωνές, όσο υπάρχουν γονείς που διδάσκουν με το παράδειγμά τους την αγάπη, τη θυσία και την ευθύνη, όσο υπάρχει η «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία» που κρατά αναμμένη τη φλόγα της πίστης και της παράδοσης, τόσο θα υπάρχει και η ελληνική οικογένεια.

Και όσο υπάρχει η ελληνική οικογένεια, θα υπάρχει και η Ελλάδα.

Στυλ. Καβάζης

Κόνιτσα, 1948. Ένα τραπέζι φτωχό σε αγαθά, αλλά πλούσιο σε ψυχή. Λίγες ελιές, ένα κρεμμύδι και μισό καρβέλι ψωμί ήταν αρκετά, γιατί γύρω του καθόταν η μεγαλύτερη περιουσία ενός ανθρώπου: η οικογένειά του. Εκεί όπου τα μάτια των γονιών έδιναν ασφάλεια, η πίστη έδινε δύναμη και η αγάπη έκανε την καθημερινότητα ευλογία. Γιατί κάποτε τα σπίτια δεν μετριούνταν από όσα είχαν, αλλά από όσα μπορούσαν να προσφέρουν.



 

Αγία Θεοδώρα Θεσσαλονίκης η Μυροβλύτισσα

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
       Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι αγίασαν ομού με μέλη των βιολογικών τους οικογενειών. Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη, η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη της Θεοπίστη. Οι δύο αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό μωσαϊκό της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων.
       Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Αίγινα το 812 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας της ήταν πρεσβύτερος. Δυστυχώς η μητέρα της πέθανε, λίγο μετά τον τοκετό της, γι’ αυτό αναγκάστηκε ο πατέρας της να τη δώσει για ανατροφή σε μια ευλαβή ανάδοχό του και εκείνος ασπάσθηκε, μετά τη χηρεία του, το μοναχικό βίο. Η Θεοδώρα ανατράφηκε με ευλάβεια, από την ευσεβή ανάδοχο κόρη, απέκτησε φόβο Θεού και στολίστηκε με σπάνιες αρετές. Επίσης ήταν στολισμένη και με σπάνιο σωματικό κάλλος.
     Όταν μεγάλωσε, η ευσεβής θετή μητέρα της την αρραβώνιασε με έναν νέο, περιζήτητο στο νησί. Όμως ένα τρομερό γεγονός της άλλαξε τη ζωή. Βάρβαροι Σαρακηνοί πειρατές εισέβαλλαν στην Αίγινα και λεηλάτησαν τους κατοίκους, σκοτώνοντας πολλούς. Μεταξύ αυτών και τον αδελφό. Έτσι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη, με τον μνηστήρα της, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.

      Μετά από καιρό, όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκαν και έφεραν στον κόσμο μια κόρη, τη Θεοπίστη και στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά τα οποία πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Ο χαμός των παιδιών τους τους γέμισε θλίψη, αλλά η ευσεβής Θεοδώρα δεν καταβλήθηκε. Έχοντας μεγάλη πίστη και ηρωικό φρόνημα, στήριζε το σύζυγό της. Μάλιστα του πρότεινε να αφιερώσουν την τότε εξάχρονη κόρη τους, την στο Θεό. Όντως την αφιέρωσαν στην Ιερά Μονή Αγίου Λουκά.
      Ύστερα από καιρό ένα άλλο δυσάρεστο πλήγμα δέχτηκε η Θεοδώρα. Ο σύζυγός της ασθένησε και πέθανε. Όντας 25 ετών, πήρε την απόφαση να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν ηγουμένη μια συγγένισσά της, ονόματι Άννα, ζητώντας την να την δεχτεί στη Μονή. Η ηγουμένη ήταν εγνωσμένης αγιότητας και είχε αναδειχθεί ομολογητής και είχε βασανισθεί, ως υπέρμαχος των Ιερών Εικόνων (βρισκόμαστε στην εποχή της εικονομαχίας). Όταν αντίκρισε τη νεαρή χήρα εξέφρασε τους δισταγμούς της, φοβούμενη πως κάποια στιγμή θα μετάνιωνε για την απόφασή της και θα εγκατέλειπε το μοναχικό βίο. Αλλά, μπροστά στις θερμές παρακλήσεις της Θεοδώρας ενέδωσε, τη δέχτηκε και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής, υποβάλλοντάς την σε διάφορες δοκιμασίες για να πεισθεί για την ακλόνητη απόφασή της.
      Η Θεοδώρα επέδειξε πρωτοφανή ζήλο και υπακοή. Εκτελούσε με προθυμία κάθε διακόνημα, όσο ταπεινό και κοπιαστικό ήταν. Καλλιεργούσε σχέσεις αγάπης με την υπόλοιπη αδελφότητα και καταγίνονταν στον προσωπικό πνευματικό της αγώνα. Νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε πνευματικά και ψυχωφελή βιβλία και συμμετείχε στα Ιερά Μυστήρια με ευλάβεια και ταπείνωση. Εξομολογούνταν ανελλιπώς για να αποκρούει τους πειρασμούς του διαβόλου, ο οποίος  πάσχισε, με δόλιους λογισμούς να την αποσπάσει από τον πνευματικό της αγώνα και να την απομακρύνει από τη Μονή, να την επαναφέρει ξανά στον κόσμο. Όμως εκείνη έμεινε εδραία στην απόφασή της. Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ταπεινοφροσύνης, θεωρώντας τον εαυτό της ως τον πλέον αμαρτωλό άνθρωπο του κόσμου. Συχνά εξέφραζε την γνώμη της ότι ήταν η πιο άχρηστη μοναχή στη Μονή. Στοχαζόταν τις τιμωρίες της κολάσεως και έκλαιε πικρά για τα δεινά που την περίμεναν!
      Μετά από χρόνια, όταν είχε κοιμηθεί η ηγουμένη της Μονής Αγίου Λουκά, η οποία είχε δεχθεί την κόρη της Θεοπίστη και εκείνη πήρε την απόφαση να πάει να
μονάσει μαζί με τη μητέρα της τη Θεοδώρα. Έτσι ζήτησε να τη δεχτούν στη Μονή Αγίου Στεφάνου. Η ηγουμένη τη δέχτηκε και μάλιστα την έβαλε να συγκατοικεί στο ίδιο κελί με την κατά σάρκα μητέρα της.     
       Μητέρα και κόρη, ως πνευματικές αδελφές πια, μοιραζόταν την προσευχή και την άσκηση και ζούσαν αγγελικό βίο. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα τους ανθρώπους που προκόβουν πνευματικά, θέλησε να τις προσβάλει, ξύπνησε μέσα στην ψυχή της Θεοδώρας το μητρικό ένστικτο, το οποίο επισκίασε την πνευματική τους σχέση. Αυτό το παρατήρησε η ηγουμένη και ανησύχησε. Μάλιστα κάποια μέρα βρήκε τη Θεοδώρα να φροντίζει τα ενδύματα της κόρης της, τη ρώτησε: «Θεοδώρα, τίνος είναι το κορίτσι αυτό;».  Την επέπληξε και της υπενθύμισε το λόγο του Κυρίου πως «ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον άξιος και ό φιλών υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,37). Για να τις προφυλάξει τις χώρισε και τους απαγόρευσε να έχουν καμιά συναναστροφή. Εκείνες υπάκουσαν και για δεκαπέντε χρόνια δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αν και συζούσαν στην ίδια Μονή, εργάζονταν και γευμάτιζαν μαζί.
      Αργότερα η Θεοδώρα ασθένησε βαριά και η ηγουμένη Άννα, κατόπιν παρακλήσεων των άλλων μοναζουσών, έδωσε την άδεια στην Θεοπίστη να συνομιλήσει μαζί της. Διαπίστωσαν πως πλέον είχε εκλείψει εντελώς η συγγενική σχέση τους και έβλεπε η μια την άλλη ως αδελφή εν Χριστώ, σαν τις άλλες μοναχές της αδελφότητας.
       Η Θεοδώρα είχε φθάσει ήδη στο πεντηκοστό έκτο έτος της ηλικίας της και είχε ωριμάσει πνευματικά σε μεγάλο σημείο. Επίσης και η ηγουμένη Άννα είχε  φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και έπασχε από γεροντική άνοια, μη μπορώντας πια να ασκήσει τη διακονία της ηγουμένης στη Μονή. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης όρισε ως ηγουμένη της Μονής την Θεοπίστη. Η κατά σάρκα μητέρα της αξιώθηκε να γίνει υποτακτικός της κόρης της. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και εκτελούσε με υπακοή και αγόγγυστα τις εντολές της. Μάλιστα η νέα ηγουμένη της ανέθεσε το δύσκολο διακόνημα, να γηροκομεί την άρρωστη πρώην ηγουμένη Άννα και να υπομένει με καρτερία και ηρεμία τις δυστροπίες της.
       Μετά από δεκαεννέα χρόνια και όντας η Θεοδώρα εβδομήντα πέντε χρονών, απαλλάχτηκε από όλα τα διακονήματά της. Αυτό όμως τη στεναχώρησε και γι’ αυτό εξακολουθούσε κρυφά να υπηρετεί τιε αδελφές. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 892, αφού κάλεσε όλη την αδελφότητα να την αποχαιρετίσει και να ζητήσει συγχώρεση. Η ψυχή της φτερούγισε στον ουρανό και το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της έλαμψε σαν τον ήλιο και το δωμάτιο πληρώθηκε από ουράνια ευωδία. Το λάδι από το κανδήλι του τάφου της μεταβλήθηκε σε μύρο και ξεχείλιζε, χαρίζοντας ιάματα σε πλήθος ασθενών, όσοι χρίονταν από αυτό. Γι’ αυτό και της δόθηκε η προσωνυμία «Μυροβλύτισσα». Η περιώνυμη Θεσσαλονίκη αξιώθηκε να έχει δύο αγίους μυροβλύτες, τον Δημήτριο και τη Θεοδώρα. Το 893 έκαναν την εκταφή βρήκαν το ιερό σκήνωμά της άφθορο να ευωδιάζει. Το εναπέθεσαν σε πολύτιμη λάρνακα και μετονόμασαν την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, σε Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας της Μυροβλύτισσας, η οποία έμελλε να καταστεί σημαντικό πνευματικό κέντρο. Σήμερα λειτουργεί ως ανδρική Μονή και στεγάζει το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. 
     Στα 1430, όταν οι αλλόθρησκοι Οθωμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη, άνοιξαν τη λάρνακα της αγίας και κομμάτιασαν το σκήνωμά της. Οι Χριστιανοί μπόρεσαν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια, προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών.
    Η μνήμη της τιμάται στις 5 Απριλίου και στις 3 Αυγούστου, ημέρα μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου της και στις 29 Αυγούστου η μνήμη της αγίας Θεοπίστης.  


 

Περίοδος νηστείας του Δεκαπενταυγούστου

  
  Η νηστεία είναι μία άσκηση για την κατάκτηση περισσοτέρων αρετών.
Μερικοί συνάνθρωποι μας, που θέλουν να παρουσιάζονται ως «προοδευτικοί», ισχυρίζονται ότι η νηστεία είναι «επινόηση» των παπάδων. Φυσικά, αυτοί έχουν παντελή άγνοια της βιβλικής και θεολογικής βάσεως της νηστείας.
Η νηστεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας έχει την πρωταρχική βάση της σ’ αυτήν την Αγία Γραφή. Είναι η πρώτη εντολή του Αγίου Θεού που έδωσε στους Πρωτοπλάστους, Αδάμ και Εύα, από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας τους μέσα στον επίγειο Παράδεισο, τον κήπο της Εδέμ :
«Απ’ όλα τα δένδρα που βρίσκονται μέσα στον Παραδείσου να φάτε. Αλλά, από το δένδρο που βρίσκεται στο κέντρο του Παραδείσου, απ’ αυτού να μη φάτε.»
Με αυτά τα λόγια ο Δημιουργός Θεός έδωσε την εντολή της νηστείας.
Στη συνέχεια, ο Προφήτης Μωυσής, προτού παραλάβει τις Δέκα Εντολές στο Θεοβάδιστο Όρος Σινά, νήστευσε αυτός και όλος ο λαός του Ισραήλ για 40 ολόκληρες ημέρες. Αλλά, και ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, προτού ξεκινήσει το έργο της σωτηρίας, μετά από την βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομος Ιωάννη, νήστεψε 40 ημέρες και νύχτες.
Επομένως, η νηστεία είναι θεόσδοτη εντολή και όχι επινόηση των ανθρώπων.
Έτσι, λοιπόν, οφείλομε και εμείς να νηστεύομε στις καθορισμένες περιόδους νηστείας, που έχουν καθοριστεί από την Εκκλησία μας.
Ο σκοπός της νηστείας είναι μία πνευματική και σωματική άσκηση. Σωματική μεν είναι, διότι στερούμε από τον εαυτόν μας υλικά αγαθά, δηλαδή νόστιμα φαγητά. Πνευματική δε άσκηση είναι, διότι καλούμαστε να ασκηθούμε περισσότερο στην προσευχή, την εγκράτεια παθών και την ελεημοσύνην.
Με την σωστή εφαρμογή της νηστείας, ο πιστός δέχεται πολλές δωρεές από τον Άγιο Θεό. Καταξιώνεται να γίνει μιμητής του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, δοχείο του Αγίου Πνεύματος.
Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο της νηστείας είναι το να συγχωρέσουμε όσους μας έβλαψαν, ζημείωσαν, συκοφάντησαν, αδίκησαν, πρόσβαλαν, κ.τ.λ. Διότι, διά της συγχωρήσεως γινόμαστε μιμητές του Φιλανθρώπου Θεού μας, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την μετάνοια και σωτηρία του.
Γι ‘ αυτό, όπως ο Χριστός μας θυσίασε την Ζωή Του για εμάς τους αμαρτωλούς, ας θυσιάσουμε και εμείς κάτι σ’ αυτήν την περίοδο της νηστείας προς χάριν δική του.
Επίσης, θα ήθελα να τονίσω ότι η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου αρχίζει από την 2η Αυγούστου και διαρκεί έως της 14ης του μηνός.
ΠΡΟΣΟΧΗ: την παραμονή της εορτής ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΥΟΜΕ ΚΡΕΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ!
Καλό Δεκαπεντανθήμερο. Καλό Στάδιο. Καλό πνευματικό αγώνα.
+Ο Μητροπολίτης Αντινόης Παντελεήμων (Λαμπαδάριος) Εφησυχάζων Μητροπολίτης Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής
Κάλυμνος, 1η Αυγούστου, 2026


Παρασκευή, Ιουλίου 31, 2026

 

Σεβ. Κυθήρων: Σήμερα «πυρπολοῦμε» τήν παραδοσιακή καί χριστιανική οἰκογένεια μέ ὅ,τι καί μέ ὅσα αὐτό συνεπάγεται

  

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΥΘΗΡΩΝ & ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ

Ἐν Κυθήροις τῇ 29ῃ Ἰουλίου 2026
Ἀριθ. Πρωτ.: 455

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026 (ὑπ’ ἀριθ. 258/2026)

Πρός
Τόν Ἱερόν Κλῆρον καί
τόν Χριστώνυμον Λαόν
τῆς καθ΄ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Κυθήρων καί Ἀντικυθήρων

«Πατρικήν ἐβδελύξω σύ Ἐλέσα ἀσέβειαν,
μητρικῇ στηριχθεῖσα εὐσεβείᾳ πανάμωμε…»
(Ἐκ τοῦ Ἀπολυτικίου τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Ἐλέσης)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί, Ἀδελφοί μου Χριστιανοί, Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά·
Καλόν μῆνα καί εὐλογημένον Δεκαπενταύγουστον!

Ἡ Πρόοδος – Λιτάνευσις τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ καί ἡ φαιδρά ἑορτή τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Ἐλέσης, Προστάτιδος καί Ἐφόρου τῆς νήσου τῶν Κυθήρων, καί τῆς ἁγίας οἰκογενείας τῆς Ἁγίας Σολομονῆς, μετά τῶν ἑπτά (7) Μακκαβαίων παίδων της καί τοῦ διδασκάλου των Ἐλεαζάρου, ἀνοίγουν τόν μῆνα τοῦ Αὐγούστου μέ τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές του καί τίς καθημερινές Ἱερές Παρακλήσεις τοῦ Δεκαπενταυγούστου εἰς τήν Παναγία μας.
Ἡ Ἁγία Ὁσιοπαρθενομάρτυς Ἐλέσα ἀνατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» ἀπό τήν εὐσεβέστατη μητέρα της, ἡ ὁποία πολύ ἐνωρίς κατ’ ἄνθρωπον μετέστη εἰς τά οὐράνια σκηνώματα. Τότε ἡ Ἁγία Ἐλέσα, νεαρή κόρη, ἀπαρνήθηκε τόν ἀσεβῆ εἰδωλολάτρη πατέρα της καί ἦλθε διά νά μονάσῃ εἰς τά ἀκατοίκητα τότε Κύθηρα (374 μ.Χ.). Καί μή πειθομένη στίς παρακλήσεις τοῦ πατέρα της νά γυρίσῃ εἰς τήν πατρίδα της, σφαγιάσθηκε ἀπό τό ἀνόσιο χέρι του καί ἔβαψε τόν ἱερό αὐτό βράχο (τοῦ βουνοῦ τῆς Ἁγίας Ἐλέσης) μέ τά παρθενικά της αἵματα.
Τήν ἴδια ἡμέρα ἑορτάζεται καί ἡ ἱερή μνήμη τῆς ἁγίας οἰκογένειας τῆς Ἁγίας Σολομονῆς μέ τά ἑπτά παιδιά της, τά ὁποῖα, κατά τήν πρό Χριστοῦ ἐποχήν, ἐμαρτύρησαν, τό ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου, διά νά τηρήσουν τόν Μωσαϊκό νόμο, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευε τήν κρεωφαγία χοιρινοῦ κρέατος. Μέ τήν εὐσεβῆ ἀνατροφή καί χειραγωγία τῆς ἁγίας μητέρας τους Σολομονῆς καί τήν καθοδήγησι τοῦ θεοσεβοῦς διδασκάλου τους Ἐλεαζάρου ὑπέμειναν μέ Πίστη καί καρτερία τό φρικτό μαρτύριό τους διά νά ἀπολαύσουν τά ἄφθαρτα ἀγαθά τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας, τοῦ Ἐπουρανίου Παραδείσου.
Δύο ἄξιες καί ἐνάρετες οἰκογένειες προβάλλονται κατά τήν σημερινή μας ἑορτή. Ἡ εὐσεβής χριστιανική οἰκογένεια τῆς Ἁγίας Ἐλέσης, μέ τόν ἀσεβῆ, ὅμως, καί εἰδωλολάτρη πατέρα καί σύζυγο, καί ἡ εὐλογημένη ἑβραϊκή οἰκογένεια τῆς Ἁγίας Σολομονῆς, μέ τόν σοφό διδάσκαλο καί χειραγωγό της Ἐλεάζαρο.
«Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται (διά νά εὐτυχήσῃς) καί ἵνα μακροχρόνιος ἔσῃ ἐπί τῆς γῆς», ὥριζε ὁ Μωσαϊκός νόμος.
Καί εἰς τήν περίοδον τῆς Χάριτος, τήν ὄντως Νέαν Ἐποχήν τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ Θεῖος Διδάσκαλος Ἰησοῦς Χριστός εὐλόγησε μέ τήν παρουσία Του καί τό πρῶτο θαῦμα, «τήν ἀρχήν τῶν σημείων», τόν γάμο εἰς τήν Κανᾶν τῆς Γαλιλαίας, τήν δημιουργία τῆς θεοδίδακτης οἰκογένειας.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν του προβάλλει, κατά τό πρότυπο τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ πρός τήν Νύμφην Του Ἐκκλησίαν, τήν θυσιαστική ἀγάπη τοῦ συζύγου πρός τήν σύζυγο καί τήν ὀφειλόμενη ὑπακοή καί τόν σεβασμό τῆς συζύγου πρός τόν ἄνδρα της. Μέ ἄλλα λόγια, τά ἀμοιβαῖα καθήκοντα τῶν χριστιανῶν συζύγων (πρβλ. Ἐφεσ. 5, 22-33).
Στήν ἴδια ἐπιστολή του ὁ θεῖος Παῦλος συμβουλεύει τά μέλη τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας ὡς ἑξῆς (παραθέτουμε τήν μετάφρασι): «Τά τέκνα νά ὑπακούετε εἰς τούς γονεῖς σας σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Διότι αὐτό εἶναι δίκαιο… Καί οἱ πατέρες μή ἐρεθίζετε καί μή κινῆτε εἰς θυμόν καί ὀργήν τά τέκνα σας, ἀλλά νά τά ἀνατρέφετε καί παιδαγωγεῖτε «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», δηλ. μέ παιδαγωγία καί νουθεσία σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου» (Ἐφεσ. 6, 1-4).
Τίς ἴδιες περίπου παραινέσεις γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος καί εἰς τήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν του (ἀντιγράφουμε ἀπό τήν μετάφραση): «Οἱ γυναῖκες νά ὑπακούετε εἰς τούς ἄνδρες σας, καθώς ἁρμόζει σέ ἀνθρώπους, πού συνδέονται στενά μέ τόν Κύριον. Οἱ ἄνδρες νά ἀγαπᾶτε τίς γυναίκες σας καί νά μή πικραίνεσθε μέ αὐτές. Τά τέκνα νά ὑπακούετε εἰς τούς γονεῖς σας σέ ὅλα, διότι αὐτό εἶναι ἀρεστό εἰς τόν Κύριο. Οἱ πατέρες μή ἐρεθίζετε τά παιδιά σας, διά νά μή χάνουν τό θάρρος των καί ἀπελπίζωνται» (Κολ. 3, 18-21).

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Εἴδαμε μέχρι τώρα τήν χριστιανική ἀνατροφή τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Ἐλέσης ἀπό τήν εὐσεβέστατη μητέρα της καί τήν θεοσεβῆ ἀγωγή καί παιδαγωγία, πού ἔλαβαν οἱ Μακκαβαῖοι παῖδες ἀπό τήν ἁγία μητέρα τους καί τόν σοφό κατά Θεόν καί ἐνάρετο διδάσκαλό τους Ἐλεάζαρο.
Εἴπαμε καί διά τήν πνευματική καί ὑλική εὐλογία, τήν ὁποῖα ἐχάρισε μέ τήν παρουσία Του εἰς τόν γάμο τῆς Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καί Θεός μας. Παραθέσαμε καί τά σχετικά ἀποσπάσματα τῶν ἐπιστολῶν πρός Ἐφεσίους καί Κολοσσαεῖς τοῦ Ἀπ. Παύλου, τά ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τά ἀμοιβαῖα καθήκοντα τῶν Χριστιανῶν συζύγων καί τῶν μελῶν τῆς Χριστιανικῆς οἰκογένειας (τοῦ ἄνδρα, τῆς γυναίκας καί τῶν παιδιῶν) μεταξύ των.
Μέ ὅλα τά παραπάνω προβάλλεται ἡ παραδοσιακή, ἡ θεάρεστη καί χριστιανική οἰκογένεια. Καί οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι ἐπίκαιροι, ὠφέλιμοι καί ἀξιοπρόσεκτοι περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Σήμερα βάλλεται καί ὑπονομεύεται ἔμμεσα καί ἔντεχνα ἡ παραδοσιακή καί εὐλογημένη χριστιανική οἰκογένεια. Ἡ θεοστήρικτη οἰκογένεια, πού βασίζεται εἰς τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καί ἰδιαίτερα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Εἰς τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας (εἰς τό Ἐκκλησιαστικό καί Κανονικό Δίκαιο). Εἰς τό Ρωμαϊκό δίκαιο καί τό Συνταγματικό δίκαιο (εἰς τό Σύνταγμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους). Εἰς τήν μακραίωνα Ἐκκλησιαστικήν Παράδοσιν καί εἰς τήν ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων παράδοσιν καί Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ μας Γένους.
Καί ὅμως, ὁ φοβερός «λίβας» τῆς χρεωκοπημένης πνευματικά Δύσεως, τῆς «νέας ἐποχῆς» καί τῆς «νέας τάξης πραγμάτων» ἔφερε τά ἄνω κάτω εἰς τήν Ἑλληνορθόδοξη Πατρίδα μας. Δυστυχῶς νομοθετήθηκε καί ἐπισημοποιήθηκε «νέος τύπος οἰκογένειας» (δύο ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου μέ δικαίωμα τεκνοθεσίας). Καί αὐτός ὁ νεωτερισμός περνάει καί εἰς τήν σχολική ἐκπαίδευσι, μέ ἀρχή εἰς τά βιβλία τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, πού θά κυκλοφορήσουν ἀπό τόν Σεπτέμβριο τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Θά διδάσκωνται τά παιδιά μας ὄχι ἕνα, ὅπως συνέβαινε μέχρι τώρα, ἀλλά καί ἄλλους δύο «τύπους οἰκογένειας» (ἄνδρα μέ ἄνδρα καί γυναίκας μέ γυναίκα), διά νά ἐπιλέξουν μελλοντικά τόν «τύπο οἰκογένειας», πού τούς ταιριάζει. Φοβερή κατάπτωσις! Καί τό χειρότερο: προβάλλεται σκίτσο μέ περίπτυξι καί φίλημα ἀνθρώπου σέ ζῶο! Ποῦ ὁδηγοῦνται τά παιδιά μας, στή ζωολατρεία ἀντί στή θεολατρεία;

Ἀδελφοί μου,
Μέ μεγάλη λύπη κάμνω τήν ἀναφορά μου αὐτή στίς σοβαρές αὐτές πνευματικές καί ἠθικές ἐκτροπές, ὅταν μάλιστα αὐτές στοχεύουν στίς ἁγνές παιδικές καί νεανικές καρδιές.
Ἔχουμε τήν φοβερή κατάστασι καί ἀπειλή γενικεύσεως καί ἐξαπλώσεως τοῦ πολέμου στόν βορρᾶ καί τόν νότο, μέ τίς καταστροφικές συνέπειές του, καί, ἀντί νά συνετισθοῦμε καί νά ζητήσωμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, «πυρπολοῦμε» τήν παραδοσιακή καί χριστιανική οἰκογένεια μέ ὅ,τι καί μέ ὅσα αὐτό συνεπάγεται.
Δι’ αὐτούς τούς λόγους ἡ κάθε χριστιανική οἰκογένεια εἶναι ἀνάγκη νά λειτουργῇ ὡς «κατ’ οἶκον ἐκκλησία» καί ὡς ἕνα σύγχρονο «κρυφό σχολειό». Ὁ πατέρας, ἡ μητέρα καί τά παιδιά νά τρώγουν εἰ δυνατόν, στό ἴδιο τραπέζι. Νά προσεύχωνται μαζί. Νά ἐκκλησιάζωνται. Νά κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Νά συζητοῦν μέ τά παιδιά αὐτά, πού λέγονται καί διδάσκονται στά Σχολεῖα καί νά
διορθώνωνται τά ὅσα καινοφανῆ καί ἀλλόκοτα σερβίρονται. Παλαιότερα οἱ χριστιανικές οἰκογένειες μελετοῦσαν ὅλοι μαζί τό Ἱερό Εὐαγγέλιο καί βίους Ἁγίων! Πόσον ἀπαραίτητος εἶναι σήμερα αὐτός ὁ πνευματικός συναγερμός! Οἱ καιροί εἶναι δύσκολοι καί «οὐ μενετοί», πολύ εὐμετάβολοι. «Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας· ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός» (Ρωμ. 13, 12).
Εὐχόμενος ἀπό καρδίας νά εἶναι εὐλογημένη, εἰρηνική κατά Θεόν καί πολύκαρπη πνευματικά ἡ ἀρχόμενη σήμερα ἱερή περίοδος τοῦ Δεκαπενταυγούστου, μέ τήν δύναμι τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τοῦ ὁποίου τήν πρόοδο καί ἱερή λιτάνευσι ἑορτάζουμε, μέ τήν Χάρι καί τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί μέ τίς εὐχές καί δεήσεις τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Ἐλέσης καί τῶν ἁγίων Μακκαβαίων, καί ὁ Πανάγιος Θεός νά εὐλογῇ καί νά περισκέπῃ τίς οἰκογένειες, τήν Ἑλληνορθόδοξη Πατρίδα μας καί ὅλο τόν κόσμο, διατελῶ,

Μέ πατρικές εὐχές καί εὐλογίες

Ὁ Μητροπολίτης
†ὁ Κυθήρων & Ἀντικυθήρων Σεραφείμ