Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 23, 2026

 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο Εξ Αγαρηνών, ο Βραχωρίτης!

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ, Ο ΒΡΑΧΩΡΙΤΗΣ
      Ανάμεσα στη χορεία των Νεομαρτύρων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι χαρακτηρίζονται: «εξ Αγαρηνών». Πρόκειται για πολλούς τούρκους μουσουλμάνους, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, ασπάσθηκαν  τον Χριστιανισμό και αξιώθηκαν του μαρτυρίου.
     Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος νεομάρτυρας Ιωάννης ο εξ Αγαρηνών, ο Βραχωρίτης, τούρκος στην καταγωγή, γιός του φημισμένου Σεΐχη της Κόνιτσας και δερβίσης, δηλαδή θρησκευτικός αρχηγός και δάσκαλος της περιοχής. Γεννήθηκε περί το 1790 στην Κόνιτσα και ονομαζόταν Χασάν. Ο πλούσιος και ευγενής πατέρας του φρόντισε να του εμπεδώσει τις αρχές του Ισλάμ και να σπουδάσει κοντά σε ξακουσμένους ιεροδιδασκάλους του Ισλάμ. Κατόπιν τον έστειλε στα Γιάννενα, όπου σε ηλικία είκοσι ετών έγινε και αυτός δερβίσης. Ο Αλή Πασάς εκτίμησε τα χαρίσματά του και τις ικανότητές του και τον έστειλε στον διοικητή της Αιτωλοακαρνανίας Γιουσούφ Αράπη, να υπηρετήσει στην αυλή του, στο Βραχώρι (σημερινό Αγρίνιο), ως δερβίσης. Εκείνος τον δέχτηκε με χαρά, διότι ήταν και φίλος του πατέρα του, αναθέτοντάς του την θρησκευτική επιστασία της περιοχής, διδάσκοντας το Κοράνιο και στηρίζοντας στους μουσουλμάνους.
       Αλλά ο νεαρός δερβίσης Χασάν ήταν άνθρωπος καλής θελήσεως. Διέθετε αγαθή ψυχή και έδειχνε συμπόνια για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως καταγωγής και θρησκείας. Μάτωνε η ψυχή του βλέποντας τα δεινά των υποδούλων Χριστιανών, ενοχλούμενος για τις θηριωδίες των ομοφύλων του. Δε μπορούσε να δικαιολογήσει τη διδασκαλία του Κορανίου για τους αλλοθρήσκους, οι οποίοι ήταν άξιοι τιμωριών και εξοντώσεως. 
    Μια απρόσμενη όμως συνάντηση και ένας σύντομος διάλογος με έναν σεβάσμιο ορθόδοξο ιερέα, έξω από τον ναό του Αγίου Δημητρίου Αγρινίου, άλλαξε τη ζωή του. Για πρώτη φορά άκουσε για την αγάπη του Θεού, της οποίας είναι αποδέκτες όλοι οι άνθρωποι, χωρίς διακρίσεις. Διαπίστωσε με έκπληξη ότι ο ραγιάς ιερέας δεν τον μισούσε!
      Μετά από αυτό, κάτι άλλαξε μέσα του. Κάποια ανεξήγητη δύναμη οδηγούσε συχνά τα βήματά του στον περίβολο του ναού. Ήταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, όταν αποφάσισε κάποιο βράδυ να μπει στο φτωχικό το ιερέα για να μάθει, ό, τι του απέκρυψαν οι δάσκαλοί του, για τη χριστιανική πίστη. Ακολούθως, τα βράδια της Μ. Εβδομάδος παρακολουθούσε κρυφά από κάποιο παράθυρο τις Ιερές Ακολουθίες. Η θέα του Εσταυρωμένου, το βράδυ της Μ. Πέμπτης, τον συντάραξε, παίρνοντας τη μεγάλη απόφαση να αρνηθεί το Ισλάμ και να ασπασθεί τον Χριστιανισμό.
        Ζήτησε από τον ιερέα να τον βαπτίσει, αλλά εκείνος, φοβούμενος γενική σφαγή των κατοίκων, τον συμβούλεψε να πάει αλλού να βαπτισθεί. Κατέφυγε λοιπόν στην βενετοκρατούμενη Ιθάκη, όπου κατηχήθηκε, βαπτίστηκε και έλαβε το όνομα Ιωάννης. Δεν γύρισε πλέον στο Αγρίνιο, αλλά εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Ξηρομέρου, στο χωριό Φυτείες, όπου νυμφεύτηκε μια ευσεβή νέα και προσλήφτηκε, από τον κτηματία Πάνο Γαλάνη, ως αγροφύλακας. Τον περισσότερο χρόνο τον περνούσε στην ύπαιθρο κρυμμένος, για να μην προδοθεί στους τούρκους, δοξολογώντας ασίγαστα το Χριστό, που τον αξίωσε να αναγεννηθεί και να γίνει πιστός του. Μια απόμακρη σπηλιά την είχε μεταβάλλει σε ναό, όπου προσεύχονταν με αστείρευτα δάκρυα ευγνωμοσύνης προς το Θεό. Στο χωριό έμπαινε για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων.
        Αλλά όμως τόσο οι δικοί του, όσο και οι τουρκικές αρχές του Βραχωρίου τον αναζητούσαν. Απεσταλμένοι του πατέρα του τον εντόπισαν. Προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, χωρίς αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα κάποιος τούρκος νερολόγος τον
αναγνώρισε και τον κατάγγειλε στον νέο διοικητή του Βραχωρίου Σουλεϊμάν Μπέη, ως αποστάτη του Ισλάμ. Αστυνομικό απόσπασμα τον συνέλαβε και τον οδήγησε στον Μουσελίμη του Βραχωρίου Ελμάς για απολογία, ο οποίος προσπάθησε με κολακείες να τον πείσει να ασπασθεί ξανά το Ισλάμ. Αλλά ο Ιωάννης με γαλήνια διάθεση, του απάντησε πως άδικα κουράζεται, διότι βρήκε την αλήθεια, που χρόνια έψαχνε και η οποία θα του χαρίσει την αιώνια ζωή. Αυτό που του ζητούσε ήταν ενάντια στην ευτυχία που βίωνε ως πιστός του Χριστού, του αληθινού και ζωντανού Θεού. Ήξερε βεβαίως πως τον περίμενε η θανατική καταδίκη, διότι αυτό προστάζει το Κοράνιο σε περίπτωση αλλαξοπιστίας μουσουλμάνου. 
      Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο φανατικός Μουσελίμης έγινε θηρίο από το θυμό του, θεωρώντας τα μεγάλη προσβολή. Διέταξε να τον κλείσουν στο μπουντρούμι, αφού τον βασανίσουν χωρίς λύπηση, ελπίζοντας ότι έτσι θα μεταπείθονταν. Τον άρπαξαν οι στρατιώτες, φορώντας του βαριά αλυσίδα στο λαιμό και δένοντάς του τα πόδια σε βαρύ ξύλο. Τον ραβδίζανε ανελέητα, τον κλωτσούσαν και τον περιγελούσαν. Ο Ιωάννης υπόμεινε με υπεράνθρωπη καρτερία το μαρτύριο για μέρες, δεν φώναζε, δεν διαμαρτύρονταν, παρά μόνο προσευχόταν: «Θεέ μου βοήθησε με»!
      Ο θηριώδης Μουσελίμης αφού είδε ότι δεν έφερναν αποτέλεσμα τα βασανιστήρια, αποφάσισε να τον θανατώσει, διότι δεν ήθελε μια νέα προσβολή από τον Μάρτυρα. Διέταξε να τον μεταφέρουν στον περίβολο του ναού του Αγίου Δημητρίου. Εκεί κάτω από τον θεόρατο πλάτανο, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα, τον αποκεφάλισαν, αρνούμενοι να του επιτρέψουν να κάμει το σημείο του σταυρού. Ήταν 23 Σεπτεμβρίου του 1814. Απαγόρευσαν δε να ταφεί το λείψανό του, ρίχνοντάς το σε παρακείμενο βούρκο για να το φάνε τα σκυλιά. Κάποιοι όμως τολμηροί Χριστιανοί ζήτησαν και πήραν την άδεια ταφής του σε κοντινό χωράφι, με την προϋπόθεση να μην τελεσθεί χριστιανική κηδεία.
       Λίγο καιρό μετά μετέφεραν τα τίμια λείψανά του, με κίνδυνο, στην ιστορική Ιερά Μονή Προυσού, όπου τα εντοίχισαν στο ναό. Βρέθηκαν το 1974 να ευωδιάζουν, επιτελώντας πολλά θαύματα.  
       Τόσο το Αγρίνιο, όσο και η γενέτειρά του η Κόνιτσα, τιμούν αρκούντως τον άγιο Ιωάννη. Μάλιστα εφέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από το μαρτυρικό του θάνατο. Η ιερή μνήμη του τιμάται στις 23 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.             


 

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (13ον- Τελευταίον)

 

ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, (13ον - Τελευταίον).

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

Εν Θεσσαλονίκη τη 23η Σεπτεμβρίου 2026

Μέρος δέκατον τρίτον- Τελευταίον

    Μετά τα όσα ελέχθησαν στο προηγούμενο μέρος για τη στάση που τήρησαν οι παπικοί απέναντι στην ψευδοσύνοδο, θα κλείσουμε τη σειρά των δημοσιεύσεών μας με ένα άλλο, εξ’ ίσου σοβαρό θέμα, που αναφέρεται στον κοινό βηματισμό της ψευδοσυνόδου με την Β΄ Βατικανή «Σύνοδο», το οποίο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με το προηγούμενο θέμα.

    Τον κοινό βηματισμό μεταξύ της ψευδοσυνόδου και της Β΄ Βατικανής ανέπτυξε σε μια υπέροχη ομιλία του με τίτλο: «Από την Β΄ Βατικανή (1965) στην πανορθόδοξη Σύνοδο, (Κρήτη 2016)»[1]  ο πρωτοπρ. π. Πέτρος Χιρς, Διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. και βαθύς γνώστης των αποφάσεων της Β΄ Βατικανής, (1962-65). Ο π. Πέτρος με βάση τη σχετική έρευνά του απέδειξε ότι  μεταξύ της ψευδοσυνόδου και της Β΄ Βατικανής υφίσταται μια βαθειά εσωτερική σχέση. Πιο συγκεκριμένα απέδειξε με αδιάσειστα στοιχεία, ότι μεταξύ των δύο αυτών συνόδων υφίσταται μια καταπληκτική ομοιότης και ως προς την οργάνωση και ως προς την θεματολογία και ως προς τις αποφάσεις, έτσι ώστε αβίαστα να βγαίνει το συμπέρασμα, ότι η  ψευδοσύνοδος σχεδόν αντιγράφει την Β΄ Βατικανή. Από την παραπάνω μελέτη του π. Πέτρου θα αντλήσουμε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνουν αυτή την τραγική πραγματικότητα.

    Ένα πρώτο αποδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος συγκλήθηκε, όπως και η Β΄ Βατικανή, όχι για να αντιμετωπίσει δογματικά ζητήματα, ή να καταδικάσει σύγχρονες αιρέσεις της εποχής μας, όπως συνέβη με όλες τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, αλλά για να επιφέρει «εκσυγχρονισμό  και  αναδιοργάνωση της Εκκλησίας». Όπως είναι γνωστό οι άγιοι Πατέρες σε κάθε εποχή και σε κάθε τοπική, ή Οικουμενική Σύνοδο, είχαν ως βασικό τους μέλημα την αφύπνιση της εκκλησιαστικής συνείδησης. Φρόντιζαν να εφιστούν την προσοχή του πληρώματος της Εκκλησίας στη νόθευση και αλλοίωση της ευαγγελικής αποκαλύψεως από τους «βαρείς λύκους», (Πραξ.20,29), τους «λαλούντας διεστραμμένα», (Πραξ.20,30), τους «ψευδοδιδασκάλους», (Β΄Πετρ.2,1), τις «αιρέσεις απωλείας», (Β΄ Πετρ.2,1). Αντίθετα μ’ αυτήν την πάγια αποστολική, Πατερική και συνοδική πρακτική της Εκκλησίας τόσο η Β΄ Βατικανή όσο και η ψευδοσύνοδος δεν επεσήμαναν καμία πλάνη, καμία αίρεση,  καμία διαστροφή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής! Ήδη έχει επισημανθεί από πολλους ότι η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της ψευδοσυνόδου. Απεναντίας μάλιστα, στο κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» οι αιρετικές παρεκκλίσεις από τη διδασκαλία των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων χαρακτηρίζονται απλώς «παραδεδομένες θεολογικές διαφορές, ή  τυχόν νέες διαφοροποιήσεις» (παρ.11), τις οποίες καλούνται η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ετεροδοξία να  «υπερβούν» (παρ.11) Είναι, λοιπόν, εμφανέστατος ο επηρεασμός από την Β΄ Βατικανή και πιο συγκεκριμένα από το περί Οικουμενισμού διάταγμά της![2]

    Μιμουμένη, λοιπόν, η ψευδοσύνοδος σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την Β΄ Βατικανή ως προς το αντικείμενό της, εμφανίζει να έχει ως λόγον ύπαρξης αυτής, την ανανέωση και ανακαίνιση της εσωτερικής ζωής και οργάνωσης της Εκκλησίας. Την αλήθεια αυτή διακήρυξε ξεκάθαρα ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος  σε παλαιότερο δημοσίευμά του στο Ρωμαιοκαθολικό περιοδικό The National Catholic Reporter έγραψε τα εξής αποκαλυπτικά των προθέσεών του για την ψευδοσύνοδο: «Οι δικοί μας στόχοι είναι ίδιοι με αυτούς του πάπα Ιωάννη 23ου, να εκσυγχρονίσουμε την Εκκλησία και να προωθήσουμε την ενότητα των Χριστιανών. Επίσης η Σύνοδος θα σημάνει το άνοιγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις μη Χριστιανικές θρησκείες και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτό σημαίνει μία νέα στάση έναντι του Ισλάμ, του Βουδισμού, του σύγχρονου πολιτισμού και όσον αφορά τις επιδιώξεις για αδελφότητα χωρίς ρατσιστικές διακρίσεις…Με άλλα λόγια θα σημάνει το τέλος δώδεκα αίώνων απομόνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας…».[3]

    Σε αντίθεση με αυτήν την προσέγγιση του κ. Βαρθολομαίου ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εξηγεί:  «Τυγχάνει αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι Άγιες και Θεοσύλλεκτες Σύνοδοι των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων είχαν πάντοτε ενώπιόν τους ένα συγκεκριμένο πρόβλημα το πολύ δε δύο, ή τρία προβλήματα, που ετίθεντο ενώπιον της Εκκλησίας εκ μέρους των μεγάλων αιρέσεων και σχισμάτων και γενικώς εκείνων οι οποίοι διέστρεφαν την ορθή πίστη, έσχιζαν και διασπούσαν την ενότητα της Εκκλησίας και έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο τη σωτηρία των πιστών, τη σωτηρία του ευσεβούς και περιούσιου λαού του Θεού και ολοκλήρου της κτίσεως. Διά τούτο οι Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, είχαν πάντοτε χριστολογικό, σωτηριολογικό, εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό σημαίνει, ότι το κεντρικόν τους θέμα και το κύριον ευαγγέλιόν τους ήταν πάντοτε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας, η εν Αυτώ θέωσίς μας».[4]

    Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι η ψευδοσύνοδος, σε ευθεία αντίθεση με την Συνοδική μας Παράδοση, βρίσκεται σε κοινό βηματισμό με την Β΄ Βατικανή όχι μόνο σε μία συνοδική νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, αλλά και σε μια σχεδόν πλήρη εναρμόνιση με την νέα οικουμενιστική εκκλησιολογία της. Όπως είναι γνωστό η Β΄ Βατικανή με το περί οικουμενισμού διάταγμά της έβαλε τα θεμέλια του παπικού Οικουμενισμού, νομοθέτησε δε μια νέα Εκκλησιολογία και μια νέα αντίληψη σχετικά με την εκκλησιολογική θέση των ετεροδόξων, αλλά και με την  φύση της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» καθ’ εαυτήν. Πιο συγκεκριμένα «η εικόνα της Εκκλησίας που αναδύεται από τα κείμενα της Β΄ Βατικανής είναι μία ιδιάζουσα Εκκλησία δύο βαθμίδων με δύο είδη βαπτίσματος, ή δύο αποτελέσματα εκ του ενός βαπτίσματος. Σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή οι κατέχοντες μόνο το βάπτισμα, χωρίς την πραγματικότητα της Ευχαριστίας, δηλαδή οι περισσότεροι Προτεστάντες, ενσωματώνονται αληθινά στο Σώμα του Χριστού με το βάπτισμα, χωρίς όμως να μετέχουν στο Αίμα του Χριστού, στην Ευχαριστία. Όσοι θεωρούνται πως κατέχουν μια έγκυρη Ευχαριστία, επειδή έχουν Αποστολική Διαδοχή, δηλαδή οι Ορθόδοξοι, αυτοί παρ’ ότι συμμετέχουν αληθινά στο Σώμα και Αίμα του Χριστού, εν τούτοις παραμένουν ‘τραυματισμένοι’, στερούμενοι όχι το πλήρωμα του Χριστού, αλλά το πλήρωμα της κοινωνίας με τον εκπρόσωπο Αυτού, τον Ανώτατο Ποντίφικα».[5] Η παραπάνω δογματική διδασκαλία, μπορούμε να πούμε ότι εναρμονίζεται πλήρως με την απόδοση εκκλησιολογικής υποστάσεως στους ετεροδόξους αιρετικούς από την ψευδοσύνοδο. Όπως είναι γνωστό στο δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» η ψευδοσύνοδος αντί να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών και αντί να τους καλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία, αναγνώρισε την ιστορική ονομασία τους ως «Εκκλησιών»,  νομιμοποιώντας συνοδικά, και αποδίδοντας σ’ αυτούς εκκλησιαστικότητα και διαγράφοντας έτσι μια Συνοδική Παράδοση δέκα αιώνων.

    Ένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο κοινού βηματισμού είναι ο κυρίαρχος και καθοριστικός ρόλος των ακαδημαϊκών θεολόγων τόσο στην ψευδοσύνοδο όσο και στην Β΄ Βατικανή. Όπως προκύπτει τόσο από τα πρακτικά της Β΄ Βατικανής, όσο και από την προπαρασκευαστική διαδικασία της συγκροτήσεώς της, οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι ήταν οι σχεδιαστές των μεγάλων μεταρρυθμίσεων που εγκαινιάστηκαν σ’ αυτήν. Η συμβολή τους χαρακτηρίστηκε «αξιοσημείωτη». Τόσον ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ όσο και οι επίσκοποι της Β΄ Βατικανής είχαν επίγνωση της σπουδαιότητας των θεολόγων της. Η «Σύνοδος» αναγνώρισε επισήμως τις επί δεκαετίες εργώδεις προσπάθειες των για την αναμόρφωση της θεολογίας, ιδιαιτέρως δε της εκκλησιολογίας της.

    Αλλά και στην ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου καθιερώθηκε παρόμοια τακτική. Τόσο κατα το στάδιο προπαρασκευής της, όσο και κατά την διεξαγωγή των εργασιών της κυρίαρχο ρόλο είχαν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, χωρίς να παραθεωρούνται και ελάχιστες επαινετές εξαιρέσεις.  Οι Επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, οι μοναχοί, ακόμα και οι Ιεραρχίες των τοπικών Εκκλησιών, κρατήθηκαν ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό εκτός της προπαρασκευαστικής διαδικασίας. Μόνο μία μικρή ομάδα ακαδημαϊκών θεολόγων και συγκεκριμένων επισκόπων καθοδήγησαν και διαμόρφωσαν τα υποβληθέντα προς επικύρωση κείμενα στην ψευδοσύνοδο. Είναι επίσης γνωστός ο κυριάρχος ρόλος του μακαριστού επισκόπου Περγάμου και καθηγητού κυρού Ιωάννη Ζηζιούλα κατά την διάρκεια των εργασιών της ψευδοσυνόδου. Αυτό σημαίνει ότι η λογικοκρατούμενη σκέψη και η ακαδημαϊκή θεολογία έρχονται ουσιαστικά να αντικαταστήσουν την εμπειρία της θεώσεως. Παύει δηλαδή να προέχει η αναζήτηση αγίων και θεοφόρων ανδρών, με θείο φωτισμό, με αληθινά Ορθόδοξο, ομολογητικό, μαρτυρικό φρόνημα, ενώ επιλέγονται  πρόσωπα με πανεπιστημιακές επιδόσεις και περγαμηνές, που εμπνέονται και εκφράζουν το οικουμενιστικό πνεύμα του θρησκευτικού συγκρητισμού της Νέας Εποχής. Για την Ορθόδοξη Θεολογία, για την οποία αληθής θεολόγος είναι αυτός που προσεύχεται αληθινά, το να καθοδηγούν οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι την προπαρασκευή και τις εργασίες της ψευδοσυνόδου είναι ξένο προς την Ορθόδοξη συνοδική μας παράδοση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλες τις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές συνόδους η Ορθόδοξη πίστη ανακηρύχθηκε και ειπώθηκε από ασκητικούς επισκόπους και όχι από φιλοσοφίζοντες σχολαστικούς ακαδημαϊκούς, που δεν είχαν σχέση με τη νηπτική θεολογία και πράξη.

    Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την ψευδοσύνοδο, είμαστε πλέον σε θέση να αξιολογήσουμε καλύτερα και να βγάλουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα γύρω από την οικουμενιστική ταυτότητα της ψευδοσυνόδου. Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα, ότι ένας από τους κύριους στόχους της ψευδοσυνόδου ήταν να προωθήσει την «ενότητα των χριστιανών» κατά τα πρότυπα της οικουμενιστικής πορείας την οποία χάραξε και εφάρμοσε η Β΄ Βατικανη «Σύνοδος».

    Το γεγονός ότι αυτός ο στόχος δεν επετεύχθη μέχρι σήμερα, οφείλεται κατά την ταπεινή μου γνώμη, στη σθεναρή αντίσταση του πιστού λαού του Θεού και προ πάντων στην ευλογημένη αποτείχιση. Σε όλους δηλαδή εκείνους που με παλληκαριά και ομολογιακό φρόνημα ύψωσαν «τείχος», (εξ ού και αποτείχιση), ορθοδόξου αντιστάσεως απέναντι στα σκοτεινά σχέδια των οικουμενιστών, γενόμενοι μιμητές των αγίων Πατέρων. Είναι ενθαρυντικό το γεγονός ότι το «τείχος» αυτό ημέρα με την ημέρα αυξάνει και γιγαντώνεται όλο και περισσότερο, καθώς πληροφορούμεθα ότι όλο και περισσότεροι εν Χριστώ αδελφοί προστίθενται στην ευλογημένη αποτείχιση και καθίστανται «θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου». Περιμέναμε αυτό το «τείχος» να το υψώσει πρώτη η Διοικούσα Εκκλησία, ακυρώνοντας συνοδικά τις κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου και μιμούμενη το παράδειγμα των τεσσάρων Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος σ’ αυτήν. Δυστυχώς όμως διαψευσθήκαμε.  Δυστυχώς!



[1] Βλ. περιοδ. «Θεοδρομία», «Ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε Σύνοδος», έτος ΙΗ΄ τεύχη 3-4, Δεκέμβριος 2016, σελ. 577-596.

[2] Unitatis Redintergratιo παρ. 3,4 και Π. Χιρς, «Η εκκλησιολογική αναθεώρηση της Β΄ Βατικανής  Συνόδου»,  εκδ. Uncut Mountain Press, 2014 σ.287-292

[3] Council Coming  for  Orthodox” interview  by  Desnond O΄Grady, The National Catholic Reporter, in the January 21,1977

[4] Βλ.  Ορθόδοξος Τύπος , 304/10.2.1978, σ.3

[5]  Ο.π. … σελ. 305.

Δείτε σχετικά και:

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (12ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (11ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (10ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (9ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (8ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (7ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (6ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (5ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (4ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (3ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (2ον)

-Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). (1ον)