Τρίτη, Ιουνίου 02, 2026

 

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

Ἡ εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας ἀπό ἐμπειρικῆς ἀπόψεως

Παν. Δ. Παπαδημητρίου, PhD
αʹ ἔκδοσις, 28/5/2026

(γιά καλύτερη ἐμπειρία ἀνάγνωσης, γιά τίς παραπομπές, τίς ἀναφορές, κτλ., δεῖτε παρακάτω τό PDF)

«κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ», Ματθ. ϛʹ 5-6
«μυστικῆς ἐπιτελουμένης Εὐχῆς» (Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, 4ος αἰ.)
«μίαν μὲν τὴν πρώτην [Εὐχὴν] διὰ σιωπῆς», ΙΘʹ (19ος) Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας

Χαρακτηριστικὸ τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἡ τήρηση τῆς Παραδόσεως. Ἡ τήρηση τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως εἶναι Ἀποστολικὴ ἐντολή. Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς Παραδόσεις (Βʹ Θεσ. βʹ 15). Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ Τάξιν γινέσθω (Αʹ Κορ. ἰδʹ 40). Στὴν διακονία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν κάνει ὁ καθένας του κεφαλιοῦ του, ἀλλιῶς κοινῶς προτεσταντίζει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», ὄχι ἑπομένη ταῖς προσωπικαῖς γνώμαις ἑκάστου. Γιατί πρέπει νὰ τηρεῖται ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁδὸς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς τῆς θείας λατρείας, τῆς προσευχῆς, τῆς μετανοίας, τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως.

Ὅπως εἴδαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο μας, ἡ Παράδοση στὴν Λειτουργία ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ (εἰς ἐπήκοον) τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχές πρὸς τὸν Ἱερέα καὶ τοὺς πιστούς, καὶ αὐτοὶ ἀνταποκρινόμενοι προσεύχονται μυστικῶς, κατ’ ἰδίαν, ὁ μὲν Ἱερεὺς μὲ τὶς δικές του Εὐχές, οἱ δέ πιστοὶ μὲ τὸ μυστικὸ Κύριε ἐλέησον ἢ τὶς δικές τους προσευχές (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως ὡς «ὁδηγὸς» τῶν Πιστῶν στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν κοινὴ Εὐχὴ τοῦ Διακόνου). Οἱ Προσευχὲς αὐτὲς χάριτι Θεοῦ, ὅλες μαζὶ ὅμως ὄχι ὡς ξεχωριστὲς ἀλλὰ ὡς μία κοινὴ δυνατὴ Προσευχή, ὡς μία κοινὴ Δύναμις πηγαίνουν στὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἐλάχιστη Προσευχὴ ἑνὸς ραθύμου πιστοῦ στὴν Ἐκκλησία, ἀποκτᾶ μεγαλύτερη παρρησία στὸν Θεὸ (ἀπὸ ὅτι ὅταν προσεύχεται σπίτι μόνος του, ποὺ κι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀμελεῖ) λόγῳ τῆς κοινῆς Προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Μὴν ἀμελοῦμε τὴν κατ’ οἶκον προσευχή. Ἡ κατ’ οἶκον Προσευχὴ βοηθάει τὴν Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἡ Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία βοηθάει τὴν κατ’ οἶκον Προσευχή. Ὅταν ὑπάρχει μαζὶ καὶ ἡ μετάνοια, ἡ συγχώρεση, ἡ ἀκακία, ἡ ἀγάπη, καὶ ἡ ταπείνωση τότε ἀποκτάει μεγαλυτέρα δύναμη ἡ Προσευχή μας, χάριτι Θεοῦ πάντοτε.

Σύμφωνα μὲ τὸν Φουντούλη, ὅταν ἦταν ἐν ζωῇ, μακρὰν ἡ ἰσχυροτέρα Παράδοση ἦταν ἡ ἀρχαία Παράδοση τῶν Μυστικῶν (ὄχι τῶν νεωτεριστικῶν φωναχτῶν) Εὐχῶν:1

α) «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».

β) «Ἐνωρὶς ἐπεκράτησε νὰ λέγωνται “μυστικῶς” οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας. Συνήθως ὁ ἱερεὺς τὶς ἔλεγε κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ διάκονος ἔλεγε τὴν συναπτή, πάντως πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως».

γ) «“Μυστικῶς”, ὡς γνωστόν, λέγονται σήμερα ὅλες οἱ Εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀπισθάμβωνον [στὸ τέλος]».

δ) «Μυστικῶς λέγονται οἱ Εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνονται στόν Θεό». [Ὅλες οἱ Εὐχὲς ὅμως στὸν Θεὸν ἀπευθύνονται (!), ὄχι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, κλπ.].

 Οἱ φωναχτὲς Εὐχὲς προωθήθηκαν τὰ τελευταῖα 75+ περίπου χρόνια, καὶ ἰδιαίτερα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ, ἀπὸ Θεολόγους, Λειτουργιολόγους καὶ Κληρικοὺς ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν Βʹ Βατικάνεια Σύνοδο, καὶ αὐτοὶ παρέσυραν πόσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκούς.

Δυστυχῶς στὶς ἡμέρες μας, πολλοί εὐκαίρως-ἀκαίρως ὑποστηρίζουν τὴν νεωτεριστικὴ ἔκφωνη Προσευχὴ τῶν Ἱερέων στὴν Θεία Λειτουργία.

 Λένε: Ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ προσεύχεται φωναχτά, καὶ νὰ τὸν ἀκοῦνε οἱ πιστοί.

 Σὲ προηγούμενα ἄρθρα μας ἔχουμε ἀπαντήσει στὸ θέμα μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στὴν Ἱερὰ Παράδοση, στὰ Χειρόγραφα, στοὺς Ἁγίους καὶ στὶς Ἱερὲς Συνόδους. Ἐδὼ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε περιληπτικά, κυρίως ἐμπειρικά.

 Α. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως:

Δὲν τεκμηριώνεται στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει τὶς Εὐχὲς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ἀπεναντίας μάλιστα τονίζεται ἡ μυστικὴ ἀνάγνωση ῥητῶς ἢ ἐμμέσως,2 μέχρι καὶ τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας πρό τοῦ 2002/2004 εἶχαν ρητῶς μυστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές τῆς Λειτουργίας. Ἡ δέ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποστείλει ὄχι μία ἀλλὰ τρεῖς (3) Συνοδικὲς Ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς νεωτεριστὲς παρηκόους: ἀρ. πρωτ. 499 / 16-2-1951, ἀρ. πρωτ. 1353 / 9-6-1956, ἀρ. πρωτ. 1137 / 13-3-1974 (εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων μηδὲ συνιέντων).3

Οἱ πιστοὶ ἄκουγαν τὶς διὰ Προσφωνήσεως κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ὅπως τὶς ἄκουγαν καὶ οἱ Ἱερεῖς, καὶ ἀνταποκρινόμενοι καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ ὁ Λαός,4 προσεύχονταν κατὰ διάνοιαν, μυστικῶς, (ὁ Ψάλτης μόνον ἐκφώνως, ὡς «ὁδηγός» τῶν Πιστῶν τρόπον τινα στὶς προσευχητικὲς ἀποκρίσεις στὴν Εὐχὴ τοῦ Διακόνου).

Ἀπὸ τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές, οἱ πιστοὶ ἄκουγαν μόνον τὴν «νεωτέραν» ὀπισθάμβωνον Ἱερατικὴ Εὐχὴ στὸ τέλος,5 γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε λεγόταν καὶ ἐκφώνως στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦνε οἱ πιστοί, τότε δὲν ὑπῆρχαν μικρόφωνα, μεγάφωνα) πάντοτε πρὸς ἀνατολάς στραμμένος ὁ Ἱερεύς, μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ποὺ τότε ἦταν στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας (ἢ ὄπισθεν τοῦ ἄμβωνος, ὀπισθάμβωνος, ἂν «βλέπεις» τὸν ἄμβωνα ἀπὸ τὴν μεριὰ τοῦ Ἱεροῦ).

Ἐπίσης καὶ οἱ Ἱερεῖς δὲν ἀκοῦνε τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, οὔτε καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια, οὔτε καὶ κανεὶς Ὀρθόδοξος πιστὸς εὔχεται στὴν Ἐκκλησία εἰς ἐπήκοον τοῦ διπλανοῦ του πιστοῦ. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Διάκονος προσφωνεῖ, δὲν λέει Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητι πάτερ! Καὶ ἐσεῖς πιστὲ Λαέ ἀκούετε τὸν πάτερ νὰ προσεύχεται ἐκφώνως! Οὔτε λέει, Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητε πιστοί! Ἀλλά, τί προσφωνεῖ; Προσφωνεῖ: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν! Ὁ Διάκονος σὲ ποιοὺς λέει τὸ δεηθῶμεν; Φυσικά, στὸν Ἱερέα, καὶ στὸν πιστὸ Λαό. 6, 7, 8

 Β. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Πιστῶν (καὶ τῶν Μοναχῶν στὰ μοναστήρια)

Λένε οἱ νεωτεριστές, ὅτι πρέπει νὰ ἀκοῦνε οἱ πιστοὶ - κατ’ ἐπέκτασιν καὶ οἱ μοναχοὶ στὰ μοναστήρια - τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως.

Ἂν παραθεωρήσουμε τὸν νεωτερισμὸ τῆς θέσης αὐτῆς, δὲν διευκρινίζουν τί ἀκριβῶς καλοῦνται νὰ κάνουν οἱ πιστοὶ (καὶ οἱ μοναχοί) ὅταν ὁ Ἱερεὺς ἀναγινώσκει δυνατὰ τὴν μυστική Ἱερατικὴ Εὐχή. Τὸν ἀκοῦνε ἐνεργῶς (στοχάζονται διανοητικῶς ἢ πῶς ὁρίζεται τὸ ἐνεργῶς; ), παθητικῶς, ἢ παρακολουθοῦν ἀναγνωστικῶς τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές ἀπὸ τὰ ἔσχατα μοντερνιστικὰ Ἱερατικὰ τῶν Πιστῶν; Ἂν φύγει ὁ νοῦς τους (ἂν χαζέψουν) γιὰ λίγο, καὶ δὲν ἀκούσουν ἢ δὲν διαβάσουν μιὰ-δυὸ-δέκα προτάσεις ἀπὸ τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως (ἢ καὶ ὁλόκληρη τὴν Εὐχή) τί γίνεται ἡ «συμμετοχή» τους;

Μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ ὁ πιστὸς ἀκούγοντας τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως ἢ μεταβάλλεται σὲ στοχαστὴ ἢ ἀκροατή, καὶ ἴσως κατόπιν σὲ ἀδιάφορο θεατή;9

Ἡ Προσευχὴ δὲν εἶναι ἀκρόαση ἢ κατανόηση ἢ ἐρμηνεία Εὐχῶν, οὔτε θεατρικὴ παρακολούθηση. Ἡ Λειτουργικὴ Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸ νὰ παρίσταται ὡς ἀκροατὴς ἢ κατανοητὴς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν οὔτε ὡς θεατὴς τῶν Ἱερέων, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει προσευχητικῶς στὴν κοινὴ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ζητούμενο εἶναι νὰ προσευχηθεῖ ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ κοινοῦ ὑπακούοντας καὶ ἀνταποκρινόμενοι, μυστικὰ προσευχόμενοι ἕκαστος, στὶς κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου («αἱ τοῦ πλήθους Εὐχαί» καὶ «αἱ τῶν ἱερέων Εὐχαί» λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, βλ. καὶ τὸν Ἅγιο Πορφύριο).10 Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ κοινὴ Προσευχή! Οἱ μυστικὲς Εὐχὲς τοῦ Ἱερέως καὶ τῶν Πιστῶν δὲν εἶναι ἀνταγωνιστικὲς οὔτε ἀσύνδετες μεταξύ τους προσευχές, ἀλλὰ μία κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Προσευχή, χάριτι Θεοῦ, ποὺ ἀνεβαίνει στὸν Θεό.

Ὅταν ὅμως ἡ ἀκρόαση, ἡ ἀπαγγελία, γίνεται συνεχής, θεολογικὴ καὶ νοηματικὰ πυκνή, καὶ δεσμευτική, ἐμποδίζει τὴν νοερὰ Προσευχή τοῦ πιστοῦ, καὶ μεταβάλλει τὸν πιστὸ σὲ παρακολουθοῦντα ἀκροατή. Ὅμως ὁ Διάκονος εἶπε τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, ὄχι δεήθητι Πάτερ! Καὶ ὁ πιστὸς πρέπει νὰ (συμ)προσευχηθεῖ μυστικῶς καὶ ὁ ἐκφώνως προσευχόμενος Ἱερεὺς δυσχεραίνει τὴν νοερὰ προσευχή του (ἐν γνώσει, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ, ἰδιαίτερα μὲ τὰ μικρόφωνα). Γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ μεγάλος ἐργάτης τῆς προσευχῆς, ἀπαθὴς καὶ νηπτικὸς Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής φώναξε στὸν ἱερομόναχο: «Μὴ φωνάζῃς, παπᾶ, πές τις σιγανά, ὅπως ἀναφέρεται μέσα στὸ Ἱερατικό, ὅτι μυστικῶς λέγονται».11, 12

Τὸ ἴδιο παθαίνουν ἀπὸ τὸν ἐκφώνως προσευχόμενον Ἱερέα ὄχι μόνον οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ ὅσοι συλλειτουργοῦντες Πρεσβύτεροι θέλουν νὰ συμπροσευχηθοῦν. Παλαιότερα ἡ Παράδοση τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου εἶχε ὁ κάθε Ἱερεὺς (καὶ ὁ κάθε Ἐπίσκοπος) νὰ προσεύχεται κατ’ ἰδίαν τὶς μυστικὲς Ἰερατικὲς Εὐχές,13 ὅπως καὶ ὁ κάθε πιστός (καὶ μοναχὸς) κατ’ ἰδίαν προσεύχεται, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου: «κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί σου».

Ὅμως ἂν καὶ κατ’ ἰδίαν προσευχόμενοι ὅλοι στὴν Ἐκκλησία (Ἱερεῖς καὶ πιστοί) ἀνταποκρινόμενοι στὶς διὰ Προσφωνήσεως Κοινὲς Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ἐν τούτοις Μία Προσευχή, μία Δύναμις πηγαίνει στὸν Θεό (ὑποσ. 10)!

«Ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμοθυμαδὸν ἀναπέμπῃ τὴν δέησιν μιᾷ φωνῇ, Ἱερέων παρόντων, καὶ τὰς Εὐχὰς τοῦ κοινοῦ πλήθους ἀναφερόντων», Χρυσόστομος [PG 56, 182], πρβλ. [PG 48, 725], δηλ. «ἀναπέμπεται [ἡ Δέηση] ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μίαν ψυχήν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν Ἱερέων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν εἰς τὸν Θεὸν τὰς προσευχὰς τοῦ Ἐκκλησιάσματος»,14 γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ πληθυντικὸς τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν ποὺ παρερμηνεύουν οἱ νεωτεριστές. Ὁ πληθυντικὸς σημαίνει ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀναφέρει καὶ τὶς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, ὄχι ὄτι πρέπει νὰ ἀκούγονται οἱ μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχές στοὺς πιστούς.15

Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς θέλει ἢ προσπαθήσει νὰ προσευχηθεῖ ἀκούγοντας τὴν μυστικὴ Προσευχὴ τοῦ Ἱερέα (ὅπου λέγεται ἐκφώνως), ἀποσπᾶται ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν προσευχή του, γιὰ νὰ παρακολουθήσει, νὰ κατανοήσει, ἂν καὶ ὅσο μπορέσει, καὶ ὅσο κυρίως ἡ θεολογική καὶ πνευματική του στάθμη τὸ ἐπιτρέπει, τὸ ἀκροώμενο. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς κρατάει μπροστά του τὸ κείμενο τῆς μυστικῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἢ τὴν διαβάζει σὲ νεοελληνική ἀπόδοση,16 καὶ πάλι ἐνδέχεται νὰ πέσει στοὺς αὐτοὺς καὶ περισσότερους περισπασμούς: προσπαθεῖ νὰ διαβάζει, νὰ ἀκούει, νὰ μὴ χάνει τὰ λόγια, νὰ μελετᾶ, νὰ στοχάζεται, νὰ προσπαθεῖ ἐγκεφαλικὰ νὰ ἐννοήσει τὰ θεολογικὰ νοήματα, νὰ προσέχει τυχὸν λάθη τοῦ Ἱερέως ἢ καὶ τοῦ κειμένου, ἢ ἂν διαβάζει σωστὰ ὁ Ἱερεύς ἀποδίδοντας τὸ νόημα, καὶ συγχρόνως προσπαθεῖ νὰ ...προσεύχεται (ἂν διαβάζει καὶ ἀπὸ τὸ κινητό, τότε ἀκόμη χειρότερα). Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι Προσευχή, ἀλλὰ κἂν ἀκουστικὴ ἢ καὶ διανοητικὴ παρακολούθηση.

Στὴν οὐσία οἱ νεωτεριστές «δεσμεύουσιν γὰρ φορτία βαρέα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων».

Τί εἶναι Προσευχή; «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἢ αἴτησις τῶν προσηκόντων παρὰ Θεοῦ», Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [PG 94, 1089C-D, κεφ. ΞΔʹ].17 Ἡ αἴτησις στὴν Λειτουργία εἶναι προσωπικὴ προσευχητικὴ ἀνταπόκριση (πρὸς τὸν Θεόν) στὴν Κοινὴ Εὐχὴ ὑπὸ τοῦ Διακόνου (ἢ τὰ κατ’ ἰδίαν αἰτήματα ἑκάστου), δὲν εἶναι ἀκρόαση τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἱερέως. Καὶ «ἀνάβασις νοῦ18 πρὸς Θεὸν» εἶναι ἡ ὁμιλία τοῦ νοῦ μας πρὸς τὸν Θεόν, διότι «ἡ Προσευχή, ὁμιλία ἐστὶ νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1168C, κεφ. Γʹ]. Βέβαια ὑπάρχει καὶ ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἄνευ ὁμιλίας.19 Ἂν σὲ τυχὸν ὁμιλία μας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸ ἢ κάποιον Ἄρχοντα ἢ κάποιον ποὺ ἔχουμε «ψηλά», λαμβάνουμε τὸ ἀνάλογο «σχῆμα», πολὺ περισσότερο στὴν ὁμιλία μας (προσευχή μας) πρὸς τὸν Θεόν.

Λέει ὁ Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος: «οὐσιαστικὰ οἱ Ἅγιοι δὲν σκέφτονται, προσεύχονται,20 δηλ. καταργεῖται ἡ σκέψις καὶ παραμένει ἡ προσευχὴ ἡ ὁποῖα εἶναι ἐρώτησις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, οἱ ἐν Χριστῷ ἄνθρωποι».21

Ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ὁ πιστὸς καὶ ὁ νέος (συνήθως) ποὺ χρησιμοποιεῖ νεωτεριστικὸ «Ἱερατικὸν τῶν πιστῶν» στὴν Λειτουργία. Παρίσταται τόσο χρόνο στὴν Ἀκολουθία, καὶ στὴν οὐσία λόγῳ τῶν περισπασμῶν εἶναι δύσκολο νὰ προσευχηθεῖ ἀληθινά.

Πιὸ πολὺ καὶ πιὸ ὀρθὰ θὰ κατανοήσεις Χάριτι Θεοῦ τὴν Λειτουργία, συμμετέχοντας μὲ τὴν μυστικὴ προσευχή σου στὴν Λειτουργία, παρὰ μὲ τὸ διάβασμα (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι καλὸ, ὅταν τὸ βιβλίο δὲν ἔχει πλάνες, ἐκτὸς ὅμως τῆς Ἀκολουθίας, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας). «Ἡ Προσευχὴ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ὁ ἄνθρωπος προσευχηθεῖ τότε θὰ λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεόν».22 Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐργαζόμαστε καὶ τὴν ἀρετή γιὰ νὰ ἔχει δύναμη ἡ προσευχή.

Βέβαια, οἱ ἐκφωνήσεις τῶν Ἱερέων, οἱ εὐλογίες, οἱ ἀνήκουσες στὴν Παράδοση προτροπές (ὄχι τὰ μοντερνιστικὰ «ὅλοι μαζί»), τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ σοφὰ τὰ ἔχει βάλει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴν τάξιν τῆς Λειτουργίας, καὶ ποὺ εἶναι δοξολογία, κατήχηση, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ πνευματικὴ ἐνδυνάμωση χάριτι Θεοῦ γιὰ προσεκτικωτέρα προσευχή, αὐτὰ παραδοσιακῶς ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς.

 Γ. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Ἱερέων

Ἡ ἔκφωνη προσευχή τοῦ Ἱερέως στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι μόνον ἀντιπαραδοσιακή,23 ἀντικανονική,24 δὲν περισπᾶ μόνο τοὺς προσευχόμενους πιστούς ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή τους, ἀλλὰ περισπᾶ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Ἱερέα. Ἡ «[ἔκφωνη] ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀπαιτεῖ στόμφον, χρωματισμὸν τῆς φωνῆς καὶ πολλάκις πομπῶδες ὕφος καὶ ἄλλας «ὑποκριτικὰς» ἱκανότητας, στοιχεῖα ἐρχόμενα εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ κατανυκτικὴν ἀτμόσφαιραν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας».25 Ἡ ἐπὶ τούτου ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν δύναται νὰ μεταβάλει τὴν Προσευχὴ σὲ ἔγνοια ἀκρόασης, ρητορικὴ ἐπίδειξη ἢ λειτουργικὴ παρουσίαση. Ὁ Ἱερεὺς κινδυνεύει ἀπὸ προσευχόμενος Λειτουργὸς νὰ γίνει ἀναγνώστης.

Ὡς προσευχόμενος Λειτουργὸς ὅμως, προχωρεῖ «μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ», [PG 98, 429A].26 Γιὰ τὸ Ἱερατικὸ Συλλείτουργο ἀναφερθήκαμε στὴν ἐνότητα §Β.

Ἔτσι ὁ ἐκφωνὼν τὶς μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας Ἱερεύς, ἐπὶ τούτου, γιὰ νὰ τὶς ἀκούει ὁ Λαός, ἀδικεῖ πρῶτα τὸν ἑαυτό του, ἀδικεῖ τοὺς πιστοὺς στερῶντας τους τὴν ἀληθινὴ Προσευχὴ καθιστῶντας τους ἑκόντας ἄκοντας ἀκροατές τῶν μυστικῶν Εὐχῶν του (πράγμα τὸ ὁποῖο θὰ θεωροῦσαν ἄτακτο - καὶ σωστά - ἂν τὸ ἔπρατταν οἱ πιστοὶ ἢ οἱ μοναχοὶ φωνάζοντας τὶς μυστικὲς εὐχές τους), ἀλλὰ τὸ κυριώτερο ἀδικεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μειώνοντας τὴν δύναμη τῆς Προσευχῆς της.

Συνάμα, ἡ ἐκφώνηση τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας κρύβει Κληρικαλισμό. Κληρικαλισμὸς δὲν εἶναι ἡ μυστικὴ Προσευχὴ τῶν Ἱερέων (καὶ ὁ Λαὸς μυστικῶς προσεύχεται), ἀλλὰ ἀπεναντίας εἶναι ἡ ἀντιπαραδοσιακῶς ἐπὶ τούτου ἔκφωνη πολλάκις ἐπιτετηδευμένη Προσευχή τους, ὅταν γίνεται γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἀφήνουν τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν ἀληθινά.

Τέλος, καὶ τῷ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν.

 Υποσημειώσεις

1 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 201, Τόμος Βʹ (1994), #235, σ. 229, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 192, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #558, σ. 222.

2 Παν. Παπαδημητρίου, Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, 30/10/2022.

3 Τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγιναν ἐπανειλημμένες Συνοδικὲς αὐστηρὲς παρεμβάσεις φανερώνει ὅτι ἡ νεωτεριστικὴ πρακτικὴ δὲν ἦταν ἕνα τυχαῖο μεμονωμένο φαινόμενο, ἀλλὰ ἦταν ὀργανωμένη ἐπίμονη λειτουργικὴ παρέκκλιση.

4 Καὶ πάντες οἱ πιστοὶ κατὰ διάνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν προσευχέσθωσαν, λέγοντες· Κύριε ἐλέησον, [PG 1, 1076-1077]. Ἅγιοι Ἀποστόλοι: «ἑστῶτος παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ προσευχομένου ἡσύχως». [PG 1, 737]. Τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος: «καὶ ἡμεῖς οὖν ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναχθέντες, τῇ συνειδήσει ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος βοήσωμεν πρὸς Αὐτὸν ἐκτενῶς, εἰς τὸ μετόχους ἡμᾶς γενέσθαι τῶν μεγάλων καὶ ἐνδόξων ἐπαγγελιῶν Αὐτοῦ», [PG 1, 277]. —Περαιτέρω, βλέπε στὸ ἄρθρο μας τοῦ ΙΘʹ Κανόνος τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, τὶς ὑποσημειώσεις 11 καί 15, διὰ τὸ κατὰ διάνοιαν.

5 Αὐτὴ ἡ Εὐχὴ προστέθηκε στὴν Λειτουργία λόγῳ τῶν περίεργων γνωσιμαχούντων [Ἅγ. Γερμανὸς Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως (640-740 μ.Χ.) [PG 98, 452C], ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψαν νὰ ὑπάρχουν στὴν Ἐκκλησία ἀνὰ τοὺς αἰώνες. Βλ. ἐπίσης, Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο, Εἰσήγηση στὴν ἡμερίδα τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν: Στὸν ἀπόηχο τῆς Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης - Ἀναταράξεις στὴ Θεία Λατρεία, 11/6/2023.

6 Παν. Παπαδημητρίου, Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε, γʹ ἔκδοσις, 15/5/2026.

7 «Τό γάρ, Δεηθῶμεν, οὐ τοῖς Ἱερεῦσι λέγεται μόνον, ἀλλά καί τοῖς εἰς τόν Λαόν συντελοῦσιν» [PG 61, 399].

8 «Αὐτὸ τὸ “δεηθῶμεν” ὡς καὶ τὸ “στῶμεν καλῶς” ποὺ ἀκούομεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἀπευθύνονται μόνον εἰς τοὺς Ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἐκκλησίασμα, τὸν λαόν», Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 34.

9 Εἶπε ἕνας ἀνώνυμος Ἱερεύς σὲ σχόλιό του σὲ μιὰ ἀνάρτηση στὸ Ἰστολόγιο Ἀναστάσιος: «Τὸ ἂν οἱ Εὐχὲς βοηθοῦν στὴν κατανόηση τῆς λατρείας καὶ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ, φαίνεται ξεκάθαρα ἀπ΄τον τρόπο συμμετοχῆς τῶν χριστιανῶν στὰ Μυστήρια τῆς Βάπτισης, τοῦ Γάμου καὶ στὶς Κηδεῖες ποὺ τὰ ἀκοῦν ὅλα ἐκφώνως. Καμία συγκίνηση, καμία αἴσθηση, τοῦ χώρου, γιὰ νὰ μὴν πῶ μηδενικὴ συμμετοχὴ καὶ ἀσέβεια χειρίστης μορφῆς! Καὶ δὲν τολμᾶς νὰ πεῖς μισὴ κουβέντα γιατί θὰ σοῦ κάνουν μήνυση! Μόνο καὶ μόνο ἀπὸ τὸ ντύσιμο καὶ τὴ στάση τους, κατανοεῖς ὅτι δὲν τοὺς ἀγγίζει τίποτα! Κανεὶς σχεδὸν δὲν παρακολουθεῖ! Τί φταίει στὴν περίπτωση αὐτή;» (πρόσβαση 27/5/2026).

10 Ἐνότητες §Β, §Γ τοῦ ἄρθρου: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε, γʹ ἔκδοσις, 15/5/2026.

11 Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσὴφ ὁ Ἠσυχαστῆς καὶ Σπηλαιώτης (1897-1959), Γέροντος Ἐφραῖμ Φιλοθεΐτου, ἔκδ. Ἱ.Μ. Ἁγίου Ἀντωνίου Ἀριζόνας, USA, ἔκδοσις θʹ 2019, σ. 160.

12 Παν. Παπαδημητρίου, Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές, 8/2/2022· Ὀρθόδοξος Τύπος, 13/1/2023-27/1/2023, ἀρ. φύλλων 2431-2433.

13 Παν. Παπαδημητρίου, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, 21/12/ 2022.

14 Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 31.

15 Δηλαδὴ μὲ τὴν παρερμηνεία τῶν νεωτεριστῶν, ἂν οἱ πιστοὶ προσεύχονται Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον τὸν Ἱερέα, ἢ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον ἡμᾶς, πρέπει νὰ ἀκούγονται στὸν Ἱερέα καὶ στοὺς διπλανοὺς πιστοὺς ἐπειδὴ προσεύχονται στὸν πληθυντικό; Ἢ ἀπουσίᾳ μικροφώνου γιὰ τοὺς πιστούς, πρέπει νὰ πᾶνε στὸν Ἱερέα νὰ τοῦ ποῦν στὸ αὐτὶ ὅτι τώρα προσεύχομαι γιὰ σένα;

16 Ἄλλο θέμα εἶναι ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση, ποὺ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἀποδώσουν καὶ ὑπάρχουν τόσες μεταφρασμένες ἐκδόσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἄλλη μετάφραση ἡ ΖΩΗ, ἄλλη ὁ ΣΩΤΗΡ, ἄλλη ὁ ΣΤΑΥΡΟΣ, ἄλλη ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κλπ.). Ἂν πάει κάποιος στὶς Ἀγγλικὲς ἐκδεδομένες μεταφράσεις καὶ παραφράσεις (αἰσίως κοντὰ στὸν ἀριθμό 900), ἐκεῖ στὰ Ἀγγλικὰ οὔτε ἐπίσημη Ὀρθόδοξη μετάφραση δὲν ὑπάρχει ἀκόμη.

17 Ἐπίσης, «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1173, κεφ. ΛΕʹ].

18 «ὀφθαλμὸς γὰρ καὶ τὸ καθαρώτατον τῆς ψυχῆς ἐστιν ὁ νοῦς», [PG 95, 144B]. «Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ' οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ' ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον (ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς), αὐτεξούσιος, θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ κτιστή, πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι εἴληφεν», [PG 94, 924B].

19 Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τ. Αʹ, Βʹ ἔκδ. 2011, Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, σ. 109.

20 «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς» (Αʹ Θεσ. εʹ 17). Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἰδιαίτερα στὶς Ἀκολουθίες.

21 Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’38’’ (1η σειρά - ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία).

22 Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’29’’ (1η σειρά - ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία).

23 Ἰωάννης Φουντούλης: «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».

24 Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, 3/4/2022.

25 Πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Κ. Καραπαναγοπούλου, Ἡ Θεία Λειτουργία (Εἰσαγωγή – Κείμενον – Ἑρμηνεία), Ἀθῆναι 1975, σ. 12.

26 Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας ..., Κεφ. 53, 65.

27 analogion.gr/typikon/liturgy-articles.

28 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.

8 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.



Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2026

 

Κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τόν Ἅγιο Πνεῦμα

Κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τόν Ἅγιο Πνεῦμα

Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πάντοτε θεωροῦσε τήν  αἵρεση θανάσιμο ἁμάρτημα, πάντοτε δίδασκε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού προσβάλλεται ἀπό τήν φοβερή ψυχική ἀσθένεια τῆς αἱρέσεως εἶναι πνευματικά νεκρός, ξένος πρός τήν θεία χάρη καί τήν σωτηρία, κοινωνός τοῦ διαβόλου καί ἀκόλουθός του στήν αἱώνια κόλαση. Ἡ αἵρεση εἶναι γέννημα τοῦ διαβόλου, ἐπινόησή του, εἶναι σχεδόν εἰδωλολατρία. Οἱ ἄγιοι Πατέρες ἀποκαλοῦν συνήθως τήν εἰδωλολατρία ἀσέβεια καί τήν αἵρεση δυσσέβεια. 

Ὅποιος διαβάσει μέ προσοχή τά Πρακτικά τῶν Ἁγίων Συνόδων, εὔκολα θά πεισθεῖ ὅτι ὁ χαρακτήρας τῶν αἱρετικῶν εἶναι σατανικός. 

Κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τόν Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅλων τῶν αἱρέσεων ἡ οὐσία εἶναι ἡ βλασφημία. 

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ, σελ. 209, ἐκδόσεως Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου 2024. ) 

-------------------------------------------- 

ΑΠΛΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ:  Πρῶτον, ψάλλουμε στούς αἴνους τῆς Πεντηκοστῆς ὅτι τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, καί δεύτερον μᾶς πληροφορεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέσῳ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ, ὅτι κάθε αἵρεση βλασφημεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα. 

                   

ΑΠΟΡΙΑ ΑΠΛΟΥ ΠΙΣΤΟΥ: Τότε, πῶς εἶναι δυνατόν κάποιοι πατριάρχες καί ἐπίσκοποι νά ὀνομάζουν  ''ἐκκλησίες'' τούς αἱρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) καί νά ἀναγνωρίζουν σέ αὐτούς ''ἱερωσύνη'' καί ''μυστήρια'';  (Οἱ γνωστές θλιβερές ἀποφάσεις τῆς ληστρικῆς συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης).

Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός



Σάββατο, Μαΐου 30, 2026

 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς διαρκής Πεντηκοστή

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ποιὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός; Ποιὸς εἶναι σὲ Αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ ποιὸς ὁ ἄνθρωπος; Πῶς γνωρίζεται ὁ Θεὸς στὸν Θεάνθρωπο καὶ πῶς ὁ ἄνθρωπος; Τί ἐδώρησε σέ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Θεὸς ἐν τῷ Θεανθρώπῳ; Ὅλα αὐτὰ τὰ φανερώνει σέ μᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Μᾶς ἀποκαλύπτει δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ Αὐτόν, γιὰ τὸν Θεὸ ἐν Αὐτῷ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὸ τί χάρισε σ’ ἐμᾶς μ’ ὅλα αὐτά. Αὐτὸ ἐπίσης ἀπείρως ξεπερνᾷ κάθε τί ποὺ οἱ ἀνθρώπινοι ὀφθαλμοὶ εἶδαν καὶ τοῖς ὠσίν αὐτῶν ἠκούσθη καὶ ἡ καρδία αὐτῶν κάποτε αἰσθάνθηκε.
Μὲ τὴν ἔνσαρκη ζωή του στὴ γῆ ὁ Θεάνθρωπος ἐγκαθίδρυσε τὸ Θεανθρώπινό του Σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, καὶ μὲ αὐτὴν προετοιμάζει τὸν γήινο κόσμο γιὰ τὴν ἔλευση καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Σῶμα... τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ψυχῆς Αὐτοῦ τοῦ Σώματος.
Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ πάντα παρέμεινε σὲ Αὐτὸ σὰν Πᾶν-Ζωοποιὸς ψυχὴ Αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ ὁρατὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συγκροτοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὴν πίστη των στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ ὡς τέλειου Θεοῦ καὶ ὡς τέλειου ἀνθρώπου. Καὶ ἡ κάθοδος καὶ ἡ σύνολη δρατηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο καὶ ἐξαιτίας τοῦ Θεανθρώπου.

Κάθε τί στὴν Θεανθρώπινη Οἰκονομία τῆς σωτηρίας προῆλθε ἀπὸ τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τέλος, ἀκόμη ὅλα συνοψίζονται καὶ ὑπάρχουν στὴν κατηγορία τῆς θεανθρωπότητας ἀκόμη καὶ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε ἐνεργητικότητα Αὐτοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο ἀνδραγάθημα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἡ Πεντηκοστὴ μὲ ὅλες τὶς αἰώνιες δωρεὲς τῆς Τριαδικῆς Θεότητος καὶ Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσδιόριζε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων δηλαδὴ τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς πίστης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς ἱεραρχίας, ἀκόμη καὶ κάθε τί Ἀποστολικοῦ ποὺ εἶναι θεανθρώπινο.

Ἡ Ἁγία πνευματικὴ ἡμέρα ἡ ὁποία ἄρχισε μὲ τὴν Ἁγία Πεντηκοστὴ ἀδιάκοπα συνεχίζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἀνείπωτη πληρότητα ὅλων τῶν θεϊκῶν δωρεῶν καὶ ζωοποιῶν δυνάμεων. Κάθε τί στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πολὺ μικρὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὑπερμέγεθες. Ὅταν ὁ ἱερεύς θυμιάζοντας στὴν Ἐκκλησία παρακαλεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καταπέμψει τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ ἀνέκφραστο θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἡ Ἁγία Πεντηκοστὴ πρὶν ἀπὸ τὴν χειροτονία τοῦ ἐπισκόπου ἐπαναλαμβάνεται καὶ δίδει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος καὶ μὲ αὐτὸ πασιφανῶς μαρτυρεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖται ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα της καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἤδη τῆς θεανθρώπινης οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συνδέθηκε μὲ τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδὴ μὲ τὸ θεμέλιο τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ « τοῦ Λόγου κτίσας τὴν σάρκωσιν».

Στὴν πραγματικότητα κάθε ἅγιο μυστήριο καὶ ὅλες οἱ θεῖες ἀρετὲς εἶναι μία Ἁγιοπνευματικότης. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διὰ μέσου αὐτῶν ἔρχεται σὲ ἐμᾶς καὶ ἐντὸς ἡμῶν. Αὐτὸ κατέρχεται οὐσιωδῶς ποὺ σημαίνει ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μὲ ὅλες τὶς θεϊκές του σημαντικὲς ἐνέργειες. Αὐτὸ – ὁ πλοῦτος τῆς θεότητος. Αὐτὸ – τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος. Αὐτὸ – ἡ χάρις καὶ ἡ ζωὴ κάθε ὑπάρξεως. Εἶναι αἰώνιο καὶ Διαθηκικὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ σέ μᾶς καὶ ἐμεῖς σ’ Αὐτόν. Αὐτὸ καὶ μόνο μαρτυρεῖ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ μᾶς. Ἐμεῖς μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ Αὐτὸς σέ μᾶς. Μάλιστα αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε « ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν»( Α΄ Ἰω.3,24).

Μὲ μία λέξη ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅλες τὶς δικὲς τις ἀναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες ὁδηγεῖται καὶ χειραγωγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸ ὁποῖο πάντοτε εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ (Γαλ.4,6). Γι’ αὐτὸ ἔχει γραφτεῖ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο «εἰ δὲ τὶς Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν Αὐτοῦ» (Ρωμ. 8,9).

Ὁ χερουβικὰ μυηθείς στὸ θεανθρώπινο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας σὰν τὸ πιὸ ἀγαπητὸ πᾶν-μυστήριο τοῦ Θεοῦ ὁ Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει τὸ παναληθὲς καὶ χαρμόσυνο μήνυμα «Τὸ πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησία Θεοῦ».


 

Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής

«ΕΚΧΕΩ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΟΥ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ»
(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής)
  ΛΑΜΠΡΟΥ  ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
        Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι ένας ξεχωριστός σταθμός στον εορτολογικό κύκλο του ενιαυτού για την Εκκλησία μας. Αυτή μαζί με το Πάσχα αποτελούν τις αρχαιότερες εορτές, οι οποίες ανάγονται ως τους αποστολικούς χρόνους. 

Η μεγάλη αυτή εορτή προβάλλει ως ανακεφαλαίωση του λυτρωτικού επί γης έργου του Σωτήρος μας Χριστού και ως νέα δυναμική αφετηρία της υλοποιήσεως και ολοκληρώσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας.
       Η εορτή της Πεντηκοστής συστήθηκε από την Εκκλησία μας, μαζί με πολλές άλλες εορτές, υπό την επίδραση αντίστοιχης εορτής του Ιουδαϊσμού, φυσικά με εντελώς άλλο νόημα και περιεχόμενο, όπως τονίζει ο άγιος Αυγουστίνος (Epist.55). Οι Εβραίοι πράγματι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή, η οποία απείχε πενήντα ημέρες από την εορτή του νομικού Πάσχα. Ονομάζονταν «Εορτή των Εβδομάδων» (Εξ.34,22 και Δευτ.16,10) και ποιούνταν κατ’ αυτήν η μνεία της χορηγήσεως του Νόμου στον Μωυσή, πενήντα ημέρες από τον εορτασμό του πρώτου Πάσχα στην έρημο του Σινά (Εξ.19,1). Διαρκούσε μία ημέρα και προσφέρονταν οι απαρχές της νέας συγκομιδής των καρπών της γης, τα  «πρωτογεννήματα» στο ναό της Ιερουσαλήμ, ως ευχαριστία στο χορηγό των αγαθών Θεό.
      Με την εορτή της νομικής αυτής εορτής συνέπεσε το μεγάλο γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, πενήντα ημέρες μετά την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όπως μας εξιστορεί με ακρίβεια ο θεόπνευστος συγγραφέας των «Πράξεων των Αποστόλων», ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της πεντηκοστής ήσαν άπαντες (οι απόστολοι) ομοθυμαδόν επί τω αυτό. Και άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πεύματος  Αγίου, και ήρξατο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2,1-4).
       Το μέγα και θαυμαστό γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος είναι μια από τις σπάνιες θεοφάνιες της ιστορίας. Ο Θεός Παράκλητος, υπό ορατή μορφή «γλωσσών ωσεί πυρός», κατήλθε στη γη, για να αποτελειώσει το έργο της σωτηρίας μας, ως συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Δε θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι θαυμαστή η χαρμόσυνη κάθοδός Του. Έπρεπε οι άγιοι απόστολοι να νοιώσουν αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, προκειμένου ολόκληρη η ψυχοσωματική τους υπόσταση να πλημμυρίσει από την θεία ενέργεια, ώστε να μην μείνει σ΄ αυτούς η παραμικρή αμφιβολία ότι η αποστολή τους ήταν θεόσταλτη. Να αποβάλλουν από μέσα τους όλους εκείνους τους ενδοιασμούς που είχαν ως τότε, σχετικά με το θείο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα Χριστού και να απαγκιστρωθούν πλήρως από τις κοντόφθαλμες μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις περί του Μεσσία. Μόνο με αυτή την οντολογική τους βάπτιση με την ενέργεια και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητας.
        Ο Κύριος πριν το εκούσιο πάθος Του είχε προαναγγείλει στους μαθητές Του για την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος και τα θαυμάσια αποτελέσματά της στην ανθρωπότητα.. «Καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ’  ύψους» (Λουκ.24,48) τους παρήγγειλε. Κατά την διάρκεια της δραματικής ομιλίας
Του, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, μετά το μυστικό δείπνο, τους έδωσε τη μεγάλη και ελπιδοφόρα υπόσχεση πως όταν Αυτός απέλθει από τον κόσμο θα στείλει τον Παράκλητο να είναι μαζί τους ενδυναμωτής, φωτιστής, παρήγορος και οδηγός έως τη συντέλεια του κόσμου, «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμπψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,26). Είναι χαρακτηριστική μια ακόμη φράση Του: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι. Όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,12-13). Η κατανόηση του θείου λόγου του Χριστού θα είναι έργο του Παρακλήτου. Το κριτήριο αλήθειας της Εκκλησίας θα είναι η εσαεί παρουσία Του σ’ Αυτήν. Αυτή είναι μια ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους οι οποίοι «διαπιστώνουν» πλάνες στην αγία Εκκλησία, ως ευθεία βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο ενυπάρχει στην Εκκλησία για να την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»!
      Είναι επίσης αξιοπαρατήρητο το γεγονός ότι ο Κύριος υποσχέθηκε μεταμορφωτική ενδυνάμωση στους μαθητές Του «λήψασθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος» (Πράξ.1,8). Όντως, Το μεγάλο θαύμα συντελέσθηκε ευθύς, αφότου «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ.2,4). Οι πρώην φοβισμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν.20,19) απόστολοι, μεταμορφώθηκαν σε ισχυρές προσωπικότητες, σε χαλύβδινους χαρακτήρες, σε άκαμπτους τύπους, σε άφοβους και διαπρύσιους κήρυκες του νέου θείου μηνύματος. Άνοιξαν αμέσως τα ερμητικά ολόκλειστα πορτοπαράθυρα του υπερώου και από το άδυτο κρησφύγετό τους εμφανίστηκαν στους εξώστες κηρύττοντας με πρωτοφανές θάρρος στα πλήθη τον Αναστάντα Κύριο!
       Ο επικεφαλής των αποστόλων Πέτρος κήρυξε στους εκστατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη από διάφορα μέρη του κόσμου, εξηγώντας τους το εξαίσιο θαύμα της ημέρας και κύρια το θαυμαστό φαινόμενο της γλωσσολαλιάς, το οποίο δεν ήταν προϊόν μέθης, όπως υποστήριζαν κάποιοι, αλλά πλήρωση των δωρεών του Θεού. Τόνισε ιδιαίτερα πως αυτό είναι εκπλήρωση επαγγελιών Του, δια των προφητών Του και ιδίως του Ιωήλ, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε μεταφέρει τα λόγια του Θεού ως εξής: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται΄ και επί τους δούλους μου και τας δούλας μου  εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του Πνεύματός μου… και έσται πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ιωήλ3,1-3). Ο θεόπνευστος προφήτης, αφού είχε προφητεύσει με τρόπο αλληγορικό, μα αξιοθαύμαστο την κακοδαιμονία της μεταπτωτικής προχριστιανικής εποχής, αναγγέλλει τον ερχομό του Παρακλήτου, ο Οποίος εγκαινιάζει μια νέα εποχή, πλημμυρισμένη από τις σωτήριες χάρες και δωρεές του Θεού. Από εκείνη την ευλογημένη ημέρα αρχίζει η νέα εσχατολογική περίοδος της ιστορίας, η οριζόμενη στη θεολογία μας ως «Ογδόη Ημέρα», οποία με έναν ασήμαντο σταθμό, το σωματικό θάνατο των πιστών, εκτείνεται στους ατελεύτητος αιώνες.
      Η ημέρα της Πεντηκοστής θεωρείται ως η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας. Όντως, το πύρινο και εμπνευσμένο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου καρποφόρησε στις ψυχές των χιλιάδων ακροατών του. Σαν τα φρυγμένα από τη δίψα ελάφια, σύμφωνα με έκφραση του Ψαλμωδού (Ψαλμ.41,1), προσέλαβαν τη σωτήρια ομιλία, ως ουράνιο βάλσαμο. «Ακούσαντες κατενύγησαν τη καρδία» (Πράξ.2,37». Πίστεψαν και βαπτίσθηκαν αυθημερόν. «Ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πραξ.2,41), αφού «έλαβον την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος» (Πραξ.2,39). Είναι
επίσης σημαντικό ότι ο απόστολος Πέτρος τους επισήμανε πως «υμίν γαρ εστιν η επαγγελία και τοις τέκνοις υμών και πάσι τοις εις μακράν» (Πράξ.2,39), θέλοντας να τονίσει τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της εν Χριστώ σωτηρίας.
       Το γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής αποτελεί για την Εκκλησία μας πρωταρχική αφετηρία για την μετέπειτα πορεία Της στους αιώνες. Ο Θεός Παράκλητος είναι πια ο κύριος της Εκκλησίας από εκείνη την ευλογημένη ημέρα και οδηγεί το σωτήριο σκάφος ασφαλώς στη σωστική του πλεύση. Αυτός δίνει ζωή στους πιστούς και δύναμη να πορεύονται προς τη σωτηρία. «Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, τονίζει ο απόστολος Παύλος, ούτοι εισίν υιοί Θεού. Ου γαρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν΄ αββά ο πατήρ. Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ.8,114-17). Αυτός ο περίφημος περιεκτικός αποστολικός λόγος εκφράζει με τον καλλίτερο τρόπο την άφατη ευλογία, που λάβαμε την αγία ημέρα της Πεντηκοστής. Χάρις στην έλευση του Θεού Παρακλήτου, από δούλοι της αμαρτίας, γίναμε όχι απλά ελεύθεροι, αλλά τέκνα και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Κυρίου Ιησού Χριστού. Απολαμβάνουμε πια τη θεία υιοθεσία (Γαλ.4,5). Μεγαλύτερη ευεργεσία από αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει!
     Η παρουσία του Παναγίου Πνεύματος είναι εμφανής στην Εκκλησία και την ιστορία. Αντικειμενική μελέτη της πορείας του κόσμου στο χρόνο και το χώρο αποδεικνύει περίτρανα, πως αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον της προ της Πεντηκοστής περιόδου. Ο Θεός είναι πια μαζί μας και οι ακένωτες χάριτές Του πλημμυρίζουν τον κόσμο και ολάκερη την πλάση Του. Η αξιολογικά κατιούσα πορεία της προχριστιανικής περιόδου όχι μόνο σταμάτησε, αλλά, χάρις στην αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου, παραμερίζεται σταδιακά και σταθερά η κακοδαιμονία του κόσμου και ξαναβρίσκει αυτός τη σωστή του θέση στη θεία πλάση. Το ανθρώπινο γένος ξαναβρήκε την αυθεντική του φύση, όπως αυτή βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του. Η αγία Εκκλησία είναι πια το θείο εργαστήριο όπου τελεσιουργείται η σωτηρία και η θέωση των ανθρωπίνων προσώπων. Το ενδημούν σε Αυτή Άγιο Πνεύμα αγιάζει και κεχαριτώνει όλους όσους ελεύθερα αποφασίσουν να σωθούν. Η δική τους απόφαση και προσπάθεια μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνονται σε σωστική πορεία, χάρις στις ακένωτες δωρεές και τα χαρίσματα Εκείνου. Στη θεολογική γλώσσα η σωτηρία μας απορρέει από την απολυτρωτική θυσία του Χριστού, ενεργοποιημένη από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατανόησαν νωρίς τη μεγάλη σημασία του γεγονότος της Πεντηκοστής. Τρανό παράδειγμα, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η αρχαιότητα της μεγάλης εορτής και η βάπτιση των κατηχουμένων κατ’ αυτήν. Ο ιερός Χρυσόστομος, σε μια υπέρμετρη ενθουσιαστική του έξαρση για τη σπουδαιότητα της εορτής, τόνισε πως «δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν» (P.G.50,454)! Πρέπει η ζωή μας να είναι μια διαρκής Πεντηκοστή. Να ζούμε αδιάκοπα το μυστήριο των δωρεών και χαρίτων του Παναγίου Πνεύματος. Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ, επισημαίνοντας τον ζωοδότη ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία του Θεού τονίζει: «ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία΄ ει δε συνίσταται η Εκκλησία, εύδηλον ότι Πνεύμα πάρεστιν» (P.G.50,459). Με άλλα λόγια το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τόνισε ιδιαζόντως τον σωστικό ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία και ύμνησε με την άφθαστη ποιητική του γραφίδα την θεσπέσια εορτή της Πεντηκοστής. Σε έναν από τους πολλούς ποιητικούς του λόγους έγραψε:
«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν… Τούτο το Πνεύμα συνδημιουργεί μεν Υιώ και την κτίσιν και την ανάστασιν…» (P.G.36,436)!
       Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι λοιπόν για τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα μας τους Ορθοδόξους πιστούς, οι οποίοι αποτελούμε την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, ένας σημαντικός σταθμός εορταστικής ευωχίας και πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού. Κατά την λαμπρή ακολουθία της γονυκλισίας, η οποία τελείται με ευλάβεια στους ναούς αυτή τη μεγάλη ημέρα, κλίνουμε ταπεινά τα γόνατά μας, προκειμένου να προσκυνήσουμε τον ουράνιο Βασιλέα, το Θεό Παράκλητο, να μας αγιάσει. Να έλθει να σκηνώσει στις ψυχοσωματικές μας υπάρξεις και να μας καθαρίσει από όλες τις βρωμερές κηλίδες, που λερώνουν την αυθεντική θεοδημιούργητη φύση μας. Τον παρακαλούμε ευλαβικά να φωτίσει τη σκοτισμένη από την αμαρτία και τις αμαρτωλές μας έξεις διάνοιά μας και να μας πληρώσει με θείο φωτισμό γνώσεως και επίγνωσης του μόνου αληθινού Θεού. Τον ικετεύουμε να μας πλημμυρίσει με τα ακένωτα θεία χαρίσματά Του και να μας γεμίσει με τις ουράνιες θεόσταλτες δωρεές Του, ώστε η ύπαρξή μας να μεταβληθεί σε θεοειδές έσοπτρο της δικής Του καθαρότητας και αγιότητας. Έχουμε απόλυτη ανάγκη της διαρκούς παρουσίας Του στη ζωή μας για να μπορούμε, χάρις σ’ Αυτόν, να πορευόμαστε στον επίγειο και εφήμερο βίο μας με ασφάλεια, να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, ο οποίος «όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄Ιωάν.5,19) νικηφόρα και να σωζόμαστε από «της γενεάς της σκολιάς ταύτης» (Πράξ.2,41), ασφαλώς, όπως τρανώς διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος την αγία ημέρα της Πεντηκοστής.      


 

π. Ἀνανίας Κουστένης: Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας!

Πηγή: “Λόγοι γιὰ τὴ Ἅλωση τῆς Πόλης”, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, τόμ. Α΄, σελ. 32-34. 

Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας – ἐδῶ κάνουμε ἀργία καὶ ἀπεργία γιὰ τὸ τίποτε – καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας. Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε ὅλες οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη καὶ μέχρι τὰ Γιάννενα καὶ μέχρι τὴ Ζάκυνθο καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ; Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε πένθιμα;
Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα. Τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀρχόντων της. Καὶ τοῦ λαοῦ της. Εἶχε συμβεῖ ἡ μέσα ἅλωση πρῶτα. Τῆς ψυχῆς ἡ ἅλωση. Ὅταν ἐγκαθιδρύθηκε στὶς ψυχὲς τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας, στὶς περισσότερες, τουλάχιστον, τὸ κράτος τῆς φιλαυτίας, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἦταν εὔκολο νὰ πέσει ἡ Βασιλεύουσα ἐξωτερικά. Ναί, ἀδελφοί μου. Κλείστηκαν μέσα στὴ Θεοφρούρητη Πόλη, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει. Μερικὲς χιλιάδες. Οἱ ὑπερασπιστές της δὲν ἔφταναν τὶς πέντε χιλιάδες. Δέκα χιλιάδες ἦσαν καλογεροπαίδια στὰ μοναστήρια, παρακαλῶ! Τὰ λέει κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γλυτώσουν, νὰ μὴν πολεμήσουν, νὰ μὴν ὑπερασπιστοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ στὸ τέλος... κατεσφάγησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, μέσα στὰ ἴδια τους τὰ μοναστήρια. Κι ὁ λαὸς εἶχε φύγει τελείως πιά, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες, μὲ τὶς ἴντριγκες, τὶς φατρίες, τὶς αἱρέσεις, τὶς διαιρέσεις, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τόσα, εἶχε ἀπελπιστεῖ τελείως. Ὅπως καὶ σήμερα. Ποιόν νὰ πιστέψεις; Ποιόν νὰ ἀκούσεις; Ποῦ ν’ ἀκουμπήσεις; Ποῦ νὰ σταθεῖς;

Καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ νέες περισσότερο, ἠσχολοῦντο, λέει ὁ ἱστορικός, περὶ τὸν καλλωπισμὸν κτλ. Καλὸ εἶν’ αὐτό. Ἀλλὰ νὰ ’χουμε κι ἄλλον καλλωπισμό. Νὰ πηγαίνουμε καὶ βαθύτερα. «Ἴσθι φιλόκαλος ἀλλὰ μή καλλωπιστής», ποὺ θὰ ’λεγαν κι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι. Κι ὅταν τὸ ξημέρωμα τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, τῆς Τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, ὅπως τὴ λέει καὶ τὸ λαϊκὸ ἄσμα, ἔμπαιναν οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς Βυζαντινὲς φτιαγμένες καὶ στολισμένες πήγαιναν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, γιὰ τὸ πανηγύρι. Ἦσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὰ πανηγύρια, λίγο. Καὶ τὶς πρόλαβαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὶς ἐφρόντισαν. Ἀκόμη, εἴχαμε μαύρη ἀγορὰ στὰ τρόφιμα. Ἄλλοι πέθαιναν ἀπ’ τὴν πεῖνα καὶ πολεμοῦσαν νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, κι ἄλλοι ἔκρυβαν τὰ τρόφιμα, γιὰ νὰ ’κονομίσουν περισσότερα. Μαύρη ἀγορά!

Εἶχε φύγει, λοιπόν, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὸ «Χρονικό» τοῦ Ρώσου Νέστορος, τοῦ μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἐξῆς φοβερό, ὅτι λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση ἔγινε κρότος φοβερὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ θόρυβος μεγάλος, καὶ μάλιστα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Κι εἶδαν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὸν τροῦλο τῆς ἐκκλησίας μιὰ λάμψη μεγάλη καὶ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἐγκαταλείποντας τὴν ἐκκλησιά, τὴ Μεγάλη ἐκκλησιά, στὸ σκοτάδι. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! Γιατὶς ἁμαρτίες τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀρχόντων θὰ παρέδιδε ὁ Θεὸς τὴ Βασιλεύουσα στοὺς μωαμεθανούς. Γιατὶ «εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει».

Ἡ μέσα Ἅλωση ἔφερε τὴν ἔξω Ἅλωση, ἡ ὁποία, ὅμως γιὰ τοὺς περισσότερους τῶν Ἑλλήνων, στάθηκε εὐεργετική. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης «στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν». Ὁ λαὸς πιά ἄφησε τὰ μίση, τὶς ἔχθρες, τὶς ματαιότητες, τὶς μικροψυχίες κι ἀγκάλιασε τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Καὶ αἰσθάνθηκε τὴ θλιμμένη Παναγιά. Ταπεινώθηκε θεληματικὰ καὶ ἐπήρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λέει ἡ Θεία Γραφή «Ὁ Θεὸς ταπεινοῖς δίδωσι χάριν». Καὶ βγῆκαν ἀναρίθμητοι Νεομάρτυρες καὶ Ἅγιοι, ποὺ ἐστόλισαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἁγίασαν μὲ τὰ αἵματά των τὸ σκλαβωμένο καὶ μαρτυρικὸ τοῦτο τόπο. Κι ἐκεῖνα τὰ αἵματα ἔγιναν θεμέλιο κι ἐστήριξαν τὸ Γένος τὸ σκλαβωμένο.

Γιατὶ οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ἐναντίον τῶν μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν τονίζεται ἐπαρκῶς καὶ δεόντως. Οἱ Νεομάρτυρες! Που δὲν ἐσήκωσαν συμβατικὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου, ὅπως οἱ κλεφταρματωλοί, ἀλλὰ ἐσήκωσαν τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά. Τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς τους. Τὰ ὅπλα τῆς καρδιᾶς τους. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Τῆς ἀγάπης. Τῆς ἐλπίδος. Τοῦ μεγαλείου τῆς θρησκείας μας. Κι αὐτοὺς φοβήθηκαν περισσότερο οἱ Μουσουλμάνοι. Καὶ μάλιστα πιό πολύ ἀπ’ ὅλους, φοβήθηκαν τὸν Ἅγιο τῶν σκλάβων, τὸν μεγάλο διδάχο, τὸν ἰσαπόστολο καὶ ἱερομάρτυρα καὶ ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ξέρω σήμερα ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο Ὀρθόδοξος.


 

Αντικανονικές συνοδικές καθαιρέσεις και εκκλησιαστική συνείδηση: Πατερικά προηγούμενα από τον Μέγα Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο έως τη σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Αντικανονικές συνοδικές καθαιρέσεις και εκκλησιαστική συνείδηση: Πατερικά προηγούμενα από τον Μέγα Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο έως τη σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Εισαγωγή

Η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μαρτυρεί επανειλημμένως ότι η κανονική αλήθεια και η εκκλησιαστική δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις αποφάσεις ορισμένων τοπικών συνόδων ή με ενέργειες που λαμβάνονται υπό πολιτικές, προσωπικές ή αιρετικές πιέσεις. Πολλοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας υπέστησαν καθαιρέσεις, εκπτώσεις από τον θρόνο τους, εξορίες ή διωγμούς, χωρίς όμως η Εκκλησία να αποδεχθεί τελικώς τις εις βάρος τους αποφάσεις ως κανονικώς έγκυρες.

Οι Πατέρες αυτοί, έχοντας επίγνωση της κανονικής και αποστολικής ευθύνης τους, συνέχισαν σε πολλές περιπτώσεις να λειτουργούν, να κηρύττουν, να ποιμαίνουν και να ασκούν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα, θεωρώντας ότι η αντικανονική καταδίκη δεν δύναται αυτομάτως να καταλύσει τη χάρη της αρχιεροσύνης ούτε να ακυρώσει την κανονική αποστολή τους.

Η εκκλησιαστική ιστορία διδάσκει ότι ακόμη και σύνοδοι δύνανται να σφάλλουν, όταν δεν ενεργούν συμφώνως προς την αποστολική παράδοση, τους ιερούς κανόνες και το ορθόδοξο φρόνημα της Εκκλησίας. Η τελική αποτίμηση των συνοδικών πράξεων πραγματοποιείται μέσα από τη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας.

………………………………………

Ο Μέγας Αθανάσιος και οι αρειανικές σύνοδοι

Ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική μορφή επισκόπου που υπέστη επανειλημμένες αντικανονικές καθαιρέσεις. Οι αρειανίζουσες σύνοδοι, σε συνεργασία με την αυτοκρατορική εξουσία, επιχείρησαν πολλές φορές να τον εκθρονίσουν από τον πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας.

Εξορίστηκε πέντε φορές και κατηγορήθηκε με ψευδείς και πολιτικά κατασκευασμένες κατηγορίες. Παρ’ όλα αυτά:

•συνέχισε να θεωρεί εαυτόν κανονικό Πατριάρχη Αλεξανδρείας,


•διατηρούσε εκκλησιαστική κοινωνία με τους ορθοδόξους επισκόπους,


•έγραφε ποιμαντικές και δογματικές επιστολές,


•ασκούσε εκκλησιαστική διοίκηση,
τελούσε τη θεία λατρεία όπου αυτό ήταν δυνατό.


Η Εκκλησία τελικώς απέρριψε τις αρειανικές αποφάσεις και ανεγνώρισε τον Αθανάσιο ως στύλο της Ορθοδοξίας και αυθεντικό εκφραστή της πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

……………………………………………

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και η Σύνοδος της Δρυός

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε το 403 μ.Χ. από τη λεγόμενη «Σύνοδο της Δρυός», η οποία συγκροτήθηκε υπό την επιρροή προσωπικών αντιπαθειών, πολιτικών πιέσεων και εκκλησιαστικών σκοπιμοτήτων.

Ο Χρυσόστομος δεν αποδέχθηκε ποτέ ότι η καθαίρεσή του ήταν κανονικώς έγκυρη. Αντιθέτως:

•συνέχισε να θεωρεί εαυτόν κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως,
 •συνέχισε το ποιμαντικό και διδακτικό του έργο,


•διατηρούσε σε κοινωνία μαζί του πλήθος πιστών και επισκόπων,


•παρέμεινε λειτουργικά ενεργός μέχρι τη βίαιη απομάκρυνση και εξορία του.


Η μεταγενέστερη εκκλησιαστική αποκατάστασή του και η αναγνώρισή του ως Οικουμενικού Διδασκάλου αποτελούν σαφή απόδειξη ότι η τότε καταδίκη του δεν θεωρήθηκε έγκυρη από τη συνείδηση της Εκκλησίας.

………………………………………………….

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Κατά τον 14ο αιώνα, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπέστη διωγμούς, φυλακίσεις και προσωρινές συνοδικές καταδίκες κατά τη διάρκεια των ησυχαστικών ερίδων.

Οι αντίπαλοί του, επηρεασμένοι από τη θεολογία του Βαρλαάμ και του Ακινδύνου, επεδίωξαν να παρουσιάσουν τη διδασκαλία του ως κακόδοξη.

 Παρά ταύτα, ο Παλαμάς:

•δεν αποδέχθηκε ότι είχε αποκοπεί από την Εκκλησία,


•συνέχισε να υπερασπίζεται δημοσίως την ορθόδοξη θεολογία,


•παρέμεινε ποιμαντικά και λειτουργικά ενεργός,


•τελικώς δικαιώθηκε πανηγυρικώς από τις συνόδους του 1347 και του 1351.


Η Εκκλησία τον ανεγνώρισε ως άγιο και ως αυθεντικό εκφραστή της ορθόδοξης εμπειρίας της θεώσεως.

…………………………………………………….

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι εκκλησιαστικές αντιδράσεις

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις για την ανάληψη του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Πολλοί αμφισβητούσαν τη μετάθεσή του και επιχειρούσαν να τον εκδιώξουν από την πόλη.

Παρά τις αντιδράσεις:

•λειτουργούσε κανονικά,

•κήρυττε ακαταπαύστως την ορθόδοξη πίστη,


•διοικούσε την Εκκλησία της Αναστάσεως,


•αγωνιζόταν κατά του αρειανισμού.


Η παραίτησή του δεν υπήρξε αναγνώριση αντικανονικότητας, αλλά θυσία χάριν της ειρήνης της Εκκλησίας.

……………………………………………..

Ο Μέγας Βασίλειος

Ο Μέγας Βασίλειος δεν υπέστη επίσημη καθαίρεση, όμως βρέθηκε υπό συνεχή πίεση από αρειανούς επισκόπους και την αυτοκρατορική εξουσία.

Μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό εκκλησιαστικό περιβάλλον:

•συνέχισε να ασκεί κανονικά τα επισκοπικά του καθήκοντα,


•χειροτονούσε επισκόπους,


•διατηρούσε ακέραιη την εκκλησιαστική διοίκηση,


•ενίσχυε τη συνοχή της Ορθοδοξίας.


…………………………………………….

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής καταδικάστηκε από μονοθελητικές συνόδους και υπέστη εξορία και βασανιστήρια.

Παρά τις καταδίκες:

•δεν αναγνώρισε την εγκυρότητα των αιρετικών αποφάσεων,


•συνέχισε να ομολογεί την πίστη,


•παρέμεινε σταθερός στην εκκλησιαστική αλήθεια μέχρι θανάτου.


Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος δικαίωσε πλήρως τη θεολογία του.

……………………………………………….

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης

Ο Θεόδωρος ο Στουδίτης αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές και πατριαρχικές παρεμβάσεις που θεωρούσε αντικανονικές.

Κατά τις περιόδους διωγμών και εξορίας:


συνέχισε τη λειτουργική ζωή,
διατήρησε την πνευματική καθοδήγηση των μοναχών,
υπερασπίσθηκε τους ιερούς κανόνες,
δεν αποδέχθηκε αντικανονικές επιβολές.


…………………………………………………

Ο Μάρκος ο Ευγενικός

Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός υπήρξε η κεντρική μορφή αντιστάσεως κατά της ψευδοένωσης Φερράρας–Φλωρεντίας.

Παρά τη συνοδική πίεση:

•συνέχισε να κηρύττει την Ορθοδοξία,


•δεν αποδέχθηκε αποφάσεις που θεωρούσε αντικανονικές και αντιπατερικές,
 •παρέμεινε σημείο αναφοράς της εκκλησιαστικής συνειδήσεως.


Η μεταγενέστερη ιστορική πορεία της Εκκλησίας δικαίωσε πλήρως τη στάση του.

……………………………………………………………..

Η κανονική και εκκλησιολογική αρχή

Τα παραδείγματα των Αγίων Πατέρων αποδεικνύουν ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία η κανονικότητα δεν ταυτίζεται μηχανικώς με κάθε συνοδική πράξη ή διοικητική απόφαση. Όταν μια καταδίκη πραγματοποιείται:

•χωρίς ορθή κανονική διαδικασία,


•χωρίς αληθή και αποδεδειγμένα κατηγορητήρια,


•υπό πολιτικές ή προσωπικές πιέσεις,


•ή σε αντίθεση προς το ορθόδοξο φρόνημα,


τότε η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι τέτοιες αποφάσεις δύνανται να αμφισβητηθούν και τελικώς να απορριφθούν από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος.

Για τον λόγο αυτό πολλοί άγιοι συνέχισαν να λειτουργούν, να ποιμαίνουν και να ασκούν τα αρχιερατικά τους καθήκοντα, θεωρώντας ότι παρέμεναν κανονικοί επίσκοποι της Εκκλησίας έως την τελική εκκλησιαστική κρίση.

………………………………………………………….

Η σύγχρονη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού

Η πρόσφατη υπόθεση του Μητροπολίτου Πάφου Τυχικού έχει προκαλέσει έντονο θεολογικό και κανονικό προβληματισμό στην Εκκλησία της Κύπρου και στον ευρύτερο ορθόδοξο χώρο.

Κατά την άποψη πολλών κληρικών, θεολόγων και πιστών, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα ως προς:

•την κανονική διαδικασία που ακολουθήθηκε,
την ύπαρξη σαφών και αποδεδειγμένων κατηγοριών,


•τη νομιμότητα της απομακρύνσεώς του από τον θρόνο


•και τη συμφωνία των ενεργειών αυτών με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζεται από υποστηρικτές του ότι ο Μητροπολίτης Τυχικός παραμένει ο κανονικός και νόμιμος Μητροπολίτης Πάφου μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη και αναμφισβήτητα κανονική εκκλησιαστική κρίση, συμφώνως προς την ακρίβεια των ιερών κανόνων και της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.

Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι σε περιόδους εκκλησιαστικών κρίσεων απαιτείται ιδιαίτερη διάκριση, κανονική ακρίβεια και αποφυγή βεβιασμένων ενεργειών, ώστε να διαφυλάσσεται η ενότητα της Εκκλησίας και η αλήθεια της κανονικής παραδόσεως.

…………………………………….

Συμπέρασμα

Η ιστορική εμπειρία της Ορθοδοξίας αποδεικνύει ότι πολλοί άγιοι Πατέρες υπέστησαν άδικες και αντικανονικές καθαιρέσεις, χωρίς όμως να παύσουν να θεωρούν εαυτούς κανονικούς επισκόπους της Εκκλησίας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης και άλλοι μεγάλοι Πατέρες συνέχισαν να αγωνίζονται υπέρ της Ορθοδοξίας, να λειτουργούν, να ποιμαίνουν και να υπερασπίζονται την εκκλησιαστική αλήθεια ακόμη και υπό διωγμό.

Η εκκλησιαστική ιστορία υπενθυμίζει ότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν εξαντλείται σε διοικητικές πράξεις, αλλά φανερώνεται μέσα από τη συμφωνία με την αποστολική παράδοση, τους ιερούς κανόνες και τη διαχρονική συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος.

Ομάδα Θεολόγων και Κληρικών Κύπρου

29/05/2026



Παρασκευή, Μαΐου 29, 2026

 

π. Εὐμένιος Σαριδάκης: Ὁ ταπεινὸς καὶ ὁ ὑπερήφανος...

π. Εὐμένιος Σαριδάκης
Ὁ ταπεινὸς ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἑαυτόν του, ὁ ὑπερήφανος ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους.
Ὁ ταπεινὸς γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του. Ὁ ὑπερήφανος δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του.
Ὁ ταπεινὸς δέχεται μὲ ὑπομονὴ ὅ,τι δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει καὶ περιμένει. Ὁ ὑπερήφανος θέλει νὰ γίνονται ὅλα ὅπως τὰ θέλει καὶ ὅταν τὰ θέλει.
Ὁ ταπεινὸς ἀναπαύεται καὶ ἀναπαύει. Ὁ ὑπερήφανος ἀναστατώνεται καὶ ἀναστατώνει.
Ὁ ταπεινὸς παίρνει ὅλα τὰ σφάλματα πάνω του. Ὁ ὑπερήφανος τὰ μεταβιβάζει στοὺς ἄλλους.
Ὁ ταπεινὸς δοξάζει καὶ εὐγνωμονεῖ τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα. Ὁ ὑπερήφανος δὲν εἶναι ποτὲ εὐχαριστημένος καὶ ὅλα τὸν ἐνοχλοῦν.
Ὁ ταπεινὸς θὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ὑπερήφανος θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἂν ἀγαπήσεις τὴν ταπεινοφροσύνη, θὰ γίνεις μερίδα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἀγαπήσεις τὴν ὑπερηφάνεια, θὰ γίνεις μερίδα τῶν δαιμόνων.
Ἡ ταπείνωση κάνει τὸν ἄνθρωπο θεό. Ἡ ὑπερηφάνεια ἔκανε τοὺς ἀγγέλους δαίμονες.
Ἡ ταπείνωση θὰ σοῦ ἀνοίξει τὶς πόρτες τοῦ Οὐρανοῦ, ἐνῶ ἡ ὑπερηφάνεια θὰ τὶς κλείσει.


 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. (†Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Παρθενομάρτυς Θεοδοσία, ὁσιομάρτυς Θεοδοσία καὶ Ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ 29η Μαΐου, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα σημαντική. Ἐὰν ἀνοίξουμε τὸ συναξάρι τῆς Ἐκκλησίας, θὰ δοῦμε ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται ἡ μνήμη δύο ἁγίων γυναικῶν οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ἴδιο ὄνομα· Θεοδοσία λέγεται ἡ μία, Θεοδοσία λέγεται καὶ ἡ ἄλλη.

* * *

Ἡ ἁγία παρθενομάρτυς Θεοδοσία ἡ ἐν Καισαρείᾳ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν τὴν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ τὴν ἔδεσαν. Μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τὴν ἔφεραν ἐμπρὸς στὸν ἄρχοντα Οὐρβανό. Αὐτὸς τὴν ἐπρόσταξε νὰ θυσιάσῃ στὰ εἴδωλα. Ἡ Θεοδοσία ἀρνήθηκε, καὶ τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ τὴ χτυπήσουν. Τὴν πλήγωσαν στὰ πλευρὰ καὶ τοὺς μαστοὺς καὶ ξέσχισαν ὅλο τὸ σῶμα της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέφερε σιωπηλὴ καὶ μὲ καρτερία ἡ νεαρὴ Θεοδοσία. Ὁ Οὐρβανὸς ἐπανέλαβε τὴν προσταγή, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε πάλι ἄκαμπτη. Τότε πλέον διέταξε νὰ τὴ ῥίξουν στὸ βυθὸ τῆς θαλάσσης, καὶ ἔτσι τερμάτισε τὸ μαρτύριό της νικήτρια.

* * *

Ἡ ἄλλη Θεοδοσία εἶνε ἡ ὁσιομάρτυς Θεοδοσία ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα. Αὐτὴ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Βασιλεύουσα σὲ ἄλλη ἐποχή, τὸν 8ο αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραμυττινοῦ (714 μ.Χ.). Ἦταν κόρη εὐσεβῶν καὶ πλουσίων γονέων. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας της ἡ μητέρα ὡδήγησε τὴν κόρη, ἡλικίας τότε 7 ἐτῶν, σὲ ἕνα μοναστήρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε μοναχή. Μετὰ τὸ θάνατο καὶ τῆς μητέρας της ἡ Θεοδοσία, ἀπὸ τὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, ἔφτειαξε τρεῖς εἰκόνες κοσμημένες μὲ χρυσὸ καὶ ἄργυρο· μία τοῦ Χριστοῦ, μία τῆς Παναγίας, καὶ μία τῆς ἁγίας Ἀναστασίας. Μοίρασε κατόπιν ὅλη τὴν περιουσία της σὲ φτωχοὺς καὶ ὀρφανά, καὶ ἄρχισε τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες της σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν τοποθεσία «Σκοτεινὸ Φρέαρ» καὶ στὴν λεγομένη «Ἄσπαρο Στέρνα».

Εἶχε συμπληρώσει ἐκεῖ 10 χρόνα ἀσκήσεως ὅταν, τὸ 716, ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὁ εἰκονομάχος αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔδιωξε ἀπὸ τὸ θρόνο βιαίως, μὲ ῥαβδιὰ καὶ μαχαίρια, τὸν ἅγιο πατριάρχη Γερμανό, ἐπειδὴ δὲν πειθαρχοῦσε στὶς διαταγές του κατὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καὶ ἀνέβασε στὸ θρόνο τὸν σύγκελλο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ, κάποιον Ἀναστάσιο, ποὺ συμφώνησε μὲ τὸν Ἴσαυρο καὶ πρόδωσε σὰν ἄλλος Ἰούδας τὸ γέροντά του. Προσπάθησε μάλιστα ὁ Λέων μὲ ἀπεσταλμένους του νὰ κατεβάσῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴ λεγομένη Χαλκῆ Πύλη τοῦ τείχους τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Τὰ κατάφερε, τὴν ξεκρέμασε; Ὄχι. Γιατί; Διότι ἀκούστηκε μιὰ φωνή· –Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν εἰκόνα! Ποιός φώναξε; ἱερεύς, ἱεροκήρυκας, θεολόγος, πατριάρχης; Ὄχι. Μιὰ γυναίκα! Ἦταν ἡ ἁγία Θεοδοσία, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες τόλμησε καὶ πῆγε ἐκεῖ, φώναξε καὶ διαμαρτυρήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἔπιασαν τὴ σκάλα, ὅπου εἶχε ἀνεβῆ ἕνας σπαθάριος γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν εἰκόνα, τὴν ἔρριξαν κάτω μαζὶ μ ̓ αὐτόν, καὶ πέφτοντας ὁ σπαθάριος σκοτώθηκε. Ἐν συνεχείᾳ ἦρθαν στὸ πατριαρχεῖο καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν εἰκονομάχο Ἀναστάσιο, τὸν ἀνάξιο διάδοχο τοῦ ἁγίου Γερμανοῦ. Τότε κάποιος, ποὺ τὶς εἶχε δεῖ στὴ Χαλκῆ Πύλη, τὶς ἀναγνώρισε, τὶς ὑπέδειξε, καὶ ἔτσι τὶς συνέλαβαν. Καὶ οἱ μὲν ἄλλες γυναῖκες ἀποκεφαλίσθηκαν ἀμέσως. Τὴν ὁσία Θεοδοσία ὅμως τὴ θανάτωσε ἕνας ἄγριος δήμιος μὲ πρωτοφανῆ τρόπο· πῆρε τὸ κέρατο ἀπὸ ἕνα κριάρι ἢ βόδι, τῆς τὸ ἔμπηξε καὶ διαπέρασε μ ̓ αὐτὸ τὸ λαιμό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα, 29 Μαΐου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Θεοδοσιῶν, ἔχουμε καὶ τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο ἑνὸς ἄλλου γεγονότος τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας.

29 Μαΐου 1453. Ἂν πιάσῃς παιδιὰ τοῦ γυμνασίου καὶ τοῦ λυκείου καὶ τὰ ρωτήσῃς «τί ἔγινε στὶς 29 Μαΐου;», δὲν θὰ ξέρουν νὰ σοῦ ποῦν. Ἂν τὰ ῥωτήσῃς γιὰ ἄλλα πράγματα, εἶνε πολὺ κατατοπισμένα, τὰ ξέρουν ὅλα. Ἄλλοτε ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἑωρταζόταν πένθιμα. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ ἄρχοντες, πήγαιναν στοὺς ναοὺς καὶ τελοῦσαν μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

29 Μαΐου 1453, ἡμέρα ἀποφράδα, θλιβερή, καταραμένη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ βασίλισσα τῶν πόλεων, ἔπεσε στὰ χέρια τοῦ Μωάμεθ καὶ τῶν Τούρκων. Τὴν πολιόρκησαν πολύ, καὶ τέλος μπῆκαν μέσα, πρωὶ – πρωὶ σὰν σήμερα. Δὲν εἶχε ἀκόμα τελειώσει ἡ λειτουργία γιὰ τὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοδοσίας. Σὲ κάποιο ναὸ τῆς Πόλεως ἑώρταζαν οἱ Βυζαντινοὶ τὴν ἑορτὴ τῆς παρθενομάρτυρος καὶ τῆς ὁσιομάρτυρος. Καὶ τότε ὁ Μωάμεθ μπῆκε μέσα.

Τὸ τί ἐπακολούθησε εἶνε ἀπερίγραπτο. Ἔβαλε φωτιά, ἔκαψε σπίτια, λήστεψε, λεηλάτησε, ξεκοίλιασε γυναῖκες, ἀτίμασε παρθένες, σκότωσε μικρὰ παιδιά. Προχώρησε, πῆγε στὴν Ἁγια-Σοφιά, ἔσπασε τὶς σιδερένιες πόρτες, μπῆκε μέσα, σκότωσε ὅσους εἶχαν καταφύγει στὴ μεγάλη ἐκκλησία, βάφτηκε ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ αἷμα, πλημμύρησε τὸ δάπεδο. Μουτζούρωσαν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἔβγαλαν τὰ μάτια τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, κατούρησαν –μὲ συγχωρεῖτε– στὶς κολυμβῆθρες. Τόλμησαν ἀκόμη κι ἀνέβηκαν πάνω στὴν ἁγία τράπεζα καὶ χόρευαν! Πέταξαν τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα! Ἀνέβηκαν σὰν καλικάντζαροι πάνω στὸν τροῦλλο τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καὶ ξερρίζωσαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Ὄργιο, φοβερὸ ὄργιο!…

29 Μαΐου ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀποφράδα ἐκείνη μέρα, πέρασαν χρόνια. Ἦταν ἡ συμφορὰ αὐτὴ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ γένους μας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ μόνη συμφορά. Ἦρθε ὕστερα καὶ μιὰ δεύτερη συμφορά, μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἄλλη συμφορὰ ποιά ἦταν· ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή. Λένε –συμφωνῶ κ ̓ ἐγώ–, ὅτι ἡ καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μεγάλη καταστροφή. Πάλι γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Καὶ τώρα; Τώρα… Δὲν τολμῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ἔρθῃ νέα συμφορά, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές. Θεέ μου Θεέ μου!

Καὶ οἱ Ἕλληνες; Ἀδιάφοροι… Τί θὰ μᾶς σώσῃ; Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οὔτε οἱ πολιτικοὶ οὔτε τὰ κόμματα οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ θεωροῦμε ἄξιο ἐμπιστοσύνης. Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ. Τὸ εἶπα, τὸ λέω, καὶ τὸ φωνάζω κατ ̓ ἐπανάληψιν· Ἕνα θὰ μᾶς σώσῃ· ἡ μετάνοια! Διότι ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ ἄρχοντες, ἔχουμε ἁμαρτήσει, καὶ γι ̓ αὐτὸ ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ἐὰν μετανοήσουμε, θὰ κάνῃ πάλι ὁ Θεὸς τὸ θαῦμα του· ἐὰν δὲν μετανοήσουμε, τότε πρέπει νὰ περιμένουμε κάποια νέα μεγαλύτερη συμφορά.

Αὐτὰ ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου. Τὴν παρθενομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, τὴν ὁσιομάρτυρα ἁγία Θεοδοσία, καὶ τὴν ἐπέτειο τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλεως. Γι ̓ αὐτὸ τέτοια μέρα ἔπρεπε νὰ τελοῦνται μνημόσυνα σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τοῦ μεγάλου ἥρωος καὶ πατριώτου καὶ Χριστιανοῦ, τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος πρὶν τὴν τελευταία ἡμέρα, τὴν προγουμένη τί ἔκανε; Κάτι ποὺ δὲν τὸ κάνει κανείς σήμερα. Πῆγε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας γιὰ τὴ θεία λειτουργία ξυπόλητος· γονάτισε, ἔκλαψε, παρακάλεσε τὸ Θεό· ζήτησε συγγνώμη ἀπ ̓ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα –ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του–, μὲ δάκρυα κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἀνέβηκε στὰ τείχη. Καὶ ἐκεῖ, σὰν λιοντάρι, ἀγωνίστηκε μέχρι τὴν τελευταία πνοή του. Αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ ὅλων τῶν χιλιάδων ἐκείνων Χριστιανῶν ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴν Ἅλωσι. Καὶ αἰωνία ἂς εἶνε ἡ μνήμη τῶν χιλιάδων καὶ ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν κατὰ τὴν φοβερὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἀπὸ ἕνα χειρότερο Μωάμεθ, νεώτερο τύραννο καὶ μισέλληνα, τὸν Κεμάλ.

Ἂς παρακαλέσουμε σήμερα τὸ Θεό, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Θεοδοσίας καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας, νὰ ἐλεήσῃ τὸ γένος μας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἀγρυπνία στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 29-5-1985 μὲ ἄλλο τίτλο.Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-5-2003, ἐπανέκδοσις 19-4-2026.