Κυριακή, Ιουλίου 12, 2026

 

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Άγιος Παΐσιος - Αποφθέγματα και λόγοι παρακλήσεως
ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
         Η αδιάκοπη ανάδειξη αγίων στο δισχιλιόχρονο διάβα της ιστορίας είναι το μόνιμο θαύμα στην Εκκλησία μας. Κάποιος μεγάλος ασκητής είχε πει πως όταν σταματήσουν να αναδεικνύονται άγιοι θα έρθει και το τέλος του κόσμου. Ο 20ος   αιώνας ανάδειξε μια πλειάδα νεοφανών αγίων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.

        Γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας και ονομάζονταν Αρσένιος Εζνεπίδης. Οι γονείς του Πρόδρομος και Ευλαμπία ήταν ευσεβείς άνθρωποι και είχαν άλλα οκτώ παιδιά. Το όνομά του το πήρε από τον επίσης νεοφανή άγιο, Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος του έδωσε το όνομά του για να τον αφήσει ως καλόγερο στο πόδι του, όπως είπε. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1924 έφυγε με την οικογένειά του στην Ελλάδα, ως πρόσφυγες. Βγήκαν στον Πειραιά και από εκεί πήγαν στην Κέρκυρα, όπου έμειναν στο κάστρο. Μετά ενάμισι χρόνο έφυγαν για την Ηγουμενίτσα και από εκεί στην Κόνιτσα, όπου εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Εκεί τελείωσε ο Αρσένιος το δημοτικό σχολείο και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Από παιδί τον ενθουσίαζε η μοναχική ζωή και συζητούσε με τους γονείς του το όνειρό του να γίνει μοναχός. Εν τω μεταξύ εργαζόταν σε ξυλουργείο και έμαθε την τέχνη του ξυλουργού. Ειδικεύτηκε στην κατασκευή φέρετρων.
      Το 1945 υπηρέτησε στο στρατό ως ασυρματιστής. Είχε την ατυχία να ζήσει και να πολεμήσει στον αδελφοκτόνο εμφύλιο (1945-1949). Συχνά έπαιρνε τη θέση οικογενειαρχών στρατιωτών πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, προτιμώντας να βλαφτεί ο ίδιος παρά εκείνοι που είχαν υποχρεώσεις. Απολύθηκε το 1949 και αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος για να πραγματοποιήσει την νεανική του επιθυμία να γίνει μοναχός. Όμως αναγκάστηκε να γυρίσει στην Κόνιτσα, για να αποκαταστήσει τις αδελφές του. Το 1950 γύρισε ξανά στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν στη Μονή Εσφιγμένου, όπου έλαβε την «ρασοευχή», παίρνοντας το πρώτο όνομα  Αβέρκιος. Έμεινε στη Μονή τέσσερα χρόνια και επέδειξε θαυμαστό ζήλο, υπακοή, ταπεινοφροσύνη και εργατικότητα. Μελετούσε συγγράμματα Πατέρων, και κύρια του Αββά Ισαάκ του Σύρου.
       Το 1954 εγκαταστάθηκε στην Μονή Φιλοθέου, όπου έγινε, το 1956, και η μοναχική κουρά του και έλαβε το όνομα Παΐσιος. Έμεινε στη Μονή ως το 1958, αλλά ύστερα από μια «εσωτερική πληροφόρηση» γύρισε και πάλι στην Κόνιτσα και εγκαταστάθηκε την Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο. Εκεί εργάστηκε πνευματικά μεταστρέφοντας πολλούς ετεροδόξους στην Ορθοδοξία και στηρίζοντας υλικά και πνευματικά τους ενδεείς της περιοχής. Έμεινε εκεί  τέσσερα χρόνια και απέκτησε τη φήμη του αγίου άνδρα.
       Το 1962 μετέβηκε στο Όρος Σινά, όπου μόνασε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Αγαπήθηκε πολύ από τους μοναχούς και τους Βεδουίνους, στους οποίους μοίραζε τρόφιμα και χρήματα, που κέρδιζε με το εργόχειρό του.
       Το 1964 επέστρεψε στο Άγιον Όρος, από όπου δεν έφυγε ποτέ ξανά. Εγκαταστάθηκες τη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων και έγινε υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα, με τον οποίο έμεινε ως το 1968.
       Το 1966 ασθένησε σοβαρά και νοσηλεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου του αφαιρέθηκε ο ένας πνεύμονας. Κατά το χρόνο ανάρρωσής του φιλοξενήθηκε στο Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Σουρωτής. Το 1967, όταν ανάρρωσε, πήγε ξανά στο Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε στα Κατουνάκια, στο Λαυριώτικο κελί του Υπατίου.  Το επόμενο έτος εγκαταστάθηκε στη Μονή Σταυρονικήτα και υπηρετούσε σε διάφορες χειρονακτικές εργασίες, παρ’ όλο το βεβαρυμμένο της υγείας του.
       Το 1979 μετακόμισε στη Μονή Κουτλουμουσίου και εγκαταστάθηκε στο εγκαταλειμμένο κελί της Παναγούδας. Εκεί φάνηκαν και τα πρώτα σημάδια της αγιότητάς του. Άρχισε η φήμη του να διαδίδεται παντού. Θεωρούνταν χαρισματικός μοναχός και προσέφευγαν σ’ αυτόν πλήθος βασανισμένων ανθρώπων για να πάρουν τις συμβουλές και τις ευλογίες του. Χιλιάδες μαρτυρίες επισκεπτών του βεβαιώνουν ότι ο Θεός τον είχε προικίσει με διορατικό και προορατικό χάρισμα. Διάβαζε τις ψυχές των επισκεπτών του σαν ανοιχτό βιβλίο! Δέχονταν χιλιάδες επιστολές, τις οποίες δεν προλάβαινε να διαβάσει. Επίσης οι πολυάριθμοι επισκέπτες του δημιουργούσαν πρόβλημα ησυχίας στους παρακείμενους μοναχούς, γεγονός που τον στεναχωρούσε πολύ.  
     Παρ’ όλο το βεβαρυμμένο καθημερινό του πρόγραμμα, δεν αμελούσε την ασκητική του ζωή. Νήστευε σκληρά, προσευχόταν αδιάκοπα και αναπαυόταν μόνο 2 με 3 ώρες την ημέρα.
       Τα προβλήματα υγείας του επιδεινώνονταν συνεχώς. Η σκληρή άσκηση και η άρνησή του να δεχτεί ιατρική βοήθεια επιδείνωσε σοβαρά την υγεία του. Το 1993 άρχισαν αιμορραγίες. Το Νοέμβριο πήγε στο Ησυχαστήριο της Σουρωτής. Εκεί ασθένησε σοβαρά. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαγνώστηκε κακοήθης όγκος στο παχύ έντερο. Δέχτηκε με ηρεμία την είδηση, ως εκπλήρωση παλιάς του επιθυμίας για την πνευματική του πρόοδο. Έλεγες συχνά «ο καρκίνος έβαλε στον παράδεισο χιλιάδες ανθρώπους». Στις 4 Φεβρουαρίου 1994 χειρουργήθηκε, αλλά λίγο καιρό μετά διαγνώστηκαν μεταστάσεις. Τον ταλαιπωρούσαν υψηλοί πυρετοί και δύσπνοια. Τέλος Ιουνίου 1994 οι γιατροί του  ανακοίνωσαν ότι έφτανε το τέλος του. Στις 11 Ιουλίου, εορτή της Αγίας Ευφημίας, κοινώνησε γονατιστός των Αχράντων Μυστηρίων και την επόμενη, 12 Ιουλίου, κοιμήθηκε. Το λείψανό του ενταφιάστηκε στο Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών.
      Ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος μυριάδων πιστών και άρχισαν να γράφονται εκατοντάδες βιογραφίες του και καταγραφή των λόγων του. Στην αλάνθαστη συνείδηση του πιστού ήταν άγιος. Τυπικά η αγιοκατάταξή του έγινε στις 13 Ιανουαρίου 2015 και η μνήμη του ορίστηκε να εορτάζεται στις 12 Ιουλίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.
      Ο νεοφανής άγιος Παΐσιος υπήρξε γνήσιος ενσαρκωτής του  ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους και μάλιστα θεωρείται από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης του σύγχρονου μοναχισμού στο Άγιο Όρος. Παράλληλα υπήρξε ζηλωτής της σώζουσας Ορθοδόξου πίστεως, στηλιτεύοντας με τον γνωστό μειλίχιο και ταπεινό ύφος του τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες, ιδιαιτέρως τη σύγχρονη παναίρεση του οικουμενισμού


Σάββατο, Ιουλίου 11, 2026

 

Ἡ συμφιλίωσις μὲ τὸν θάνατο: μάθημα πίστεως ἀπὸ τὸν Ἅγιο Παΐσιο

«Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», (2015) Βασιλικά Θεσσαλονίκης: Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος».
— Γέροντα, ἔγινε ἡ τελικὴ διάγνωσις. Ὁ ὄγκος ποὺ ἔχετε εἶναι καρκίνος, καὶ μάλιστα ἄγριος.
— Φέρε ἕνα μαντήλι νὰ χορέψω τὸ «Ἔχε γειὰ, καημένε κόσμε»! Ἐγὼ ποτὲ δὲν χόρεψα στὴν ζωή μου, ἀλλὰ τώρα, ἀπὸ τὴ χαρά μου ποὺ πλησιάζει ὁ θάνατος, θὰ χορέψω.
— Γέροντα, ὁ γιατρὸς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ γίνουν πρῶτα ἀκτινοβολίες, γιὰ νὰ συρρικνωθεῖ ὁ ὄγκος, καὶ μετὰ νὰ γίνῃ ἐπέμβασις.
— Κατάλαβα! Πρῶτα θὰ βομβαρδίσῃ ἡ ἀεροπορία καὶ μετὰ θὰ γίνῃ ἡ ἐπίθεσις! Λοιπόν, θὰ πάω ἐπάνω καὶ θὰ σᾶς φέρω νέα!...
Μερικοί, ἀκόμη καὶ γέροι, ἂν τοὺς πῇ ὁ γιατρὸς «θὰ πεθάνῃς» ἢ «πενήντα τοῖς ἑκατὸ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ζήσῃς», στεναχωριοῦνται. Θέλουν νὰ ζήσουν. Τί θὰ βγάλουν; Ἀπορῶ! Ἂν εἶναι κανείς νέος, ἐ, κάπως δικαιολογεῖται· ἀλλὰ ἕνας γέρος νὰ κάνῃ προσπάθεια νὰ ζήσῃ, αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω. Ἄλλο εἶναι νὰ κάνῃ μία θεραπεία, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ ἀντέξῃ κάπως τὸν πόνο. Δὲν θέλει, δηλαδή, νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του, ἀλλὰ θέλει μόνο νὰ εἶναι λίγο πιὸ ὑποφερτοὶ οἱ πόνοι καὶ νὰ αὐτοεξυπηρετεῖται, μέχρι νὰ πεθάνῃ· αὐτὸ ἔχει νόημα.


 

Ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, κρίνουμε εὔκολα...

Γέροντας Ἐφραὶμ Ἀριζόνας (1928-2019✞)
"ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν, πρῶτος βαλέτω λίθον" 
«Ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, μὲ πρῶτο ἐμένα, κρίνουμε εὔκολα. 
Γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, ἢ τὸν βλέπουμε ἁμαρτωλό, ἢ ἀκούσαμε ὅτι ἁμάρτησε, ἢ μᾶς τὸν κατηγόρησαν ἄλλοι, ἀμέσως ἀσυζητητὶ χωρὶς ἔλεγχο, χωρὶς βασανισμό, κατὰ πόσο εἶναι αὐτὸ ἀλήθεια ἢ ὄχι, ἀμέσως ρίχνουμε τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος καὶ τὸν χτυπᾶμε ἐφαρμόζοντας τὸν Μωσαϊκὸ νόμο.» 

 



 

Ἡ Αὐτοεκτίμηση ποὺ βλάπτει τὴ ψυχὴ

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
Ἀπάνθισμα Ἐπιστολῶν, Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου
Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας. Ἡ πρόοδος στὴν πνευματικὴ ζωὴ διακρίνεται μὲ τὴν ὁλοένα καὶ περισσότερη συναίσθησι τῆς μηδαμινότητός μας. Ἐνῶ ὅσο αὐξάνει ἡ ἐκτίμησις τοῦ ἑαυτοῦ μας σὲ κάτι, τόσο βαδίζουμε στὴν καταστροφή. Ὁ ἐχθρὸς θὰ τὸ ἐκμεταλλευθῆ αὐτό. Θὰ πλησιάση καὶ θὰ ἐπιχειρήση νὰ πετάξη κανένα πετραδάκι στὸν δρόμο μας γιὰ νὰ σκοντάψουμε. Μία ψυχὴ ποὺ δίνει στὸν ἑαυτὸ της ἀξία, μοιάζει μὲ τὸν κόρακα τοῦ Αἰσώπου ποὺ ἀκούγοντας τὶς κολακεῖες τῆς ἀλεποῦς γιὰ τὴν «ὡραία» του φωνή, ἄνοιξε τὸ στόμα καὶ τοῦ ἔπεσε τὸ τυρί…
Πόσο χρήσιμο θὰ ʼταν νὰ βρισκόταν κάποιος νὰ σᾶς κατηγορῆ. Νὰ χαίρεσθε , ἂν ποτὲ συμβῆ αὐτό. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο νὰ σᾶς ἐπαινοῦν ὅλοι καὶ κανεὶς νὰ μὴν σᾶς λέει τὴν ἀλήθεια. Εἶναι νομίζετε δύσκολο νὰ πλανηθῆ ἢ νὰ σκοντάψη κανείς; Ἀπέχετε πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτὸ σας ἅγιο καὶ ἄξιο νὰ συμβουλεύη τοὺς ἄλλους;.
Στὸ Κίεβο ἀσκήτευε κάποτε κάποιος μὲ πολλὴ νηστεία καὶ μόνωσι. Τὸν πολέμησε ὅμως ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἄλλα πάθη. Πῆγε λοὶπὸν καὶ ἐξωμολογήθηκε τοὺς λογισμούς του στὸν μακαριστὸ στάρετς Παρθένιο. Ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε χρήματα καὶ τὸν... ἔστειλε στὴν ἀγορὰ λέγοντας: «Ἀγόρασε κρέας καὶ φάγε τὸ μπροστὰ στοὺς ἄλλους». Ὁ ἀσκητὴς ἀκολούθησε τὴν συμβουλὴ τοῦ στάρετς καὶ ὅλοι οἱ πειρασμοὶ τοῦ φύγανε. Νὰ πῶς οἱ Πατέρες πολεμοῦσαν τὴν ὑπερηφάνεια. Σὺχνὰ νὰ ἐλέγχετε καὶ σεῖς τὸν ἑαυτὸ σας στὸ σημεῖο αὐτό. Γιατί δὲν εἶναι μικρὴ συμφορά… Λένε ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κλέφτης ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ σπίτι. Ἔρχεται συχνὰ σὲ συνεννόησι μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς κλέφτες, τοὺς ἀνοίγει πόρτες καὶ παράθυρα, κι ἐκεῖνοι μπαίνουν καὶ ἁρπάζουν κάθε θησαυρό.

Ἀγωνισθῆτε, ἐνῶ συναναστρέφεσθε μὲ ἄλλους καὶ φροντίζετε γιὰ τὶς βιοτικὲς ὑποθέσεις, συγχρόνως νὰ σκέπτεσθε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἔχετε τὴν συναίσθησι ὅτι βρίσκεται κοντά σας καὶ σᾶς κατευθύνει σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιὸ Του θέλημα. Ἔτσι δὲν θὰ διασπᾶσθε στὴν ἐσωτερική σας ἐργασία. Ἡ διάσπασις εἶναι ἡ πρώτη ἐπιτυχία τοῦ διαβόλου.Ἡ δεύτερη ἐπιτυχία του εἶναι ἡ προσκόλλησις τῆς καρδιᾶς σὲ κάτι τὸ γήινο καὶ ἡ αἰχμαλωσία τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν σκέψεων σ’ αὐτό. Αὐτὴ εἶναι χειρότερη ἐπιτυχία τοῦ ἐχθροῦ. Προσπαθῆστε ν’ ἀποδεσμεύεσθε ἀπὸ κάθε αἰχμαλωσία τῆς καρδιᾶς καὶ ἀπὸ κάθε διάσπασι τῆς ἐσωτερικῆς σας ἐργασίας. Ὁ τρόπος εἶναι ἕνας: Νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἡ προσοχὴ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὴν συναίσθησι τῆς παρουσίας Του. Οἱ ὑπερβολὲς δὲν ὁδηγοῦν ποτὲ σὲ καλό. Τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ κενοδοξία, ἡ πεποίθησις δηλαδὴ ὅτι εἶμαι κάτι. Τὸ δεύτερο εἶναι ἡ οἴησις, ἡ συναίσθησις δηλαδὴ τοῦ ὅτι ὄχι ἁπλῶς εἶμαι κάτι, ἀλλὰ κάτι σπουδαῖο ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν οἴησι γεννιέται πλῆθος ὑπερήφανων λογισμῶν, βδελυκτῶν στὸν Θεό. Ἡ αὐτογνωσία καὶ ἡ βίωσι τῆς μηδαμινότητός μας μπορεῖ ἐδῶ νὰ βοηθήση. Συχνὰ ἂς φέρνουμε στὴν μνήμη μας σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἂς κατακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας γιʼ αὐτά.

Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σᾶς εὐχαριστῶ πὸλὺ γιὰ τὴν πολύτιμη διδασκαλία σας. Ἁπλὴ καὶ βαθειά, σύντομη καὶ ὁλοκληρωμένη, μεστὴ καὶ ἀπέρριτη. Ἂς εὐλογήση ὁ Κύριος τοὺς ποιμαντικούς σας κόπους σ’ ὅλο τὸ πλάτος τους. Σᾶς δόθηκε ἡ χάρις ὄχι μόνο νὰ διδάσκετε, ἀλλὰ καὶ νὰ πράττετε. Ἂς σᾶς ἐνισχύη ὁ Κύριος νὰ ὑπηρετῆτε καρποφόρα τοὺς ἀδελφοὺς χριστιανούς.Ἐσεῖς βρίσκεσθε σὲ δρᾶσι. Γιὰ μένα ἦλθε ὁ καιρὸς νὰ παραδώσω τὰ ὅπλα. Ἐσεῖς εἶσθε ὁ ποιμένας ὁ καλός, ἐγὼ ὁ ἀρχιποιμένας ὁ ἄχρηστος. Γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου ἀδυνάτισα σωματικὰ καὶ ἀκόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλὸ δὲν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε ἀξιόλογο δὲν ἐλπίζεται. Μένει μόνο: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Εἴθε νὰ εὐδοκήση ὁ Κύριος, ἔστω κι αὐτὴ ἡ κραυγὴ νὰ βγαίνη μὲσ’ ἀπ’ τὴν καρδιά.

Νὰ καλλιεργῆτε μέσα σᾶς τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλάβεια ἐνώπιον τοῦ ἀπερίγραπτου μεγαλείου Του. Νὰ ἔχετε καρδιὰ συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη . Νὰ θεωρῆτε ὅλους ἀνώτερούς σας. Ν’ ἀγαπᾶτε τὴν σιωπή, τὴν μόνωσι, τὴν συνομιλία μὲ τὸν Κύριο, ποὺ θὰ γίνη χειραγωγὸς καὶ διδάσκαλός σας. Τὰ ἅγια δάκρυα ἀποτελοῦν ἐκδήλωση θείου ἐλέους καὶ ἀσφάλεια στὴν πνευματικὴ ξηρασία καὶ στὴν σκλήρυνσι τῶν αἰσθημάτων. Μὴν τὰ περιφρονῆτε καὶ μὴν τὰ διώχνετε. Τὰ ἁμαρτωλὰ δάκρυα προκαλοῦν οἴησι, ἀγαποῦν τὴν ἐπίδειξι καὶ παρέρχονται σύντομα. Ὅταν σᾶς πλησιάζη ἡ ὑπερηφάνεια διῶξτε τὴν καὶ τοποθετῆστε στὴν θέσι της τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ τὴν συντριβή.

Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἀπόρθητο φρούριό μας εἶναι ἡ ταπείνωσις. Δύσκολα τὴν ἀποκτᾶ κανείς. Μπορεῖ νὰ θεωρῆ ταπεινὸ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἔχη ἴχνος ἀπ’ αὐτή. Ὁ σωστότερος ἢ ὁ μοναδικὸς δρόμος γιὰ τὴν ταπείνωσι εἶναι ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἰδίου θελήματος. Χὼρὶς αὐτὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτύξη κανεὶς ἐσωτερικὰ ἑωσφορικὸ ἐγωισμό, παρὰ τὴν ἐξωτερικὴ ταπεινὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς ταπεινολογίες. Σταθῆτε λοὶπὸν καὶ ἀναρωτηθῆτε, ἂν ἔχετε ὑπακοὴ καὶ ἀπάρνησι τοῦ ἰδίου θελήματος.

Ἀγωνισθῆτε ν’ ἀποκτήσετε ταπείνωσι. Ἡ ταπείνωσις εἶναι εὐωδία Χριστοῦ καὶ ἔνδυμα Χριστοῦ. Γιὰ χάρι της ὅλα θὰ τὰ συγχωρήση ὁ Θεός. Δὲν θὰ ἐξετάση τὶς ἐλλείψεις ποὺ εἶχε ὁ ἀγώνας μας. Ἐνῶ χωρὶς ταπείνωσι καμιὰ ἄσκησι δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήση. Μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθῆ. Χωρὶς ὅμως αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο δὲν θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ μπῆ στὸν παράδεισο ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ταπεινούς.

Ἡ ταπείνωσις πρέπει ν’ ἀποτελῆ τὸ φόντο τῆς ζωῆς σας, ὅπως καὶ τοῦ καθενὸς ποὺ ζῆ εἰλικρινὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.

Ἀγωνισθῆτε στὸν ἑαυτὸ σᾶς μὲ ὅλες σας τὶς δυνάμεις καὶ ὁ Θὲὸς θὰ σᾶς βοηθήση. Ἔχετε σὰν σκὸπὸ ν’ ἀποκτήσετε «πνεῦμα συντετριμμένον», «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην» (Ψάλμ. 50, 19 ) . Ὅταν ὑπάρχουν αὐτά, σημαίνει ὅτι βρίσκεσθε σὲ καλὴ κατάστασι. Τότε ἔχετε τὴν σκέπη καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Τότε ἡ προσήλωσις στὸν Θὲὸ εἶναι σταθερὴ καὶ ἡ ἐνθύμησίς Του ἀδιάλειπτη.

Προσπαθῆστε νὰ παλέψετε μὲ τὸ εὐέξαπτο τοῦ χαρακτῆρος σας. Τὸ πάθος αὐτὸ ἐκδηλώνεται ὅταν κάποιος ἐνεργήση ἀντίθετα μὲ τὴν δική σας θέλησι, ἐπιθυμία ἢ ἐντολή. Ὅσὸ ὅμως ζῆ μέσα σας ἡ ὑπερηφάνεια τίποτε δὲν θὰ κατορθώσετε. Αὐτὴ ὅλα τὰ κυβερνᾶ. Ἂν μπορῆτε πετᾶξτε την πέρα ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ σας καὶ ἀπαγορέψτε της νὰ ξαναπαρουσιασθῆ. Νὰ σκέπτεσθε τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θανάτου εἶναι οἱ καλύτεροι διδάσκαλοι γιὰ τὴν θεραπεία τῶν παθῶν.

Εἴθε νὰ σᾶς διατηρήση ὁ Κύριος τὸ χάρισμα τῶν δακρύων γιὰ πάντα. Αὐτὰ μαλακώνουν τὴν καρδιὰ καὶ χαρίζουν τὴν κατάνυξι. Πρέπει ὅμως νὰ τὰ κρύβετε. Διότι ἡ ὑπερηφάνεια ὁλόγυρά τους περιφέρεται , ὅπως ὁ σκύλος γύρω ἀπὸ τὴν τροφή.


 

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ: «Ἡ διαμάχη μὲ τὸν Θεό»

Τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ
 
«Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ποὺ μὲ ἀπασχολοῦσαν ἦταν τὸ πῶς εἶναι ποτὲ δυνατόν νὰ ζήσεις “ἀναμαρτήτως” μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο. Γιατὶ ὅλες μας οἱ πράξεις εἶναι τόσο ἀσήμαντες, σὲ σχέση μὲ ὅσα ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο, στὸ τέλος, φαίνεται νὰ εἶναι ἁπλῶς ἀδύνατο καὶ οὐτοπικό.
»Καὶ κατὰ τὴ διαμονή μου στὸν Ἄθωνα, ὅπως συνέβαινε καὶ πρὶν νὰ γίνω μοναχός, κάποιες φορὲς ἡ προσευχή μου διεκόπτετο ἀπὸ “θεομάχους” λογισμούς.
»Θυμᾶμαι πόσο φοβερὰ βασανίσθηκα κάποτε ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀπὸ τὸ ὅτι δηλαδὴ δὲν κατόρθωσα οὔτε νὰ μὴν κατακρίνω μὲ τὶς σκέψεις, οὔτε νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι, οὔτε νὰ μὴν αἰσθάνομαι ἀντιπάθειες κτλ. Καὶ, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ κατόρθωσα, ἄρχισα μὲ τὸν Θεὸ ἕνα εἶδος “διαμάχης” τῆς τάξεως ποὺ θὰ λεχθεῖ παρακάτω.
»Ἔτσι, σὲ μία στιγμή, ἀπὸ τὴ μαρτυρική μου παράσταση μπροστὰ στὸ... κριτήριο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, παρὰ τὶς προσπάθειές μου, αἰσθάνθηκα τὴν ἄκρα ἀδυναμία μου νὰ παραμείνω στὸ πνεῦμα τῶν Ἐντολῶν Του. Καὶ θυμᾶμαι ποὺ πρόφερα τότε αὐτοὺς τοὺς ἄφρονες λόγους:
—«Μιλᾷς, λοιπόν, Ἐσύ γιὰ τὴν ἔσχατη καὶ φοβερὴ Κρίση! Ἀλλὰ πῶς ἄραγε θὰ κρίνεις Ἐσὺ ἐμένα; Ποῖο εἶναι τὸ δικό Σου τὸ Εἶναι; Ποιὲς εἶναι οἱ δικές Σου δυνατότητες καὶ ποιὲς οἱ δικές μου; Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος· ἂν δὲν κοιμηθῶ, ἂν δὲν φάω κτλ., θὰ πεθάνω! Κι ἂν κάποιος ἢ κάτι μὲ χτυπήσει, πάλι μπορῶ νὰ πεθάνω! Καὶ Ἐσύ, λοιπόν, θὰ κρίνεις ἐμένα;! Μὰ Ἐσὺ δὲν ἔχεις κὰν τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κρίνεις! Γιὰ νὰ εἶσαι δικός μου Κριτής, σύμφωνα μὲ κάθε ἔννοια δικαιοσύνης, ὀφείλεις πρῶτα Ἐσὺ ὁ Ἴδιος νὰ βρεθεῖς σὲ ὅμοιες μὲ μένα συνθῆκες. Ἐσύ, ὅμως, εἶσαι Ἄπειρος μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀνάρχου Εἶναί Σου. Ἐνῶ ἐγώ, μέσα στὴ φθαρτότητά μου, εἶμαι ὅμοιος μὲ τὸ σκουλήκι!...».
»Ἡ προσευχή μου ἀπευθυνόταν “γενικὰ” πρὸς τὸν Θεό. Καὶ, ἀφοῦ παρέμεινα ἀρκετὰ σ᾿ αὐτὴ τὴ “διαμάχη”, ξαφνικά, μοῦ ἔγιναν κατανοητὰ μέσα μου τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἔλαβα μέσα στὴν καρδιά μου τὴν ἑξῆς ἀπάντηση:
—«Ὁ Πατὴρ δὲν κρίνει καὶ δὲν καταδικάζει κανέναν, ἀλλὰ ὅλη τὴν ἐξουσία τῆς Κρίσεως τὴν ἔχει δώσει στὸν Υἱό Του, γιατί Αὐτὸς ἔγινε καὶ εἶναι Υἱὸς Ἀνθρώπου» (βλ. Ἰωάν. ε΄ 22 καὶ 27).
»Καὶ στὴ “διαμάχη” αὐτὴ μὲ τὸν Θεό, βγῆκα τελικὰ νικημένος· Ἐμένα θὰ μὲ κρίνει ὁ Ἄνθρωπος–Χριστός· Αὐτός, ποὺ ἐξεπλήρωσε τὸν Νόμο, Ἐκεῖνος ποὺ ἐδημιούργησε ὅλα αὐτά.
»Μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή πολλὲς φορὲς εἶχα διαβάσει αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀλλὰ ποτὲ μου δὲν τοὺς κατανόησα μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια.
»Ἔνιωσα ντροπή. Μεγάλη ἦταν καὶ ἡ συστολή μου· πάντοτε ζοῦσα σὲ συνθῆκες ποὺ ἦταν πολὺ εὐκολότερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ πέρασε ὅλη ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.
»Στ᾿ ἀλήθεια! Αὐτὸς ἔχει τὸ ἀπόλυτο δικαίωμα νὰ κρίνει ὅλον τὸν κόσμο. Κανένας δὲν Τὸν ξεπέρασε ποτὲ κατὰ τὰ παθήματά Του. Ἐξωτερικά, πολλοὶ μὲν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπέμειναν καὶ ὑπομένουν ἀκόμη καὶ τώρα φρικτὰ βασανιστήρια μέσα στοὺς θαλάμους τῶν συγχρόνων φυλακῶν, ἀλλὰ ποιοτικὰ ὁ δικός Του ᾅδης –ἕνας “ᾅδης ἀγάπης”!– εἶναι (καὶ θὰ εἶναι!) ὀδυνηρότερος ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων…».


 

Λόγοι ζωῆς καὶ πνευματικῆς σοφίας τοῦ Ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ (11 Ἰουλίου)
• «Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος δὲν ἀντιλαμβάνεται…»
«Ὅταν ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος διαπράττει τὴν ἁμαρτίαν, δὲν αἰσθάνεται τὰς συνεπείας αὐτῆς, ὅπως τὰς αἰσθάνεται ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος.
Ὁ σαρκικός, μὴ ἔχων ἀκόμη πεῖραν τῆς αἰωνίου ζωῆς τοῦ Πνεύματος, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεώς του μετὰ τὴν διάπραξιν τῆς ἁμαρτίας, διότι μένει πάντοτε εἰς πνευματικὸν θάνατον.
Ἀντιθέτως, ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, εἰς πᾶσαν κλίσιν τοῦ θελήματός του πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, βλέπει ἐντός του τὴν μεταβολὴν τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως, ἐξ αἰτίας τῆς μειώσεως τῆς χάριτος.»
• «Μὴ κρίνετε…»
«Νὰ εἶσθε πολὺ προσεκτικοί! Μὴν ἐπιτρέπετε εἰς κανέναν ἀρνητικὸν λογισμὸν νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν καρδίαν σας.
Μὴν ὑποτιμᾶτε τοὺς ἀρνητικοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχετε διὰ τὸν πλησίον, ὅταν εὑρίσκεσθε εἰς τὸ κελλίον σας.
Φυλάχθητε ἀπὸ κάθε λόγον ποὺ πληγώνει. Τοῦτο εἶναι πολὺ σημαντικόν...
Νὰ ἐνθυμεῖσθε καὶ τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ· «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.» (Λουκ. στ΄ 31)
Ἐὰν κρίνετε τοὺς ἄλλους διὰ ἀσήμαντα καὶ ἐξωτερικὰ πράγματα, θὰ χάσετε τὸ πᾶν.»
• «Τὸ νόημα τῆς ζωῆς…»
«Ἀλήθεια, ὅλον τὸ νόημα τῆς ζωῆς εὑρίσκεται εἰς τὸ νὰ ζῇ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία μας μὲ τὸν Θεόν· νὰ γίνῃ ὁ Θεὸς ἡ ζωὴ μας.»
• «Τὰ ὑπόλοιπα δὲν ἔχουν σημασία…»
«Δὲν μὲ φοβίζει οὔτε ὁ πόνος τῶν ἀνθρώπων, οὔτε τὰ παθήματά τους, οὔτε ὁποιεσδήποτε συμφοραὶ καὶ καταστροφαὶ ἐὰν συμβοῦν.
Ἕν μόνον μὲ τρομάζει, μὲ ἀπασχολεῖ·
Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου; Ποία εἶναι ἡ σχέσις του μὲ τὸν Θεόν; Ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὴν ψυχήν του εἰρήνη καὶ ἐλπίς.
Τὰ ὑπόλοιπα δὲν ἔχουν σημασία.»
• «Τὸ δογματικὸν καὶ ἀσκητικὸν θεμέλιον τῆς εὐχῆς "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με"»
«Ὁ Κύριος, κατὰ τὰς τελευταίας ὥρας τῆς μεθ’ ἡμῶν ζωῆς Αὐτοῦ, εἶπεν·
"Ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί Μου· αἰτεῖτε, καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη… Ἀμὴν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν Πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί Μου, δώσει ὑμῖν."
Οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν τὸ δογματικὸν καὶ ἀσκητικὸν θεμέλιον τῆς διὰ τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ προσευχῆς.»
• «Μετὰ διακρίσεως ἡ πνευματικὴ ἐργασία!»
«Εἶναι προτιμοτέρα ὀλίγη πνευματικὴ ἐργασία, ἀλλὰ μὲ εἰρήνην εἰς τὴν καρδίαν μας, παρὰ νὰ ἐπιδιώκωμεν πολλά καὶ νὰ χάνωμεν τὴν καρδιακὴν εἰρήνην.»
• «Ὅλα ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστό…»
«Δὲν διαβάζω ἐφημερίδας γιὰ νὰ ἰδῶ τί γίνεται…
διότι δὲν γίνεται τίποτε σωστό!
Ὅλα ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστόν εἶναι μία κουταμάρα.»
• «Γέροντα, διὰ τί εἶσθε τόσον χαρούμενος;»
Κάποτε ἠρώτησε μία κοπέλα τὸν Ἅγιον Σωφρόνιον:
— «Γέροντα, διὰ τί εἶσθε τόσον χαρούμενος;»
Καὶ ἐκεῖνος ἀπεκρίθη:
— «Παιδί μου, διότι ὅλην τὴν νύκτα ἔκλαιγα…»

Ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ


 

Μά ἐγώ παιδί μου τρώω ἐλιές

Κάποτε ὁ ἅγιος Παρθένιος βρέθηκε στόν Κρουσώνα καί φιλοξενήθηκε στό σπίτι ἑνός πολύ καλοῦ ἀνθρώπου πού ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τό μοναστήρι τοῦ Κουδουμᾶ κι εὐλαβοῦνταν πολύ τούς δύο ἁγίους πατέρες. Ἐπειδή ὁ ἁπλός ἐκεῖνος ἄνθρωπος δέν ἔτυχε ποτέ νά ἀκούσει πώς στό μοναστήρι οἱ πατέρες δέν ἔτρωγαν κρέας, γιά νά περιποιηθεῖ τόν ἅγιο Παρθένιο καί τόν μοναχό πού τόν συνόδευε ἔσφαξε τό καλύτερο ζωντανό του. Ὁ γέροντας γιά νά μήν λυπήσει τόν νοικοκύρη, πού μέ τόση ἀγάπη τούς φιλοξένησε, κάθισε στό τραπέζι κι ἔφαγε ὅτι τοῦ σέρβιραν. Ὁ μοναχός πού ἦταν μαζί του, ξέροντας πόσο αὐστηρός ἦταν ὁ γέροντας, τά ἔχασε ὅταν τόν εἶδε νά τρώει κρέας. Μέ τρόπο τότε ἔσκυψε καί τοῦ λέει σιγανά γιά νά μήν τούς ἀκούσουν…
Γέροντα, τρῶς κρέας; Ὁ γέροντας μέ φυσικότητα τοῦ ἁπαντά ψιθυριστά…– Ὄχι παιδί μου. Δέν τρώω κρέας. Ἐγώ ἐλιές τρώω. Ὁ μοναχός παραξενεύτηκε ἀπό τήν ἀπάντηση μά δέν ξαναμίλησε. Ὅταν ὅμως σηκώθηκαν ἀπό τό τραπέζι ἔπεσε τό βλέμμα του στό πιάτο τοῦ γέροντα. Βλέπει τότε ἔκπληκτος νά μήν... ὑπάρχουν κόκαλα παρά κουκούτσια ἀπό ἐλιές. Ὅταν βρέθηκαν μόνοι ὁ ἅγιος Παρθένιος εἶπε στόν μοναχό…– Φαντάζεσαι, παιδί μου, σέ πόσο δύσκολη θέση θά ἔφερνα αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἄν τοῦ ἔλεγα πῶς δέν τρώω κρέας; Σκέφτεσαι πόσο θά στενοχωριόταν ποῦ δέν θά μποροῦσε νά μᾶς φιλοξενήσει ὅπως ἤθελε; Θά πήγαιναν χαμένες ὅλες οἱ ἑτοιμασίες πού ἔκανε. Γι’ αὐτό κι ἐγώ προσευχήθηκα τήν ὥρα ἐκείνη στόν Θεό καί Τόν παρακάλεσα νά μήν ἐπιτρέψει νά γευθῶ τή νοστιμιά τοῦ ὡραίου αὐτοῦ φαγητοῦ ἀλλά νά νοιώθω τή γεύση πού ἔχουν οἱ ἐλιές. Ἔτσι κι ἔγινε. Ἐπέτρεψε ὅμως καί σ’ ἐσένα νά δεῖς αὐτό τό μεγάλο θαῦμα.


Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026

 

«ΡΕΪΚΙ: Μία ανορθόδοξη και ανορθολογική «Ενεργειακή Θεραπευτική». (Ιστορική προέλευση, θεωρητικές βάσεις, επιστημονική αξιολόγηση και ορθόδοξη θεολογική αποτίμηση)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 10η Ιουλίου 2026

ΡΕΪΚΙ: ΜΙΑ ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ «ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ»

(Ιστορική προέλευση, θεωρητικές βάσεις, επιστημονική αξιολόγηση και ορθόδοξη θεολογική αποτίμηση)

     Όπως έχουμε επανειλημμένως επισημάνει στις ανακοινώσεις μας, ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει μια πρωτοφανή πνευματική σύγχυση. Παρά τον καταιγισμό πληροφοριών που του προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να παραμένει πνευματικά αποπροσανατολισμένος, γεγονός που δεν συνάδει με τις πραγματικές δυνατότητες και τα επιτεύγματα της εποχής μας.

    Έχοντας απομακρυνθεί από τις πνευματικές, θρησκευτικές και ηθικές αρχές που δοκιμάστηκαν και καταξιώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, υιοθετεί συχνά αντιλήψεις και πρακτικές που η ιστορική εμπειρία έχει προ πολλού απορρίψει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναβίωση αρχαίων μορφών θρησκευτικότητας, κυρίως ειδωλολατρικού χαρακτήρα, οι οποίες, ενώ είχαν περιπέσει στη λήθη επί αιώνες, επανέρχονται σήμερα ως δήθεν απάντηση στην πνευματική αναζήτηση του σύγχρονου ανθρώπου.

      Παράλληλα, δεν περιορίζεται μόνο στην αναβίωση παρωχημένων θρησκευτικών σχημάτων, αλλά υιοθετεί ολοένα και περισσότερο έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται σε ανορθολογικές αντιλήψεις και πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η διάδοση των λεγόμενων «εναλλακτικών θεραπειών», δηλαδή θεραπευτικών μεθόδων εμπειρικού χαρακτήρα, οι οποίες προέρχονται είτε από πανάρχαιες δοξασίες είτε από τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής. Οι περισσότερες από αυτές διαπνέονται από μαγικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις και βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. Η αποτελεσματικότητά τους δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά και, σε αρκετές περιπτώσεις, η εφαρμογή τους μπορεί να αποβεί επιζήμια για την ανθρώπινη υγεία.

      Πέρα όμως από την επιστημονική τους ανεπάρκεια, οι πρακτικές αυτές βρίσκονται, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, σε πλήρη αντίθεση και προς την Ορθόδοξη πίστη. Δεν αποτελούν απλώς εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, αλλά ενσωματώνουν συγκεκριμένες θρησκευτικές και αποκρυφιστικές αντιλήψεις, λειτουργώντας ως δίοδοι εισαγωγής του αποκρυφισμού στις σύγχρονες κοινωνίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εντάσσονται στο ιδεολογικό και πνευματικό πλαίσιο της λεγόμενης «Νέας Εποχής του Υδροχόου», μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και εκφράζεται το σύγχρονο αποκρυφιστικό φαινόμενο.

      Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική η σχετική επισήμανση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Γεωργόπουλου: «Βασικός τρόπος έκφρασης και παρουσίας του άκρως αντιχριστιανικού φαινομένου της “Νέας Εποχής” στον χώρο της υγείας αποτελούν οι λεγόμενες ανορθόδοξες ή ενεργειακές “θεραπείες”, οι οποίες στερούνται επιστημονικού χαρακτήρα»[1].

     Μία από τις πλέον διαδεδομένες μορφές αυτών των «ενεργειακών θεραπειών» είναι το Ρέικι (Reiki), το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας μελέτης.

      Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν οι μορφές εναλλακτικής θεραπείας και πνευματικότητας, οι οποίες συχνά παρουσιάζονται ως ουδέτερες τεχνικές χαλάρωσης ή ως μέθοδοι ενεργειακής εξισορρόπησης. Ανάμεσά τους εξέχουσα θέση κατέχει το Ρέικι. Παρότι προβάλλεται ως μία απλή μέθοδος ευεξίας, η ιστορική του προέλευση, η φιλοσοφική του θεμελίωση και η πρακτική εφαρμογή του αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα με σαφές αποκρυφιστικό υπόβαθρο, ασυμβίβαστο προς την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη.

Τι είναι το Ρέικι;

     Το Ρέικι ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Ιάπωνα Μικάο Ουσούι (Mikao Usui). Η ονομασία του αποτελείται από δύο ιαπωνικά ιδεογράμματα: το Rei, που αποδίδεται ως «παγκόσμιο», «πνευματικό» ή «υπέρτατο», και το Ki, που σημαίνει «ζωτική ενέργεια».

Οι βασικές δογματικές αρχές του συστήματος είναι οι εξής:

  • η ύπαρξη μιας απρόσωπης συμπαντικής ζωτικής ενέργειας,
  • η θεωρία των ενεργειακών κέντρων (τσάκρα),
  • η εξισορρόπηση των ενεργειακών πεδίων,
  • η μύηση μέσω μεταδόσεως πνευματικής δύναμης,
  • η πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου μέσω ενεργειακών πρακτικών.

     Επομένως, το Ρέικι δεν αποτελεί απλώς μια θεραπευτική μέθοδο. Προϋποθέτει συγκεκριμένη κοσμολογική, ανθρωπολογική και πνευματική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου. Εκφράζει βασικές αρχές του νεοεποχίτικου αποκρυφισμού και λειτουργεί ως δίαυλος διάδοσης αποκρυφιστικών αντιλήψεων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπό την έννοια αυτή συνιστά ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αντλεί τις αντιλήψεις του κυρίως από τον βουδισμό, τον ινδουισμό, τον ταοϊσμό και το ευρύτερο κίνημα της Νέας Εποχής (New Age).

     Διαφωτιστική είναι αναφορά του χώρου: «Το Ρέικι έχει σκοπό να περιβάλλει με την θεική του ουσία τα μπλοκαρισμένα μας ενεργειακά κέντρα και να μας αφυπνίσει σταδιακά, ώστε να διευρύνουμε τη συνειδητότητά μας, πέρα από ό,τι εμείς θεωρούμε φυσιολογικό (…) να εμπιστευόμαστε την εσωτερική μας καθοδήγηση, αυτήν την εσωτερική μας φωνή που δεν προέρχεται από την προσωπικότητα, αλλά από τον Ανώτερο εαυτό μας και μας οδηγεί στην επίγνωση του ποιοι ακριβώς είμαστε»[2] Διαπιστώνουμε ξεκάθαρα μία κλασική νεοεποχίτικη ορολογία και θέσεις που βρίσκουμε στον ευρύτερο αποκρυφιστικό χώρο.

     Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξη της λεγόμενης «απρόσωπης συμπαντικής ενέργειας». Η σύγχρονη φυσική αναγνωρίζει και μελετά συγκεκριμένες μορφές ενέργειας, χωρίς να τεκμηριώνει την ύπαρξη κάποιας άγνωστης πνευματικής ή κοσμικής δύναμης, όπως αυτή περιγράφεται στο Ρέικι. Ομοίως, δεν υφίσταται επιστημονική τεκμηρίωση για την ύπαρξη «ενεργειακών κέντρων» (τσάκρα) ούτε για τη θεραπευτική δράση της υποτιθέμενης «εξισορρόπησης» της ροής μιας τέτοιας ενέργειας.

     Κατά συνέπεια, οι θεμελιώδεις αρχές του Ρέικι δεν στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, αλλά προέρχονται από θρησκευτικές και μεταφυσικές αντιλήψεις των ανατολικών θρησκευμάτων, οι οποίες συνδέονται με μαγικές και αποκρυφιστικές πρακτικές.

Η θεραπευτική πρακτική του Ρέικι

     Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ρέικι, οι ασθένειες οφείλονται στη διαταραχή της ομαλής ροής της λεγόμενης «συμπαντικής ζωτικής ενέργειας» μέσα στον άνθρωπο. Σκοπός της θεραπευτικής διαδικασίας είναι η αποκατάσταση της υποτιθέμενης ενεργειακής ισορροπίας, ώστε ο οργανισμός να ενεργοποιήσει τις φυσικές του θεραπευτικές δυνατότητες.

      Με άλλα λόγια, το Ρέικι επιδιώκει να «εναρμονίσει» τον άνθρωπο με μια απρόσωπη κοσμική δύναμη, η οποία, κατά τη σχετική διδασκαλία, παύει να ρέει ομαλά εξαιτίας σωματικών, ψυχικών ή πνευματικών διαταραχών. Η θεραπεία θεωρείται ότι επιτυγχάνεται μέσω της επαναφοράς της ομαλής ροής αυτής της ενέργειας.

      Για την πραγματοποίηση της θεραπείας απαιτείται ο λεγόμενος «θεραπευτής Ρέικι», ο οποίος, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του συστήματος, δεν θεραπεύει με δική του δύναμη, αλλά λειτουργεί ως αγωγός της συμπαντικής ενέργειας. Η ενέργεια αυτή υποτίθεται ότι διοχετεύεται στον θεραπευόμενο μέσω της επιθέσεως των χεριών.

     Κατά τη συνεδρία, ο θεραπευτής τοποθετεί τα χέρια του ελαφρά πάνω ή λίγο πάνω από το σώμα του δέκτη, σε συγκεκριμένα σημεία που αντιστοιχούν στα λεγόμενα «ενεργειακά κέντρα» (τσάκρα). Σκοπός είναι η μετάδοση της «ζωτικής ενέργειας», ώστε να επιτευχθεί βαθιά χαλάρωση, μείωση του άγχους και ενεργοποίηση της φυσικής ικανότητας του οργανισμού για αυτοΐαση.

Η μύηση στο Ρέικι

     Η συμμετοχή στο Ρέικι δεν περιορίζεται στην εκμάθηση ορισμένων τεχνικών. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ειδική τελετή της μύησης (attunement), κατά την οποία ο δάσκαλος θεωρείται ότι «ανοίγει» τα «ενεργειακά κανάλια» του μαθητή, ώστε αυτός να μπορεί πλέον να δέχεται και να μεταδίδει τη συμπαντική ενέργεια.

     Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και ο έντονα θρησκευτικός χαρακτήρας του συστήματος. Η μύηση δεν αποτελεί μια απλή εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά τελετουργική πράξη, μέσω της οποίας ο μυούμενος εισάγεται σε μία νέα πνευματική πραγματικότητα.

     Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ρέικι, ο δάσκαλος:

  • ανοίγει τα ενεργειακά κανάλια του μαθητή,
  • μεταδίδει ιδιαίτερη πνευματική δύναμη,
  • ενεργοποιεί συγκεκριμένα μυστικά σύμβολα,
  • εισάγει τον μυούμενο σε «νέα κατάσταση πνευματικής συνείδησης».

     Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η μύηση έχει σαφώς θρησκευτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή διαδικασία εκπαίδευσης ή προσωπικής ανάπτυξης.

     Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του χώρου προβάλλουν διαφορετική εικόνα. Σε σχετικό έντυπο αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το Ρέικι είναι μία καθαρή θεραπευτική ενέργεια και δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε θρησκεία ή κοσμοθεωρία, ούτε ανταγωνίζεται άλλης μορφής θεραπευτικές αγωγές»[3].

     Η διαβεβαίωση αυτή, όμως, δεν ανταποκρίνεται στα ίδια τα χαρακτηριστικά του συστήματος. Η ύπαρξη μύησης, μυστικών συμβόλων, ειδικής τελετουργίας και συγκεκριμένης διδασκαλίας περί πνευματικών δυνάμεων αποκαλύπτει ότι το Ρέικι υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας ουδέτερης «θεραπευτικής» τεχνικής.

      Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η σχετική παρατήρηση του καθηγητή π. Βασιλείου Γεωργόπουλου, ο οποίος επισημαίνει ότι η γένεση του Ρέικι συνδέεται άμεσα με μία διαδικασία έντονης θρησκευτικής αναζήτησης του ιδρυτή του, Mikao Usui. Η διαδικασία αυτή περιλάμβανε διαλογισμό, νηστεία, προσευχή, μελέτη ιερών κειμένων ανατολικών θρησκειών, παραμονή σε βουδιστικό μοναστήρι και ασκητική απομόνωση στο ιερό όρος Κουριγιάμα της Ιαπωνίας, όπου, σύμφωνα με την παράδοση του ίδιου του συστήματος, ο Usui έλαβε αποκαλυπτική εμπειρία κατά την οποία του φανερώθηκαν ιερά σανσκριτικά σύμβολα[4].

     Η ίδια η ιστορική προέλευση του Ρέικι καταδεικνύει ότι πρόκειται για ένα σύστημα με έντονο θρησκευτικό και αποκρυφιστικό υπόβαθρο και όχι για μία ουδέτερη μέθοδο ευεξίας.

Η μυστικότητα των μυήσεων

     Οι ίδιες οι εκδόσεις του Ρέικι αναγνωρίζουν ότι η μύηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της πρακτικής. Σε σχετικό εγχειρίδιο αναφέρεται: «Η ενέργεια Ρέικι διοχετεύεται από το Σύμπαν και περνά μέσα από τον διοχετευτή που λειτουργεί σαν κανάλι. Για να γίνει κανείς “κανάλι” της ενέργειας Ρέικι πρέπει να έχει λάβει τις αντίστοιχες μυήσεις από κάποιον μυημένο “Ρέικι Μάστερ”».

     Εξίσου αποκαλυπτικές είναι και οι αναφορές στη μυστικότητα των συμβόλων: «Οι μυήσεις στο Ρέικι είναι μυστικές. Τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στις μυήσεις είναι μυστικά και μόνο οι μυημένοι μπορούν να τα χρησιμοποιούν σωστά».

    Η ύπαρξη μυστικών συμβόλων, αποκλειστικής γνώσης και τελετουργικής μετάδοσης πνευματικής δύναμης αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μυητικών θρησκειών και των αποκρυφιστικών συστημάτων.

    Αξιοσημείωτη είναι και η παρατήρηση γνωστού δασκάλου του Ρέικι ότι τα σύμβολα του δεύτερου βαθμού απαντούν ήδη στον αρχαίο Σιντοϊσμό και στον Βουδισμό, γεγονός που επιβεβαιώνει την άμεση σύνδεσή τους με τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής.

    Όταν, μάλιστα, ερωτήθηκε γιατί επικρατεί τόση μυστικότητα γύρω από το Ρέικι, απάντησε χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί ανοιχτά με ανθρώπους που δεν είναι μυημένοι».

    Η παραδοχή αυτή αποκαλύπτει ότι το Ρέικι δεν λειτουργεί ως ανοικτή θεραπευτική μέθοδος, αλλά ως κλειστό μυητικό σύστημα με διαβαθμίσεις γνώσης και πνευματικής εξουσιοδότησης, στοιχείο που το διαφοροποιεί ουσιωδώς από κάθε επιστημονική θεραπευτική πρακτική

Τα λεγόμενα «ενεργειακά φαινόμενα»

     Στη σχετική βιβλιογραφία του Ρέικι γίνεται συχνά λόγος για διάφορα φαινόμενα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια ή μετά τη μύηση. Οι υποστηρικτές του συστήματος τα χαρακτηρίζουν ως «ενεργειακές εμπειρίες» ή «παρενέργειες της ενεργοποίησης της ενέργειας».

     Ο καθηγητής π. Βασίλειος Γεωργόπουλος παραθέτει χαρακτηριστικό απόσπασμα από εγχειρίδιο του Ρέικι, στο οποίο αναφέρεται: «Μετά τη μύηση μπορεί τα χέρια μας, η σπονδυλική στήλη ή τα τσάκρα μας να αρχίσουν να ζεσταίνονται ή να καίνε. Μπορεί να αρχίσουμε να νιώθουμε πράγματα που ποτέ δεν είχαμε αισθανθεί πριν. Μερικοί μπορεί να αρχίσουν να διακρίνουν αύρες, να ακούν νέους ήχους ή να αντιλαμβάνονται άγνωστες οσμές»[5].

     Οι συγγραφείς των σχετικών εγχειριδίων αντιμετωπίζουν τα φαινόμενα αυτά ως φυσιολογική συνέπεια της μύησης και προτρέπουν τους μαθητές να μην ανησυχούν, θεωρώντας τα απλές εκδηλώσεις της ενεργοποίησης της «συμπαντικής ενέργειας».

      Ωστόσο, από ορθόδοξη θεολογική σκοπιά, οι εμπειρίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητα θετικές ή πνευματικά ασφαλείς. Η Εκκλησία αντιμετώπισε διαχρονικά με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε εμπειρία που υπόσχεται υπεραισθητές αντιλήψεις ή ασυνήθιστες πνευματικές καταστάσεις έξω από τη μυστηριακή της ζωή. Η ορθόδοξη ασκητική παράδοση διδάσκει ότι οι αισθητές ή υπερφυσικές εμπειρίες δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο της παρουσίας της θείας χάριτος και απαιτούν πάντοτε διάκριση.

      Η πνευματική ζωή, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν στηρίζεται στην αναζήτηση εντυπωσιακών εμπειριών ούτε στην επιδίωξη ιδιαίτερων πνευματικών αισθήσεων, αλλά στην ταπείνωση, τη μετάνοια, την προσευχή και τη συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Οι μαρτυρίες περί «πνευμάτων θεραπείας»

     Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλούν ορισμένες μαρτυρίες που δημοσιεύονται από ανθρώπους οι οποίοι ασχολήθηκαν με το Ρέικι. Ο π. Βασίλειος Γεωργόπουλος παραθέτει τη μαρτυρία γυναίκας η οποία, μετά από συστηματική ενασχόληση με το Ρέικι, άρχισε να βιώνει μία ιδιόμορφη εσωτερική εμπειρία. Όπως η ίδια αναφέρει, αισθανόταν ότι μέσα της μιλούσε μία φωνή την οποία δεν μπορούσε να ελέγξει. Όταν επικοινώνησε με τον θεραπευτή της, εκείνος φέρεται να της απάντησε: «Αυτό είναι θαυμάσιο. Έχετε επιλεγεί από τα πνεύματα θεραπείας του Ρέικι. Θα είναι πλέον οι σύντροφοί σας»[6]!

      Η συγκεκριμένη μαρτυρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποκαλύπτει ότι, σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους του Ρέικι, γίνεται λόγος όχι απλώς για κάποια απρόσωπη ενέργεια, αλλά και για πνευματικές οντότητες που συνοδεύουν ή καθοδηγούν τον θεραπευτή.

      Η αναφορά αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον συχνά επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι το Ρέικι αποτελεί απλώς μία ουδέτερη τεχνική χαλάρωσης ή φυσικής θεραπείας. Αντίθετα, αναδεικνύει την ύπαρξη στοιχείων που παραπέμπουν σε ευρύτερες αποκρυφιστικές αντιλήψεις περί επικοινωνίας με πνευματικές δυνάμεις.

      Ασφαλώς, η Εκκλησία δεν αποφαίνεται για κάθε προσωπική εμπειρία ούτε αποδίδει αυτομάτως κάθε ασυνήθιστο φαινόμενο σε δαιμονική ενέργεια. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι κάθε πνευματική πρακτική η οποία επιδιώκει την επικοινωνία με άγνωστες πνευματικές δυνάμεις ή υπόσχεται υπερφυσικές δυνατότητες ανεξάρτητα από τη χάρη του Θεού εγκυμονεί σοβαρούς πνευματικούς κινδύνους.

     Για τον λόγο αυτό η ορθόδοξη πνευματική παράδοση αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη κάθε μορφή μυστικής μύησης ή επίκλησης πνευματικών δυνάμεων που δεν έχει ως κέντρο το πρόσωπο του Τριαδικού Θεού και τη ζωή της Εκκλησίας και οι οποίες, σύμφωνα με την διδασκαλία της, είναι δαιμονικές.

Η ορθόδοξη θεολογική αξιολόγηση

     Από όσα προηγήθηκαν καθίσταται σαφές ότι το Ρέικι δεν αποτελεί απλώς μία εναλλακτική θεραπευτική μέθοδο. Οι θεωρητικές του προϋποθέσεις, η διαδικασία της μύησης, η χρήση μυστικών συμβόλων και η επίκληση μιας απρόσωπης πνευματικής ενέργειας αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο θρησκειοφιλοσοφικό σύστημα.

     Ως εκ τούτου, η αξιολόγησή του δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στην εξέταση της ενδεχόμενης θεραπευτικής αποτελεσματικότητας των πρακτικών του. Το ουσιώδες ζήτημα αφορά το θεολογικό του υπόβαθρο και τις πνευματικές προϋποθέσεις που αυτό εισάγει.

     Από ορθόδοξη σκοπιά, κάθε διδασκαλία που θεμελιώνει τη σωτηρία, τη θεραπεία ή την πνευματική ολοκλήρωση του ανθρώπου σε απρόσωπες κοσμικές ενέργειες, σε μυητικές τελετές ή σε τεχνικές ενεργοποίησης υπερφυσικών δυνάμεων βρίσκεται εκτός του εκκλησιαστικού βιώματος και της αποκαλυφθείσας αλήθειας της Εκκλησίας.

      Για τον λόγο αυτό, το Ρέικι δεν μπορεί να θεωρηθεί πνευματικά ουδέτερο ούτε συμβατό με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Η συμμετοχή σε αυτό συνεπάγεται, σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά, την αποδοχή βασικών αντιλήψεων οι οποίες προέρχονται από θρησκευτικά και αποκρυφιστικά συστήματα ξένα προς την παράδοση της Εκκλησίας.

Συμπεράσματα

     Η εξέταση της ιστορικής προέλευσης, των βασικών διδασκαλιών και της πρακτικής εφαρμογής του Ρέικι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μία απλή μέθοδο χαλάρωσης ή συμπληρωματικής θεραπείας, αλλά για ένα ολοκληρωμένο θρησκευτικό και κοσμοθεωρητικό σύστημα.

     Η διδασκαλία του θεμελιώνεται στην ύπαρξη μιας απρόσωπης «συμπαντικής ενέργειας», η οποία, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, μπορεί να διοχετεύεται μέσω ειδικής μύησης και συγκεκριμένων τεχνικών. Η αντίληψη αυτή προέρχεται από τις ανατολικές θρησκείες και τον σύγχρονο εσωτερισμό και δεν έχει καμία σχέση με τη χριστιανική διδασκαλία περί του Θεού, της θείας χάριτος και της σωτηρίας.

      Παράλληλα, η διαδικασία της μύησης, η χρήση συμβόλων, οι πρακτικές ενεργειακής θεραπείας και οι αναφορές σε πνευματικούς οδηγούς ή «θεραπευτικά πνεύματα» φανερώνουν ότι το Ρέικι δεν αποτελεί μία ουδέτερη τεχνική, αλλά εισάγει τον άνθρωπο σε μία διαφορετική πνευματική θεώρηση της πραγματικότητας.

     Από επιστημονικής πλευράς, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της υποτιθέμενης «συμπαντικής θεραπευτικής ενέργειας» ούτε να τεκμηριώνουν ότι το Ρέικι δρα πέρα από τους γνωστούς ψυχολογικούς μηχανισμούς, όπως η χαλάρωση, η προσδοκία του θεραπευτικού αποτελέσματος (placebo) και η υποστηρικτική σχέση θεραπευτή και θεραπευομένου.

     Από ορθόδοξη θεολογική άποψη, η θεραπεία του ανθρώπου δεν αποτελεί αποτέλεσμα χειρισμού κάποιας κοσμικής ενέργειας ούτε προϊόν μυστικών τεχνικών. Η θεραπεία νοείται ως καρπός της χάριτος του Θεού, η οποία ενεργεί ελεύθερα μέσα στη ζωή της Εκκλησίας και συνδέεται με τη μετάνοια, τη συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια, την προσευχή και την ασκητική ζωή.

     Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την επιστημονική ιατρική ούτε αρνείται κάθε μορφή συμπληρωματικής φροντίδας που έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα και δεν συγκρούεται με την πίστη της. Αντιθέτως, διακρίνει με σαφήνεια ανάμεσα στις επιστημονικά τεκμηριωμένες θεραπευτικές πρακτικές και στις μεθόδους που στηρίζονται σε θρησκευτικές ή αποκρυφιστικές αντιλήψεις.

     Για τον λόγο αυτό, η ενασχόληση με το Ρέικι δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την ορθόδοξη χριστιανική ζωή. Η συμμετοχή στις μυητικές του διαδικασίες προϋποθέτει, άμεσα ή έμμεσα, την αποδοχή μιας κοσμοθεωρίας διαφορετικής από εκείνη που αποκαλύπτει η Αγία Γραφή και βιώνει η Εκκλησία.

     Η ποιμαντική αντιμετώπιση των ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί με το Ρέικι οφείλει να χαρακτηρίζεται από διάκριση, αγάπη και σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο. Σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι η καταδίκη των προσώπων αλλά η κατάδειξη της πλάνης, η μαρτυρία της αλήθειας και η πρόσκληση κάθε ανθρώπου στην εν Χριστώ ζωή, η οποία προσφέρει την αυθεντική θεραπεία και την αληθινή κοινωνία με τον Θεό.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών



[5] Όπου ανωτέρω

 

Ἡ καλουμένη «ἐκκλησιολογικὴ βάση» λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε.

  

Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Σὲ κείμενο ποὺ δημοσιεύτηκε στὴ Romfea.gr (3/12/2021), τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Μεσσηνίας: «Ὁ οἰκουμενικὸς ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ ΠΣΕ», ἀναφέρονται μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤδη γιὰ μία δεκαετία (1938-1948), εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ἕνα οὐσιαστικὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἐτίθετο κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους – μέλη, καὶ τὸ ὁποῖο ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Τὸ 1950, στὴ Δήλωση τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, στὸ Τορόντο τοῦ Καναδᾶ, δόθηκε ἡ ἀπάντηση, μὲ τὸ κείμενο: «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα ἀποτελεῖ τὸ πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἐνῷ ἡ Α΄ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Ἄμστερταμ (1948) τὸ εἶχε θέσει ἐπίσημα ὡς ἐρώτημα».

Στὴ Δήλωση τοῦ Τορόντο, δόθηκε ὅμως ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ ἐκκλησιολογικὴ βάση; Καὶ μόνη ἡ ὀνομασία «ἐκκλησιολογικὴ βάση» στὰ πλαίσια τοῦ συνονθυλεύματος τοῦ Π.Σ.Ε., μὲ τὴν πνιγηρὴ παρουσία τόσων αἱρετικῶν κοινοτήτων καὶ ὁμάδων, ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικῆ στρέβλωση. Ἀποτελεῖ ὄντως ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο, τὸ πλέον ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τοῦ Π.Σ.Ε.; Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ “ἐκκλησιολογικὴ ταυτότητα” τοῦ Π.Σ.Ε.;

Αὐτὰ ποὺ καταγράφουν οἱ κληθεῖσες “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο”, δίνουν τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτά. Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», τιτλοφορεῖται «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», μὲ τίτλο ποὺ δεικνύει ὅτι ἄλλο ἡ Ἐκκλησία καὶ ἄλλο οἱ Ἐκκλησίες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.

Ἂν αὐτὸ τὸ συσχετίσει κανεὶς μὲ τὴν καλούμενη “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση” τῆς “Δήλωσης τοῦ Τορόντο” ἡ ὁποία τονίζει ὅτι, “οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεὶ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας”*, αὐτόματα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὸ μέγεθος τῆς ἐκκλησιολογικῆς στρέβλωσης.

Ἡ προϋπόθεση αὐτὴ ὑποδεικνύει καθοδηγητικὰ μὲ τὸν τονισμὸ “περιεκτικότερο”, σὲ ποιὰ Ἐκκλησία ἔχει μεγαλύτερη σημασία νὰ ἀνήκουν τὰ μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. Ὑπογράφοντας καὶ ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ὅτι δὲν ἔχει τόση σημασία νὰ ἀνήκομε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι περιεκτικότερο νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἀναιρεῖ ἢ δὲν ἀναιρεῖ αὐτὴ ἡ προϋπόθεση – παραδοχή, τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων; Μπορεῖ νὰ προβληθεῖ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι δόθηκε ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀφοροῦσε τὴ φύση καὶ τὴν ἐκκλησιολογικὴ βάση λειτουργίας τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Αυτό ποὺ ἐπισημαίνεται μὲ τὸ «περιεκτικότερο» στὴ Δήλωση, αὐτόματα ὑποβαθμίζει τὸ γεγονὸς νὰ ἀνήκεις στὴν ἴδια σου τὴν ἐκκλησία.

Στὴν παράγραφο 5 τῆς Δήλωσης αὐτῆς ἀναφέρεται ὅτι, “Οἱ ἐκκλησίες – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας”*. Ποιὰ ἀναγνώριση στοιχείων ἀληθοῦς ἐκκλησίας μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε γιὰ παράδειγμα στὶς αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες τῶν Πεντηκοστιανῶν, τῶν Λουθηρανῶν, τῶν Μεθοδιστῶν καὶ λοιπῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων τοῦ Π.Σ.Ε.;

Στὴν παράγραφο 8 τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ἀναφέρεται ὅτι “οἱ ἐκκλησίες – μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωή τῶν ἐκκλησιῶν”*. Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὶς “πνευματικὲς” σχέσεις μὲ αἱρετικὲς κοινότητες καὶ ὁμάδες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., ὄπως γιὰ παράδειγμα μὲ τὶς καλούμενες “ἐκκλησίες” τῶν Μεννονιτῶν σὲ Γερμανία καὶ Ὁλλανδία, τὶς ποικίλες “ἐκκλησίες” τῶν Μεθοδιστῶν, τὶς λεγόμενες “Ἀναμορφωμένες Χριστιανικὲς ἐκκλησίες” στὴ Σερβία, Μαυροβούνιο καὶ Σλοβακία μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε.;

“Διὰ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι φθάνουν εἰς τὸν τελικὸν σκοπὸν καὶ τὸ τελικὸν νόημα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως σὲ ὅλους τούς κόσμους»** παρατηρεῖ μεταξὺ ἄλλων ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Μέχρι καταντήσωμεν…εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4,13).

Συνεπῶς τὸ κείμενο τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, δὲν ἀποτελεῖ ὑπεύθυνο κείμενο περὶ τῆς φύσης καὶ τῆς “ἐκκλησιολογικῆς” ταυτότητας τοῦ καλούμενου Π.Σ.Ε. Ἀποτελεῖ ἁπλὰ ἕνα κείμενο, τὸ ὁποῖο καταγράφει τὶς μάταιες προσπάθειες συνύπαρξης στὸ συνονθύλευμα τοῦ λεγόμενου Π.Σ.Ε.

Τέτοιες προϋποθέσεις σχετικοποιοῦν τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων, ὅτι δηλαδὴ “ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία”. Πρόκειται γιὰ ἐκκλησιολογικὲς στρεβλώσεις καὶ ὄχι “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις.

Σημειώσεις:

*«Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη).

**Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος – Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας».