Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2026

 

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Οι Οικουμενικές Σύνοδοι

ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΤΣΕΛΙΕ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:     

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ

     Η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας του Χριστού είναι κατά βάθος πάντοτε καθολική, διότι είναι πάντοτε θεανθρώπινη [[Ο άγιος Ιουστίνος εδώ με τον όρο «καθολική» δεν εννοεί φυσικά «ρωμαιοκαθολική», αλλά «οικουμενική, ολόκληρη και πλήρης, που εκφράζει το σύνολο της Εκκλησίας και την ενότητα όλων των μελών της εν Χριστώ». Επειδή κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, η ζωή της δεν περιορίζεται σε τόπο, έθνος, εποχή ή ομάδα ανθρώπων. Αγκαλιάζει το όλον, και κάθε αληθινό μέλος της μετέχει σε αυτήν την ενότητα και πληρότητα. Δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ένα τοπικό, εθνικό ή μεμονωμένο ανθρώπινο σχήμα, αλλά ως ολόκληρη την Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία υπάρχει η πληρότητα της θεανθρώπινης ζωής και αλήθειας]]. Ο Θεάνθρωπος Χριστός αποτελεί την ουσία και την εγγύηση του ενιαίου και μοναδικού χαρακτήρα της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, αφού Αυτός είναι η μοναδική Κεφαλή της Εκκλησίας. Τα πάντα στην Εκκλησία είναι καθολικά: το φρόνημα, η καρδιά, η συνείδηση, η βούληση, η ζωή, η προσευχή, το κάθε ιερό μυστήριο και η κάθε αγία αρετή[[Και εδώ ο άγιος Ιουστίνος χρησιμοποιεί το επίθετο «καθολικά» ακριβώς με την ίδια έννοια. Δεν εννοεί απλώς ότι όλα αυτά υπάρχουν «σε όλη την Εκκλησία», αλλά ότι καθένα από αυτά μετέχει στην ολότητα, στην ενότητα και στην πληρότητα του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας. Εννοεί ότι τίποτε μέσα στην Εκκλησία δεν είναι απομονωμένο ή ατομικό. Το φρόνημα του πιστού είναι εκκλησιαστικό φρόνημα· η προσευχή του εντάσσεται στην προσευχή ολόκληρης της Εκκλησίας· τα Μυστήρια δεν είναι ατομικές πράξεις αλλά γεγονότα του όλου Σώματος· ακόμη και η αρετή του κάθε μέλους βιώνεται εν Χριστώ και σε κοινωνία με ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα.]]. Τούτον τον ευαγγελισμό εκφράζει, θεοπνεύστως, ο Απόστολος Παύλος λέγοντας: «Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν(:Εμείς έχουμε τον νου και την σκέψη του Χριστού)» [Α΄ Κορ. 2, 16]. Αυτή η ολόπλευρη καθολικότητα αποκτά την δική της γλώσσα με τις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους.

   Το γεγονός αυτό αποτελεί τον τελειότερο παρατηρητή της καθολικής συνειδήσεως και αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας, της καθολικής θεανθρώπινης συνειδήσεως και αυτοσυνειδησίας της. Ο Θεός «ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται», ενώ η αυτοσυνειδησία και η συνείδηση της Εκκλησίας «ἐν ἁγίοις» θεώνεται, θεανθρωπίζεται. Η Εκκλησία, ως ενσαρκωμένος Θεός Λόγος και επομένως ως ενσαρκωμένη Αλήθεια, αποτελεί αφ’ εαυτής το κορυφαίο μέτρο της Αληθείας, την κορυφαία κρίση της Αληθείας [βλ. Ματθ. 18,17 : «ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης»],την ίδια την γλώσσα της Αληθείας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, κατά πάντα και διά πάντα θεανθρώπινες, αποτελούν αυτήν ακριβώς την θεοφρούρητη γλώσσα, τα χείλη της Αληθείας. Όντας με όλο το είναι τους εκ του Θεανθρώπου και εκ του δικού Του «Πνεύματος τῆς Ἀληθείας» [ βλ. Ιω. 15,26 : «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ(:Σε αντίθεση ,όμως, με το αδικαιολόγητο και ασυγχώρητο αυτό μίσος των Ιουδαίων, στους καλοπροαίρετους ανθρώπους ο Θεός θα φανερώσει Ποιος είμαι. Όταν δηλαδή έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, εκείνος θα μαρτυρήσει για Εμένα. Διότι ο Άγιο Πνεύμα ως πηγή της αλήθειας φανερώνει στους ανθρώπους την αλήθεια. Αυτό εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός, όπως αναπηδά ο ποταμός από τη φυσική πηγή του)» και Ιω. 16,13 : «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾿ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν(:Όταν, όμως, έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θα σας οδηγήσει σε όλη  τη σωτηριώδη αλήθεια. Διότι δεν θα μιλήσει από μόνος Του και ανεξάρτητα από τα άλλα πρόσωπα της θεότητος, αλλά θα σας πει όσα θα ακούσει από τον Πατέρα˙ θα σας αναγγείλει μάλιστα και όσα πρόκειται να συμβούν μελλοντικά στην Εκκλησία μου)»], οι Οικουμενικές Σύνοδοι γνωρίζουν, κατέχουν και καταδεικνύουν όλη την θεανθρώπινη, αγιοτριαδική αλήθεια της Εκκλησίας. Η αγιοτριαδική αλήθεια φανερώνεται διά των αγίων Πατέρων των Συνόδων, αυτών των χριστοφόρων και χριστορρημόνων Αγίων.

     Όσα έχουν μέχρις εδώ λεχθεί περί της Εκκλησίας ως Θεανθρώπου, αποδεικνύουν ότι η θεανθρώπινη πίστη είναι ευαγγελική και ότι χάρις σε αυτήν την πίστη της η Εκκλησία είναι και αθάνατη και παν-νικήτρια. Τούτη η ευαγγελική, η θεανθρώπινη πίστη είναι η πίστη των αγίων Αποστόλων, των αγίων Πατέρων, των Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Σύμφωνα με αυτήν την πίστη, η Εκκλησία είναι Εκκλησία και Θεάνθρωπος, η ενσαρκωθείσα Δευτέρα Υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Σε αυτήν την θεανθρώπινη πίστη, «τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις» [Ἰούδ. 1,3 : «Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει(:Αγαπητοί, ενώ είχα σφοδρό πόθο να σας γράψω για την κοινή σωτηρία που χάρισε σ’ όλους μας ο Ιησούς Χριστός, αναγκάστηκα από τις περιστάσεις να σας γράψω για να σας προτρέψω να αγωνίζεστε με δύναμη για την πίστη, η οποία παραδόθηκε μια για πάντα στους Χριστιανούς με το προφορικό κήρυγμα)»] δια του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού, στηρίζεται η καθολικότητα και η οικουμενικότητα της Εκκλησίας.

     Αυτό ευαγγελίζεται και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Η ορθόδοξη και σωτηριοφόρος ομολογία της πίστεως συνιστά την καθολική (δηλ. συνοδική, οικουμενική) Εκκλησία»[Ανωνύμου, Εἰς τὸν βίον καὶ τὴν ἄθλησιν τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Μαξίμου 24, PG 90, 93D]. Αυτήν την αποστολική αλήθεια μαρτυρεί ατρομήτως και θεοσόφως ο μαθητής των Αποστόλων Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ευαγγελιζόμενος: «Όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται και η καθολική Εκκλησία» [Ἰγνατίου Θεοφόρου, Ἐπιστολὴ πρὸς Σμυρναίους 8, PG 5, 713B]. Ο Άγιος Κλήμης Ρώμης αποστολικώς βροντοφωνάζει: «Ἡ Ἐκκλησία ἐφανερώθη ἐν τῇ σαρκὶ Χριστοῦ»[Κλήμεντος Ρώμης, Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους Β΄, 14,3, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΒΕΠΕΣ, τ. 1, Ἀθῆναι 1955, σ. 45(11-12)]. Και ο «δέκατος τρίτος απόστολος», Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ευαγγελίζεται: «Η Εκκλησία είναι τύπος και εικόνα του Χριστού» [Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν 2, 80, PG 26, 316B].

   Αυτή η θεανθρώπινη πίστη είναι η πρώτη και μοναδική ορθή πίστη: ο Θεός έγινε Θεάνθρωπος, έγινε Εκκλησία και έτσι συνιστά την σωτηρία, τον αγιασμό, την θεανθρωποποίηση, την μεταμόρφωση, την χριστοποίηση, την εκκλησιοποίηση του ανθρωπίνου γένους. Γι’ αυτήν ακριβώς την θεανθρώπινη πίστη, ως παν-τελεία, παν-σωτηριώδη και μοναδική ορθή πίστη, ομιλεί και ολόκληρο το Ευαγγέλιο του χριστοφόρου και χριστοσόφου Αποστόλου Παύλου, ιδιαιτέρως στις προς Γαλάτας [Γαλ. 3,22–29 : «Ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι. Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι (:Τώρα, όμως, έγινε με τον νόμο το εντελώς αντίθετο απ’ τη δικαίωση. Ο γραπτός νόμος του Θεού δηλαδή έκλεισε ολοκληρωτικά τα πάντα κάτω από την αμαρτία, για να ποθήσουν οι άνθρωποι τον Ιατρό και Σωτήρα˙ κι έτσι η ευλογία που υποσχέθηκε ο Θεός, να δοθεί με την πίστη στον Ιησού Χριστό σ’ όλους όσους πιστεύουν. Προτού, όμως, έλθει η νέα αυτή κατάσταση, στην οποία ισχύει πλέον η πίστη, ο νόμος μάς φρουρούσε κλεισμένους καλά, σαν να ήμασταν μέσα σε κάποιο φρούριο˙ για να καταφύγουμε έτσι στην πίστη που έμελλε να αποκαλυφθεί μετά από καιρό. Συνεπώς ο Μωσαϊκός νόμος έγινε παιδαγωγός μας και μας προετοίμαζε να ποθήσουμε και να γνωρίσουμε τον Χριστό, για να λάβουμε τη δικαίωση και τη σωτηρία από την πίστη μας σ’ αυτόν. Όταν, λοιπόν, ήλθε η νέα κατάσταση, στην οποία ισχύει η πίστη, δεν είμαστε πλέον κάτω από την παιδαγωγία του νόμου. Διότι με την πίστη στον Ιησού Χριστό όλοι γίνατε και είστε υιοί Θεού ενήλικες, ώριμοι και χειραφετημένοι.  Και είστε υιοί του Θεού, διότι όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού πιστεύοντας σ’ αυτόν ως Σωτήρα, ντυθήκατε τον Χριστό και ενωθήκατε μαζί Του. Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διαφορά Ιουδαίου και Έλληνα, δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι εσείς γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό. Εάν λοιπόν εσείς που  είστε εθνικοί Χριστιανοί ανήκετε στον Χριστό, άρα  διαμέσου του Χριστού, που είναι ο ευλογημένος απόγονος του Αβραάμ, είστε κι εσείς απόγονοι του Αβραάμ˙ και σύμφωνα με την υπόσχεση είστε και κληρονόμοι της ευλογίας)»] και προς Εβραίους Επιστολές του. Και αυτή είναι που χαρακτηρίζεται ως «ἀκίνητος πίστις» [Ἰγνατίου Θεοφόρου, Ἐπιστολὴ πρὸς Σμυρναίους 1, PG 5, 708B] από τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Δεν υπάρχει τίποτε να της προσθέσουμε ή να της αφαιρέσουμε· είναι, από κάθε άποψη, τέλεια. Οι Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν τους θεόπνευστους μάρτυρες, ομολογητές και φύλακες τούτης της θεανθρώπινης πίστεως.

    Οι άγιοι Πατέρες της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν: «Αυτή η Αγία Σύνοδος έπραξε έχοντας ως Κεφαλή της τον Ίδιο τον Χριστό. Με τη γενική ομοφωνία όλων των αγίων Πατέρων η Σύνοδος κατεδίκασε τη διδασκαλία του Νεστορίου και μαρτύρησε την καθαρότητα και την ισχύ της αποστολικής και ευαγγελικής Παραδόσεως» [E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.3, Βερολίνο 1927, σ. 83]. Οι ίδιοι Πατέρες ευαγγελίζονται πως η χωρητικότητα του σαρκωθέντος Θεού Λόγου είναι όλη η Εκκλησία και πως ο Ίδιος είναι η Κεφαλή του σώματος της [Βλ. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.5, ὅ.π., σ. 107]. Καθώς επίσης ότι η Εκκλησία είναι ο κτίστης, διότι χειραγωγεί με την γνώση την πίστη μας.

     Οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ευαγγελίζονται ότι η Εκκλησία είναι το σώμα των πιστών [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio], τ. 7, Φλωρεντία 1765, σ. 546]· όσοι είναι του Χριστού ενώνονται στο ένα σώμα του Χριστού[βλ. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.6, Βερολίνο 1928, σ. 85]και ότι ο Χριστός είναι η κεφαλή και εμείς, συνεπώς, τα μέλη, αποτελούμε ένα σώμα λόγω της ομονοίας και της κοινής πίστεως [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 8, Φλωρεντία 1762, σ. 546].

    Οι άγιοι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν ότι είμαστε μέλη μεταξύ μας και αποτελούμε το ένα σώμα του Χριστού ομοφρονούντες έναντι του Κυρίου Ιησού Χριστού, έναντι αλλήλων και της πίστεως [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 660]. Οι ίδιοι Πατέρες περί του Συμβόλου της Πίστεως λέγουν ότι στην Νίκαια, στην μεγάλη και σημαντική Σύνοδο, η Αγία Τριάδα υπαγόρευσε η ίδια το Σύμβολο της Πίστεως και καταδίκασε τις κακοδοξίες του Αρείου [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 661].

     Η ομολογία της αγιοπατερικής και αποστολικής πίστεως και η διαφύλαξη της ακεραιότητός της είναι το κύριο μέλημα όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι και η βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι «να διαφυλάξει ολόκληρο και αλώβητο τον αποστολικό και ευαγγελικό κανόνα της πίστεως» [ D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 8, Φλωρεντία 1762, σ. 546]. Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου εντέλλονται: «να ακολουθήσουμε κατά πάντα ό,τι οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι έκαναν για την προστασία της πίστεως» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 184]. «Γιατί είναι μία και αυτή η πίστη που ομολόγησαν οι τέσσερεις Σύνοδοι και η Ε΄» [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 9].

     Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν: «Προς αυτά ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες και Διδασκάλους της αγίας Εκκλησίας του Θεού, Αθανάσιο, Ιλάριο, Βασίλειο, Γρηγόριο τον Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Αμβρόσιο, Αυγουστίνο, Πρόκλο, Λέοντα, Ιωάννη Κωνσταντινουπόλεως και αποδεχόμαστε ό,τι αυτοί έγραψαν και ερμήνευσαν περί της ορθής πίστεως και για την καταδίκη των αιρετικών. Τηρήσαμε πάντοτε και τηρούμε την πίστη την εξ αρχής παραδοθείσα από τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό στους αγίους Αποστόλους και κατόπιν την κηρυχθείσα σε ολόκληρη την οικουμένη και ερμηνευμένη εκ μέρους των αγίων Πατέρων και ιδιαίτερα εκείνων, οι οποίοι συμμετείχαν στις τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και τους οποίους κατά πάντα ακολουθούμε [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 13]. Δηλώνουμε, λοιπόν, ότι τηρήσαμε και τηρούμε ό,τι αποφάσισαν και αποφάνθηκαν οι παραπάνω τέσσερεις Οικουμενικές Σύνοδοι, καθώς αυτές, παρ’ όλο που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές περιόδους, εν τούτοις διαφύλαξαν και ανακεφαλαίωσαν τη μία και αυτή ομολογία πίστεως. Χάρη της ομοψυχίας στις εκκλησίες, είναι απαραίτητο να ακολουθούμε τις Άγιες τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και να τηρούμε αδιάβλητα όσα αυτές όρισαν» . «Και οι άγιοι Πατέρες όρισαν αυτά υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος του Αγίου, το Οποίο μιλούσε δι’ Αυτών» [ J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 16].

    Τα δόγματα είναι τα αιώνια θεανθρώπινα αγιάσματα. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ούτε παν-περιληπτικώς να τα κατανοήσει ούτε να τα διανοηθεί. «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις!» Τα δόγματα είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά μέχρις ενός σημείου και μόνον με νου Χριστού, νου χριστοποιημένο. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου βροντοφωνάζουν ότι τα δόγματα δεν είναι έργο βασιλέων, αλλά Αρχιερέων, οι οποίοι έχουν νου Χριστού[J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 12, Φλωρεντία 1766, σ. 978].

     Ο Άγιος Πατριάρχης Ταράσιος, πρόεδρος της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, διευκρινίζει στην Σύνοδο: «Όσον αφορά στα δόγματα, το να κάνουμε μικρό ή μεγάλο σφάλμα είναι το ίδιο, γιατί και στις δύο περιπτώσεις ανατρέπουμε τον νόμο του Θεού» [ό.π., σ. 1080]. «Δεν υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους αγίους Πατέρες, αντιθέτως, σαν να έχουν μία ψυχή κηρύττουν το ένα και το αυτό και διδάσκουν το ένα και το αυτό» [ό.π., σ. 1088]. «Ό,τι ορίστηκε στις Εκκλησίες του Θεού και είναι προς δόξαν και τιμή του Θεού, όλα είναι άγια και οφείλουμε να τα σεβόμαστε» [ό.π., σ. 1083].

    Οι άγιοι Πατέρες είναι οι θεματοφύλακες της Οικουμενικής Εκκλησίας· είναι οι άγρυπνοι φρουροί των νοητών τειχών της. Είναι αυτοί που ανέκοψαν τις επελάσεις όλων των εχθρικών στρατιών και με την ρομφαία του πνεύματος απέκρουσαν τις αρχαίες αιρέσεις και πλάνες. Η Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δηλώνει: «Ας μας κατευθύνουν οι διδαχές των θεορρημόνων Πατέρων. Αντλώντας από αυτούς, ξεδιψάσαμε με την Αλήθεια· ακολουθώντας τους, εκδιώξαμε το ψεύδος· διδασκόμενοι από αυτούς δεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες. Οι Πατέρες και εμείς παραμένουμε υπάκουα τέκνα και τιμούμε την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας. Πιστεύοντας στον Ένα Θεό, Τον δοξαζόμενο εν Τριάδι, αποδεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες και σε εκείνους που αυτό δεν αποδέχονται ανάθεμα, και ας είναι εκδιωγμένοι μακριά από την Εκκλησία. Ακολουθούμε τον αρχαίο νόμο της Οικουμενικής Εκκλησίας. Τηρούμε τις εντολές των Πατέρων. Ανάθεμα σε όποιον προσθέσει κάτι στην διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας αλλά και σε όποιον αφαιρέσει από αυτήν την διδασκαλία» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 133]. «Τηρώντας κατά πάντα την διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων κηρύττουμε αυτήν την διδασκαλία με ένα στόμα και μία καρδιά· μη προσθέτοντας τίποτε, μη αφαιρώντας τίποτε από εκείνο που μάς παραδόθηκε. Αντιθέτως, σε τούτα στηριζόμαστε και αυτά δυναμώνουμε. Ομολογούμε και διδάσκουμε έτσι όπως όρισαν και βεβαίωσαν οι Άγιες και Οικουμενικές Έξι Σύνοδοι» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 129].

      Αφού η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε τις απαραίτητες αποφάσεις και ο κάθε συμμετέχων τις υπέγραψε λέγοντας: «υπέγραψε και όρισε», η Αγία Σύνοδος διακηρύττει: «Όλοι έτσι πιστεύουμε, όλοι έτσι φρονούμε, όλοι είμαστε σύμφωνοι σε αυτό και θέσαμε τις υπογραφές μας. Αυτή είναι η ευαγγελική πίστη, αυτή είναι η ορθόδοξη πίστη, αυτή βεβαιώνεται, ως πίστη οικουμενική» [ό.π., σ. 397].

    Στην Επιστολή που αναφέρεται στις εργασίες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και την οποία οι άγιοι Πατέρες αποστέλλουν στους αιρετικούς και στους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται: «Εργαστήκαμε στην Παράδοση της Οικουμενικής (:ήτοι Καθολικής / Συνοδικής) Εκκλησίας και τίποτε δεν αφαιρέσαμε ούτε και προσθέσαμε και με αγάπη δεχόμαστε ό,τι εξαρχής δέχθηκε γραπτώς και προφορικώς η Αγία Οικουμενική Εκκλησία, αλλά και οι αγιογραφημένες εικόνες. Εκείνο πάλι που απέρριψαν οι θείοι Πατέρες, απορρίπτουμε και εμείς και το θεωρούμε εχθρικό προς την Εκκλησία. Η αληθής και δικαιότερη κρίση της Εκκλησίας, συνίσταται σε τούτο: Να μην επιτραπούν εν τη Εκκλησία καινοτομίες, όπως και να μην αφαιρεθεί το παραμικρό. Και έτσι ακολουθώντας τους πατρώους νόμους και λαμβάνοντας την Χάρη του Ενός Πνεύματος, διαφυλάξαμε ό,τι αφορά στην Εκκλησία ακέραιο και χωρίς αφαιρέσεις, όπως μάς το παρέδωσαν οι Άγιοι των Έξι Οικουμενικών Συνόδων και ό,τι παρέδωσαν εκείνοι στην Εκκλησία αξίζει σεβασμού και το δεχόμαστε χωρίς αμφιβολίες» [ό.π., σ. 409]. «Σε εκείνους πάλι που οτιδήποτε προσθέτουν στην διδασκαλία της Καθολικής (:ήτοι Οικουμενικής / Συνοδικής) Εκκλησίας ή οτιδήποτε αφαιρούν από αυτήν, ανάθεμα» [ό.π., σ. 416].

   «Επειδή αυτά έτσι είναι και επειδή έτσι το επιβεβαιώσαμε, αποδεχόμαστε ασμένως και αγαπητικώς τους θείους κανόνες και τηρούμε πλήρως και αναμφιβόλως την εδραίωση αυτών των κανόνων, των παρατεθέντων σάλπιγγι του Αγίου Πνεύματος, των πανενδόξων Αποστόλων και των έξι Οικουμενικών Συνόδων, όπως και των Τοπικών Συνόδων, οι οποίες συνήλθαν χάριν της εδραιώσεως αυτών των εντολών και τέλος εκ μέρους πάντων των Αγίων Πατέρων μας. Όλοι αυτοί κατέστησαν φωτισμένοι από το Ένα και Ίδιο Πνεύμα και νομοθέτησαν εκείνο το οποίο είναι ωφέλιμο. Και εκείνους που αυτοί παραδίδουν στο ανάθεμα, τους ίδιους και εμείς αναθεματίζουμε και εκείνους που αυτοί εξέβαλαν, εκείνους και εμείς αποβάλλουμε. Σε όποιον πάλι επιβάλλουν επιτίμιο, στον ίδιο και εμείς το πράττουμε»[ό.π., σ. 417].

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

 επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 300-306.

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.



 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή Δ΄ Λουκά

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ - ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ (11-10-2026)



Σάββατο, Οκτωβρίου 10, 2026

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Οι επιπόλαιοι. (Κυριακή Δ΄ Λουκά και των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

[:Λουκά 8,5-15]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΟΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΙ»

   [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 15-10-2000]     [Β423]

    Βεβαίως ο Κύριος, αγαπητοί μου, είχε πάντοτε ένα πυκνό ακροατήριο. Όλοι εκρέμοντο από τα χείλη Του. Κάποιοι, όμως, απεσταλμένοι των Φαρισαίων που θέλησαν να Τον συλλάβουν, όταν Τον άκουσαν -κι αυτό είναι ένα δείγμα- γύρισαν και είπαν στους άρχοντές των, τους Φαρισαίους: «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος». «Ποτέ», λέγει, «δεν λάλησε άνθρωπος, σαν κι αυτόν τον άνθρωπον».

     Εντούτοις ο Κύριος, ως καρδιογνώστης, δεν έβλεπε τα ίδια αποτελέσματα του λόγου Του στις καρδιές των ακροατών Του. Γι'αυτό ακριβώς και είπε την παραβολή του σπορέως, που ακούσαμε σήμερα. Και με αυτήν θέλησε να δείξει ότι οι ακροαταί Του και μάλιστα διαχρονικά μέσα εις τους αιώνας, όλοι οι ακροαταί Του, διαχρονικά, το υπογραμμίζω, μοιράζονται σε τέσσερις κατηγορίες.

       Η πρώτη κατηγορία, μας είπε ο Κύριος και όπως ο Ίδιος ηρμήνευσε την παραβολήν εις τους μαθητάς, που εζήτησαν την ερμηνεία της, είναι εκείνοι οι «παρὰ τὴν ὁδόν». «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ». Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Σπείρεται ο λόγος του Θεού. Και πάρτε την παλιά αυτήν εικόνα που είχαμε στα χωράφια μας. Χαριτωμένη εικόνα, όσο κι αν είναι ίσως πεζή, ίσως όχι πάρα πολύ πρακτική, αλλά χαριτωμένη εικόνα, που κρατάει, έχει το δισάκι, παίρνει τον σπόρο με την φούχτα και αρχίζει να σπέρνει. Πολύ φυσικό είναι ο σπόρος αυτός να πέσει σε διάφορα σημεία του εδάφους, του χωραφιού. Και λέγει ότι ένα μέρος αυτού του σπόρου έπεσε παρὰ τὴν ὁδόν. Δηλαδή στο δίπλα μονοπάτι· που ήταν πατημένη γη. Και αυτό θέλει να δείξει -όπως μας ερμηνεύει, ξαναλέγω, ο Κύριος εις τους μαθητάς Του- τους ανθρώπους, οι οποίοι ακούνε τον λόγο του Θεού, έχουνε πωρωμένη καρδίαν και ουδεμία αίσθηση τούς κάνει. Όχι μόνον δεν τους συγκλονίζει, καμία αίσθηση, τίποτε, απολύτως τίποτε, και έτσι η χάρις του Θεού δεν αγγίζει αυτές τις καρδιές. «Ο διάβολος παίρνει από την καρδιά τους», λέει στη συνέχεια ο Κύριος, «τον θείον λόγον». Πάει ο διάβολος, επιτρέψατέ μου την λέξη, βουτάει, αρπάζει, βουτάει τον λόγον του Θεού «ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν». Για να μην πιστεύσουν κι έτσι να μη σωθούν.

    Αυτοί στο βάθος δείχνουν απιστία. Η δευτέρα κατηγορία, μας λέγει ο Κύριος, είναι ο σπόρος που έπεσε «ἐπὶ τὴν πέτραν». Δηλαδή όπως έπεσε ο σπόρος, είχε μεν λίγο χωματάκι από πάνω, αλλά από κάτω ήταν πέτρα. Και δεν μπόρεσε φυσικά εκεί να αναπτυχθεί ο σπόρος αυτός· «διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα». Με το να μην υπάρχει εκεί υγρασία. Γιατί η πέτρα δεν κρατάει την υγρασία· χάνεται. Είναι εκείνοι οι οποίοι δέχονται με χαρά τον λόγο του Θεού, αλλά δεν έχουν βάθος. Και έτσι τελικά τον χάνουν τον λόγο του Θεού. Είναι οι επιπόλαιοι άνθρωποι αυτοί.

     Είναι και η τρίτη κατηγορία, μας λέει ο Κύριος, που ο θείος σπόρος πέφτει μέσα στις καρδιές κατά τρόπον τέτοιον, που δεν μπορεί κι εκεί να καρποφορήσει. «Έπεσε», λέει, «στις αγκαθιές». Γιατί δίπλα εκεί, κάπου στον δρόμο, έχει αγκαθιές το χωράφι. Και φυσικά έπεσε ο σπόρος, φύτρωσε, πήγε να αναπτυχθεί, αλλά τα αγκάθια δεν τον άφησαν να αναπτυχθεί. Τον απέπνιξαν. Προσέξτε την λέξη: απέπνιξαν. «Είναι», λέγει, «οι φροντίδες του βίου τούτου: ‘’Τι θα κάνομε, τι θα φάμε, τι θα πιούμε, πώς θα κινηθούμε, πώς θα δουλέψομε, τι λεφτά θα βγάλομε’’. Το κοσμικό φρόνημα σε μία υπερθετική του θέση, που τελικά δεν αφήνουν όλα αυτά τα πράγματα να αναπτυχθεί μες στην καρδιά ο λόγος του Θεού».

    Και τέλος, μας λέγει ο Κύριος, υπάρχει και η κατηγορία της αγαθής γης. Όταν ο σπόρος πέφτει «εἰς τὴν ἀγαθήν γῆν», δηλαδή την καλή γη, την καρποφόρον γη· που ετοιμάστηκε ακριβώς για να αποδώσει καρπόν. Κι εκεί πράγματι αποδίδει καρπόν άλλοτε τριακονταπλάσιον, εξηκονταπλάσιον και άλλοτε εκατονταπλάσιον.

     Βλέπομε εδώ όμως ότι από τις τέσσερις αυτές κατηγορίες, που θα θέλαμε πολύν χρόνον δια να τις αναλύσουμε, θα πάρομε μόνον μία. Θα πάρομε την δεύτερη κατηγορία των ακροατών· oι οποίοι ακούνε τον λόγο του Θεού με χαράν, έχουν όμως αυτήν την επιπολαιότητα, που τελικά δεν μπορεί να καρποφορήσει, να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει ο λόγος του Θεού. Να πώς το λέγει ο Κύριος: «Οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ(:οι οποίοι ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν(:δεν έχουνε ρίζα), οἳ(:οι οποίοι) πρὸς καιρὸν πιστεύουσι(:εντυπωσιάζονται, προς καιρόν -λέει- πιστεύουν) καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται(:Μόλις έρθει όμως κάποιος πειρασμός -θα δούμε τι είδους πειρασμός- φεύγουν από την πίστιν)». «Ἀφίστανται».

   Αυτή η κατηγορία είναι βέβαια αξιοσυμπάθητη, αλλά και εξοργιστική ταυτοχρόνως. Έχουν όλα τα καλά γνωρίσματα της αρχής της πίστεως. Και της προκοπής της πνευματικής. Ακούν με πολλή προθυμία. Αποδέχονται με χαρά. Στην αρχή νομίζεις ότι μέσα σε λίγες μέρες οι άνθρωποι αυτοί θα ανεβούν σε μεγάλα ύψη αρετής. Την κλίμακα, δηλαδή, των αρετών θα αρχίσουν να ανεβαίνουν γρήγορα- γρήγορα. Αλλά όχι όμως έτσι. Τρέχουν να ακούσουν τον λόγο του Θεού όπου λαλείται. Βέβαια καταβροχθίζουν τον λόγο του Θεού με πολλήν όρεξιν, όλη την χριστιανική γραμματεία και το Ευαγγέλιον βεβαίως, κινούν τον φθόνον, ναι, ναι, ή αν θέλετε την λέξη την βάζω μέσα σε εισαγωγικά «τον φθόνον». Είναι εκείνοι που ζηλεύουνε: «Πώς αυτός προκόβει κι εγώ δεν έχω προκόψει;». Ή τον θαυμασμόν του περιβάλλοντός των: «Πώς τόσο απότομα, πώς τόσο γρήγορα έφθασαν σε τόσα μέτρα υψηλά!». Εντούτοις είναι άριζοι. Έχετε δει στην ζωή σας εσείς τέτοιους ακροατάς; Δυστυχώς. Είναι ίσως ίσως οι περισσότεροι εκ των χριστιανών μας. Δεν έχουνε ρίζα. Δεν έχουνε βάθος. Είναι ρηχοί. Είναι αβαθείς.

      Πού οφείλεται, όμως, αυτή των η κατάστασις; Με το να είναι ρηχοί και αβαθείς, ώστε όταν έλθει ένας πειρασμός τα πράγματα να αναποδογυριστούν; Λοιπόν, στη δομή τους, όταν… κατασκεύαζαν τον εαυτό τους, στη δομή τους… Μην πει κανείς: «Τέτοιος είμαι». Τέτοιος έγινες- ο κάθε άνθρωπος γίνεται, δεν είναι, γίνεται. Είναι εκείνο που έθεσε σαν ερώτημα ο Σωκράτης στον Πρωταγόρα, εάν είναι διδακτή η αρετή. Αν το θυμόσαστε από το σχολείο σας. Αν είναι διδακτή η αρετή. Είναι διδακτή η αρετή. Βέβαια υπάρχουν κάποιες, ίσως έμφυτες προϋποθέσεις. Δεν υπάρχει αντίρρηση γι'αυτό. Αλλά κυρίως, δεν είναι ποιος είσαι, αλλά ποιος έγινες. Έτσι λοιπόν, δεν πρόσεξαν εις την δομή τους. Επειδή χρησιμοποιώ την λέξη δομή, γι’ αυτόν τον λόγο είπα αυτά που τώρα σας είπα.

     Απουσιάζει σε αυτούς, πείτε από το σπίτι, πείτε από το σχολείο, πείτε από την κοινωνία, πείτε όπως θέλετε, απουσιάζει απ’ αυτούς η σοβαρότητα στη σκέψη. Αυτό τα λέει όλα. Εδώ να σταματούσα, αγαπητοί μου, και σας έλεγα: «Δι' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· τελειώσαμε»  · θα καταλαβαίνατε πολλά. Όταν λείπει αυτή η σοβαρότητα στη σκέψη. Δεν σκέπτονται σοβαρά. Δεν σκέπτονται σωστά. Δηλαδή παρέρχονται τα πράγματα στην επιφάνειά τους. Τα βλέπουν όλα επιφανειακά. Δεν κάνουν τον κόπο να βαθύνουν. Δεν επιμένουν. Δεν βασανίζονται. Ένα κείμενο, μια λέξη, δεν την βασανίζουν, τι θα πει αυτή η λέξη, γιατί; Και τι σημαίνει; Και πώς μπορεί να διαφοροποιηθεί από μίαν άλλη λέξη, που πιθανώς πιθανώς να είναι συνώνυμος. Δηλαδή σε αυτούς υπάρχει η απουσία καταρτισμού σε βάθος. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα πράγματα. Και στο επάγγελμα και στην εργασία και στην τέχνη. Στην επιστήμη, αν είναι επιστήμων, αλίμονό του, αλίμονό του... Επιπόλαιος επιστήμων; Δεν υπάρχει χειροτέρα εικόνα. Στα Γράμματα, στις κουβέντες του, στις συνεντεύξεις του, στα λόγια του, στις υποσχέσεις του, σε όλα είναι επιπόλαιος. Κι αυτό είναι το δυστύχημά του. Ό,τι έμαθε το έμαθε και συνεχίζει να το μαθαίνει, ό,τι μαθαίνει καινούριο, επιδερμικά. Εξάλλου αυτό θα πει επιπόλαιος. Δηλαδή ο άνθρωπος που επιπολάζει, δηλαδή είναι στο δέρμα επάνω, είναι στην επιφάνεια. Δεν έχει βάθος. Το βάθος, όπως λέει ο ίδιος, όταν τον πουν επιπόλαιο, ξέρετε τι απαντάει; «Ω, το βάθος με κουράζει». Έτσι λένε. Θέλουν να δουν ένα ελαφρύ κινηματογραφικό έργο. Ένα σοβαρό, δεν μπορούν... Θέλουν να διαβάσουν ένα ελαφρύ βιβλίο. Το σοβαρό δεν μπορούν... Γιατί; Τους κουράζει, λέει. Ποιος φταίει σ’ αυτό;

     Συνήθως σ’ αυτούς υπάρχει μία έωλος συναισθηματική κατάστασις. Αγαπούν και σε λίγο δεν αγαπούν. Μάλιστα κινούνται επάνω εις τον συναισθηματικόν άξονα. Πάρτε τον αλγεβρικό άξονα, θυμάστε απ’ το σχολείο, από την Άλγεβρα. Το μηδέν· εδώ είναι τα αρνητικά, εδώ τα θετικά. Εδώ είναι η αγάπη, εδώ είναι το μίσος. Και βλέπετε, μπορεί να κινηθούν με πάσαν άνεσιν. Αυτή τη στιγμή μου ΄ρχεται… ένα πρόσωπον, μία κυρία είναι, πω, πω, πω, το λέει και η ίδια: «Εγώ», λέει, «άμα αγαπώ, αγαπώ πολύ. Αλλά εάν μισώ, μισώ πολύ». Έτσι έλεγε αυτή η ταλαίπωρη κυρία. Αχ, να ΄φθανε καμία φορά αυτή η ομιλία να την ακούσει! Έτσι λοιπόν κινούνται στον συναισθηματικόν άξονα της αγάπης, όλος ο άξονας είναι συναισθηματικός, αγαπούν, με λαχτάρα, βλέπετε, λέτε: «Πω, πω..!» και κάτι να συμβεί, κάτι το ελάχιστον, δεν λογαριάζουν τίποτε για να φθάσουν στην άλλη πλευρά που είναι το μίσος. Δεν νομίζετε πως είναι κάτι πάρα πολύ σοβαρό; Τέτοιοι άνθρωποι, αγαπητοί μου, να φυλάγει ο Θεός! Κι αν συμβαίνει το θέμα αυτό μέσα εις τον γάμον; Να έχει ο άνδρας ή η γυναίκα, τέτοια ευκολία κινήσεως επάνω εις τον συναισθηματικόν άξονα; Τότε τι γίνεται; Μια τέτοια ψυχολογία, επόμενον είναι να στερείται εκείνο που σας είχα πει, σοβαρότητος. Και σταθεράς βουλήσεως. Λέει και ξελέει. Έχομε ανθρώπους που λένε και ξελένε. «Είπα, ξείπα», σου λέει. Διότι όταν είπε, δεν λογάριασε, δεν βυθομέτρησε. Δείχνει μία ορμή, έναν ενθουσιασμό και ξαφνικά όλα αδρανοποιούνται. Θα λέγαμε, ανεπιφύλακτα, ότι έχομε απουσία μίας σοβαράς προσωπικότητος. Δεν έχομε σοβαρή προσωπικότητα.

      Και ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που αποκαλύπτει αυτήν την επιπολαία και ακατάστατη ψυχολογία; Χμ, εδώ είναι τώρα. Ο Κύριος μάς το αποκαλύπτει. «Είναι», λέει, «ο πειρασμός». Τι θα πει «πειρασμός»; Ο γενικός πειρασμός. Γενικός πειρασμός θα πει οτιδήποτε που μπορεί να με πειράξει. Οτιδήποτε που μπορεί να με ενοχλήσει. Μπορεί να με ενοχλήσει η ζέστη, το κρύο, μια κουβέντα του αλλουνού. Οτιδήποτε που μπορεί να με πειράξει, αυτό είναι ικανό να με κάνει να αφίσταμαι, να αλλάξω. Το λέγει, όπως είπαμε, ο Κύριος. Και πρέπει ιδιαιτέρως να το προσέξομε. Στον χώρο της πίστεως ο πειρασμός είναι, αγαπητοί μου, πωωω…, πάρα πολύ εύκολος. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο εύκολος είναι, μέσα εις αυτήν την καθημερινότητα. Κάτι να δούμε στον άλλον, κάτι ξέρω γω στον ιερέα να δούμε κάτι κ.λπ., αμέσως αρπαζόμαστε, σκανδαλιζόμαστε και λέμε…ό,τι θα πούμε. Τον ιερέα τον οποίον εθαυμάζαμε και επαινούσαμε, τώρα είμεθα έτοιμοι να τον κατηγορήσομε. Το Ευαγγέλιο το ίδιο, τι να πάω στον ιερέα, που δεν τον καταλαβαίνομε και πολλές φορές νομίζομε ότι αντιφάσκει το Ευαγγέλιο. Από τη μια δηλαδή λέει αυγά, από την άλλη καλάθια. Το Ευαγγέλιο αντιφάσκει; Η αγραμματοσύνη σου αντιφάσκει, αδελφέ μου, και όχι το Ευαγγέλιον. Αλλά εάν είχες σκέψη και έλεγες: «Είναι δυνατόν ποτέ;». Θα το πάρεις δεδομένον ότι το Ευαγγέλιον δεν αντιφάσκει. Τότε τα πράγματα θα τα βρεις. Τότε σημαίνει αρχίζεις να γίνεσαι σοβαρός άνθρωπος. Ακούσατε; Τότε αρχίζεις να γίνεσαι σοβαρός άνθρωπος.

     Έτσι λοιπόν, ο επιπόλαιος άνθρωπος διαμαρτύρεται ακόμη και μπροστά εις τον Θεό και μπροστά εις τους ανθρώπους. Επιρρίπτει ευθύνες εις τον πειρασμόν -τον όποιον πειρασμόν- απαντά δε σ’ αυτό ωραιότατα ο Ωριγένης. Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον εις το υπόμνημά του λέει το εξής, αγαπητοί μου: «Δεν φταίει», λέει, «ο άνεμος του πειρασμού - προσέξτε να δείτε- όταν εσύ αποδεικνύεσαι άχυρο και όχι σίτος». Είδατε το λίκνισμα, ε; Κι αυτή παλιά εικόνα· που λιχνίζομε το σιτάρι. Και το μεν άχυρο το παίρνει ο άνεμος, αυτό επωφελούμεθα, ότι ο άνεμος παίρνει το άχυρο, ο δε σίτος πέφτει μέσα εις το αλώνι. «Αμ», λέει, «δεν φταίει ο άνεμος. Φταις εσύ, που δεν είσαι σιτάρι, αλλά είσαι άχυρο». Αυτό λοιπόν ένας άνθρωπος ο οποίος αρχίζει να θέλει να είναι σοβαρός, να κάνει ερώτημα στον εαυτό του: «Μήπως είμαι άχυρον;».

    Και ποιος είναι αυτός ο πειρασμός; Είναι ο κόσμος. Πρώτα πρώτα, πρώτα πρώτα ο κόσμος. Δεν είναι ο διάβολος. Ο διάβολος είναι τελευταίος, αγαπητοί μου. Είναι ο κόσμος. Εν εννοία ηθική. Εν εννοία πνευματική. Που άλλοτε συνοφρυώνεται όταν δεν του αρέσεις και άλλοτε σου χαμογελά ο κόσμος, όταν του αρέσεις. Αν του αρέσεις, όλα έχουν καλά. Αν δεν του αρέσεις… Και τότε εσύ θέλεις να συμμορφώνεσαι με την γνώμη του κόσμου. Κι αν βεβαίως στραφείς στο τι θα πει ο κόσμος σε εκείνο που ξεκίνησε, ε, βέβαια, είσαι επιπόλαιος. Ε, βέβαια δεν έχεις σοβαρότητα. Ε, βέβαια δεν έχεις δική σου γνώμη. Δεν είσαι άνθρωπος με βαρύτητα, αλλά είσαι πράγματι άχυρο, ελαφρύς και σε παίρνει ο άνεμος. Πόσο περισσότερο αν κάποτε ο κόσμος σου δείξει γροθιά. Ότι θα σε πολεμήσει. «Α, θα με πολεμήσει;». Κι αρχίζεις να φοβάσαι. Η δειλία. Η δειλία. Ξέρετε; Όπως λέει στο βιβλίο της Αποκαλύψεως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, οι πρώτοι που θα πάνε στην κόλαση, θα είναι οι δειλοί. «Τοῖς δὲ δειλοῖς  -λέει προς το τέλος της Αποκαλύψεως-  τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λίμνῃ τῇ καιομένῃ ἐν πυρὶ καὶ θείῳ, ὅ ἐστιν ὁ θάνατος ὁ δεύτερος». «Το μέρος», λέει, «των δειλών, σε θέματα, πρώτα πρώτα πίστεως».  Πρώτα πρώτα πίστεως. Να απαρνηθείς, να απαρνηθείς πραγματικά τον Χριστόν, γιατί φοβήθηκες. Γιατί θα σε κακοποιήσει ο κόσμος. Γιατί θα σε κακοχαρακτηρίσει ο κόσμος. Κ.ο.κ. Τι δείχνει εδώ; Δείχνει μία πίστη, η οποία είναι αβαθής. Είναι μία πίστη άριζος.

     Ακόμη, είναι ο εγωισμός. Εκείνος ο οποίος θα σε κάνει να αποτραπείς από την πίστη. Είναι πειρασμός ο εγωισμός· ο οποίος και αυτός με τη σειρά του μας πλήττει. Και όταν ακόμα η άνεσις μάς λείψει… σ’ αυτό δα… δεν μπορούμε να αντέξουμε ποικίλες κακοπάθειες της ζωής. Γι'αυτό στην αρχή, σας είπα, ακόμα και του ότι κάνει ζέστη, τα βάζουμε με τον Θεόν. Και λέμε: «Ουφ…». Αλλά δεν έχομε την εικόνα των μαρτύρων. Αγαπητοί μου, όταν πηγαίνω να προσκυνήσω τις εικόνες μου και είναι εικόνες μαρτύρων, άγιος Γεώργιος, άγιος Δημήτριος κ.τ.λ. σας βεβαιώνω, κάθε φορά ντρέπομαι. Ντρέπομαι...: «Εκείνοι έτσι· εγώ πώς;»… Και πρέπει πράγματι η συμπεριφορά των αγίων, και μάλιστα των μαρτύρων, πρέπει όντως να μας ελέγχει. Εδώ δηλαδή με άλλα λόγια υπάρχει η απόρριψις του λεγομένου σταυρικού ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιον είναι σταυρικόν. Διότι από τη στιγμή που θα το ακολουθήσεις, είναι σταυρός. Εκείνο που είπε ο Χριστός: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, να σηκώσει τον σταυρό του και να με ακολουθήσει» κ.τ.λ.

     Όταν ακόμα αφαιρούνται, τι με κάνει επιπόλαιο και κυρίως σε θέματα πίστεως, όταν αφαιρούνται τα συμφέροντα. Τα κακώς νομιζόμενα συμφέροντα. Όπως φερειπείν αν απειλείται η περιουσία μου και δεν ξέρω τι άλλο. Γι' αυτό γράφει στην προς Εβραίους ο Απόστολος Παύλος μια περίφημη περικοπή. Λέγει σ’ αυτούς: «Ἀναμιμνήσκεσθε δὲ τὰς πρότερον ἡμέρας(:Θυμηθείτε τις πρώτες μέρες, θυμηθείτε τον παλιό καιρό), ἐν αἷς (:εν τις οποίαις ημέραις) φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων(:αφού σας φώτισε ο Θεός, υπομείνατε πολλήν άθλησιν), εν αις φωτισθέντες πολλήν άθλησιν υπεμείνατε παθημάτων. Τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι (:Από τη μια μεριά να  σας θεατρίζουν οι άνθρωποι, να σας ονειδίζουν. Απ’ την άλλη μεριά), τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες (:αφού γίνατε κοινωνοί όλων εκείνων που έτσι συμπεριφέρονται) καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε(:και δεχθήκατε την αρπαγή των υπαρχόντων σας)». Θυμόσαστε, μέχρι τώρα, μέχρι τώρα, φερειπείν στην Ρωσία, δεν ξέρω πού αλλού, επί καθεστώτος κομμουνιστικού, τι δηλαδή; Δήμευσις της περιουσίας σου! Δημεύεται η περιουσία σου. Αυτό θα πει εδώ. «Μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε». «Μετά χαράς», λέει, «προσεδέξασθε(: Το δεχθήκατε αυτό με πολλή χαρά), γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν(: -ὕπαρξις θα πει περιουσία-: γνωρίζοντες ότι έχετε καλύτερη περιουσία) ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν(:που την έχετε στον ουρανό και η οποία δεν μπορεί να αρπαχθεί από κανέναν)».

     Ακόμη είναι, αγαπητοί μου, και η αγωνιστικότητα, που έχει πεθάνει. Όταν πεθάνει η αγωνιστικότητα στον άνθρωπο, τότε κι αυτή συντελεί εις το να γίνει ο άνθρωπος επιπόλαιος. Η υπομονή είναι ανύπαρκτη ή εξηντλημένη.

    Και τέλος, αυτοκαλλιέργεια δεν γίνεται. Όλα αυτά συνιστούν την εικόνα του επιπολαίου ανθρώπου, του ρηχού ανθρώπου, του αβαθούς, του άριζου ανθρώπου. Και είναι κρίμα, πολύ κρίμα, όταν υπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία που συνιστούν μίαν προσωπικότητα τέτοια, που δεν είναι, επαναλαμβάνω, μόνον εις τον χώρον της πίστεως, αλλά είναι εις όλους τους χώρους της ζωής.

    Αγαπητοί, ένα καλό καθρέπτισμα μάς έκανε σήμερα ο Κύριος με τη σημερινή Του παραβολή του σπορέως. Αν διαθέτομε επιπόλαιον χαρακτήρα, στο χέρι μας είναι να διορθωθούμε. Αρκεί να το θέλομε. Μπορούμε να διορθωθούμε. Ο Κύριος το θέλει· και είναι έτοιμος να μας βοηθήσει.

           ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

 και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_852.mp3


 

Άγιος Διάκονος Φίλιππος και Απόστολος

 Ο Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος

ΑΓΙΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

      Ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην νεαρή εκκλησία ήταν η εκλογή τον επτά διακόνων, όπως εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (Πράξ.6,1-6). Εκλέχτηκαν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε μία πολύ σημαντική δραστηριότητα αρχαίας εκκλησίας, την κοινωνική διακονία. Μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα στον αρχαίο κόσμο, από τον οποίο έλειπε η κοινωνική αντίληψη, η αλληλοβοήθεια, η θυσία για τον ενδεή συνάνθρωπο. 

     Ένας από αυτούς ήταν και ο Φίλιππος, αναφερόμενος δεύτερος στη σειρά μετά τον Στέφανο και διακρινόμενος φυσικά από τον απόστολο Φίλιππο. Εκλέχτηκε, μαζί με τους υπόλοιπους έξι, μετά από πρόταση των 12 Αποστόλων, από τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, για να βάλλουν τάξη και να διακονήσουν τις «αγάπες», δηλαδή τα κοινά τραπέζια, διότι, λόγω της πλήθυνσης των χριστιανών, «ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν» (Πραξ.6,1). Τα κοινά τραπέζια ήταν η πρώτη απόδειξη αγάπης και συναδέλφωσης των πρώτων χριστιανών. Αλλά η διακονία τους είχε εκταθεί σε όλους τους τομείς της κοινωνικής διακονίας, λαμβάνοντες, τρόπον τινά, ρόλο «υπουργών» στην χριστιανική κοινωνία της αρχαίας Εκκλησίας. 

      Ήταν ελληνιστής δηλαδή Ιουδαίος, ο οποίος είχε μυηθεί στον ελληνικό πολιτισμό και είχε ασπαστεί τον ελληνικό τρόπο ζωής, κουλτούρας και σκέψεως, χρησιμοποιώντας ως κύρια γλώσσα του την ελληνική. Να διευκρινίσουμε πως με την κατάκτηση τότε γνωστού κόσμου από τον Μέγα Αλέξανδρο, διαδόθηκε ο ελληνικός πολιτισμός στα πέρατα του κόσμου. Θεωρούνταν και ήταν προτέρημα το να ζει κανείς ως Έλληνας! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως όλοι οι διάκονοι έχουν ελληνικά ονόματα (Στέφανος, Φίλιππος, Πρόχορος, Νικάνορας, Τίμωνας, Παρμενίωνας, Νικόλαος) (Πράξ. 6,1-6), ήταν δηλαδή ελληνιστές. Επίσης, με την εκλογή τους μπορούμε να θεωρήσουμε πώς η εκλογή τους είναι το πρώτο άνοιγμα της Εκκλησίας εθνικό κόσμο. Το ότι σκέφτονταν ελληνικά και μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, την τότε διεθνή γλώσσα θα διευκόλυνε την ιεραποστολή στον ειδωλολατρικό κόσμο. Κάποιοι θέλουν τον Φίλιππο ελληνικής καταγωγής.           

        Καταγόταν από την Καισάρεια και ήταν έγγαμος πατέρας τεσσάρων θυγατέρων προικισμένων με προφητικό χάρισμα (Πράξ.21,8-9).

      Όπως στους άλλους διακόνους, είχαν ανατεθεί είχε ανατεθεί και στον Φίλιππο η διακονία των κοινών τραπεζών, αλλά και γενικότερα η κοινωνική μέριμνα της νεαρής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Διακονούσε ναι με ιδιαίτερο ζήλο τους ενδεείς και αναξιοπαθούντες αδελφούς της κοινότητας, προσφέροντας πολύτιμη υπηρεσία. Όμως δεν αρκέστηκε στην κοινωνική διακονία αναλαμβάνοντας διδακτικά καθήκοντα.  Φαίνεται πως, ως ελληνιστής, ήταν μορφωμένος και για τούτο διακρίθηκε για τα ένθερμα και πειστικά του κηρύγματα, κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο σε ιουδαίους και εθνικούς. Για αυτό έλαβε και τον τίτλο του Αποστόλου.

      Μετά τον λιθοβολισμό τού Στεφάνου και τον σκληρό διωγμό των Αποστόλων από τους Ιουδαίους και τον διασκορπισμό τους, ο Φίλιππος μαζί με τις τέσσερις κόρες του, πήγε στην Σαμαριά να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Εκεί με το δικό το θερμό του κήρυγμα και με τα πολλά θαύματα που έκανε, μπόρεσε να μεταστρέψει πολλούς Σαμαρείτες και ειδωλολάτρες στην πίστη στο Χριστό. Έβγαζε πονηρά πνεύματα, θεράπευσε παραλυτικούς και χωλούς, όπως ακριβώς έκαναν και οι Απόστολοι (Πράξ.8,5-13). Σημαντικό ρόλο την εδραίωση της εκκλησίας στην Σαμάρεια έπαιξε και το προφητικό χάρισμα των θυγατέρων του. Στη Σαμάρεια, δια του κηρύγματός του ένας από αυτούς που πίστεψαν και βάπτισε Χριστιανό ήταν και ο διαβόητος Σίμων, ο μάγος (Πράξ.8,9-13).

      Σημαντικό περιστατικό στη ζωή του υπήρξε η συνάντησή του με τον Αιθίοπα   ευνούχο της βασίλισσας της Κανδάκης, τον οποίο κατήχησε και βάπτισε (Πράξ.8,26-38). Μπορούμε να πούμε πως ο άγιος Φίλιππος είναι ο πρώτος φωτιστής των Αιθιόπων, αφού ο ευνούχος υπήρξε ο πρώτος χριστιανός αυτής της αφρικανικής χώρας.

     Μετά από αυτό, όπως αναφέρεται, συνέβη ένα συνταρακτικό γεγονός. Πνεύμα Κυρίου τον ανύψωσε και τον οδήγησε στην πόλη Άζωτο της Παλαιστίνης, για να κηρύξει και εκεί το Ευαγγέλιο, κάνοντάς την κέντρο του ιεραποστολικού του έργου, στην ευρύτερη περιοχή. Κήρυττε άοκνα και με το πειστικό και γλυκόλαλο λόγο του μετέστρεφε πλήθος ανθρώπων στην εν Χριστώ σωτηρία. Τελικά εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του την Καισάρεια, συνεχίζοντας το κήρυγμά του στους συμπατριώτες του.  

      Πολλοί μελετητές της βιβλικής επιστήμης αναφέρουν πώς ο Φίλιππος είναι ο πρώτος που κήρυξε το Ευαγγέλιο στους εθνικούς, προλαμβάνοντας τον Απόστολο Παύλο. Υπήρξε δηλαδή Πρόδρομος του Παύλου. Μάλιστα αναφέρεται πώς ο Απόστολος των Εθνών τον αγαπούσε και το εκτιμούσε ιδιαίτερα και μάλιστα όταν πέρασε από την Καισάρεια, έμεινε στο σπίτι του Φιλίππου. Ο άγιος Ιερώνυμος (340-420 μ. Χ.), αναφέρει ότι διασώζονταν στις μέρες του το σπίτι του Φιλίππου στην Καισάρεια.

      Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ότι στα στερνά του βίου του μετέβη για ιεραποστολή στην πόλη Τράλλεις της Μ. Ασίας, όπου κήρυξε και σύστησε την εκεί τοπική εκκλησία. Αναφέρεται πως έκτισε μεγαλοπρεπή ναό, ίσως τον πρώτο στην Μ. Ασία.

      Εκεί κατάκοπος και προχωρημένη ηλικία παρέδωσε την αγία ψυχή του στο Χριστό, τον οποίο αγάπησε παράφορα και αφιέρωσε τη ζωή του στην διακονία του σωτηρίου μηνύματός του. Τμήμα Αγία Καρράς βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου όπου θαυματουργεί.

     Η μνήμη του τιμάται στις 11 Οκτωβρίου



 

«Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού..» (Κυριακή Δ΄Λουκά).

«ΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΜΕΤΑ ΜΙΑΝ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑΝ ΝΟΥΘΕΣΙΑΝ ΠΑΡΑΙΤΟΥ» (ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ).

       Εν Θεσσαλονίκη τη 11η Οκτωβρίου 2026

           Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

   Θεολόγου - συγγραφέως

    Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η τέταρτη Κυριακή του Λουκά, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη των αγίων και θεοφόρων πατέρων που έλαβαν μέρος στην εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο. Το μεν ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στην οποία ο ευαγγελιστής μας παραθέτει την παραβολή του σπορέως, το δε αποστολικό μια περικοπή από το 3ο κεφάλαιο της προς Τίτον επιστολής του αποστόλου Παύλου. Στο περικοπή αυτή ο απόστολος των εθνών αναφέρεται στους αιρετικούς και στη στάση που οφείλει να τηρήσει ο μαθητής του Τίτος απέναντι σ’ αυτούς.

    Γράφει: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος». Δηλαδή τον αιρετικό άνθρωπο, ο οποίος ύστερα από πρώτη και δευτέρα συμβουλή επιμένει με πείσμα στην πλάνη του, παράτησέ τον και μη συζητάς πλέον μαζί του. Γνώριζε, ότι ο τοιούτος έχει πλέον παρεκκλίνει από την αλήθεια και αμαρτάνει, ελεγχόμενος και καταδικαζόμενος από τη συνείδησή του. Ο όρος «αιρετικός» στη γλώσσα των αγίων Πατέρων μας, σημαίνει τον διαστρεβλωτή της πίστεως, της αποκεκαλυµµένης Αληθείας, την οποία μας απεκάλυψε ο Θεός. Αίρεση δε είναι κάθε διαστρέβλωση των δογματικών αληθειών της πίστεως, που μας απεκάλυψε ο Χριστός και μας παρέδωσαν οι άγιοι απόστολοι. Η διαστρέβλωση αυτή μπορεί να προκύψει είτε με προσθήκη, είτε με αφαίρεση, είτε με τροποποίηση σε μια, ή σε περισσότερες αλήθειες της πίστεως.

    Για να κατανοήσουµε την τραγικότητα, µέσα στην οποία ζουν και κινούνται οι αιρετικοί, πρέπει να δούµε τη διδασκαλία και τη ψεύτικη «θεολογία» τους με γνώμονα την θεολογία των αγίων Πατέρων. Οι άγιοι Πατέρες θεολογούν πάντα µέ τον φωτισµό του αγίου Πνεύµατος. Γίνονται πρώτα δοχεία και ναοί του αγίου Πνεύµατος, µέ την χάρη του Θεού και τον πνευµατικό τους αγώνα και καταξιώνονται να γίνουν πνευµατοκίνητοι, θεοκίνητα στόµατα του Λόγου. Γι’ αυτό και η θεολογία τους είναι έκφραση των µυστικών εµπειριών τους. Εκφράζουν αυτό που το άγιο Πνεύµα αποκαλύπτει µέσα τους. Λέγουν αυτό που βλέπουν στη φωτισµένη και θεοφόρο καρδιά τους. Αντίθετα οι αιρετικοί είναι οι στοχαστές και φιλόσοφοι του κόσµου, οι οποίοι προσπαθούν με τη δύναμη της λογικής και με φιλοσοφικούς στοχασμούς να ερμηνεύσουν την θεία αποκάλυψη, ακριβώς διότι δεν έχουν αγιοπνευματικές εμπειρίες. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ο ανθρώπινος φιλοσοφικός στοχασμός ποτέ δεν µπορεί να γίνει Θεολογία. Μένει απλώς μια φιλοσοφία, μια ανθρώπινη µεταφυσική αναζήτηση.

    Ένας από τους θεοφόρους αγίους Πατέρες, που δίκαια πήρε το όνοµα του Θεολόγου της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «∆εν είναι του καθενός, να φιλοσοφεί γύρω από τον Θεό.... ∆εν είναι του καθενός, παρά µόνο των δοκιµασµένων και όσων έχουν προχωρήσει στη θεωρία, (δηλαδή στη θέα του Θεού) και που προηγουµένως έχουν καθαρισθεί και στην ψυχή και το σώµα, ή τουλάχιστον, καθαρίζονται τώρα». Οι άγιοι Πατέρες ομιλούσαν στα θεοφώτιστα συγγράμματά τους περί του Θεού, έχοντας υπ’ όψη τους την προσωπική τους αγιοπνευματική εμπειρία.

    Η αίρεση δεν είναι απλά ένα λογικό λάθος, ούτε οι αιρετικοί απλώς αστοχούν στην εύρεση της αλήθειας. Στην περίπτωσή τους συµβαίνει κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κατά το γράµµα γνωρίζουν την Γραφή, κατά τρόπο, (πολλές φορές), εκπληκτικό. Τους λείπει όµως κάτι ουσιαστικό. Τους λείπει η αγιοπνευµατική εµπειρία των αγίων Πατέρων, ο εσωτερικός φωτισµός του αγίου Πνεύµατος. Τολμούν να θεολογήσουν χωρίς προηγουμένως να έχουν καθαρίσει την ψυχή τους από τα πάθη με την ασκητική και θεραπευτική μέθοδο, που υποδεικνύει η Εκκλησία. Για τους αιρετικούς η Θεολογία είναι μια διανοητική - επιστηµονική υπόθεση, ένα λογικό και συλλογιστικό παιχνίδι. Μπορεί ηθικά να είναι ανεπίληπτοι. ∆εν βλέπουν όμως όσα βλέπουν εν αγίω Πνεύµατι οι άγιοι Πατέρες. Μπορεί διανοητικά να είναι εκπληκτικά ανεπτυγµένοι. Είναι πράγµατι γεγονός, ότι όλοι οι µεγάλοι αιρετικοί εντυπωσιάζουν µέ την πολυγνωσία και την ανθρώπινη «σοφία» τους! ∆εν έχουν όµως καθαρή την καρδιά, ούτε έχουν µεταβληθεί σε ναούς του αγίου Πνεύµατος. Η εµπειρία της θεώσεως, που καταξιώνει τους Πατέρες είναι αυτό, που τους λείπει. Γι’ αυτό και δεν µπορούν να διακρίνουν την αλήθεια από την πλάνη.

    Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η τραγικότητα όλων των αιρετικών. Αφώτιστοι οι ίδιοι, ζητούν να φωτίσουν. Αθεράπευτοι οι ίδιοι, ζητούν να θεραπεύσουν. Άθεοι οι ίδιοι, (δηλαδή χωρίς τον αληθινό Θεό), ζητούν να θεολογήσουν. Θα µπορούσαµε να παροµοιάσουµε τους αιρετικούς µέ ψευτογιατρούς και τσαρλατάνους, που εξαπατούν. Αλλ’ είναι κάτι χειρότερο: Είναι γιατροί, που προσφέρουν δολοφονική θεραπεία, που σκοτώνει τον άνθρωπο αιώνια. Είναι φαρµακοποιοί, που κυκλοφορούν φάρµακα δηλητηριασµένα - αλλοιωµένα, που είναι επικίνδυνα για την δηµόσια υγεία, φυσικά όχι την σωµατική, αλλά την πνευµατική και αιώνια.

    Πολλές φορές μέσα στην πνευματική μας άγνοια κάνουμε το τραγικό λάθος να  τοποθετούµε τη διαφορά Ορθοδοξίας και αιρέσεων σε επίπεδο λεκτικών, ή τυπικών διατυπώσεων. Αυτό οδηγεί στην ελαχιστοποίηση της διαφοράς και στην εντύπωση, ότι η διαφωνία μας είναι για ασήµαντα πράγµατα, που µπορούν εύκολα µέ κάποια καλή διάθεση και φραστική βελτίωση να θεραπευθούν. Αν δούµε όµως τις αιρέσεις από πλευράς πραγµατικότητος πατερικής και αντιπαραθέσουµε στην ετεροδοξία της εποχής µας τους αγίους µας Πατέρες, τότε θα διαπιστώσουµε, ότι πρόκειται για διαφορά πραγµάτων και όχι λέξεων. Η πνευµατικότητα της Ορθοδοξίας γεννά αγίους Πατέρες, ενώ η «πνευµατικότητα» των αιρέσεων σπείρει τον όλεθρο. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες θα µένουν πάντα τα «πάγχρυσα στόµατα του Λόγου», που θα καλούν όχι µόνο τους αιρετικούς και ετεροδόξους, αλλά και εµάς, που ως επί το πλείστον είμαστε κατ’ όνοµα µόνο ορθόδοξοι, στην γνήσια εν Χριστώ θεραπεία, που οδηγεί στη σωτηρία.

    Από όλα όσα προηγουμένως σημειώσαμε με πολλή συντομία, αδελφοί μου, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τώρα, τι κατά βάθος είναι η αίρεση και ποιος κατά βάθος είναι ο αιρετικός. Ότι δηλαδή η αίρεση είναι θάνατος πνευματικός, που οδηγεί στην απώλεια, στον όλεθρο και στην καταστροφή. Μπορούμε επίσης να συνειδητοποιήσουμε, γιατί αυτός που θα παρασυρθεί στην παναίρεση του Οικουμενισμού, ή σε οποιαδήποτε άλλη αίρεση, χάνει την ψυχή του, έστω και αν είναι ο μεγαλύτερος ασκητής, έστω και αν έχει μεγάλο εκκλησιαστικό αξίωμα, έστω και αν έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο φιλανθρωπικό, ή κοινωνικό, ή ποιμαντικό έργο. 

    Αυτές τις μεγάλες αλήθειες, έχοντας υπ’ όψη του και ο απόστολος Παύλος, παραγγέλει στον μαθητή του, Τίτο, να φεύγει μακρυά από τους αιρετικούς μετά από πρώτη και δευτέρα νουθεσία. Και τούτο διότι εγνώριζε, ότι οι αιρετικοί είναι πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διακρίνουν την πλάνη στην οποία βρίσκονται και να μετανοήσουν, εξ’ αιτίας του εγωϊσμού που έχουν μέσα τους. Όπως ματαιοπονεί εκείνος που προσπαθεί να σπείρει στη θάλασσα, ή πάνω στο τσιμέντο, έτσι ματαιοπονεί και εκείνος που προσπαθεί να πείσει έναν αιρετικό. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Όταν κάποιος είναι διεστραμμένος και αποφασισμένος να μην αλλάξει καθόλου τη γνώμη του, ό,τι και αν γίνει, για ποιο λόγο κουράζεσαι άσκοπα;».  

    Οι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας μας διέκριναν, με τον θείο φωτισμό που είχαν μέσα τους, πόσο μεγάλος και θανάσιμος είναι ο κίνδυνος από τη δράση των αιρετικών. Γι’ αυτό θεώρησαν χρέος τους να αγωνιστούν με όλες τους τις δυνάμεις για την αντιμετώπισή των, συγκροτώντας άγιες Συνόδους, όπως αυτή που εορτάζουμε σήμερα  και υπομένοντας θλίψεις και ποικίλους διωγμούς, προκειμένου να προστατεύσουν τα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας από την ολέθρια διδασκαλία τους.

    Όπως και άλλες φορές στο παρελθόν έχουμε τονίσει, η φοβερότερη και η πιο επικίνδυνη αίρεση που εμφανίστηκε στη ιστορική πορεία της Εκκλησίας εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια είναι η παναίρεση του Οικουμενισμού. Και τούτο διότι εμφανίζεται ύπουλα, με το προσωπείο της αγάπης και έχει παραπλανήσει την συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών Επισκόπων και Πατριαρχών με πρωτοπόρο τον σημερινό οικουμενικό πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Η πνευματική αφασία και η πλήρης σχεδόν υποδούλωση της διοικούσης Εκκλησίας μας απέναντι στην παναίρεση του οικουμενισμού έφθασε στο αποκορύφωμά της στην ψευδοσύνοδο της Κρήτης, διότι τελικά αποδέχθηκε επίσημα τις κακόδοξες αποφάσεις της. Όπως είναι γνωστό στην ψευδοσύνοδο η παναίρεση αυτή, αντί να καταδικασθεί συνοδικά,  έχει πλέον νομιμοποιηθεί και θεσμοθετηθεί επίσημα στην εκκλησιαστική ζωή. Τώρα πλέον, μετά την ψευδοσύνοδο, η εκκλησιαστική κατάσταση έχει καταστεί εξόχως τραγική. Και τούτο διότι η αίρεση αυτή δεν διακηρύσσεται απλώς από μια ομάδα επισκόπων οικουμενιστών, όπως γινόταν μέχρι τώρα. Τώρα πλέον οι κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου έχουν καταστεί επίσημη διδασκαλία της τοπικής μας Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η μόνη ασφαλής οδός για την προφύλαξή μας από την αίρεση είναι η οδός της αποτειχίσεως. Αυτή την ευλογημένη οδό της αποτειχίσεως εύχομαι από καρδίας να ακολουθήσει ο πιστός λαός της τοπικής μας Εκκλησίας με τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου, των αγίων Πατέρων που εορτάζουμε σήμερα και όλων των αγίων. Αμήν. 



 

Άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός: Ο μεγάλος ομολογητής της Ορθοδοξία μας

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ
ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ
         Μια από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
       
       Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Θεοφάνης ο επονομαζόμενος Γραπτός. Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 745. Πατέρας του ήταν ο ευσεβής Ιωαννάς, ο οποίος φρόντισε να μεταδώσει, τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του Θεόδωρο την ευσέβεια. Φρόντισε επίσης να τους μορφώσει, στέλνοντάς τους στη φημισμένη Μονή του Αγίου Σάββα, κοντά στο σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ, να σπουδάσουν την ιερή επιστήμη της Θεολογίας, καθώς και αρχαία Ελληνικά, γραμματική, ποίηση, μουσική κλπ.
       Τα δύο αδέλφια έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια στις σπουδές τους και επίσης μυήθηκαν στην ορθόδοξη πνευματικότητα και στο μοναχικό ασκητικό πνεύμα. Ο δάσκαλός τους Μιχαήλ το 811 τους πήρε μαζί του, ως υποτακτικούς του στη Μονή των Σπουδαίων, κοντά στο ναό της Αναστάσεως. Κατόπιν ο Πατριάρχης Θωμάς τους χειροτόνησε ιερείς και τους έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, προκειμένου να στηρίξουν τους διωκόμενους Ορθοδόξους από τους διώκτες τους εικονομάχους, αλλά και να ζητήσουν τη στήριξη για τις απειλές και τις διώξεις που ασκούσαν οι Άραβες μουσουλμάνοι κατά του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων. Εγκαταστάθηκαν στην περίφημη Μονή της Χώρας.
       Αλλά, λίγο αργότερα, το 815 πέθανε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές (811-813) και ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820), ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη περίοδο της εικονομαχικής έριδας. Διέταξε την πλήρη απαγόρευση προσκύνησης και τιμής των Ιερών Εικόνων, ακόμα και με την ποινή του θανάτου, την καταστροφή όλων των Εικόνων και το ασβέστωμα των τοιχογραφιών των ναών. Τότε τα δύο αδέλφια, Θεοφάνης και Θεόδωρος, μαζί με το δάσκαλό του Μιχαήλ, παρουσιάστηκαν στον ασεβή αυτοκράτορα και τον ήλεγξαν για το διάταγμά του. Ο Λέων, όχι μόνον δεν έδειξε σημάδια συνετισμού, αλλά διέταξε τον άγριο βασανισμό τους. Τους μαστίγωσαν άγρια και τους έκλεισαν στη φυλακή. Αφού απέκρουσαν και τις προσπάθειες του μελλοντικού εικονομάχου Πατριάρχη Ιωάννου Γραμματικού, να συμμορφωθούν με το αυτοκρατορικό διάταγμα, τους ξεχώρισαν. Έκλεισαν τα δύο αδέλφια σε ένα φρούριο στο Βόσπορο, στερώντας τους ακόμα και την τροφή.  
      Μετά τη δολοφονία του Λέοντα (820) κόπασαν οι διωγμοί των Ορθοδόξων και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ  του Σωσθενίου στο Βόσπορο, οι οποίοι με τον υποδειγματικό ασκητικό τους αγώνα και τις πολλές επιστολές τους στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη. Αλλά το 829 ανέβηκε στο θρόνο ο επίσης φανατικός εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842), ο οποίος εγκαινίασε νέα σφοδρή εικονομαχική περίοδο, καταδιώκοντας απηνώς τους ομολογητές Ορθοδόξους. Τα δυο αδέλφια εξορίστηκαν στη νήσο Αφουσία, το 834, μαζί με άλλους ορθοδόξους ομολογητές. Επειδή δεν πειθάρχησαν, και ασκούσαν σφοδρή κριτική κατά των εικονομάχων και του Παλατίου, κλήθηκαν το 836 σε νέα ανάκριση από τον αυτοκράτορα. Οι δύο ομολογητές μοναχοί ήλεγξαν και πάλι με θάρρος και παρρησία τον ασεβή αυτοκράτορα, ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη. Υποβλήθηκαν και πάλι σε νέα βασανιστήρια. Με πυρωμένο σίδερο έγραψαν στα μέτωπά τους δώδεκα ιμαβικούς στίχους, με την αιτία των διώξεών τους. Γι’ αυτό ονομάστηκαν από τότε Γραπτοί.  Στη συνέχεια τους έριξαν στην πιο υγρή και σκοτεινή φυλακή του Πραιτωρίου, με στόχο να πεθάνουν απομονωμένοι. Τότε πήραν επιστολές παρηγορητικές από το δάσκαλό τους Μιχαήλ και τον άγιο Μεθόδιο, ενθαρρύνοντας τους να υπομείνουν ως τέλους τα μαρτύρια. Σε λίγο καιρό τους έστειλαν σε νέα εξορία στην Απάμεια της Βιθυνίας (Μουδανιά), όπου όμως έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από το λαό. Ο Θεόδωρος, κοιμήθηκε το 838, εξουθενωμένος από τις κακουχίες. Ο αδελφός του Θεοφάνης, αψηφώντας την διαταγή του αυτοκράτορα, να μείνει άταφο το σώμα του, το ενταφίασε, συνθέτοντας και έναν εξαίσιο ποιητικό κανόνα.
      Μετά από την θαρραλέα αυτή πράξη του, ο Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε δραστήρια για την επικράτηση του Ορθοδόξου Δόγματος και την απόκρουση της αιρέσεως της εικονομαχίας. Αλλά το 842 πέθανε ο ασεβής Θεόφιλος και στο θρόνο ανέβηκε ο ανήλικος γιός του Μιχαήλ Γ΄ (842-867),   τον οποίο επιτρόπευε η ευσεβής αυτοκράτειρα αγία Θεοδώρα, η οποία έπαυσε αμέσως τους διωγμούς, επανέφερε σι ισχύ τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) και το 842 αναστήλωσε οριστικά τις άγιες Εικόνες. Παράλληλα επανέφερε από την εξορία και έβγαλε από τις φυλακές τους ομολογητές της πίστεως. Ο Θεοφάνης ανακλήθηκε από την εξορία και ο Πατριάρχης άγιος Μεθόδιος το 842 τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο του πολυτάραχου επίγειου βίου του, ποιμαίνοντας θεοφιλώς το ποίμνιό του, προσευχόμενος και ασκούμενος. Ως άφθαστος ποιητής και υμνογράφος συνέθεσε πλήθος εκκλησιαστικών ύμνων, οι οποίοι ψάλλονται μέχρι σήμερα κατά τις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και σε μνήμες αγίων. Κοιμήθηκε ειρηνικά την 11η Οκτωβρίου του 845. Ανακηρύχτηκε άγιος και η σεπτή μνήμη του εορτάζεται την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.
      Ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες,  Ομολογητές και υμνογράφους της Εκκλησίας μας, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ομολογία και την προάσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, της μόνης αληθινής και σώζουσας πίστεως. Τόσον αυτός, όσο και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι (πρέπει να είναι) και σε μας σήμερα τα μεγάλα ζωντανά παραδείγματα, να μην κάνουμε την παραμικρή έκπτωση και υποχώρηση στα θέματα της πίστεως, όπως έκαμαν και εκείνοι!  


Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2026

 

Αγία Μεθοδία της Κιμώλου η θαυματουργός

ΑΓΙΑ ΜΕΘΟΔΙΑ ΤΗΣ ΚΙΜΩΛΟΥ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
       Οι όσιες γυναίκες συναγωνίστηκαν επάξια τους οσίους άνδρες σε πνευματικούς αγώνες και αγιότητα. Η Εκκλησίας μας έχει να επιδείξει μια πλειάδα οσίων γυναικών, οι οποίες λαμπρύνουν το εκκλησιαστικό στερέωμα. Μια από αυτές υπήρξε και η αγία Μεθοδία η εν Κιμώλω. Μια σύγχρονη οσιακή σημαντική μορφή.

       Καταγόταν από τη νήσο Κίμωλο και γεννήθηκε την 10η Νοεμβρίου 1865 από γονείς θεοσεβούμενους και ενάρετους. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιάκωβος και η μητέρα της Μαρία, το δε επίθετό της ήταν Σάρδη. Στην οικογένεια υπήρχαν τρεις γιοι και πέντε θυγατέρες. Η δεύτερη από αυτές ήταν η Ειρήνη, η οποία μετονομάστηκε αργότερα σε Μεθοδία. Από μικρό κορίτσι διακρίνονταν για τη σεμνότητά της, την πίστη της στο Θεό και την υπακοή της. Ήταν στολισμένη με αρετές και καλοσύνη και για γι’ αυτό ξεχώριζε από τα άλλα κορίτσια της οικογένειας και της περιοχής. Οι φτωχοί και αγράμματοι γονείς της φρόντισαν να τη μεγαλώσουν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Της εμφύτευσαν βαθειά στην  ψυχή της την αγάπη στο Χριστό και την αφοσίωση στην Εκκλησία.
       Σε νεαρή ηλικία, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής, αποφάσισαν οι γονείς της να την παντρέψουν με έναν νέο ναυτικό από τη Χίο. Η Ειρήνη, αν και είχε άλλα σχέδια για της ζωή της, να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό, υπάκουσε στους γονείς της να μην τους λυπήσει. Χωρίς λοιπόν τη θέλησή της, παντρεύτηκε τον νέο Χιώτη. Όμως η ευσέβεια της Ειρήνης δεν έπαψε και μετά το γάμο της. Τηρούσε με ακρίβεια τις νηστείες, εξομολογούνταν τακτικά και κοινωνούσε αδιάκοπα. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για την ματαίωση των σχεδίων της να ακολουθήσει τον μονήρη βίο. Τιμούσε το σύζυγό της και ουδέποτε του φανέρωσε τον κρυφό πόθο της να ακολουθήσει τον Νυμφίο της ψυχής της Χριστό. Μέσα στην ψυχή της έτρεφε την ελπίδα πως κάποτε ίσως πραγματοποιούνταν ο ευσεβής πόθος της.
        Ύστερα από λίγο καιρό συνέβη το απροσδόκητο. Το πλοίο που εργάζονταν ο σύζυγός της ναυάγησε στα παράλια της Μ. Ασίας και εκείνος κατέστη αγνοούμενος, αφού δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Προφανώς είχε πνιγεί. Μάταια τον περίμενε για πολύ καιρό η Ειρήνη. Όμως αφού είδε ότι δεν εμφανίζονταν, αποφάσισε να ικανοποιήσει την παιδική επιθυμία της να ζήσει πλέον ως μοναχή. Πήγε στον επίσκοπο Σύρου Μεθόδιο και του ζήτησε να ντυθεί το μοναχικό σχήμα. Εκείνος δέχτηκε και την έκειρε μοναχή στην Ιερά Μονή Οδηγήτριας Κιμώλου, δίνοντάς της το μοναχικό όνομα Μεθοδία.
        Για τη Μεθοδία ανοίχτηκε μπροστά της ένας νέος δρόμος πνευματικού αγώνα.  Η ψυχή της αισθάνονταν απέραντη αγαλλίαση και ευχαριστούσε μέρα και νύχτα το Θεό, που την αξίωσε να νοιώσει τις μυστικές εμπειρίες της ασκητικής ζωής. Άρχισε να μελετά με πάθος ασκητικά βιβλία, θέλοντας να εφαρμόσει η ίδια τα παραγγέλματα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας μας. Άρχισε με ακρίβεια την εφαρμογή τους. αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και θεωρία. Ακολουθούσε τον αγώνα αποκοπής των παθών και της νεκρώσεως του παλιού εαυτού της. Ενωρίς φάνηκαν τα σημάδια της αγιότητά της.
        Θεώρησε καλό και ωφέλιμο να ζει σε απομόνωση, ώστε να μην αποκόβεται από την προσευχή και τη θεωρία του Θεού. Κλείστηκε σε ένα μικρό κελί στη θέση «Στιάδι», μέσα στο Κάστρο της Κιμώλου, κοντά στον Ιερό Ναό της Γεννήσεως του Σωτήρος. Εκεί ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και ουράνιες αναβάσεις. Έβγαινε σπάνια από το κελί της και μόνο σε επείγουσα ανάγκη, ιδιαίτερα να προσφέρει τη βοήθειά της σε ανθρώπους που την είχαν ανάγκη. Άλλωστε έτρεφε απέραντη αγάπη για όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα για τους ενδεείς, τους οποίους ωφελούσε όσο μπορούσε.  
      Έγκλειστη η Μεθοδία στο στενό κελί της ζούσε ως επίγειος άγγελος. Ο ύπνος της ήταν ελάχιστος, η τροφή της στοιχειώδης. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν έβγαινε καθόλου από το κελί της. Ζούσε με ελάχιστη ξηρή τροφή και νερό, τα οποία της τα έδιναν από ένα μικρό παράθυρο του κελιού της και εκείνη τους ανταπόδιδε λίγο λάδι από το ακοίμητο καντήλι του κελιού της. Οι ευσεβείς κάτοικοι της Κιμώλου, το έπαιρναν  με ευλάβεια και άλειφαν με αυτό τους ασθενείς, οι οποίοι, σε πολλές περιπτώσεις γινόταν καλά με τις ευχές της αγίας μοναχής.
       Μια από τις αρετές της ήταν τα αστείρευτα δάκρυα για τον εαυτό της, τον οποίο θεωρούσε αμαρτωλό και για τη σωτηρία του κόσμου. Η προσευχή της συνοδεύονταν πάντα από ποταμούς δακρύων και γι’ αυτό είχε αποτελεσματικότητα η προσευχή της. Μια άλλη ευσεβής ενασχόλησή της στο κελί της ήταν η ανάγνωση θεοφιλών συγγραμμάτων. Τα θεία λόγια της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας την έθελγαν και την ευχαριστούσαν αφάνταστα. Ζούσε για το Χριστό και είχε πάψει να ζει για τον εαυτό της. Το λιπόσαρκο ασκητικό της σαρκίο είχε μεταβληθεί σε σκεύος και κατοικία του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό αξιώθηκε πολλών θαυμάτων.
      Η φήμη της αγίας ασκήτριας είχε διαδοθεί σε όλο το νησί, αλλά και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Πολλοί έτρεχαν στο μικρό κελί της, κυρίως γυναίκες, για να ακούσουν λόγια πνευματικά και παρηγορητικά. Ποτέ δεν αρνούνταν να τους δεχτεί. Ως στοργική μητέρα τους άκουγε, τους συμπονούσε και τους ωφελούσε με τις νουθεσίες της. Πάμπολλες κουρασμένες και βασανισμένες ψυχές βρήκαν στην Μεθοδία παρηγοριά και οδηγήθηκαν στη μετάνοια και τη σωτηρία. Δίδασκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της την αγάπη, την υπομονή και την καρτερία στις αντιξοότητας της ζωής. 
        Έτσι πολιτεύτηκε η αγία μοναχή, ωφελώντας τον εαυτό της και τους άλλους. Ο Κύριος την κάλεσε κοντά Του την Κυριακή 5 Οκτωβρίου  του έτους 1908 σε ηλικία μόλις 43 ετών. Την επομένη της κοιμήσεώς της παρατηρήθηκε η ευκαμψία των μελών του λειψάνου της, ως τεκμήριο της αγιότητάς της. Ο πιστός λαός της Κιμώλου κήδεψε πάνδημα την αγία μοναχή. Αργότερα έγινε ανακομιδή των ιερών λειψάνων της, τα οποία τοποθετήθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Κιμώλου και αποτελούν πηγή θαυμάτων. Η μνήμη της αγίας Μεθοδίας τιμάται στις 5 Οκτωβρίου.