Παρασκευή, Μαΐου 29, 2026

 

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής. Η ανάσταση των νεκρών

 

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ»

[Από τη σειρά: «Ομιλίες εις προσκυνητάς Θεσσαλονικείς» Δ97Α’]

 [Εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-6-1992]

       Αν ο θάνατος, αγαπητοί μου, έθετε την τελική του σφραγίδα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, τότε, θα λέγαμε, ας αρχίσομε να θρηνούμε γι΄ αυτήν την φοβερή αιχμαλωσία μας εις τον κόσμον αυτόν. Τότε μόνιμο τραγούδι μας, μόνιμο, μάλλον, ελεγείο μας, ας είναι το «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Και μάλιστα όταν σήμερα, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής, μάς ζωντανεύει αυτή η θέσις του θανάτου, η πραγματικότητα του θανάτου για να τα πούμε αυτά, τότε θα λέγαμε: «Γιατί να έρχονται νέοι άνθρωποι στον κόσμον αυτόν αφού θα πεθάνουν;».

      «Γιατί να γεννιώνται άνθρωποι;». Ή, ακόμη, τότε μία γέννηση θα μπορούσε να είναι ένα προκαταβολικόν πένθος. Μάλιστα μεταφορικώς λέγεται ότι το παιδί μόλις γεννιέται, κλαίει και αυτό σημαίνει ότι μπαίνει μέσα στα βάσανα αυτού του κόσμου. Τότε… γιατί ο ήλιος λάμπει; Ή ακόμη γιατί τα πουλιά κελαηδούν; Δεν θα υπήρχε λόγος. Τότε η Δημιουργία στο βάθος της, παρά την επιφανειακή ομορφιά της κρύβει την πιο απαίσια αντίφαση, την υπαρξιακή ανυπαρξία της. Και είναι μία, τότε η Δημιουργία, μία εξοργιστική κωμωδία. Αν βέβαια όλα αυτά, τον τελικό λόγο, τον έχει ο θάνατος. Έτσι, ύπαρξις και ανυπαρξία, ζωή και θάνατος, είναι η πιο ακραία αντίφασις.

    Αλλά ο Θεός που εδημιούργησε τα πάντα με τόση σοφία, με τόση δύναμη και με τόση αγάπη, αντιφάσκει εις εαυτόν; Δημιουργεί μάταια πράγματα ο Θεός; Βεβαίως όχι. Μη γένοιτο να υποστηρίξομε μία τέτοια θέση. Τότε; Ε, απλώς ο θάνατος είναι ένας μεγάλος παρείσακτος. Και πρέπει να δούμε πώς μπήκε αυτός ο θάνατος ως παρείσακτος μέσα στην πολύ ωραία Δημιουργία του Θεού. Όπως κάπου στην «Σοφία Σολομώντος» λέγει ότι «Είσαι φιλόζωος, Κύριε, και δεν έκανες κανένα δημιούργημά Σου να υποφέρει και κανένα δημιούργημά Σου δεν βδελύσσεσαι, δεν σιχαίνεσαι, και όλα είναι πολύ ωραία». Πώς, λοιπόν, υπάρχει ο θάνατος; Που είναι ο θάνατος πάντοτε, η πιο χτυπητή αντινομία, όπως ήδη σημειώσαμε, και η πιο απαίσια ασχημία.

       Ο θάνατος, αγαπητοί μου, είναι ο καρπός της παρακοής των Πρωτοπλάστων. Και το σημαντικόν είναι ότι ο Θεός ειδοποίησε για την περίπτωσιν αυτήν, λέγοντας: «Μην παραβείτε την εντολή μου· «ἐν ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». «Θα πεθάνετε με θάνατο εάν θα φάτε από τον καρπόν αυτόν». Όχι βεβαίως ότι ο καρπός της γνώσεως ήταν καρπός δηλητηριώδης, ήταν κάτι άλλο, είχε μεταφυσικά στοιχεία. Όχι, τίποτε απ’ όλα αυτά. Ένα φυσικόν δέντρον ήτο. Αλλά ετέθη επάνω εις το καρπόν του δέντρου αυτού, ετέθη η εντολή της υπακοής. Και εφόσον οι Πρωτόπλαστοι παρέβησαν την εντολή της υπακοής, εισήλθε ο θάνατος.

    Λέγει το βιβλίον της «Σοφίας Σολομώντος» στο 2ο κεφάλαιο: «ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ (:τον έκανε να είναι άφθαρτος)  καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν· φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον».

       Πράγματι ο Θεός δεν εδημιούργησε τον θάνατον. Θα ήτο βλασφημία αυτό να το πούμε. Μάλιστα στην καθημερινότητά μας λέμε τα εξής: «Ε, τι να κάνομε; Φυσικά πράγματα είναι αυτά». Τι «φυσικά»; «Το ότι πεθαίνει κανείς. Ε, ο Θεός, έτσι θέλει, να πεθαίνομε». Δεν θέλει ο Θεός να πεθαίνομε. Και ο θάνατος είναι το πιο αντιφυσιολογικόν στοιχείον, η μεγαλυτέρα, σας είπα, ασχημία μέσα στην Δημιουργία· που δίνει μία εικόνα σαν να μην έχει σκοπόν η Δημιουργία. Σαν να είναι κάτι που να λέει κανείς: «Γιατί ζω; Αφού υπάρχει ο θάνατος. Γιατί ζω;». Σαν να αφαιρεί την έννοια του σκοπού της Δημιουργίας. Δεν έκανε ο Θεός τον θάνατον. Πολύ σωστά λέγει, λοιπόν, ο λόγος του Θεού ότι ο Θεός δεν έκανε τον θάνατον. Αλλά εισήλθε από τον φθόνο του διαβόλου. Επειδή επεκράτησε ο φθόνος του διαβόλου. Πώς; Εφθόνησε τους Πρωτοπλάστους, γιατί να είναι δημιουργήματα λογικά και να έχουν την στοργή του Θεού, κατάφερε, εννοείται… κατάφερε, εξηπάτησε ώστε να παραβούν την εντολήν του Θεού και έτσι να εισέλθει ο θάνατος.

         Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι η φιλανθρωπία του Θεού εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, της Ενανθρωπήσεως. Διότι θα έλεγε κανένας: «Να, ο Θεός επιτρέπει, επέτρεψε». Ήταν το κατά παραχώρησιν θέλημά Του να εισέλθει ο θάνατος. Και τώρα εδώ ο Θεός δημιουργεί το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, ακριβώς για να σώσει τον άνθρωπο, να τον επαναφέρει εις την κατάστασιν του αρχικού θελήματος του Θεού, δηλαδή του κατ’ ευδοκίαν θελήματος του Θεού, που είναι η αφθαρσία και η αθανασία και η μακαριότης.

       Λέγει ένα τροπάριο των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, ένα από το «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ».  Λέγει κάτι έτσι πάρα πολύ ωραίο και συγκινητικό: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες (:Συ, ω Θεέ Λόγε που έγινες άνθρωπος, στη Γη κατέβηκες), ἵνα σώσῃς Ἀδάμ (:γιατί ο Αδάμ ήτο στη Γη) καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκὼς τοῦτον, Δέσποτα (:και αυτόν –λέει- αφού δεν τον βρήκες), μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν», «κατέβηκες μέχρι τον Άδη για να ψάχνεις να τον βρεις». Τι ωραίο που είναι αυτό πραγματικά!

      Κι έτσι βλέπομε ότι ο Θεός εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας για να σώσει τον άνθρωπο και για να καταπατήσει τον θάνατον. Έτσι έγινε με μας όμοιος, απέθανε επί του Σταυρού ο Κύριος, αλλά ανεστήθη. Ακριβώς για να αναστήσει τον άνθρωπον την εσχάτη ημέρα. Και ανελήφθη εις τον ουρανό, ακριβώς για να ανεβάσει τον όλον άνθρωπον στον ουρανό και, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τον στήσει στα δεξιά του Θεού Πατρός. Διότι εκεί ανέβηκε η ανθρωπίνη φύσις. Διότι ως Θεός Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά. Αυτό αναφέρεται εις την ανθρωπίνη φύση· και η ανθρωπίνη φύσις είναι εκείνη που ανήλθε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός, όπως ακριβώς το είδε και ο άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, ομολογώντας το μέσα εις το συνέδριο.

         Έτσι, ο Κύριος μάς άνοιξε τον δρόμο υπερνικώντας την αμαρτωλότητα του ανθρώπου ως αναμάρτητος, υπερνικώντας την θνητότητα, γιατί ο άνθρωπος πέθαινε, πώς θα μπορούσε ποτέ να ανεβεί στον ουρανό; Ως αμαρτωλός μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Ως θνητός, μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Και την υλικότητα. Πώς θα μπορούσε να ανεβεί ο άνθρωπος, υλικός υπάρχων; Πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ; Κι όμως, γι'αυτό ξέρετε, εκπλήσσονται οι άγγελοι. Ω, αν είχαμε τον Πλάτωνα εδώ και μας άκουγε ότι άνθρωπος με την υλικότητά του ανέβηκε επάνω εις τον ουρανό, εις τον ουρανό των ιδεών, εκεί που δεν χωράει τίποτα, παρά μόνον είναι ο κόσμος των πνευμάτων και των ιδεών και των προτύπων και των αρχετύπων, θα τρόμαζε, θα χλώμιαζε. Και αν του λέγαμε ότι αυτό έγινε, το έχομε ως δεδομένον, από το γεγονός ότι ο Χριστός ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν, κυριολεκτικά θα ετρόμαζε, κυριολεκτικά, θα έλεγε ότι «κάτι καινούριο εδώ υπάρχει, κάτι καινούριο που δεν το σκέφτηκα». Ναι, πράγματι ήταν και είναι όλα αυτά που εργάστηκε ο Χριστός για μας ανοίγοντάς μας τον δρόμο, μία πραγματικότης, ένα γεγονός.

       Ενθυμείσθε, όταν ο άνθρωπος εβγήκε από τον υλικόν Παράδεισον, επίγειος ήτο, ενθυμείσθε ότι ο Θεός έταξε τα Χερουβείμ να φυλάσσουν την είσοδον του Παραδείσου και να κινούν την περιστρεφομένην εκείνην πυρίνην ρομφαία. Το ενθυμείσθε; Τι ήτο αυτή η «πυρίνη ρομφαία»; Δηλαδή ένα πράγμα που να γυρίζει, ένα σπαθί, αντί που να έχει λάμα, να έχει φλόγα και να περιστρέφεται. Πώς να μπεις μέσα σε μία είσοδο, όταν υπάρχει μία τέτοια, ένας τέτοιος φραγμός; Ξέρετε τι ήτο αυτό; Αυτά τα τρία που σας είπα. Αυτό ήτο που έφραξε τον δρόμον. Η αμαρτωλότης της ανθρωπότητος, η υλικότης της ανθρωπότητος και η θνητότης της ανθρωπότητος. Κι αυτά τώρα τα υπενικά ο Κύριος ανερχόμενος εις τον ουρανόν με την ανθρωπίνη Το φύση. Και μας οδοποίησε, μας άνοιξε τον δρόμο, έφτιαξε δρόμο για να ξαναγυρίσομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού.

         Ας δούμε όμως πώς ο Απόστολος Παύλος, για να μείνομε και στη σημερινή περικοπή την αποστολική, που αναφέρεται εις το θέμα της αναστάσεως των νεκρών, ως Ψυχοσάββατο, όπως σας είπα, πώς ο Απόστολος Παύλος μας περιγράφει τα πράγματα, τον καρπόν, θα λέγαμε καλύτερα, της Αναστάσεως του Χριστού. Βέβαια έχει γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το 15ο κεφάλαιο στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν του, που είναι ένας ύμνος στην ανάσταση. Ύμνος στην ανάσταση –προσέξτε- των νεκρών! Όχι ύμνος εις την ανάσταση του Χριστού.

      Εδώ, λοιπόν, στους Θεσσαλονικείς, λέγει: -Τι χαριτωμένο πράγμα, ξέρετε, και να έχομε ακροατάς Θεσσαλονικείς και να μιλά κανείς από τις δύο, αυτές, επιστολές. Έχει κάτι το πιο ιδιαίτερο, πιο ξεχωριστό. Αισθάνεται κανένας ότι αυτό που τώρα ακούει είναι για μένα. Όχι γιατί είναι ο λόγος του Θεού, αλλά και γιατί είμαι Θεσσαλονικεύς. Και αποτείνεται εκεί ο Παύλος. Έχει κάτι το πιο ιδιάζον-. Λοιπόν, γράφει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος:

     «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα». «Δεν θέλομε», λέγει, «να αγνοείτε, αδελφοί, για τους κεκοιμημένους, για να μη λυπόσαστε, όπως και οι υπόλοιποι που λυπώνται υπερβολικά, μη έχοντες την ελπίδα της αναστάσεως». Ώστε, λοιπόν, ομιλεί περί κεκοιμημένων. Προσέξτε, είναι χαρακτηριστικό. Δεν ομιλεί περί νεκρών. Ομιλεί περί κεκοιμημένων. Κι αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθήσει εγρήγορσις, όπως λέγει ο Οικουμένιος. Και συμπληρώνει ο Θεοδώρητος και λέγει: «Τῷ γὰρ ὕπνῳ ἐγρήγορσις ἕπεται». «Ένας που κοιμάται, βεβαίως θα ξυπνήσει. Αφού κοιμάται».

      Ενθυμείσθε, γιατί καινούργια πράγματα μπαίνουνε στον κόσμο. Ο Χριστός μάς έφερε καινούρια πράγματα, με διαστάσεις καταπληκτικές. Φθάνει μήνυμα στον Κύριο, ήτο πολύ μακριά από την Βηθανία, ότι ο φίλος ο Λάζαρος απέθανε. Και λέγει στους μαθητάς Του: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος εκοιμήθη». Είχαν μάθει όμως ότι ήτο άρρωστος. Και είπαν οι μαθηταί… πώς μίλησαν; Τοποθετημένοι στις διαστάσεις της καθημερινότητος, της πραγματικότητος. Και λέγουν: Αφού τον πήρε ο ύπνος, μπόρεσε να κοιμηθεί, αυτό σημαίνει ότι τώρα θα πάρει την πάνω βόλτα στην υγεία του, θα γίνει καλύτερα. Όπως το λέμε κι εμείς: «Α, ένας ασθενής κοιμάται, φυσιολογικά, ωραία κοιμάται, ε, θα γίνει καλά! Παίρνει την πάνω βόλτα». Δεν κατάλαβαν όμως. Πού να συλλάβει το μυαλό τους τι θα επεκολούθει κ.λπ. κ.λπ. Και λέει ο Κύριος καθαρά στην γλώσσα τους: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος απέθανε». Προσέξτε· στην γλώσσα τους. Άλλη γλώσσα έχει ο Κύριος. Ο Κύριος είπε «ἐκοιμήθη». Γιατί; Διότι απλούστατα θα επηκολούθει η ανάστασις. Δεν υπάρχει λοιπόν θέμα εδώ γι'αυτό, ότι δηλαδή ο θάνατος είναι ένας ύπνος. Πολύ σωστά, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος θεοπνεύστως βάζει: «δια τους κεκοιμημένους δεν θέλω να λυπείσθε» κ.λπ. κ.λπ. Και μη λυπούμεθα; Ναι, αλλά με μέτρο. Εδώ κόβει τι; Την άμετρον λύπην ο Απόστολος. Και η άμετρος λύπη είναι άρνησις της ελπίδος της αναστάσεως των νεκρών.

        Σας υπενθυμίζω ότι η λύπη, όταν περάσει κάποια όρια, είναι πάθος. Και ίσως δεν έχετε αντιληφθεί, αγαπητοί μου, ότι είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα η λύπη. Είναι φοβερό. Καταπίνει τον άνθρωπον. Εκεί κάπου η «Σοφία Σειράχ» λέγει, στο 38ο κεφάλαιο αν ενθυμούμαι καλά: «Μη λυπάσαι υπερβολικά, γιατί», λέγει, «θα αρρωστήσεις». Και πράγματι η λύπη καταπίνει τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά. Δεν έχω καιρό να επεκτεινόμουν σ’ αυτό, εξάλλου δεν είναι και θέμα μας· αλλά προσοχή στο θέμα της λύπης.

     Είναι, λοιπόν, αμαρτία το υπέρμετρον, η υπέρμετρη λύπη. Ποιοι λυπούνται; Εκείνοι που δεν έχουν την ελπίδα της αναστάσεως των νεκρών. Τι κρίμα! Ξέρετε πόσες φορές ο διπλανός μας να κλαίει και να οδύρεται και να μην θέλει να παρηγορηθεί. Κι όμως μπροστά του είναι το θέμα ότι ο Χριστός ανεστήθη. Και οι νεκροί θα αναστηθούν. Και συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, πάντα στους Θεσσαλονικείς αποτεινόμενος: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». «Διότι», λέγει, «αν πιστεύομε ότι ο Ιησούς και πέθανε και ανέστη…-Γιατί βάζει το «απέθανε»; Μα δεν μπορεί να φανεί η ανάστασις εάν δεν υπάρξει ο θάνατος. Και στους Κορινθίους το λέγει αυτό. Ότι «ἀπέθανε κατά τάς Γραφάς και ἀνέστη κατά τάς Γραφάς». Βασική προϋπόθεση της αναστάσεως είναι ο θάνατος. Απέθανε πραγματικά. Γι΄αυτό φροντίζουν και οι ιεροί ευαγγελισταί να δείξουν ότι ο Χριστός πραγματικά απέθανε, για να φανεί η πραγματική Του ανάστασις. Έτσι, λέγει εδώ στη συνέχεια ότι «όπως ο Πατήρ ανέστησε τον Υιόν, έτσι και ο Θεός Πατήρ θα αναστήσει τους κεκοιμημένους ανθρώπους, τους νεκρούς δηλαδή και θα τους οδηγήσει μαζί με τον Ιησούν εις την Βασιλείαν Του».

      Πρέπει εδώ να κάνω μία μικρή παρατήρηση. Ότι, όταν στους Θεσσαλονικείς ομιλεί για το θέμα των νεκρών, ομιλεί δια τους ευσεβείς νεκρούς, δια τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Δεν τον ενδιαφέρουν εκείνη τη στιγμή, δεν τον ενδιαφέρουν οι ασεβείς κεκοιμημένοι. Όλοι θα αναστηθούν. Μα όλοι θα αναστηθούν. Όπως ακριβώς όταν γεννιόμαστε, δεν ερωτώμεθα για να κουβαλήσομε αυτό που λέγεται «ανθρωπίνη φύσις», δηλαδή λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με ελευθερία κ.ο.κ., κατά τον ίδιο τρόπο, θέλω δεν θέλω θα αναστηθώ, είτε ευσεβής είμαι είτε ασεβής είμαι. Είναι δεδομένο που ανήκει στον Θεό. Θέλω δεν θέλω! Εδώ, λοιπόν, ο Απόστολος δεν ομιλεί για τους ασεβείς. Ομιλεί για τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Και για να δούμε τι γράφει στους Κορινθίους, να δούμε λιγάκι πιο κοντά τα πράγματα, γιατί δεν γράφει πιο πολλά εκεί στους Θεσσαλονικείς παρά μόνον λίγα για να παρηγορηθούν.

       Και λέγει: «Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν;(:Εάν –λέγει- ότι ο Χριστός κηρύσσεται ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, πώς μερικοί λένε ότι οι νεκροί δεν αναστήνονται;) Εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται (:Αν –λέγει- δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός ανεστήθη. Τι αποτελεί αυτό, η Ανάστασις του Χριστού; Το θεολογικόν υπόβαθρον της αναστάσεως των νεκρών) · εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν (: Αν, λέγει, ο Χριστός δεν ανεστήθη, τότε και το κήρυγμά μας και η δική σας πίστις πέφτουν στο κενό. Είναι κούφια πράγματα. Δεν έχουν αντίκρυσμα. -Αλήθεια, το σκεφθήκαμε ποτέ; Ότι αν δεν πιστεύομε στην ανάσταση των νεκρών, δεν είναι δυνατόν ποτέ να λεγόμεθα ότι ορθοδοξούμε. Η πίστις μας πέφτει στο κενό).Νυνί δε Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο(: Τώρα δα, επί λέξει. Το θυμάμαι από τα Αρχαία του σχολείου. Νυνί. Τώρα δα. Δηλαδή τώρα πλέον, ας το πούμε έτσι, ο Χριστός ανεστήθη από τους νεκρούς και έγινε η απαρχή, το ξεκίνημα των κεκοιμημένων ως προς την ανάστασή τους). Ἒσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος(: Ο τελευταίος εχθρός καταργείται ο θάνατος, πραγματικά. Μπαίνει εκτός ενεργείας. Αυτό θα πει ‘’καταργείται’’)».

       Και έτσι βλέπομε εδώ να ομιλεί ο Παύλος με τον τρόπον αυτόν δια τους κεκοιμημένους. Και συνεχίζει τώρα στους Θεσσαλονικείς:

     «Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας(: Αυτό σας λέγω, ἐν λόγῳ Κυρίου, ότι εμείς οι ζωντανοί που έχομε μείνει, δεν θα φθάσομε στην παρουσία του Κυρίου. Δηλαδή δεν θα φθάσομε στον θάνατον, όταν θα έρθει ο Κύριος)». Εννοεί δηλαδή ότι όταν θα έρθει ο Κύριος, θα βρει ανθρώπους επάνω στη γη. Ε, αυτοί που θα ζουν τότε, «δεν θα φθάσομε τους κεκοιμημένους, δηλαδή δεν θα έχομε πεθάνει. Θα μας βρει ζωντανούς». Όποτε θα έρθει ο Κύριος. Προσέξτε τι είπε: «Ἐν λόγῳ Κυρίου». Τι σημαίνει αυτό; Η αυθεντία του λόγου του Θεού, του λόγου του Χριστού. Ούτε εγώ το επινοώ να το πω, ούτε ο Παύλος το επινοεί για να παρηγορήσει, αλλά είναι μία πραγματικότης. Εν λόγω Κυρίου. Τι βεβαιώνει; Ότι οι τότε ζώντες δεν θα πεθάνουν, αλλά θα, θα, θα αλλαχθούν.

       Να τι λέγει πάλι στους Κορινθίους- Εναλλάσσω τα δύο κείμενα, παίρνοντας ό,τι θα εξυπηρετούσε: «Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω - Πράγματι είναι μυστήριον. «Να, μυστήριο», λέει, «σας λέγω»-· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα(: όλοι δεν θα πεθάνομε), πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα(: αλλά όλοι θα αλλαχθούμε. Τι θα πει ‘’θα αλλαχθώ’’; Θα περάσω από την φθορά στην αφθαρσία. Τι λέγεται «φθορά»; Αυτό που λέμε… τρώγω, πίνω, μεγαλώνω, κοιμάμαι. Αυτά αποτελούν το στοιχείο της φθοράς. Τι λέγεται «αθανασία»; Αυτό που δεν πεθαίνει πια. Έτσι θα περάσει η ύπαρξίς μου μέσα από την αφθαρσία και την αθανασία. Και συνεπώς στην Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει γάμος, όπως θα γνωρίζετε, δεν υπάρχει κοιλία. Ο Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. «Καί πάντες δέ ἀλλαγησόμεθα (:και όλοι θα αλλαχθούμε) ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ (:’’ἐν ἀτόμῳ’’ θα πει ‘’πάρα πολύ γρήγορα, σε χρόνο που δεν κόβεται πιο πολύ, σε άτμητον άτομον, άτμητον χρόνον’’. Και για να φέρει και μία εικόνα από την φύση, να γίνει κατανοητός, λέγει αυτό: «ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ». Επειδή βέβαια η ριπή οφθαλμού είναι πάρα πολύ μεγάλος χρόνος, αλλά μία φυσική εικόνα. Πόσο κρατά το ανοιγόκλειμα των ματιών; Θα γίνει αυτή η αλλαγή, η ανάστασις και η αλλαγή. Και συνεχίζει και λέγει ότι «ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι». Αυτά θα γίνουν τότε. Πάλι εικόνα στρατοπέδου εδώ. Πώς σαλπίζει ο σαλπιγκτής και όλοι οι στρατιώτες σηκώνονται από το στρατόπεδο κ.λπ.) σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι (:θα αναστηθούν άφθαρτοι). Καὶ ἡμεῖς (που θα ζούμε) ἀλλαγησόμεθα(:θα αλλαχθούμε. Είναι εκπληκτικόν!).

      Στους Θεσσαλονικείς, λέει κάτι πιο λεπτομερές εδώ): «Ὃτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι (:με εντολή του Κυρίου, δηλαδή διαταγή), ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ -Έτσι δεν είπαν οι άγγελοι κατά την ημέρα της Αναλήψεως; ‘’Όπως τον είδατε να φεύγει, έτσι θα κατεβαίνει’’) καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον – Είναι εκπληκτικό. Και συνεχίζει:-, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς(:συγχρόνως, μαζί με αυτούς) ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα». Γιατί κατεβαίνει; Για να ανεβούμε εμείς. Κι εμείς θα αναληφθούμε, υπολαμβανόμενοι από σύννεφα. Ποια σύννεφα; Αυτά τα μετεωρολογικά; Όχι. Είναι το θείον όχημα, είναι η θεία δόξα. Θα μας πάρει αυτή. Κατεβαίνει ο Κύριος, ανεβαίνομε εμείς. Και θα γίνει η συνάντησις κάπου στο σύμπαν, ο Θεός το γνωρίζει. Δηλαδή έρχεται να μας προϋπαντήσει. Μα είναι εκπληκτικόν! Μα η αγάπη Του είναι εκπληκτική! «Και τότε θα μας πάρει να μας οδηγήσει εις την Βασιλεία Του- καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα(:και ότι πάντοτε θα είμεθα μαζί Του. Πού; Εις τους αιώνας των αιώνων εις την δική Του την Βασιλεία)».

      Αγαπητοί μου, έχομε καλά αντιληφθεί την ανάσταση των νεκρών; Ότι θα είναι ανάστασις σωμάτων; Το έχομε αυτό καλά αντιληφθεί; Πολλοί πιστεύουν ότι θα είναι ανάστασις ψυχών. Μα οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Το σώμα διαλύεται. Η ψυχή φυλάσσεται, για να επανενωθεί, προσέξτε, με το παλαιόν σώμα. Το λέγει αλλού ο Απόστολος Παύλος. Για να δώσομε λόγο στον Θεό εκείνα που πράξαμε και με το σώμα και με την ψυχή. Και οι Πατέρες το λέγουν. Κ.λπ. κ.λπ.

       Λοιπόν, πιστεύομε ότι θα αναστηθούν τα σώματά μας; Τα σώματά μας. Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Εις δε το «Ἱεροσολυμιτικὸν Σύμβολον», μας διασώζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, λέγει: «Καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν». . Είναι το 11ον άρθρον. «Καὶ εἰς σαρκὸς ἀνάστασιν». Είδατε; «Σαρκός». Το δε λεγόμενον «Ἀθανασιανόν Σύμβολον» λέγει: «Οὗ(:του οποίου) τῇ παρουσίᾳ - του Χριστού δηλαδή-  πάντες ἄνθρωποι ἀναστήσονται σὺν τοῖς ἑαυτῶν σώμασιν (:μαζί με τα σώματά τους), ἀποδώσοντες περὶ τῶν ἰδίων ἔργων λόγον. Αὕτη ἐστὶν ἡ καθολικὴ πίστις, ἣν (:την οποίαν)  εἰ μὴ τις πιστῶς τε καὶ βεβαίως πιστεύσῃ, σωθῆναι οὐ δυνήσεται».

       Θέτει εδώ θέμα πίστεως, θέμα σωτηρίας. Δεν πιστεύεις; Πρόσεξε, δεν θα σωθείς. Διότι πρώτα θα πιστεύσω στα δόγματα της πίστεως που προβάλλομε και μετά θα είναι η αρετή, οι καλές πράξεις και ό,τι άλλο. Για να μην φθάσομε να ανήκομε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως.

      Ας προσέξομε δε το συμπέρασμα του Παύλου στους Θεσσαλονικείς. Όταν τους είπε «Μὴ λυπεῖσθε· μὴ λυπεῖσθε», λέγει, «ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». «Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις». «Ὥστε παρακαλεῖτε (: Να παρηγορείτε –λέγει- ο ένας τον άλλον, με αυτούς τους λόγους». Αλήθεια, πάμε πολλές φορές να παρηγορήσομε σε ένα σπίτι που πενθούν. Τι τους λέμε; Τους λέμε: «Α, έτσι ο Θεός τα θεσμοθέτησε, έτσι γίνηκαν…». Όχι, αγαπητοί. Θα μιλήσομε για την ανάσταση των νεκρών, στηρίζοντες αυτήν στην ανάσταση του Χριστού. Πράγματι, η μεγαλύτερη παρηγορία που έχει ο άνθρωπος είναι η ανάστασις των νεκρών. Και η μεγαλυτέρα εγγύησις με γεγονότα, όχι κατ’ επινόησιν, είναι η ανάσταση του Χριστού.

      Γι΄αυτό, αγαπητοί, ας κλείσομε, ευχαριστούντες την παρουσία σας, ,ας κλείσομε με εκείνους τους λόγους του Ιερού Χρυσοστόμου από τον Κατηχητικό του λόγο: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο».   Ευχαριστώ που με ακούσατε.   

           ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
  • https://arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/proskynhtvn/proskynhtvn_069.mp3


Πέμπτη, Μαΐου 28, 2026

 

Μάρτυς Αγία Θεοδοσία (29 Μαΐου)

῾Η ῾Αγία Θεοδοσία

῾Η ̒Αγία Θεοδοσία καταγόταν ἀπό τήν Τύρο τῆς Φοινίκης ἡ ὁποία δέν εἶχε μόνον παρθενικό σῶμα, ἀλλά καί παρθενική ψυχή.  ̉Από τήν ἡλι­κία τῶν 18 χρονῶν εἶχε ζῆλο καί θερμή πίστη, ἀνάμεσα στίς νεαρές εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες. Αὐτό καταγγέλθηκε στόν ἄρχοντα Οὐρβανό, πού μέ κάθε δελεαστικό τρόπο προσπάθησε νά τήν πείσει νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό. ῞Ομως ἡ Θεοδο­σία ἔμεινε ἀμετακίνητη στήν πίστι της. ῾Ο Οὐρ­βανός, βλέποντας τήν ἐπιμονή της, ἐξοργίστηκε καί μέ θηριώδη τρόπο ἔσπασε τά κόκκαλά της καί πριόνισε τίς σάρκες της. ῎Επειτα, τήν πλη­σίασε καί τῆς πρότεινε νά ἀλλαξοπιστήσει, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, κι αὐτός θά θεράπευε ἀμέσως τίς πληγές της. ῾Η Θεοδοσία μισοπεθα­μένη ἀπάντησε: «Εἶμαι χριστιανή». Τότε ὁ τύ­ραννος διέταξε καί τήν ἔριξαν στή θάλασσα, ὅ­που καί παρέδωσε τό πνεῦμα της.

   ῾Η ̉Εκκλησία ἐορτάζει τήν μνήμη της στίς 29 Μαΐου.

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὴν Μάρτυρα ῾Αγίαν Θεοδοσίαν

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως ἀναγιγνώσκεται ὁ Ψαλ­μὸς ρμβ´ (142ος) εὐθὺς ὁ χορὸς σὲ  Ἦχον δ´ λέγει τὸ Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν,… (τετράκις) καὶ εἴτα τὰ παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τὴν Θεοδόξαστον ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θο­δόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶ­ντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσαι τοὺς προστρέχο­ντας,* Θεοδοσία μάρτυς,* πάσης περιστάσεως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χρι­στὸν λιταῖς σου, θαυμα­στή,* σὲ γὰρ προστάτιν* ἀκοίμητον ἔχομεν.

Δόξα Πατρὶ… Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

῾Ως δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν,* ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή,* τῷ Λό­γῳ προσήγαγες˙* ὅθεν πρὸς ἀθανάτους, μετα­στᾶσα νυμφῶνας,* πρέσβευε  ̉Αθληφόρε,* τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅλων,* ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡ­μᾶς συμπτώσεων.

Καὶ νῦν  … Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι˙* εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στασο πρε­σβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σούτων κινδύ­νων;* Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέ­ρους;* Οὐκ ἀ­ποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού˙* σοὺς γὰρ δούλους σώ­ζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δει­νῶν.

Εἶτα τὸν Νʹ (50ος) Ψαλμόν (χύμα) καὶ ἀκολουθοῦν αἱ

ᾨδαὶ τοῦ Κανόνος.[1]

ᾨδὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. Ὑγρὰν διοδεύσας…

Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς* πρὸς σὲ κα­ταφεύγω* σὴν βοήθειαν ἐκζητῶν˙* ἣν σὺ πα­ράσχου, Θεοδοσία,* καὶ ἐκ χειρῶν ἀρχεκάκου διάσωσον. 

Κρίνω, κατακρίνω, κακολογῶ* καὶ τὴν γλώσ­σαν μου, Μάρτυς, δαμάσαι ἀδυνατῶ˙* διὸ σοι προσφεύγων ἐξαιτοῦμαι* λιταῖς σου, Θεοδοσία πανύμνητε.

̉Εχθροῖς καὶ προστάταις σῶν ἱκετῶν* παρά­σχου ὑ­γείαν καὶ μετάνοιαν ἀληθήν.* Θεοδο­σία, πιστῶν τὸ κλέος* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις σκέ­πη, πανένδοξε.

Θεοτοκίον.

Πανάσπηλε Κόρη τῆς Ναζαρέτ,* πρὸς σε κατά­φεύγω ὁ ἀχρεῖος γονυκλινῶς* καὶ τὴν σὴν βοήθειαν αἰτοῦμαι,* ὅπως ῥυσθῶ τοῦ πυρὀς τῆς κολάσεως. 

ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος…

̉Ορφανῶν ἀνεδείχθης* καταφυγή, ἔνδοξε,* καὶ τῆς νεολαίας προστάτης  ἀκαταμάχητος,*  διὸ  σοι προ­σέρχονται* τῶν  ̉Ορθοδόξων χορείαι*  καὶ  αἰ­τοῦσιν ἅπαντες* τὴν προστασίαν σου. 

Παραδείσου πολίτης,* Παμμάκαρ, σὺ γέγονας* καὶ τῶν οὐρανίων ταγμάτων* σὺ εἶ συνόμι­λος,* διὸ σέ, θαυ­μαστή,* καθικετεύομεν πάντες* ἡ­μᾶς τοὺς προσπί­πτοντας* ῥῦσαι ἐκ θλίψεων. 

Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων* καὶ Πλαστουργὸν ἅπαντες* σὲ καθικετεύομεν πίστει* καὶ σοῦ δεόμεθα,* Τοῦτον εὐμένησόν συ,* Θεοδοσία τρι­σμάκαρ,* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ καταφύ­γιον.  

Θεοτοκίον.

̉Εν τῇ κλίνῃ τοῦ πόνου* εἰμὶ κατακείμενος* καὶ πα­ρηγορίαν οὐκ ἔχω* ὁ τάλας, ῎Αχραντε,* διὸ πρὸς Σε ταπεινῶς* καὶ μετὰ δέους προσπίπτω* καὶ αἰτῶ βοή­θειαν,* Νύμφη ἀνύμφευτε.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Θεοδοσία, σοῦ ἱκέ­τας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,* ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,* καὶ ἴα­σαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Δέησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία…

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος τὸ ἀπόρθητον,* ἐλέ­ους πηγὴ* καὶ πιστῶν καταφύγιον,* ἐκτε­νῶς βοῶ­μεν σοι,* Θεοδοσία μάρτυς Χριστοῦ, πρόφθα­σον* καὶ παράσχου ἀκλινὴν* ὑγείαν τοῖς σοι πί­στει προ­σφέγουσι.

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τῶν παθῶν μου τὸν τάραχον,* Θεοδοσία μάρ­τυς, σὺ τάχος κατάπαυσον* καὶ τὸν κλύδω­να κατεύνασον* τῶν ἐμῶν πταισμάτων, Θεοδόξα­στε.

Τοὺς πολέμους κατάπαυσον,* λιταῖς σου, Θεοδοσί­α πανύμνητε,* καὶ εἰρήνην ταῖς ἱκέταις σου*  παράσχου, μάρτυς πανευωδέστατε.

̉Ε κ τροχαίου διάσωσον* τοὺς πιστῶς ὑμνοῦντας σε, Καλλιπάρθενε,* καὶ τὸν κλύδωνα κατεύ­να­σον* τῶν παθῶν μου, κόρη Θεοδόξαστε.

Θεοτοκίον.

Παναγία πανάχραντε,* τὴν ῾Ελλάδαν σπεῦσον καὶ διαφύλαξον* ἐξ ἐχθρῶν ποικίλων, ἔνθεε,* οἱ πι­στοὶ ἀπαύστως* σοῦ δεόμεθα.

ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς…

Δίδου τοῖς πιστοῖς* ὑγιείαν, Θεοδόξαστε,* καὶ τοῖς νοσοῦσι γίνου θεραπευτής,* μαρτύρων κλέος* καὶ τῶν πιστῶν καταφύγιον. 

Κύριον θερμῶς* Θεοδοσία ἱκέτευε,* ὅπως παρά­σχῃ ἡμῖν ὑπομονήν,* ὡς καὶ εἰρήνην τοῖς οἴ­κοις ἡμῶν, ἀήττητε. 

῞Υπνον ἐλαφρὸν* καὶ ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καὶ ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τὰ πάθη κοίμησον.  

Θεοτοκίον.

Δέσποινα θερμῶς* ἱκετεύω Σε ὁ ἄθλιος* ὁμόνοι­αν, εἰρήνην καὶ χαράν,* τοῖς οἴκοις πάντων ἡ­μῶν* παράσχου, ̉Αμόλυντε.

ᾨδὴ στʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τοῦ λοι­μοῦ τῆς ἁμαρτίας, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου, πιστῶν σὺ τὸ κλέος,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυ­ρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* Θεοδο­σία, πιστῶν κατα­φύγιον.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* Θεοδοσί­α, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων πα­γίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσω­σον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Φωτοφόρε, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

῾Ως τεῖχος, καταφυγῆς καλοῦμέν σε,*  ̉Ορθοδό­ξων οἱ χοροί, θεοφόρε, καὶ ἰατρὸν ἐν τοῖς νό­σοις παμμάκαρ,* σὲ ὀνομάζομεν, μάρτυς πανύ­μνητε, δεόμεθά σου ἀγαθή, ἐκ τῶν παθῶν ἱκέ­τας διάσωσον.

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διά­σωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων, Θεοδοσία, σοῦ ἱκέ­τας* ὅ­τι πάντες δεητικῶς πρὸς σε καταφεύ­γο­μεν* τὸν μέ­γαν τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτην.

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμη­νεύ­τως*  ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυσώπησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Δέησις καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος βʹ. Προστασία...

Σὺ προστάτις τῶν  ̉Ορθοδόξων ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτις πρὸς τὸν Πλαστουργὸν ἀ­μετάθε­τος,* μὴ παρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς˙* ἀλ­λὰ πρό­φθασον, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν* τῶν πιστῶς δεομένων σοι˙* δέχου τὰς παρακλήσεις*  καὶ  σπεῦσον εἰς ἱκεσί­αν,* σὺ εἶ ἀκοίμητος φρουρός,* Θεοδοσία μάρτυς, τῶν τιμῶντών σε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δʹ.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοί. (δίς)

Στίχος:  Καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατεύθυνε τὰ διαβήματά μου.

῾Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοί.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Εκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (Κεφ. εʹ. 24-34)… 

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πο­λὺς καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνὴ τὶς οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος, ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑ­πὸ πολ­λῶν ἰατρῶν, καὶ δαπανήσασα τὰ παρ̉ ἑαυτῆς πά­ντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ. Ἔλεγε γὰρ ἐν ἐαυτή, ὅτι καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σω­θήσομαι. Καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵμα­τος αὐ­τῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι, ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μά­στι­γος. Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἐαυτῶ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστρα­φεῖς ἐν τῷ ὄ­χλω, ἔλεγε: Τὶς μου ἤψατο τῶν ἱμα­τίων; Καὶ ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. Βλέ­πεις τὸν ὄχλον συνθλί­βοντά σε καὶ λέγεις, τὶς μου ἤψατο; Καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμου­σα, εἰδυία ὁ γέγο­νεν ἐπ̉ αὐτή, ἦλθε καὶ προσέ­πεσεν αὐτῶ καὶ εἶ­πεν αὐτῶ πάσαν τὴν ἀλήθειαν. ῾Ο δὲ εἶ­πεν αὐ­τή: Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, ὕ­πα­γε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μά­στιγός σου.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ....

Ταῖς τῆς Θεοδοσίας πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. βʹ. ῞Ολην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπεις με τῶν ̉Ορθοδόξων προστά­τα* τὸν θερμῶς προστρέχοντα* καὶ γονυκλι­νῶς αἰ­τοῦντα βοήθειαν˙* νόσοι κατέβαλον ὅλον μου τὸ σῶ­μα* καὶ τὴν ψυχὴν μου κατεράκωσαν πάθη δυ­σίατα* ὡς καὶ πειρασμοὶ ἀκατάβλητοι,* πάντοθεν πε­ρικέ­κλεισμαι καὶ παρηγορίαν οὐκ ἔ­χω πλὴν σου,* Θεοδοσία μάρτυς,* προπύργιον ἁ­πάντων τῶν πιστῶν* καὶ καταφύγιον, ἔνδοξε,* ἡμῶν τῶν ὑμνοῦντων σε.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαὸν σου …

῾Ο Χορός: Κύριε, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉ Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

῾Ο Χορός:  ̉Αμήν.

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς  ᾨδὰς τοῦ Κανό­νος.

ᾨδὴ ζʹ. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉ Ιησοῦν τὸν Σωτήρα* ὃν ἠγάπησας, μάρτυς, τα­χὺ δυσώπησον* ῥυσθῆναι τῶν πτασμάτων* ψυχῆς τε μολυσμάτων* τοὺς ἐν πίστει κραυγά­ζοντας˙* χαῖρε, πιστῶν ὁ φρουρὸς* καὶ πάντων ὁ προστάτης.

̉ Ορθοδόξων κατέστης* ἰατρὸς ὁ ἀλάνθαστος καὶ ἀ­νάργυρος,* Θεοδοσία μάκαρ* καὶ πάντων ὁ­δοδείκτης* ἀκλινὴς καὶ ἀλάνθαστος* τῶν δὲ πι­στῶν σὺ φρουρὸς* ἀκοίμητος καὶ ῥύστης. 

Νικητὰς ἁμαρτίας* τοὺς πιστοὺς σὺ ἀνάδειξον, Θεοδόξαστε,* λιταῖς σου πρὸς τὸν Κτίστην* δεόμεθα ἁπαύστως* διὸ σοι καταφεύγομεν,* Θε­οδοσία σεμνή,* πιστῶν ἡ βακτηρία. 

Θεοτοκίον.

Θεοτόκε Παρθένε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχομαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μου σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χει­ρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.

ᾨδὴ ηʹ. Τὸν Βασιλέα.

Τὸν Βασιλέα καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων* καθι­κέτευε, Μάρτυς, βοῶμεν,* ἵνα ἀπαλλάξῃ* πι­στοὺς ἐκ τοῦ καρκίνου.

̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θε­ρα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέ­ας* χα­ρὰν παρέχει, μάρτυς.

Τὴν ἀνεργίαν,* Θεοδοσία, λιταῖς σου* ὁ Δεσπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν. 

Θεοτοκίον.

Τὴν μαρτυρίαν* τοῦ Σοῦ Υἱοῦ τοῖς ἀνθρώποις* βοήθει, Θεοτόκε, διδῶμεν,* ἵνα λυτρωθῶμεν* πυρὸς τοῦ αἰωνίου.  

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

Σεμνὴ Θεοδοσία,* σοι πόθω προσφεύγω* καὶ ἐκ­ζητῶ σὴν βοήθειαν, πάντιμε* ἣν σοι παρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι.

Εἰρήνην καὶ ἀγάπην,* πίστιν καὶ ἐλπίδα* ὑπο­μονὴν καὶ πραότητα, ἔνθεε,* παράσχου τάχος ἱκέταις,* μάρτυς πανένδοξε.

Μετάνοιαν οὐκ ἔχω* διὸ καὶ πτοοῦμαι* καὶ σοι προσπίπτω δεόμενος, εὔσημε,* ἣν σοι  παρά­σχου ταχέως* ἐμοὶ τῷ τάλανι. 

Θεοτοκίον.

῾Ημᾶς τοὺς ̉Ορθοδόξους* στήριξον τῇ πίστει* καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου τὴν δόξαν ἀξίωσον* ἰδεῖν Θεοτόκε, οἱ ἀχρείοι,* πιστῶν τὸ καύχημα.

Καὶ εὐθὺς τὰ Μεγαλυνάρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μητον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμι­ωτέραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυ­γκρίτως τῶν Σερα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν   Λόγον τεκοῦσαν,* τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγα­λύνομεν.

Χαίροις, τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή,* τῶν δὲ  ̉Ορ­θοδόξων, Θεοδοσία, καταφυγὴ* καὶ τῶν ἐν ἀνά­γκαις ἀκοίμητος προστάτις* καὶ πάντων τῶν ἐν θλί­ψει* τὸ καταφύγιον.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σε* μὴ ἐγκα­τα­λείπεις,* ἀλλὰ δίδου ὑπομονήν,* πίστιν καὶ ἀ­γά­πην,* ὑγείαν, σωφροσύνην* καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν δό­ξαν* ἰδεῖν ἀξίωσον.

Τὴν Θεοδοσίαν πανευλαβῶς* ὑμνήσωμεν πόθῳ  ̉Ορθοδόξων τε οἱ χοροὶ* καὶ πρὸ τῆς εἰκόνος* αὐ­τῆς ἀκαταπαύστως* προσπέσωμεν  αἰτοῦ­ντες,* Χρι­στοῦ, τὸ ἔλεος. 

Χαίροις, τῶν μαρτύρων ἡ καλλονή,* Θεοδοσία μάκαρ,  ̉Ορθοδόξων καταφυγὴ* καὶ τῶν ἐν ἀ­νά­γκαις ἀκοίμητος προστάτις* καὶ πάντων τῶν ἐν θλί­ψει* τὸ καταφύγιον.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυρί­ου*  ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ῞Αγιοι πά­­ντες,* με­τὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβεί­αν,* εἰς τὸ σω­θῆναι ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: Τὸ Τρισάγιον, τὸ Πάτερ ἡμῶν… ὁ ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστὶν… καὶ τὸ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

῾Ως δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν,* ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή,* τῷ Λό­γῳ προσήγαγες˙* ὅθεν πρὸς ἀθανάτους,* μετα­στᾶσα νυμφῶνας,* πρέσβευε Ἀθληφόρε,* τῷ Δε­σπότῃ τῶν ὅλων,* ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡ­μᾶς συμπτώσεων.

῾Ο ῾Ιερεύς ποιεῖ Δέησιν, καὶ ποιεῖ μικρὰν ἀπόλυσιν. Τῶν πιστῶν ἀσπαζομένων τὰς εἰκόνας ψάλλο­μεν:

῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου... ῏Ηχος βʹ.

Πάντας τούς προστρέχοντας πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνος,* Θεοδοσία, πιστῶν χαρμο­νή,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ τα­πείνωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀ­κοίμη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ.* Κόρη,  ̉Εκκλησίας τὸ κλέ­ος* ἀ­σθενῶν ἐδείχθης θερά­πων* καὶ τῶν ̉Ορ­θοδόξων κα­τάφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

῾Ο ῾Ιερεύς ἤ ὁ Προεστώς: Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.

̉Αμήν.


[1]. Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πα­τρὶ…, Καὶ νῦν…   



Τετάρτη, Μαΐου 27, 2026

 

Ἀπὸ τὸ Ἕνα Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ θεωρούμενον ὡς “κοινὸν τριαδικὸν βάπτισμα”*

  

Τοῦ κ. Βασιλείου Τουλουμτσῆ, Ὑπ. δρος Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ

“Ὅπου ὑπάρχει ἁγιοτριαδικὸν βάπτισμα, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βαπτίση παρὰ μόνον νὰ τελῆ τὸ χρῖσμα”

  Στὴν φράση αὐτὴ συμπυκνώνεται, ἐνδεικτικά, ὁ πυρήνας ἑνὸς σύγχρονου τρόπου ἀντίληψης τῶν μυστηρίων, ὄχι ὡς τρόπων μετοχῆς τοῦ ἑνιαίου σωτηριώδους μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὡς αὐτόνομων γεγονότων, τὰ ὁποῖα φέρουν αὐτόνομο κῦρος καὶ ὑπόσταση, ἄσχετα ἂν αὐτὰ τελοῦνται ὑπὸ καὶ ἐντὸς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ ὑπὸ καὶ ἐντὸς αἱρετικῶν κοινοτήτων. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια, τὸ βάπτισμα νὰ ἀποδεσμεύεται ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς συστατικὸ στοιχεῖο, καὶ μάλιστα ὡς θεμέλιο, μίας διευρυμένης ἐκκλησιολογίας, μίας Ἐκκλησίας ποὺ πλατύνεται ἀδιευκρίνιστα, καὶ στὴν ὁποία ἀνήκουν ἐν γένει ὅσοι ἁπλῶς δηλώνουν χριστιανοί.

  Ἡ λανθασμένη αὐτὴ θεώρηση τοῦ βαπτίσματος ἀσυνείδητα ἐκφράζεται καὶ ὑπὸ ἐνίων ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι, θεωρώντας ὅτι κινοῦνται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς φιλάνθρωπης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν συγχυτικὴ καὶ διαλυτικὴ αὐτὴ βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ὅμως ἀνατρέπει τοὺς ὅρους καὶ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μεταβάλλεται τὸ θεμέλιο ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, σ’ ἕνα ἀόριστο τριαδικὸ βάπτισμα, ποὺ δὲν ἔχει καμία ἀναφορὰ στὴν μία πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅμως, μεταβάλλει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ περιέχουσα σὲ περιεχόμενο, ἐφόσον δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ παρέχει τὰ μυστήρια ὡς ζωογόνες ἐκφράσεις τῆς Κεφαλῆς πρὸς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁρίζει τὴν Ἐκκλησία, καὶ τὴν περιέχει ἀορίστως σὲ μία διευρυμένη ἐκδοχή, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, ὑπὸ μορφὴ τελείας καὶ ἀτελοῦς κοινωνίας, ὅλες τὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες.

  Ἡ περὶ μυστηρίων διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸ χριστολογικὸ δόγμα, ἐφόσον ἐν Χριστῷ ἑνώθηκαν ἀρρήτως καὶ ὑποστατικῶς τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο, καθιστώντας τὴν σωτηρία ὡς ἕνα γεγονὸς πραγματοποιηθὲν καὶ τετελειωμένο. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μετέχεται καὶ κοινωνεῖται ἀναλογικῶς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖο δωρίζεται μυστηριακῶς ἐκ τῆς Κεφαλῆς. Ἡ ἄρρηκτη αὐτὴ σχέση Χριστοῦ – Ἐκκλησίας – μυστηρίων δὲν ἀποτελεῖ μία γραμμικὴ σχέση τριῶν διαφορετικῶν πραγμάτων, «ἀλλὰ πράγματος ταυτότης», ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις» καὶ  «διὰ τῶν μυστηρίων», πραγματικότητα ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

  Ὁ Χριστός, διαλεγόμενος μὲ τὸν Νικόδημο, ρητῶς προέβαλε τὴν ὀργανικὴ σχέση ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοί, ἐὰν μή τις γεννηθῆ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ… Τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦ­μά ἐστι». Στὴν τελευταία φράση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ διάκριση μεταξὺ τῆς κτιστῆς ἐνέργειας, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, καὶ τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας, ἡ ὁποία ἀνήκει καὶ ἐνεργεῖται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν Θεό.

  Ἡ ὀρθὴ πίστη, ἀποτελώντας τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ παράλληλα καὶ τὸν ἀναγκαῖο ὅρο ἔνταξης στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀσφαλῶς κοινωνίας μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἐφόσον τὰ ὅρια (ὅροι) τῆς πίστεως περιγράφουν καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐν Χριστῷ ὕπαρξης. Ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς πίστεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἐν Χριστῷ ζωή, ἐφόσον ἡ κατασκευασθεῖσα αἱρετικὴ διδασκαλία ἀποτελεῖ τὸ δημιούργημα τῆς φαντασίας καὶ τῶν σύνθετων ἀνθρώπινων συλλογισμῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ ὁδηγεῖ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν ἀποκαλύπτει. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν καὶ τὸ ἔργο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων· ἡ διασφάλιση καὶ περιχαράκωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀπὸ τὴν καμουφλαρισμένη εἰδωλολατρία τῶν αἱρέσεων.

  Ἔτσι λοιπὸν προηγεῖται ἡ πίστη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τελεῖται καὶ τὸ βάπτισμα. Πιστεύουμε σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τὴν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, καὶ βαπτιζόμαστε σύμφωνα μὲ τὴν πίστη.

  Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ πρακτικὴ τέλεσης τοῦ βαπτίσματος δὲν στερεῖται περιεχομένου καὶ σημασίας, ἐφόσον ἀποτελεῖ τὴν ἐξωτερικὴ ἔκφραση καὶ τὴν ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ πυρήνα τῆς πίστεως, ἢ μὲ ἄλλα λόγια, τὸν τρόπο πρόσληψης – μετοχῆς τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ὅπως αὐτὸ ὁμολογεῖται διὰ τῆς πίστεως. Ὑφίσταται δηλ. μυστικὸς σύνδεσμος μεταξὺ τῆς πρακτικῆς τέλεσης τῶν μυστηρίων καὶ τῆς δο­γματικῆς διδασκαλίας  (lex orandi καὶ lex credendi), μὲ τὴν ἀπαραίτητη διευκρίνιση ἀσφαλῶς ὅτι ὁ τρόπος καὶ ὁ τύπος ἔχουν σημασία στὸ ἐπίπεδο ποὺ ἐξωτερικεύουν καὶ πραγματώνουν τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης, δίχως αὐτὰ νὰ αὐτονομοῦνται καὶ νὰ ἀντικειμενοποιοῦνται ὡς αὐθυπόστατα καὶ διακρινόμενα στοιχεῖα, ἐρήμην τοῦ μυστικοῦ πυρήνα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας. Γιὰ ὅλα τὰ ἀνωτέρω εἶναι ἀναγκαῖο ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἡ διδασκόμενη πίστη νὰ συνεξετάζονται ὡς μία ἑνότητα.

  Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν ἀνωτέρω, συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ἀληθὲς βάπτισμα ποὺ ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ταυτόχρονα τὸν ἐντάσσει ὡς ὀργανικὸ μέλος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, προϋποθέτει τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ὑποστατὴ ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος τὸ βάπτισμα. Κατὰ συνέπεια ἡ βάπτιση, ὡς ἔνταξη στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεστεῖ ἐγκύρως καὶ ὑποστατῶς, τουτέστιν μυστηριακῶς, ἀπὸ κοινότητα ποὺ δὲν ἀνήκει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαφοροποιεῖται δηλ. ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία, ὡς εὑρισκόμενη ἐκτὸς αὐτῆς. Στὴν ἀντίθετη θεώρηση, δημιουργεῖται ἕνα ὀξύμωρο σχῆμα, κατὰ τὸ ὁποῖο μία κοινότητα ποὺ δὲν εἶναι Ἐκκλησία, δύναται διὰ τοῦ δικοῦ της βαπτίσματος νὰ ἐντάσσει μέλη στὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅμως ἡ ἴδια διαφοροποιεῖται. Καὶ ἐνῶ βλέπουμε ὅτι τὰ τρία καίρια στοιχεῖα ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου, εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος καὶ ἡ τελεταρχικὴ χάρη, βλέπουμε αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα στὸ πλαίσιο τῆς καλούμενης “βαπτισματικῆς ἐκκλησιολογίας” νὰ μὴ ἔχουν ἀπολύτως καμία ἀξία. Ἀντ’ αὐτῶν, τὸ βάπτισμα λαμβάνει ἐγκυρότητα μόνο ἀπὸ τὴν τριαδικὴ ἐπίκληση, ἀπ’ ὅπου, καὶ ἀπ’ ὅποιον κι ἂν τελεῖται. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπηρεάζει αὐτομάτως καὶ τὸν τρόπο κατανόησης τῆς οἰκονομίας στὴν Ἐκκλησία: τὸ πῶς δηλ. ὁρίζεται ἡ οἰκονομία στὴν διαχρονία τῆς συνοδικῆς πράξης, καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτήν, τὸ πῶς ὁρίζεται στὴ σύγχρονη πρακτικὴ τῶν ἑνωτικῶν ζυμώσεων, τῆς ὑποβόσκουσας οἰκουμενικῆς θεολογίας καὶ τῆς συναφοῦς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”.

  Ἡ οἰκονομία ἀσκεῖται στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων της. Ἔχοντας ὡς δεδομένο ὅτι οἱ σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς αὐτῆς, θέτει ὅρους καὶ κριτήρια προκειμένου νὰ τοὺς προσλάβει καὶ νὰ τοὺς καταστήσει ὡς γνήσια μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

  Ἡ σύγχρονη κατανόηση τῆς οἰκονομίας, ἰδίως στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας, σχετίζεται μὲ τὴν ἄρση τῶν ὁρίων καὶ τὴν ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἀλληλοαναγνώριση μυστηρίων μεταξὺ τῶν ἐχόντων διαφορετικὴ πίστη. Δυστυχῶς σὲ αὐτὲς τὶς συχνότητες, καὶ γιὰ λόγους καλῶν σχέσεων μὲ ἑτερόδοξες καὶ σχισματικὲς κοινότητες, συντονίζονται καὶ ἱεραρχίες τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀναγνωρίζοντας βάπτισμα καὶ ἱερωσύνη ἐκτὸς Ἐκκλησίας (βλ. ἀναγνώριση Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν στὶς δεκαετίες τοῦ 1920 καὶ τοῦ 1930, ἀναγνώριση ἱερωσύνης στοὺς σχισματικοὺς Οὐκρανοὺς τὸ 2019), χωρὶς νὰ γίνεται ἡ παραμικρὴ διάκριση τῶν αἱρετικῶν (καὶ σχισματικῶν) σὲ οἰκονομητέους καὶ μή. Ἀντ’ αὐτοῦ προβάλλεται μία ἰσοπεδωτικοῦ τύπου διευρυμένη ἐκκλησιολογία, ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία ὅμως ὅλο καὶ ριζικότερα ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὴν θεολογία καὶ τὴν πράξη τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Καὶ τὸ πρόβλημα ἐντείνεται ἔτι περαιτέρω ὅταν ὑπάρχουν ἑτερόδοξοι, ποὺ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινῶς διὰ βαπτίσματος νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀρνοῦνται πλέον νὰ τελέσουν τὴν βάπτιση, διότι, ὅπως ὑποστηρίζεται, ἡ κοινότητα ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ὁ αἱρετικὸς «εἶχε τριαδικὸ βάπτισμα». Οἱ ἐν λόγῳ πράξεις ἀποτελοῦν εὐθεῖα ἀκύρωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καὶ τοῦ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο τίθεται ὡς ὁμοταγὲς καὶ ἰσόκυρο τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων. Καὶ οἱ λόγοι δυστυχῶς αὐτῆς τῆς πρακτικῆς οὐδόλως εἶναι θεολογικοί, ἀλλὰ μάλιστα ἀμιγῶς πολιτικοί.

  Ἡ ὁμότροπη προσδοχὴ ὅλων τῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν τριαδικὴ ἐπίκληση, μόνον διὰ χρίσματος, διασπᾶ τὴν ἐπίκληση ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη πίστη τῆς κάθε κοινότητας, δίδοντας τὸ βάρος σὲ αὐτὴν καθαυτὴν τὴν ἐπίκληση ὡσὰν ἡ σημασία τοῦ μυστηρίου νὰ ὑφίσταται στὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς τελετῆς καὶ ὄχι στὸν πυρήνα τῆς πίστεως, στὴν ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος τὸ βάπτισμα καὶ στὴν τελεταρχικὴ χάρη. Ἡ προσέγγιση αὐτὴ παραπέμπει εὐθέως στὴν βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Β΄ Βατικανῆς Συν­όδου (1962 – 1965).

  Ἔκτοτε, ἡ “περιεκτικὴ” αὐτὴ ἐκκλησιολογία ἔχει ἐπηρεάσει μεγάλη μερίδα τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων, ἀκόμη καὶ ἀποφάσεις τοπικῶν συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, διὰ τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς αἱρετικῶν, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ἀποδέχονται τοὺς ὅρους τῆς βαπτισματικῆς ἐκκλησιολογίας, κινούμενες ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ νέου διευρυμένου ἐκκλησιολογικοῦ πλαισίου. Ἀποτελεῖ ἄλλωστε καὶ ὁμολογημένο δεδομένο ὅτι ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος ἀποτέλεσε τὸ μοντέλο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σχεδιάστηκε καὶ αὐτὴ ἡ σύγκληση τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου τοῦ ἔτους 2016, σύμφωνα μὲ δήλωση τῆς Maria Brun, ἐπιστημονικῆς συνεργάτιδος στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης.

  Στὴν νέα αὐτὴ “περιεκτικὴ” ἐκκλησιολογία δὲν ὑπάρχουν σχίσματα καὶ αἱρέσεις. Ὑπάρχουν ἁπλῶς χωρισμένοι ἀδελφοί, μὲ τοὺς ὁποίους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεωρούμενου ὡς “ἑνὸς ἁγιοτριαδικοῦ χριστιανικοῦ βαπτίσματος”, ὑφίσταται (ἀόρατη) κοινωνία ἀτελοῦς μορφῆς, ἡ ὁποία αἰσιοδοξεῖ νὰ λάβει καὶ ὁρατὴ μορφή, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσης νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀποκατάσταση καὶ τῆς “ὁρατῆς ἑνότητας”. Ἔτσι ὑπερβαίνεται τὸ κλασσικὸ ἐκκλησιολογικὸ δίπολο κοινωνία – ἀκοινωνησία, ἀντικαθιστάμενο ἀπὸ τὸ δίπολο τῆς πλήρους – ἀτελοῦς κοινωνίας. Δηλ. δὲν τίθεται ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξη κοινωνίας. Αὐτὴ θεωρεῖται δεδομένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος καὶ ἁπλῶς διακρίνεται σὲ μορφὴ πλήρους ἢ ἀτελοῦς κοινωνίας, ἀναλόγως τοῦ ἂν ὑφίσταται ἢ ὄχι κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης.

  Σύμφωνα μὲ τὴν βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα ἐκκλησιολογικὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα δὲν ὁριοθετοῦνται πλέον ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς πίστεως ἀλλὰ πλατύνονται ἐκτὸς τῆς Μίας πίστεως μέχρις ἐκεῖ ὅπου τελεῖται “τριαδικὸ βάπτισμα”. Ὅπου ὑπάρχει “τριαδικὸ βάπτισμα” ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν μορφὴ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖες μετέχουν κατὰ διαφορετικοὺς βαθμοὺς πληρότητας στὴν Μία Ἐκκλησία, στὸ σχῆμα τῆς διαβαθμισμένης κοινωνίας, ἀναλόγως τῶν ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων ποὺ διατήρησαν ἐκ τῆς “ἀδιαίρετης παράδοσης”. Καὶ ἐνῶ, καὶ ἐτυμολογικὰ ἀκόμη, ἡ κοινωνία προϋποθέτει τὸ “κοινόν” ὡς πρὸς τὴν πίστη, στὴ νέα ἐκκλησιολογία τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας εἰσάγεται ἐν εἴδει συνθήματος ἡ φράση «ἑνότητα στὴν πίστη καὶ ἑτερότητα στὶς διατυπώσεις». Μὲ ἄλλα λόγια οἱ αἱρέσεις ἐκλαμβάνονται ἁπλῶς ὡς ἑτερότητες καὶ ὡς διαφορετικὲς ἑρμηνευτικὲς ἀπόπειρες τῆς αὐτῆς πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς “Μίας Ἐκκλησίας”.

  Ἡ ἀνωτέρω φράση λειτουργεῖ ὡς ἡ βάση ἐπανερμηνείας τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἡ ὁποία δὲν κατανοεῖται πλέον ὡς ἑνότητα πίστεως, ἀλλὰ ὡς σύνδεσμος καὶ κοινωνία μεταξὺ τῶν καλούμενων “ἱστορικῶν ἐκκλησιῶν”. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ δὲν συναντᾶται πλέον ἡ συν­οδικὴ διατύπωση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς στὴν ἑνότητά της, ἀλλὰ πλέον ἐπικρατεῖ ἡ εὐχὴ γιὰ ἐπανεύρεση τῆς ὁρατῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὡς νὰ πρόκειται γιὰ ζητούμενο κοινωνιολογικῆς φύσεως, ὡς ἡ ἑνότητα νὰ μὴ εἶναι δεδομένη μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν ἀντίφαση αὐτὴν τὴν συναντᾶ κανεὶς στὸ 6ο κείμενο τῆς συν­όδου τοῦ Κολυμπαρίου, ὅπου ἀπὸ τὴ μία δηλώνεται ὅτι ἡ  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἡ ἑνότητά της ὀντολογικῶς δὲν δύναται νὰ διαταραχθεῖ, παρὰ ταῦτα τὴν ἴδια στιγμὴ «ἦτο εὔνους καὶ θετικῶς διατεθειμένη τόσον διὰ θεολογικούς, ὅσον καὶ διὰ ποιμαντικοὺς λόγους, πρὸς θεολογικὸν διάλογον μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς διμερὲς καὶ πολυμερὲς ἐπίπεδον καὶ πρὸς τὴν συμμετοχὴν γενικώτερον εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, […] μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Στὴν ἴδια παράγραφο, ἡ ἑνότητα εἶναι ταυτόχρονα καὶ δεδομένη καὶ ζητούμενο.

Σύμφωνα μὲ τὸν π. Πέτρο Χίρς, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἐξειδικευμένα μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου καὶ τὸν ὁρισμὸ τοῦ βαπτίσματος ὡς τοῦ νέου ὁρίου τῆς Ἐκκλησίας, «τὸ ζητούμενο ἦταν νὰ βρεθεῖ ὁ ἐλάχιστος κοινὸς παρονομαστής, στὸν ὁποῖο ὑπῆρχε, παρ’ ὅλες τὶς ὑπάρχουσες διαιρέσεις, μία οὐσιαστικὴ χριστιανικὴ ἑνότητα».

Συνεπῶς ἡ ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν ὕπαρξη ἢ ὄχι ὑποστατὴς ἱερωσύνης, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα «μποροῦν νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ σύνολο καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ζωοπάροχα».

Ἑπομένως, τὰ στοιχεῖα ἀπὸ μόνα τους ἀποτελοῦν φορεῖς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ἂν γίνει ἡ ἀντιστοιχία αὐτὴ καὶ στὸ μυστήριο τῆς θ. εὐχαριστίας τότε εὔκολα νομιμοποιεῖται ἐκκλησιολογικῶς καὶ ἡ Οὐνία, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν χρησιμοποιεῖ κοινὸ λειτουργικὸ τυπικὸ μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους. Μέσῳ κοινῶν ἐξωτερικῶν στοιχείων θὰ δύναται, ὑπὸ τὸ σκεπτικὸ καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς ἀκινάτειας θεολογίας, νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς ἔγκυρο μυστήριο καὶ ἡ τελούμενη ὑπ’ αὐτοὺς θ. Λειτουργία.

Οἱ ἀνωτέρω καινοφανεῖς ἐκκλησιολογικὲς θέσεις, οἱ ὁποῖες σὲ κάθε περίπτωση ἀνήκουν στὴν μετὰ-βατικάνεια δογματικὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων, ἀφομοιώνονται σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ὀρθοδόξων, ποὺ ἀγνοοῦν συνειδητὰ τὴν συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γοητεύονται ἀπὸ τὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία. Ἐκφράσεις τοῦ τύπου «ὅπου ὑπάρχει τριαδικὸ βάπτισμα δὲν μποροῦμε νὰ τελέσουμε βάπτιση παρὰ μόνο χρῖσμα» ἐκφράζουν κενότητα θεολογικῆς γνώσης καὶ ἀδυναμία ποιμαντικῆς εὐθύνης. Διατυπώσεις, ὅπως ἡ ἀνωτέρω, προδίδουν τὶς καταφανεῖς ἐπιρροὲς ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν θεολογικῶν συγκλίσεων ποὺ κατὰ καιροὺς δημοσιεύει τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), τὰ ὁποῖα δὲν χαρακτηρίζονται ἀσφαλῶς γιὰ τὴν θεολογικὴ ἀκρίβεια καὶ καθαρότητα τῶν ἐκφραζόμενων θέσεών τους. Σὲ αὐτὰ ἐντοπίζονται οἱ ἀπαρχὲς τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων. Ἐπὶ παραδείγματι, στὸ κείμενο τῆς Λίμα τοῦ 1982 ἐκφράζεται ξεκάθαρα τὸ βαπτισματικὸ πλαίσιο κατανόησης τῆς διευρυμένης Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ὡς φαίνεται, καὶ σὲ βάθος χρόνου, προκάλεσε ἀλλαγὲς στὸν τρόπο ἀντίληψης πλείστων ὀρθοδόξων ἐπὶ τέτοιων ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων: «…Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλοὲν καὶ περισσότερον ἱκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς  σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χριστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρητὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των».

Ὑπὸ τὸ φῶς κειμένων, ὅπως τὸ ἀνωτέρω, παρατηρεῖται ὅτι λαμβάνει χώρα μία μετακύλιση τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων, ἀπὸ τὴν στέρεη βάση τῆς θεολογίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρὸς θέσεις καὶ ἀπόψεις ὀργανισμῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀλήθεια εἶναι ζητούμενο καὶ ὄχι δεδομένο. Ἀναζητεῖται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἑνότητα μέσα σὲ στρογγυλεμένες διατυπώσεις ποὺ νὰ ἱκανοποιοῦν ὅλους τοὺς συμβαλλόμενους, μακριὰ ὅμως ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ κοινὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς της. Πρὶν ἀρκετὰ χρόνια ὑπῆρχε ἡ θέση, τὴν ὁποία ὑποστήριζε καὶ ὁ καθ. Ἰωάννης Καρμίρης, περὶ τοῦ ἀνοικονόμητου τῆς περίπτωσης τῶν Προτεσταντῶν καὶ τὴν ἀποδοχή τους ὑποχρεωτικὰ διὰ βαπτίσματος. Πλέον καὶ αὐτὴ ἡ θέση ξεπεράστηκε, καὶ παρότι οἱ Προτεστάντες ἀρνοῦνται θεμελιώδεις πτυχὲς τῆς πίστεως, ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοια τοῦ μυστηρίου, γίνονται δεκτοὶ διὰ χρίσματος. Τέτοιου εἴδους πρακτικὲς δείχνουν ὅτι στὴ σύγχρονη ποιμαντικὴ πράξη ἔχει παρεξηγηθεῖ ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς ἀπροϋπόθετη πρόσληψη στὴ βάση τῆς ἀλληλοαναγνώρισης ἐκκλησιαστικότητας μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.

Τέτοιου εἴδους ἐκκλησιολογικὲς ἐκπτώσεις ἐπιχειροῦν νὰ λάβουν θεολογικὸ κῦρος μέσῳ γνωμοδοτήσεων, συγκεκριμένων πρόθυμων κανονολόγων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀξίζει ἕνα παρενθετικὸ σχόλιο: Στὴ σύγχρονη ἀκαδημαϊκὴ θεολογικὴ μαθητεία, διακρίνονται σαφῶς τὰ μαθήματα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Δογματικῆς, παρότι ἡ μήτρα ποὺ ἐξέθεσε τοὺς θεοδίδακτους Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνες ἦταν κοινή· ὁ σύλλογος τῶν συνοδικῶν Πατέρων. Οἱ ἱεροὶ κανόνες θεσπίστηκαν μὲ σκοπὸ πρωτίστως τὴν διασφάλιση τῆς ἐκκλησιολογίας καὶ τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐπίσης τῆς εὐταξίας. Ὅταν οἱ κανόνες ἀποκόβονται ἀπὸ τὸ δογματικό τους περιβάλλον καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς δογματικῆς διασφάλισης, ἐκπίπτουν ἀπὸ τὸ θεολογικό τους ὕψος καὶ καταλήγουν, ὡς στεῖρες νομικὲς διατάξεις, νὰ ἐκπροσωποῦν ἕνα διαδικαστικὸ δίπολο “ἐπιτρέπεται – ἀπαγορεύεται” ὡς αὐτονομημένα ἄρθρα δικαίου, κατὰ μίμηση τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἢ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δυστυχῶς γίνεται πολλάκις ἡ χρήση τους ὑπὸ εἰδικῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ὅταν αὐτοὶ ἀγνοοῦν βασικὰ θέματα ὀρθόδοξης δογματικῆς καὶ ἐκκλησιολογίας. Στὴν περίπτωση αὐτή, τότε, δυστυχέστατα προκαλοῦνται τεράστια προβλήματα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα, ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐπιλύονται τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα, ἀλλὰ μάλιστα νὰ χειροτερεύουν, μὲ τὸ ἀκόμη χειρότερο, νὰ μὴ κατανοοῦν οἱ εἰδικοὶ κανονολόγοι, ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ πρόβλημα, γιὰ ποιὸν λόγο οἱ προτεινόμενες ἀπὸ τοὺς ἴδιους λύσεις εἶναι θεολογικῶς ἄστοχες καὶ γιὰ ποιὸν λόγο τὸ πρόβλημα παραμένει ὡς ἄλυτο. Βλ. ἐπὶ παραδείγματι τὶς γνωμοδοτήσεις τῶν κανονολόγων σχετικὰ μὲ τὸ Οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα. Σὲ καμία ἀπὸ αὐτὲς δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ ἐκκλησιολογικὴ βάση τοῦ προβλήματος, ποὺ ἀφορᾶ κυριώτατα στὴν ἀπουσία ἱερωσύνης στοὺς δεχθέντες τὸν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας. Γιὰ τοὺς περισσότερους κανονολόγους (ἂν ὄχι ὅλους) ὅλα τελοῦν καλῶς. Καὶ αὐτὸ διότι ὁ νομικίστικος τρόπος σκέψης παρατηρεῖ ἁπλῶς διαδικασίες, δίχως νὰ ἐξετάζει ἐὰν αὐτὲς θεμελιώνονται στὸ ὑπόβαθρο τῆς ἐκκλησιολογίας ἢ ἂν στέκουν μετέωρες.

Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ οἰκονομία θεολογικῶς θεμελιώνεται ἐπὶ τῆς ἐκκλησιολογίας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ σύγχρονη πρακτική, ἡ ὁποία τὴν καταλύει, προκαλώντας σύγχυση στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιφάσεις στὴν ποιμαντικὴ πράξη καὶ δημιουργία ἐντυπώσεων στοὺς ἑτεροδόξους ὡς νὰ ἔχουν ὄντως ὑποστατὰ στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀναγνωρίζει. Ἡ ἄκτιστη χάρη τῶν μυστηρίων, ὅμως, δὲν αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία, καὶ ἀσφαλῶς τὰ μυστήρια ἐν γένει δὲν μποροῦν νὰ ὑφίστανται τμηματικὰ ἢ κατακερματισμένα σὲ ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ἐπιβάλλεται ἡ ἐπανεξέταση τῆς τρέχουσας πρακτικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεολογίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου οἱ ἐνεργοῦντες τὴν οἰκονομία νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν τὸν χαρακτήρα, τὰ κριτήρια, τὸν τρόπο καὶ τὰ ὅρια τῆς οἰκονομίας, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς ἰσοπεδωτικῆς σύγχυσης, ποὺ φαίνεται ὅτι ὑφίσταται στὸ ζήτημα αὐτό.

Συνεπῶς, συνοψίζοντας τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἀληθὲς βάπτισμα εἶναι ἕνα, ἀποτελώντας ἀπόρροια καὶ ἔκφραση τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Στὴν παύλεια διατύπωση «εἷς κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα», προδίδεται δι’ αὐτῆς τῆς τρισύνθετης ἑνότητας ἡ σύμπτωση τῶν κανονικῶν καὶ τῶν χαρισματικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἐκκλησιολογικὴ πραγματικότητα ἡ ὁποία ὁμολογεῖται σαφῶς καὶ στὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν…». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει βάπτισμα ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μία ἀντίθετη θέση θὰ σήμαινε, ἀφενὸς τὴν ἀποδέσμευση τῶν μυστηρίων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς αὐτὰ θὰ ἔπαυαν νὰ ἀποτελοῦν τοὺς τρόπους ποὺ αὐτὴ ἐκφαίνεται, παρουσιαζόμενα ὡς αὐθυπόστατα γεγονότα ποὺ ὑφίστανται καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀφετέρου ἡ ὁμολογία στὸ ἕνα σωτήριο βάπτισμα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θὰ ἀπέβαινε κενὸς λόγος.

Κατὰ συνέπεια, ἡ ἐπιβαλλόμενη βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία εἶναι εὐθέως ἀντίθετη τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀναιρετικὴ τοῦ μυστηριακοῦ της χαρακτήρα.

* Ἡ Ὁμιλία τὴν ὁποίαν ἐξεφώνησεν ὁ κ. Βασίλειος Τουλουμτσής, Ὑπ. δρος Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ, εἰς τὴν ἡμερίδα «Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», τὴν ὁποίαν ὠργάνωσεν ἡ Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν τὴν Κυριακὴν 3 Μαΐου 2026 εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκδηλώσεων τοῦ Πολεμικοῦ Μουσίου.



 

Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος: Ο θαυματουργός πολύπαθος άνθρωπος του Θεού

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΣΟΣ: Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
      Η εμφάνιση αγίων στην Εκκλησία μας σε κάθε εποχή είναι το μόνιμο θαύμα. Ουδέποτε υπήρξε εποχή στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας που να μην έχει εμφανιστεί άγιος. Όπως σε κάθε εποχή, έτσι και στους νεώτερους και σύγχρονους καιρούς αναδεικνύει ο Θεός αγίους για τη δόξα τη δική Του και τον αγιασμό και την αρωγή των πιστών. Ένας από τους νέους λαοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας είναι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος.
    Ήταν Ρώσσος στην καταγωγή και είχε γεννηθεί στη Ν. Ρωσία, τη σημερινή Ουκρανία, στα 1690 από ευσεβή οικογένεια. Κατατάχτηκε στον ρωσικό στρατό να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, όταν η πατρίδα του βρισκόταν σε πόλεμο με την Τουρκία (1711-1718). Ο νεαρός Ιωάννης πολεμούσε με ηρωισμό στον αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος είχε υποστεί ταπεινωτικές ήττες από τα ακατάβλητα τουρκικά στρατεύματα. Στη μάχη ανακατάληψης του Αζώφ πιάστηκε αιχμάλωτος, μαζί με χιλιάδες άλλους συμμαχητές του και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εν μέσω εξευτελισμών. Από εκεί προωθήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στο χωριό Προκόπιο, όπου δόθηκε στην κατοχή ενός  Αγά, ο οποίος ηγείτο στρατοπέδου Γενιτσάρων. Εν μέσω πρωτοφανών εξευτελισμών και σκληρών βασανιστηρίων του ανατέθηκε να περιποιείται τα ζώα και να μένει μαζί τους στους βρώμικους από τις κοπριές στάβλους.
       Ο ίδιος, έχοντας ακράδαντη πίστη στο Χριστό, θεωρούσε την παραμονή του στο στάβλο ως ευλογία, θυμίζοντάς του ότι και ο Λυτρωτής μας γεννήθηκε σε στάβλο. Επίσης δεχόταν με πλήρη ανεξικακία τις ταπεινώσεις και τα βασανιστήρια των βαρβάρων αλλοθρήσκων. Πρότυπό του ο Χριστός, ο οποίος συγχώρησε τους σταυρωτές Του! Όταν τον ξυλοκοπούσαν, τον άφηναν νηστικό για μέρες και τον ταπείνωναν, ψιθύριζε τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «ποιος μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού μου; Θλίψις ή στενο­χώρια ή διωγμός ή γυμνότης ή αιχμαλωσία;» (Ρωμ.8,35). Εκτελούσε με πρωτοφανή προθυμία τις αγγαρείες που τον υπέβαλλαν οι απάνθρωποι άνθρωποι του Αγά. Απορούσαν με την υπομονή, την καλοσύνη και την ανεξικακία του και γι’ αυτό άρχισαν να μαλακώνουν την θηριωδία τους, να του δείχνουν μια κάποια συμπάθεια και να τον αποκαλούν «βελή», δηλαδή άγιο! Μάλιστα επέτρεψε ο Θεός να δείξει την εύνοιά Του προς τον ευσεβή Ιωάννη με ένα ασυνήθιστο θαύμα. Κάποτε ο Αγάς αφέντης του είχε ταξιδέψει στην Μέκκα της Αραβίας για προσκύνημα. Εκεί έλαβε ανεξήγητα ένα πιάτο ζεστό φαγητό σε πιάτο που έφερε το οικόσημό του. Όταν επέστρεψε στο Προκόπιο εξέτασε την υπόθεση και αποκαλύφτηκε ότι του το έστειλε θαυματουργικά ο Ιωάννης!
        Από τότε σταμάτησαν τα βασανιστήρια. Του προτάθηκε να φύγει από το στάβλο, αλλά εκείνος αρνήθηκε και παρέμεινε εκεί προσευχόμενος μέρα και νύχτα. Ζητούσε κρυφά και κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Στις 27 Μαΐου του 1730 έστειλε μήνυμα στον ιερέα του χωριού να τον κοινωνήσει. Ο ιερέας του έστειλε τη Θεία Κοινωνία κρυμμένη σε ένα μήλο, που είχε κουφώσει, φοβούμενος τους Τούρκους. Κοινώνησε και παρέδωσε ήρεμα το πνεύμα του στο Χριστό, που τόσο είχε αγαπήσει και μιμηθεί στη σύντομη ζωή του.
       Οι Χριστιανοί του Προκοπίου ζήτησαν το σώμα του αγίου και το έθαψαν με μεγάλες τιμές. Στην κηδεία του έλαβαν μέρος και πολλοί Αρμένιοι και Τούρκοι, οι οποίοι είχαν μάθει για την αγία ζωή του.
       Το 1733 ο ευλαβής ιερέας που κοινωνούσε τον άγιο Ιωάννη και ήξερε για τα μαρτύριά του, τον είδε στον ύπνο του, ο οποίος του αποκάλυψε πως το σώμα του δεν υπέστη φθορά και του ζήτησε να κάνουν εκταφή και να το έχουν μαζί τους στους
αιώνες για ευλογία και προστασία. Ο ιερέας δίστασε και τότε ένα ουράνιο φως είχε καλύψει τον τάφο και μια πύρινη στήλη ανέβαινε στον ουρανό. Οι πιστοί άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν όντως απόλυτα άφθορο το σώμα του Ιωάννη, αν και είχαν περάσει τριάμισι χρόνια από την ταφή του, να ευωδιάζει! Το μετέφεραν με ευλάβεια και τιμές στο ναό τους χωριού, όπου άρχισαν νε επιτελούνται θαύματα σε Χριστιανούς και αλλοθρήσκους.
      Λίγο αργότερα σε σύρραξη του σουλτάνου με τον πασά της Αιγύπτου Ιμπραήμ, ο απεσταλμένος του σουλτάνου πασάς Οσμάν έδωσε διαταγή να καεί το ιερό λείψανο. Οι πιστοί με δάκρυα στα μάτια έβλεπαν να κατατρώνε οι φλόγες το θεοφόρο σώμα. Αλλά την άλλη μέρα, και ενώ είχε «χωνέψει» η φωτιά, βρήκαν το τίμιο λείψανο και πάλι άφθορο, απλά μαυρισμένο! Οι φλόγες το σεβάστηκαν! Το τοποθέτησαν σε αργυρή λάρνακα και εκείνο άρχισε και πάλι να κάνει θαύματα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους!
      Κατά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 οι ευσεβείς κάτοικοι του Προκοπίου πήραν μαζί τους το ιερό λείψανο και το μετέφεραν με μύριους κινδύνους και περιπέτειες στην Ελλάδα. Από το λιμάνι της Μερσίνας μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα, με έξοδα της ευσεβούς οικογένειας Παπαδόπουλου. Έμεινε εκεί ως το 1925, οπότε μεταφέρθηκε οριστικά στο Νέο Προκόπιο της Εύβοιας. Το 1930 θεμελιώθηκε περικαλλής ναός προς τιμή του. Εκεί παραμένει το τίμιο σκήνωμά του μέχρι σήμερα, σε βαρύτιμη λάρνακα και μαρμάρινη περίτεχνη θολωτή βάση.
        Το Νέο Προκόπιο Ευβοίας είναι ένα από τους πλέον δημοφιλείς προορισμούς χιλιάδων πιστών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, κι αυτό διότι μαρτυρούνται άπειρα θαύματα από τον άγιο Ιωάννη. Καραβάνια προσκυνητών καταφθάνουν καθημερινά, να περάσουν μπροστά από τη λάρνακα του αγίου. Να τον προσκυνήσουν. Να τον παρακαλέσουν για τα προβλήματά τους ή να τον ευχαριστήσουν για τα επιτελούμενα θαύματά του!