Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2026

 

Ημέρα εθνικής χαράς και ευγνωμοσύνης προς την Υπεραγία Θεοτόκο η ένδοξη νίκη των Ελλήνων το 1940.

Ημέρα εθνικής χαράς και ευγνωμοσύνης προς την Υπεραγία Θεοτόκο η ένδοξη νίκη των Ελλήνων το 1940.

Εν Θεσσαλονίκη τη 28η Οκτωβρίου 2026

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

    Η μεγάλη θεομητορική εορτή της Αγίας Σκέπης, την οποία καθιέρωσε η αγία μας Εκκλησία να εορτάζουμε σήμερα κατόπιν μεταθέσεώς της από την 1η Οκτωβρίου, όπου εορταζόταν παλαιότερα, είναι ταυτόχρονα για μας τους Έλληνες και εθνική εορτή. Είναι ημέρα εθνικής χαράς και ευγνωμοσύνης προς την Υπεραγία Θεοτόκο, όχι μόνο διότι πολλές φορές κατά το παρελθόν στην ιστορική πορεία της πατριδος μας κατ’ εξαίρετο τρόπο έδειξε στο μικρό έθνος μας την πρόνοια και την προστασία της, αλλά και διότι για μια ακόμη φορά απέδειξε την θαυμαστή σκέπη της στο έπος του 40, στην θαυμαστή νίκη της απέναντι στις πανίσχυρες στρατιωτικές δυνάμεις του ιταλικού φασισμού. Η Υπεραγία Θεοτόκος υπήρξε για μια ακόμη φορά η Υπέρμαχος Στρατηγός, στην οποία οφείλει το έθνος μας να αναγράψει «τα νικητήρια». Δεν χωράει αμφιβολία, ότι η ένδοξος νίκη των Ελλήνων το 1940 αποτελεί ένα θαύμα της Υπεραγίας Θεοτόκου.

    Όπως και άλλοτε έχουμε τονίσει, στα κρίσιμα εκείνα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, εμπιστεύθηκαν τον αγώνα τους στα χέρια της Παναγίας. Δεν είχαν στη διάθεσή τους τα σύγχρονα πολεμικά όπλα, που διέθεταν οι Ιταλοί. Είχαν όμως ως ισχυρό εφόδιο μέσα στην καρδιά τους την την θερμή πίστη προς τον Χριστό και την Παναγία. Καθημερινά γέμιζαν οι ναοί της Ελλάδος και έψαλλαν οι πιστοί την Παράκληση της Παναγίας και ζητούσαν να υπερασπιστεί το δίκαιό τους. Και την έβλεπαν τα παλληκάρια μας ζωντανή, να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, όταν πολεμούσαν στο μέτωπο. Γράφουν: «Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε είδαμε σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων μία ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη. Στο μέτωπο, σ’ όλη τη γραμμή, από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου μέχρι ψηλά τις παγωμένες Πρέσπες, ο ελληνικός στρατός άρχιζε να βλέπει παντού το ίδιο όραμα: Έβλεπε τις νύχτες μία γυναικεία μορφή να βαδίζει ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζε, την ήξερε από παλιά, …Ήταν η μάνα η μεγαλόψυχη στον πόνο και στην δόξα, η λαβωμένη της Τήνου, η υπέρμαχος Στρατηγός».

    Κάποιος στρατιώτης ο Τάσος Ρηγοπούλας έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του. «Αδελφέ μου Νίκο. Σου γράφω από μία αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. … Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, είδαμε σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων μία ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη.– Τις ει (Ποιός είσαι); Μιλιά… Ο σκοπός θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τις ει; Τότε, σαν να μας πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ! Εκείνη όρμησε εμπρός σαν να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της. Συνεχώς την αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη. Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά, νια να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβάν-Μόροβας. …Το τι έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Κι όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπέρμαχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και χάθηκε».

    Χάρη στη Σκέπη της Παναγίας μας οι στρατιώτες έπαιρναν θάρρος, περιφρονούσαν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονταν στις σιδερόφρακτες στρατιές του άξονα με γενναιότητα μοναδική και ηρωισμό. Οι ηγέτες των τότε μεγάλων δυνάμεων παρακολουθούσαν με κατάπληξη και θαυμασμό τις νίκες των ελλήνων. Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Φραγκλίνος Ρούσβελτ, σε ραδιοφωνικό λόγο περιέγραψε με δέος την απάντηση της Ελλάδας στο ιταλικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1940: «Οι Έλληνες εδίδαξαν δια μέσου των αιώνων την αξιοπρέπειαν. Όταν όλος ο κόσμος είχε χάσει κάθε ελπίδα, ο ελληνικός λαός ετόλμησε να αμφισβητήσει το αήττητον του γερμανικού τέρατος, αντιτάσσοντας το υπερήφανον πνεύμα της ελευθερίας». Για την απαράμιλλη γενναιότητα, που επέδειξαν οι Έλληνες στρατιώτες κατά της πολεμικής μηχανής της ναζιστικής Γερμανίας, ο Ιωσήφ Στάλιν είπε αμέσως μετά την ταπείνωση του Χίτλερ στο (τότε) Στάλινγκραντ: «Λυπάμαι διότι γηράσκω και δεν θα ζήσω επί μακρόν διά να ευγνωμονώ τον Ελληνικόν Λαόν, του οποίου η αντίστασις έκρινε τον 2ον Παγκόσμιον Πόλεμον». Ο δε ραδιοσταθμός της Μόσχας εξέπεμπε, και αυτός, ύμνους προς τους Έλληνες, μετά τη νίκη στο Στάλινγκραντ: «Επολεμήσατε άοπλοι εναντίον ενόπλων και ενικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήταν δυνατόν να γίνη αλλιώς γιατί είσθε Έλληνες. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι σας είμαστε ευγνώμονες, γιατί χάρις στις δικές σας θυσίες κερδίσαμε τον απαιτούμενο καιρό να προετοιμάσουμε την άμυνά μας. Έλληνες, σας ευγνωμονούμε». Ακόμα και αυτό το αιμοσταγές τέρας, ο Αδόλφος Χίτλερ, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι: «Χάριν της ιστορικής αληθείας οφείλω να διαπιστώσω ότι μόνον οι Έλληνες, εξ’ όλων των αντιπάλων οι οποίοι με αντιμετώπισαν, επολέμησαν με παράτολμον θάρρος και υψίστην περιφρόνησιν προς τον θάνατον». Ο αρχηγός της γαλλικής αντίστασης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετέπειτα Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Σαρλ Ντε Γκωλ, σχολίασε την αντίσταση των Ελλήνων κατά του φασισμού ως εξής: «Αδυνατώ να δώσω το δέον εύρος της ευγνωμοσύνης που αισθάνομαι για την ηρωική αντίσταση του λαού και των ηγετών της Ελλάδος».

    Οι πρόγονοί μας λοιπόν θυσιάστηκαν, έδειξαν απαράμιλλο ηρωϊσμό και έγραψαν αθάνατες σελίδες δόξης, όπως ομολόγησαν οι ξένοι ηγέτες της εποχής εκείνης, χάρις στην πίστη τους στο Χριστό και στην Παναγία, ώστε να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι. Ποιό όμως είναι τώρα το δικό μας το χρέος; Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά οφείλουμε εμείς οι νεοέλληνες να προστρέξουμε με προσευχές και δάκρυα, στη Σκέπη της  Παναγίας μας. Όπως και άλλοτε έχουμε επισημάνει, οι σκοτεινές δυνάμεις της νέας τάξεως πραγμάτων, που προωθούν τα διεθνή Σιωνιστικά κέντρα της Νέας Εποχής, χρησιμοποιούν άλλα μέσα και μεθόδους για να υποδουλώσουν πνευματικά την πατρίδα μας. Χρησιμοποιούν τον οικονομικό αποκλεισμό, δημιουργούν υπέρογκα χρέη, προσπαθούν να διαλύσουν την παιδεία μας, να ξηλώσουν το ιερό θεσμό της οικογενείας, να γκρεμίσουν τα ιερά και τα όσια, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις μας. Με μία σωρεία αντιχριστιανικών και αντεθνικών νόμων, επιδιώκουν να αποχριστιανοποιήσουν το λαό μας και να αλλοιώσουν την εθνική μας ιστορία, προβάλλοντας στα κανάλια νέο τρόπο ζωής χωρίς Χριστό και Ελλάδα.

    Ωστόσο για το κατάντημα αυτό στο οποίο φθάσαμε, μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουμε και εμείς οι ίδιοι. Οι ρίζες του κακού βρίσκονται στην αποστασία και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό. Στο ότι περιφρονήσαμε αιώνιες αρχές και αξίες, που συγκροτούν και συνέχουν όλο το οικοδόμημα του εθνικού και κοινωνικού μας βίου. Περιφρονήσαμε κάθε έννοια αρετής και φιλοπατρίας. Παραδοθήκαμε στην ασωτία, στην σπατάλη και την  πλεονεξία. Ανυψώσαμε ως υπέρτατη αξία στη ζωή μας το χρήμα, στηρίξαμε τις ελπίδες μας όχι στον Θεό, αλλά στην ενωμένη Ευρώπη. Ψηφίσαμε άθεα νομοθετήματα, διαλυτικά του θεσμού της οικογενείας και της παιδείας. Η παιδεία μας, η ελπίδα του έθνους μας, έχει εκφυλιστεί και σχεδόν απονεκρωθή. Έχει αλλάξει τελείως ιδεολογικό και πνευματικό προσανατολισμό. Έπαυσε προ πολλού να καλλιεργεί, να εμπνέει, να εξυψώνει, να διαπλάθει ελεύθερες και ολοκληρωμένες προσωπικότητες, νέους με αρετή και ήθος, με αγνή φιλοπατρία και ηρωϊσμό, έτοιμους να θυσιάσουν και την ζωή τους ακόμη, αν χρειαστεί, για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητος της Πατρίδος. Τα διαζύγια και οι εκτρώσεις αυξάνουν κατά γεωμετρική πρόοδο. Εκατοντάδες χιλιάδες αθώες υπάρξεις φονεύονται κάθε χρόνο, προτού καν προλάβουν να γνωρίσουν το φως αυτού του κόσμου, με πριμοδότηση της πολιτείας. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, κατέφθασε άλλο μεγάλο και φοβερό κακό, σαν επιστέγασμα όλων των κακών, το αισχρό πάθος της ομοφυλοφιλίας, με τη νομιμοποίηση από την πολιτεία του γάμου των ομοφυλοφίλων, με  φεστιβάλ και παρελάσεις ομοφυλοφίλων. Αλλοίμονο! Σε ποιό κατάντημα έφθασε η πατρίδα μας!  Η ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση απειλεί, να διασπάσει την συνοχή του ελληνικού λαού, υποσκάπτει τα θεμέλια της εθνικής μας ταυτότητος και ιδιοπροσωπίας και οδηγεί σταδιακά στην πλήρη αλλοτρίωση της Ελλάδος. Παραμένει μέχρι σήμερα, παρά τις επισημάνσεις των ειδικών, ένα μείζον και φλέγον ζήτημα, που έχει ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετωπίσεως.

    Η Εκκλησία, εγκλωβισμένη στα δίχτυα του Οικουμενισμού και της Πανθρησκείας, αποδέχθηκε δυστυχώς, (και επίσημα πλέον), τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου της Κρήτης. Και σαν να μην έφθανε αυτό, συμπαρατάχθηκε με τους σχισματικούς της Ουκρανίας, (του Επιφανίου Ντουμένκο), αποδεχόμενη το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο. Τα δύο αυτά άκρως τραγικά γεγονότα είχαν σαν αποτέλεσμα συνεχείς αποτειχίσεις κληρικών και λαϊκών. Η αποτείχιση στη σημερινή χρονική συγκυρία είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η μόνη ασφαλής οδός για τη σωτηρία  του πιστού λαού του Θεού, διότι διά μέσου αυτής απαλλάσεται τόσον από την πλάνη της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, όσον και από το Ουκρανικό Σχίσμα, στα οποία δυστυχώς βρίσκεται αιχμάλωτη η σημερινή, πλήρως χρεοκοπημένη διοικούσα Εκκλησία.  

    Όμως, παρά την τραγικότητα της καταστάσεως, δεν πρέπει να απελπιστούμε. Καιρός να ανανήψουμε έστω και τώρα, την ενδεκάτη ώρα, χωρίς αναβολή. Ο λόγος του αποστόλου Παύλου «ώρα ημάς ήδη εξ’ ύπνου εγερθήναι», (Ρωμ.13,11), είναι ιδιαίτερα επίκαιρος στην παρούσα περίσταση. Καιρός να μετανοήσουμε, να επιστρέψουμε όπως ο άσωτος υιός της παραβολής στον Κύριο. Να παραδεχθούμε τα λάθη μας και να αρχίσουμε την διόρθωση. Να αναλάβουμε ο καθένας τις ευθύνες του. Να επαναξιολογήσουμε και να εγκολπωθούμε τον πνευματικό και εθνικό μας πλούτο, την πνευματική μας κληρονομιά. Να εμπνευσθούμε από την ένδοξη εθνική μας ιστορία, από τα ηρωϊκά κατορθώματα των προγόνων μας.

    Και τέλος καλούμαστε, να παρακαλέσουμε εκτενώς τον Κύριο, να αναδείξει άρχοντες ικανούς, ηγέτες εκκλησιαστικούς και πολιτικούς, με πίστη και αγάπη προς την Εκκλησία, με νουν Χριστού, ανθρώπους της αρετής, αληθινούς πατριώτες. Μόνον τότε μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάκαμψη και ανάσταση της Πατρίδος μας. Μόνον έτσι θα μπορέσει και πάλι να μεγαλουργήσει και να γράψει νέες σελίδες δόξης.



 

Η Υπέρμαχος Στρατηγός, Πρόμαχος στον πόλεμο του 1940

Η ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, ΠΡΟΜΑΧΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Στις 28 Οκτωβρίου εορτάζουμε και την επέτειο του «ΟΧΙ», την ηχηρή άρνηση ολόκληρου του Έθνους, που εκφράστηκε διά στόματος του τότε εθνικού Κυβερνήτη, Ιωάννη Μεταξά, ενός ανθρώπου με έντονο θρησκευτικό φρόνημα και πατριωτική συνείδηση, απέναντι στις υπερφίαλες αξιώσεις της φασιστικής Ιταλίας. Η απάντηση της Ελλάδος ήταν σαφής: δεν επρόκειτο να παραδώσουμε την πατρίδα μας στους επίδοξους κατακτητές ούτε να τους προσφέρουμε «γη και ύδωρ».

      Ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι επιδίωκε να μετατρέψει την ένδοξη πατρίδα μας σε υπόδουλη επαρχία της φασιστικής «νέας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας», την οποία οραματιζόταν στο πλαίσιο της τότε «Νέας Τάξεως Πραγμάτων» του δαιμονικού «Άξονα». Δεν είχε, όμως, υπολογίσει την αδούλωτη ελληνική ψυχή. Δεν είχε μελετήσει επαρκώς τη μακραίωνη ελληνική ιστορία, για να διαπιστώσει ότι οι Έλληνες, από τα πανάρχαια χρόνια, δεν παραδίδονταν αμαχητί στους επίβουλους εισβολείς, αλλά αγωνίζονταν με γενναιότητα για την ελευθερία τους, προσβλέποντας στη βοήθεια του Θεού και στην αρωγή της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Υπερμάχου Στρατηγού του Έθνους μας.

      Το Έπος του 1940 αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της εθνικής μας ιστορίας. Η εποποιία αυτή επηρέασε τις εξελίξεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εξέφρασε με τον πλέον εμφατικό τρόπο τη θέληση του ελληνικού λαού να υπερασπιστεί την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του. Τα παιδιά της Ελλάδος στάθηκαν ως ατσάλινα φράγματα απέναντι στους υπερφίαλους Ιταλούς εισβολείς και, αργότερα, στους ναζί Γερμανούς, αντιτάσσοντας τον ηρωισμό τους και τα ίδια τους τα σώματα στις δυνάμεις που επιδίωκαν την κυριαρχία στην Ευρώπη και την εγκαθίδρυση της λεγόμενης «Νέας Τάξεως Πραγμάτων».

     Οι νικηφόρες μάχες στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου εναντίον των στρατευμάτων του Μουσολίνι αποτέλεσαν σημαντικό πλήγμα για τον Άξονα και απέδειξαν στους λαούς ότι οι πολεμοχαρείς δυνάμεις της Ρώμης και του Βερολίνου δεν ήταν ανίκητες, όπως πομπωδώς διακήρυτταν. Η ελληνική αντίσταση, τόσο κατά την ιταλική εισβολή όσο και κατά τη γερμανική επίθεση στα βόρεια σύνορά μας, καθώς και η επική Μάχη της Κρήτης, συνέβαλαν ουσιαστικά στην εξέλιξη του πολέμου. Οι δυνάμεις του Άξονα υπέστησαν απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό υλικό, ενώ η καθυστέρηση των επιχειρήσεών τους επηρέασε τα ευρύτερα στρατηγικά τους σχέδια.

      Για τον ευσεβή ελληνικό λαό, Υπέρμαχος Στρατηγός και Πρόμαχος, σε αυτόν τον δίκαιο αγώνα υπήρξε η Παναγία μας, η Οποία, σύμφωνα με τη ζωντανή εκκλησιαστική παράδοση και τις μαρτυρίες της εποχής, συμπαραστεκόταν θαυματουργικά στους στρατιώτες μας στην Πίνδο και προστάτευε πόλεις και χωριά από την καταστροφή. Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη πίστη, την οποία ο χρόνος δεν κατόρθωσε να εξαλείψει και η οποία εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό βίωμα του λαού μας.

      Στη θρησκευτική αυτοσυνειδησία του λαού μας είναι βαθιά εδραιωμένη η πεποίθηση ότι το ελληνικό Έθνος έχει διαχρονικά την αρωγή του Θεού, καθώς αγωνίζεται για αξίες όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αξίες που απορρέουν από την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Όλοι οι άνθρωποι είναι πλάσματα του Θεού, δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Του, και έχουν δικαίωμα να ζουν στην πατρίδα τους με ειρήνη, ασφάλεια και ελευθερία.

       Πιστεύουμε ότι «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Εφεσ.2,14). Υπό αυτό το πρίσμα, το ελληνικό Έθνος, αφότου ενστερνίστηκε τη θεία διδασκαλία του Χριστού, καλλιέργησε βαθιά τον πόθο της ειρήνης και της ελευθερίας. Η ιστορική του πορεία, ωστόσο, δεν υπήρξε απαλλαγμένη από πολεμικές συγκρούσεις, οι οποίες συχνά επιβλήθηκαν από την ανάγκη υπεράσπισης της πατρίδας και της ελευθερίας.

       Για την Ελλάδα, ο πόλεμος δεν αποτελεί μέσο επιθετικής επέκτασης ή κατάκτησης, αλλά έσχατο μέσο άμυνας και απελευθέρωσης. Υπό αυτή την έννοια, ο αμυντικός αγώνας δεν είναι απλώς ανεκτός, αλλά επιβεβλημένος, όταν αποσκοπεί στην προστασία των ανυπεράσπιστων και αδικημένων ανθρώπων από επίβουλους κατακτητές, που επιδιώκουν την εξουσία, τη δόξα και τον πλούτο. Είναι αγώνας για την αποτροπή των γενοκτονιών, των δολοφονιών, των λεηλασιών, των βιασμών και των καταστροφών που συνοδεύουν την υποδούλωση των λαών. Γι’ αυτό και ο αμυντικός πόλεμος, όταν διεξάγεται για την προστασία της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, θεωρείται από την εκκλησιαστική μας παράδοση δίκαιος αγώνας.

       Υψηλός αρωγός και προστάτης του Έθνους μας υπήρξε διαχρονικά και η Υπεραγία Θεοτόκος, η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Άρχοντα της Ειρήνης (Ησ.9,6) και της δικαιοσύνης. Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, κατά τη βυζαντινή περίοδο, στη Φραγκοκρατία και στη μακραίωνη Τουρκοκρατία, κατά τον Αγώνα της εθνικής μας Παλιγγενεσίας και στους μετέπειτα απελευθερωτικούς αγώνες, έως και τις ημέρες μας, η Θεοτόκος αποτελεί για το ευσεβές Γένος μας την Υπέρμαχο Στρατηγό και την ακαταμάχητη πνευματική του προστάτιδα.

      Ιδιαίτερα αισθητή θεωρεί ο λαός μας ότι υπήρξε η εύνοια, η αρωγή και η καταλυτική βοήθεια της Παναγίας κατά τον άνανδρο, κατακτητικό και ιμπεριαλιστικό πόλεμο που εξαπέλυσε η φασιστική Ιταλία εναντίον της ειρηνικής και φτωχής πατρίδας μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, εκείνες τις δύσκολες στιγμές, σύσσωμο σχεδόν το Έθνος μας, παρά τις ελάχιστες θλιβερές εξαιρέσεις, έστρεψε το βλέμμα προς τον Θεό και την Παναγία, αναζητώντας παρηγοριά, δύναμη και σωτηρία.

     Οι ηρωικοί στρατιώτες μας, προτού αναχωρήσουν για το μέτωπο, για τα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Βορείου Ηπείρου, έπαιρναν μαζί τους, εκτός από την ευχή των ευσεβών γονιών τους, την πίστη στον Θεό και τη βεβαιότητα ότι η Θεοτόκος θα τους συντρόφευε στα φονικά πεδία των μαχών. Οι χριστιανές μανάδες τους τούς έδιναν μικρά εικονίσματα της Παναγίας, παρακαλώντας τους να μην τα αποχωριστούν ποτέ. Τους συμβούλευαν να προσεύχονται και να ελπίζουν ότι ο Θεός και η Παναγία θα τους προστάτευαν και θα τους χάριζαν την πολυπόθητη νίκη.

       Πίστευαν ότι ο Θεός, υπερασπιστής της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, θα απέδιδε στους υπερφίαλους φασίστες εισβολείς την τιμωρία που τους άξιζε. Τους έδιναν ακόμη μικρούς σταυρούς, ώστε ο Τίμιος Σταυρός να αποτελεί την ισχυρή πνευματική τους πανοπλία και να τους προστατεύει από τα φονικά πυρά του εχθρού. Με αυτή την πίστη αντιμετώπιζαν την υπεροπλία των Ιταλών, ελπίζοντας ότι, παρά την υστέρηση των ελληνικών δυνάμεων σε πολεμικό υλικό και τεχνολογικά μέσα, θα κατόρθωναν να αναχαιτίσουν τον εισβολέα και να τον απομακρύνουν από την ιερή γη μας, τη γη των αγίων και των ηρώων.

       Τα παλικάρια μας αναχώρησαν για το μέτωπο «με το χαμόγελο στα χείλη», όπως χαρακτηριστικά αποτυπώθηκε στη συλλογική μνήμη της εποχής, σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι. Το χαμόγελο αυτό, γεμάτο αισιοδοξία και θάρρος, συνδεόταν, αναμφίβολα, για πολλούς από αυτούς με την πίστη στον Θεό και την εμπιστοσύνη τους στην αρωγή της Παναγίας, την Οποία θεωρούσαν πραγματική αρχηγό του στρατεύματός μας.

      Η τότε πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της Ελλάδος, μέσα στο κλίμα της γενικής επιστράτευσης και του επικείμενου αγώνα, αναζήτησε επίσης δύναμη στην πίστη και στην προστασία του Θεού και της Θεοτόκου. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, στο διάγγελμά του, τόνισε: «Με πίστιν εις τον Θεόν και εις τα Πεπρωμένα της φυλής, το Έθνος σύσσωμον και πειθαρχούν ως εις άνθρωπος θα αγωνισθή υπέρ βωμών και εστιών μέχρι της τελικής νίκης».

       Και ο τότε Κυβερνήτης, Ιωάννης Μεταξάς, πριν υπογράψει το διάταγμα της επιστράτευσης και της διεξαγωγής του αμυντικού αγώνα, σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, έκανε το σημείο του Σταυρού και υπέγραψε με δάκρυα στα μάτια. Σε δηλώσεις του μετά το δραματικό πρώτο Πολεμικό Συμβούλιο, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, φέρεται να τόνισε, μεταξύ άλλων: «… εις το θαύμα πιστεύω, εις την Νίκην. Και επειδή είμαι βαθύτατα θρήσκος νομίζω η Παναγία θα προστατεύση τα όπλα μας»!

       Με τη φράση «η Παναγία θα προστατεύση τα όπλα μας», ο ευσεβής εκείνος πολιτικός εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στη Θεοτόκο, αναθέτοντάς Της, κατά την πίστη του, την πνευματική προστασία του ιερού αγώνα. Την εμπιστεύθηκε για την προστασία των στρατευμένων παιδιών της Ελλάδος, τα οποία καλούνταν να πολεμήσουν κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, στα χιονισμένα ηπειρώτικα βουνά. Προσευχήθηκε να χαρίσει τη νίκη στην αδικημένη Ελλάδα. Και η Ελλάδα νίκησε στο μέτωπο της Αλβανίας!

       Η Υπέρμαχος Στρατηγός, σύμφωνα με την πίστη και την ευλάβεια του λαού μας, ανταποκρίθηκε στην επίκληση των αγωνιζόμενων Ελλήνων, των οικογενειών τους και της ηγεσίας τους. Η παρουσία Της στο μέτωπο αποτελεί κεντρικό στοιχείο της θρησκευτικής παράδοσης που διαμορφώθηκε γύρω από το Έπος του 1940. Οι μαρτυρίες που διασώθηκαν αναφέρονται σε εμφανίσεις Της, άλλοτε ως οπτασίας και άλλοτε ως μορφής που γινόταν αντιληπτή από τους στρατιώτες, για να ενισχύσει το ηθικό τους και να προκαλέσει φόβο στους αντιπάλους.

       Σύμφωνα με αυτές τις διηγήσεις, η Παναγία εμψύχωνε τους Έλληνες στρατιώτες, τους γέμιζε αισιοδοξία και θάρρος και τους ενίσχυε στις δύσκολες στιγμές της μάχης. Στη λαϊκή ευσέβεια συνδέθηκε ακόμη και με την πίστη ότι τα ιταλικά πυροβόλα αστοχούσαν, ενώ τα ελληνικά έπλητταν με επιτυχία τους στόχους τους. Οι Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες περιέγραφαν, σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, μια επιβλητική γυναικεία μορφή να εμφανίζεται πάνω από τα πεδία των μαχών, προσφέροντάς τους πνευματική ενίσχυση και προστασία.

      Υπάρχουν πολλές προσωπικές μαρτυρίες για εμφανίσεις της Παναγίας σε διάφορα σημεία του μετώπου. Έχουν διασωθεί επιστολές στρατιωτών προς τους οικείους τους, στις οποίες γίνεται λόγος για θαυματουργικές εμφανίσεις Της. Δεν είναι δυνατόν, στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, να παρατεθούν αναλυτικά αυτές οι μαρτυρίες.

      Ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, ο οποίος έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1940, κατέγραψε στα βιβλία του «Θαύματα που είδαν τα μάτια μου και Το θαύμα των Ελλήνων του Σαράντα», μαρτυρίες για τη θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου στο μέτωπο. Περιγράφει περιστατικά κατά τα οποία ο ίδιος και οι συμπολεμιστές του διασώθηκαν από εξαιρετικά επικίνδυνες καταστάσεις, αποδίδοντας τη σωτηρία τους στην εμφανή επέμβαση της Παναγίας. Ο ίδιος βεβαιώνει, σύμφωνα με τη μαρτυρία του: «Ο αγών ήταν Ιερός. Οι Έλληνες πολεμούσαν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Εγνώριζαν ότι αν πατούσαν τον τόπο μας οι Φράγκοι, οι παπικοί, θα μας νόθευαν την πίστη και θα μόλυναν την Ορθοδοξία. Η παρουσία της Παναγίας στο Μέτωπο διαπιστώθηκε σε πολλές περιπτώσεις».

       Τις εμφανίσεις της Παναγίας, σύμφωνα με την ίδια παράδοση, δεν τις αντιλαμβάνονταν μόνο οι πολεμιστές, αλλά και οι γενναίες Ηπειρώτισσες γυναίκες, οι θρυλικές «Γυναίκες της Πίνδου». Οι γυναίκες αυτές προσέφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στον αγώνα, μεταφέροντας στις πλάτες τους πολεμοφόδια και τρόφιμα για τις στρατιωτικές μονάδες.

       Μέσα στα χιόνια, στα δύσβατα μονοπάτια και στις κακοτράχαλες πλαγιές των ηπειρώτικων βουνών, με βαριά φορτία στην πλάτη, νηστικές, παγωμένες, άυπνες και εξαντλημένες από την κούραση, οι γυναίκες αυτές συνέχιζαν ακούραστα την αποστολή τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που διασώθηκαν, έβλεπαν συχνά μια γυναικεία μορφή να προπορεύεται, να τις καθοδηγεί και να τις οδηγεί με ασφάλεια στις μονάδες που περίμεναν τα πολύτιμα εφόδια. Η πίστη ότι η Παναγία στεκόταν δίπλα τους αποτελούσε γι’ αυτές πηγή δύναμης και κουράγιου.

      Μετά την οδυνηρή ήττα των φασιστικών ιταλικών δυνάμεων στο μέτωπο, εισέβαλε στη χώρα μας ο σιδερόφρακτος σύμμαχός τους, η ναζιστική Γερμανία. Ακολούθησαν η κατοχή, οι εκτελέσεις, η πείνα και οι εκτεταμένες καταστροφές, που προκάλεσαν ανείπωτα δεινά στον ελληνικό λαό. Κατά την πίστη του λαού μας, όμως, η Παναγία δεν εγκατέλειψε ούτε τότε το δοκιμαζόμενο Έθνος. Στη θρησκευτική μας παράδοση διασώζονται μαρτυρίες για περιστατικά κατά τα οποία η Θεοτόκος φέρεται να έσωσε ανθρώπους, πόλεις και χωριά από την καταστροφή.

      Ανάμεσα στις γνωστότερες σχετικές διηγήσεις συγκαταλέγεται το θαύμα της Παναγίας στον Ορχομενό Βοιωτίας, στις 10 Σεπτεμβρίου 1943. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η Θεοτόκος εμπόδισε τα γερμανικά άρματα μάχης να εισέλθουν στην κωμόπολη, αποτρέποντας τη θανάτωση των κατοίκων και την καταστροφή της.

Οι Γερμανοί στρατιώτες, υπό τον διοικητή Όφμαν, φέρεται να είδαν μια επιβλητική γυναικεία μορφή να υψώνει το χέρι της και να τους κάνει νόημα να σταματήσουν. Τα άρματα ακινητοποιήθηκαν ανεξήγητα και, παρά τις προσπάθειες των στρατιωτών, δεν κατέστη δυνατό να προχωρήσουν προς τον οικισμό. Κατά την ίδια διήγηση, ο Όφμαν αναγνώρισε αργότερα στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς τη μορφή της γυναίκας που, όπως πίστευε, τον είχε εμποδίσει να εισέλθει στην κωμόπολη. Τότε φέρεται να είπε στους κατοίκους: «Αυτή η γυναίκα σας έσωσε, να την τιμάτε και να τη δοξάζετε»!

      Αξιομνημόνευτη είναι και η παράδοση ότι ο Γερμανός αξιωματικός συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το γεγονός, ώστε επέστρεφε κάθε χρόνο στην πανήγυρη της Παναγίας, μέχρι τον θάνατό του. Η διήγηση αυτή εξακολουθεί να διατηρεί ιδιαίτερη θέση στη θρησκευτική μνήμη και στην ευλάβεια των κατοίκων της περιοχής.

      Το Έθνος μας θεωρεί ότι έχει ευλογηθεί από τον Θεό και ότι η θεία χάρη το αξίωσε να διακονήσει, κατά τρόπο ξεχωριστό, την πραγματοποίηση της Θείας Οικονομίας. Στο πλαίσιο της θεολογικής αυτής αντίληψης ερμηνεύεται και ο λόγος του Χριστού, ο οποίος αναφέρεται στον αποστατημένο Ιουδαϊσμό: «ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς» (Ματθ.21,43).

      Κατά την ερμηνεία που υιοθετεί ο συγγραφέας, το ελληνικό Έθνος είναι εκείνο που επί δύο χιλιάδες χρόνια καρποφορεί μέσα από την πίστη και τη διακονία του έργου της σωτηρίας του κόσμου. Γι’ αυτό και πιστεύουμε ότι βιώνει τις ευλογίες του Θεού, παρά τις κατά καιρούς απομακρύνσεις του από το θέλημά Του.

       Η ευλογία αυτή, κατά την πίστη μας, έγινε ιδιαίτερα αισθητή στα δύσκολα χρόνια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και της φρικτής τριπλής Κατοχής. Ο Θεός, τον Οποίο ο λαός μας επικαλείται ως προστάτη της Ελλάδος, διά της Θεοτόκου, ενίσχυσε το δοκιμαζόμενο Γένος μας σε εκείνη τη δύσκολη ιστορική συγκυρία. Και, μολονότι εξήλθαμε από τη μεγάλη δοκιμασία βαριά τραυματισμένοι, σταθήκαμε όρθιοι,  διατηρώντας την ελπίδα και την πίστη μας στην ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

      Το Έπος του 1940 και η αντίσταση του ελληνικού λαού απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα αποτελούν διαχρονική παρακαταθήκη θάρρους, αυταπάρνησης και αγάπης προς την πατρίδα. Για τον ευσεβή λαό μας, η Υπέρμαχος Στρατηγός παραμένει σύμβολο της θείας προστασίας, της ελπίδας και της πνευματικής ενίσχυσης στους αγώνες για την ελευθερία. Η μνήμη των ηρώων του 1940 μάς καλεί να τιμούμε τις θυσίες τους και να υπερασπιζόμαστε, με συνέπεια και ευθύνη, τις αξίες της πίστης, της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

      Ας είναι η Παναγία μας, η Υπέρμαχος Στρατηγός και Πρόμαχος του Εθνικού μας Αγώνα, ευλογημένη στους αιώνες και ας σκεπάζει το λαό μας και όλους τους ειρηνικούς και φιλήσυχους λαούς με την υψηλή προστασία και αρωγή Της από κάθε  βαρβαρική επιβολή!  



 

Τα περί ‘’κοινού βαπτίσματος’’ εις τον Παπισμόν ως κριτηρίου ενότητας

Τα περί ‘’κοινού βαπτίσματος’’ εις τον Παπισμόν ως κριτηρίου ενότητας

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Οι αναφορές στον Παπισμό περί ‘’κοινού βαπτίσματος’’, ως κριτηρίου ‘’ενότητας των Χριστιανών, Προτεσταντών, Ορθοδόξων, Καθολικών’’, έχει την έννοια του λεγομένου ‘’λαϊκού οικουμενισμού’’.

Να θυμίσουμε αυτό το οποίο ανέφερε ο  Πάπας Φραγκίσκος στο Radio Vaticana, κατά την εβδομάδα προσευχής από 18 – 25 Ιανουαρίου το έτος 2016, η οποία πραγματοποιήθηκε στην  αίθουσα Παύλος VI, για την ‘’ενότητα των Χριστιανών, Προτεσταντών, Ορθοδόξων, Καθολικών’’.

Είχε κάνει αναφορά τότε στο έγγραφο  το οποίο τιτλοφορείτο ‘’Αποκατάσταση της ενότητας’’ (Unitatis redintegratio) της Β΄ Βατικανής Συνόδου και στο οποίο ανεφέρετο το εξής :  «όλοι οι βαπτισμένοι είναι αδελφοί και αδελφές, παρά τις διαφορές μας».  Αυτό  το σύνθημα, γιατί περί συνθήματος πρόκειται, καθιστούσε την αλήθεια της Πίστης δευτερεύουσα.

Ο Πάπας Φραγκίσκος είχε αναφερθεί στο «κοινό βάπτισμα», όπως το χαρακτήρισε, για να ‘’καταδείξει’’ ότι η αντοχή του δεσμού του «κοινού βαπτίσματος» είναι ισχυρότερη από τις υπάρχουσες διαιρέσεις. Είχε ομιλήσει  για «μαρτυρία ενότητας μεταξύ των Χριστιανών, Προτεσταντών, Ορθοδόξων, Καθολικών».  Αποτελεί όμως αυτό μαρτυρία ενότητας;

Να αναφέρουμε παρενθετικά ότι το έγγραφο το οποίο τιτλοφορείτο, ‘’Αποκατάσταση της ενότητας’’ (Unitatis redintegratio) της Β΄ Βατικανής Συνόδου, το οποίο ψηφίστηκε στις 21 Νοεμβρίου 1964 επί Πάπα Παύλου VI, κατ’ ουσία αναιρούσε την προηγούμενη εγκύκλιο του Πάπα Λέοντα ΙΓ΄ «Praeclara gratulationis publicae» του έτους 1894, όπου επεσήμαινε την ενότητα κάτω από τον ‘’Βικάριο του Χριστού’’, όπως καλούσε τον Πάπα.

Η αναφορά του Πάπα Λέοντα ΙΓ΄ στην παπική εγκύκλο «Praeclara gratulationis publicae» του έτους 1894, όπου ετονίζετο η ενότητα κάτω από τον ‘’Βικάριο του Χριστού’’,  κατέδειξε αυτό το οποίο κρυβόταν κάτω από τη σχετικοποίηση της αλήθειας της Πίστης, με τον οικουμενιστικό μανδύα περί ‘’κοινού βαπτίσματος’’. 

Η σχετικοποίηση της αλήθειας, ακόμα και των κακοδοξιών, τις οποίες θεωρούν αλήθειες στον Παπισμό, ερείδεται στην εξουσιαστική μάνητα, ενός πρωτείου το οποίο δεν έχει σχέση με τα πρεσβεία τιμής. Μια τέτοια στάση αποδεικνύει αυτό το οποίο είχε πει ο Άγιος Πορφύριος, ότι αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η αναγνώριση του Πάπα.  Αυτή η σχετικοποίηση της αλήθειας, αποτελεί και ένα έμμεσο τρόπο αναγνώρισης του καρπού των διαλόγων, αλλά και του προσδοκώμενου καρπού αυτών. 

Ως εκ τούτου το σύνθημα περί ‘’κοινού βαπτίσματος’’, ασχέτως αν κατ’ ουσία το βάπτισμα δεν είναι κοινό, αποτελεί σύμφωνα με το παπικό αυτό  ‘’θεώρημα’’, κριτήριο ενότητας.  Αυτός ο εξωεκκλησιαστικός ή επί το ορθότερο, αντιεκκλησιαστικός τρόπος σκέψης, παραπέμπει στα περί των ‘’ελασσόνων’’, τα οποία συντηρούν το συγκρητιστικό συνονθύλευμα του λεγομένου Παγκόσμιου Συμβούλιου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.).  Δυστυχώς υπάρχουν και ορθόδοξοι, οι οποίοι καλοβλέπουν τέτοια αντιεκκλησιαστικά συνθήματα.   

Δεν μπορεί το «κοινό βάπτισμα», όπως το χαρακτηρίζουν, να αποτελέσει κριτήριο ενότητας. Πώς μπορεί το λεγόμενο «κοινό βάπτισμα», να υπερσκελίζει τις δογματικές διαιρέσεις;  Παρερμηνεύοντας τότε ο Πάπας Φραγκίσκος στην κατακλείδα της ομιλίας του τα λόγια του Αποστόλου Πέτρου, «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον» (Α΄ Πε. 2,9), τόνισε ότι ‘’Καθολικοί, Ορθόδοξοι και, Προτεστάντες, σχηματίζουν ένα βασιλικό ιερατείο και ένα έθνος άγιο’’. 

Είναι αυτό όμως εκείνο το οποίο εννοεί ο Απόστολος Πέτρος στην Α΄ Επιστολή του;  Αυτό είναι το εκλεκτό γένος;  Το πλήρωμα της Εκκλησίας είναι που εννοεί και όχι τους εκτός Εκκλησίας αιρετικούς.  Το ‘’βασίλειον ιεράτευμα και το άγιον έθνος’’, είναι το συγκρητιστικό συνονθύλευμα, το οποίο περιλαμβάνει τους Ορθόδοξους τους Παπικούς και τους Προτεστάντες;

Το αναφερόμενο από τον Απόστολο Πέτρο, ‘’εν τη υπακοή της αληθείας δια πνεύματος εις φιλαδελφίαν ανυπόκριτον’’ (Α΄ Πε.  1,22), γιατί παραθεωρείται;   Λησμόνησε ο Πάπας Φραγκίσκος, αλλά και όσοι ενστερνίζονται το σύνθημα αυτό,  πως ο Απόστολος Πέτρος είναι που ανέφερε το «εγένοντο  δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας» (Β΄Πε. 2,1). Οι ‘’ψευδοπροφήται εν τω λαώ’’, και οι ‘’ψευδοδιδάσκαλοι’’, οι οποίοι είχαν παρεισάξει ‘’αιρέσεις απωλείας’’,   δεν συμπεριλαμβάνονται στο ‘’έθνος άγιον’’.

‘’Και αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε, οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον’’ (Α΄ Πε. 2,5), αναφέρει ο Απόστολος Πέτρος.  Ποιο είναι το ‘’άγιον ιεράτευμα;  Τα μέλη της Εκκλησίας είναι.  Δεν συμπεριλαμβάνει στο ‘’βασίλειον  ιεράτευμα’’ τους κάθε λογής αιρετικούς.

Δηλαδή κατά το παπικό αυτό σύνθημα,  υπάρχει η ενότητα του ‘’κοινού  βαπτίσματος’’ με τους ψευδοδιδασκάλους, ανεξάρτητα αν έχουν εισαγάγει αιρέσεις απωλείας; Μπορεί να δεχθούμε το ‘’θεώρημα’’ περί του λεγομένου ‘’κοινού βαπτίσματος’’;

Είναι αλήθεια ότι στον Παπισμό, εύκολα καταφεύγουν στο σύνθημα ‘’ενότητα χριστιανών’’ υπό το πρίσμα της σχετικοποίησης της αλήθειας της Πίστης, καθότι αντιλαμβάνονται την ανθρωπίνως ανυπέρβλητη δυσκολία της ‘’εν αληθεία ενότητας’’.   Μια τέτοια στάση διαφυγής από το πρέπον της ‘’εν αληθεία ενότητας’’, σηματοδοτεί και το προδιαγραφόμενο αποτέλεσμα των διαλόγων με τον Παπισμό.

Εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί «σπουδάζοντες τηρείν την ενότητα του Πνεύματος» (Εφ. 4,3) και την ‘’ενότητα Πίστεως’’, μη «κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι παντί  ανέμω της διδασκαλίας, εν τη κυβεία των ανθρώπων, εν πανουργία προς την μεθοδείαν της πλάνης» (Εφ. 4,14), ομολογούμεν το «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα»» (Εφ. 4,5) ορθοδόξως.