Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2026

 

Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, Κυριακή Ε΄ Λουκά

Τό Μήνυμα τῆς Κυριακῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων & Ἀντικυθήρων κ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ- ΚΥΡΙΑΚΗ E' ΛΟΥΚΑ -01/11/2026



Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2026

 

Οι Πάπες δεν Σταμάτησαν Ποτέ: Τι Κρύβουν οι Οικουμενιστές για τους Διωγμούς των Ορθοδόξων

Οι Πάπες δεν Σταμάτησαν Ποτέ: Τι Κρύβουν οι Οικουμενιστές για τους Διωγμούς των Ορθοδόξων

Πνευματική Προειδοποίηση

Αυτό το ιστορικό κείμενο αποτελεί ένα πολύτιμο τεκμήριο για τις παπικές μεθοδεύσεις ανά τους αιώνες. Αναδεικνύει τις ιστορικές αποδείξεις της βαθιάς εχθρότητας της Ρώμης εναντίον των Ορθοδόξων, τις οποίες οι σύγχρονοι οικουμενιστές προσπαθούν επιμελώς να αποσιωπήσουν.

Από την επιστολή του Ευγενίου Βούλγαρη προς τον Αγιορείτη Μοναχό Αβραάμ Κλαίρκιο

Έχω διαβάσει ότι προς το τέλος του 14ου αιώνα, κατά το έτος 1405, ο πόλεμος των Σαρακηνών για την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ, ο οποίος υποκινήθηκε από τους Λατίνους, δεν έγινε μόνο η αιτία πολλών καταστροφών για την Ανατολική Εκκλησία, αλλά και για τη Δυτική. Διότι οι Πάπες της Ρώμης εκείνης της εποχής, βρίσκοντας την ευκαιρία να δράσουν ώστε να μην τεθούν υπό την εξουσία κανενός, κινούσαν συνεχώς κάθε λίθο προκειμένου να καταφέρουν να υποτάξουν όλους τους άλλους σε αυτούς. Όσο παρατεινόταν ο πόλεμος και οι Χριστιανοί της Δύσης κατέφευγαν προς την Ανατολή, τόσο οι πάπες τους επιτίθεντο, όπως μαρτυρεί ο Όθων, επίσκοπος του Φράιζινγκ, και ο ηγούμενος του Ούρσπεργκ, οι οποίοι ιστορούσαν τη βίαιη συμπεριφορά των παπών. Τόσα πολλά δεινά προξένησε αυτός ο πόλεμος στη Δύση μέσα από τις παπικές ραδιουργίες, ώστε ο Αντώνιος Κόκκος, στην αρχή του τέταρτου βιβλίου της ένατης Εννεάδας, να αναφέρει ότι επί των ημερών του πάπα Πασχάλη Β΄, ο Φλουέντιος, επίσκοπος της ιταλικής πόλης Φλωρεντίας, διαβεβαίωνε αναμφίβολα ότι γεννήθηκε ο Αντίχριστος.

Έχω διαβάσει επίσης ότι στην Ανατολή, με το πρόσχημα της ευσέβειας, οι πάπες επέβαλαν Λατίνους πατριάρχες στις Εκκλησίες και έπραξαν ό,τι άλλο έκριναν ωφέλιμο για αυτούς, ώστε να υποτάξουν τους Ορθοδόξους στον άνομο ζυγό του πάπα. Για τον λόγο αυτό, ο Ευγένιος Γ΄ έλεγε ότι αυτός ο πόλεμος, αν δεν χρησίμευσε σε τίποτα άλλο, ωστόσο μας είναι χρήσιμος διότι βοηθά στην εγκατάσταση Λατίνων ποιμένων στις Εκκλησίες της Ανατολής. Όμως, δεν έβλαψαν την Ανατολική Εκκλησία μόνο μέσω αυτού του ανόμου πολέμου, αλλά και την ίδια την αυτοκρατορία. Βλέποντας ο Ιννοκέντιος Γ΄ τη διχόνοια που επικρατούσε τότε στο βασίλειο της Κωνσταντινούπολης, παρακίνησε το στράτευμα, το οποίο ήταν έτοιμο για τον πόλεμο της Συρίας, να στραφεί εναντίον της Κωνσταντινούπολης, κάτι που καταγράφει και ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης.

Επίσης, όταν οι Λατίνοι κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ, εγκατέστησαν με απόφαση του πάπα έναν δικό τους πατριάρχη, τον Άρνουλφ, εκδιώκοντας από τον θρόνο τον κανονικό Πατριάρχη Συμεών. Με αυτόν τον τρόπο ανέτρεψαν και την τάξη του αποστολικού θρόνου, καθώς άλλαξαν τις επισκοπές και τις μητροπόλεις.

Ο Όθων του Φράιζινγκ, ερευνώντας τα εγκλήματα των παπών, παρουσιάζει τον Γρηγόριο Ζ΄ να λέει ότι όποιος δεν τον προσκυνά είναι ειδωλολάτρης. Αυτός ο Γρηγόριος, λοιπόν, αφόριζε τους ανώτερους άρχοντες και παρακινούσε τους κατώτερους, επιτρέποντάς τους να στραφούν εναντίον των κυρίων τους, ενώ σε όσους δεν μπορούσε να αλλάξει τη γνώμη, έδινε συγχωροχάρτια, ωσάν να επρόκειτο να μεταβούν σε έναν ιερό πόλεμο. Τα ίδια αναφέρει και ο ηγούμενος του Ούρσπεργκ, σημειώνοντας ότι, όταν ο Φρειδερίκος βρισκόταν σε πόλεμο, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ φρόντιζε να καταλάβει τα εδάφη του. Ο ηγούμενος ιστορεί στον Φρειδερίκο Α΄, στον Ερρίκο Ε΄ και στον Φίλιππο —έως το τέλος του χρονικού του— για τους αθετημένους όρκους, τις διαφωνίες, τα τεχνάσματα, τις απιστίες, τους πολέμους, τις προδοσίες και τις εξεγέρσεις των παπών, καθώς και για τις αιχμαλωσίες και τις καταστροφές που προξενούσαν στο γένος των Χριστιανών, το οποίο βρισκόταν υπό την κυριαρχία της παπικής αποστασίας.

Επιπλέον, ο πάπας θεώρησε ότι μέσω αυτού του πολέμου θα του δινόταν η εξουσία να χειροτονεί πατριάρχες και επισκόπους της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο πάπας Ευγένιος Γ΄, έχοντας κατά νου αυτό το παράδειγμα, θέλησε να διεξάγει έναν τέτοιο πόλεμο για την ίδια αιτία επί των ημερών του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, όπως μαρτυρεί ο Όθων. Έτσι, εγκαταστάθηκαν στην Αντιόχεια και την Ιερουσαλήμ Λατίνοι επίσκοποι, ενώ επεδίωκαν να εφαρμόσουν το ίδιο και στην Κωνσταντινούπολη. Εξαιτίας αυτού, ο Ιννοκέντιος Γ΄ παρακίνησε τον πόλεμο κατά της Κωνσταντινούπολης, την οποία οι Λατίνοι κατέλαβαν το έτος 1204, σύμφωνα με τον Χωνιάτη. Τότε, ολόκληρος ο κόσμος γέμισε από χριστιανικό αίμα, καταστροφή συγγραμμάτων, αφορισμούς επισκόπων και δεινά ιερέων. Πραγματοποιούνταν διώξεις μοναχών, καταστροφές μοναστηριών, λεηλασίες ιερών αντικειμένων και μείωση του αριθμού των ευσεβών, ενώ αυξάνονταν και προόδευαν οι παγανιστές. Όλα αυτά συνέβησαν για έναν και μόνο λόγο: επειδή οι Ορθόδοξοι δεν έδειξαν υπακοή στον αποστάτη πάπα, όπως αναφέρει ο Δοσίθεος στο όγδοο βιβλίο του. Η λατινική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η οποία διήρκεσε σχεδόν 60 χρόνια, υπήρξε η κύρια αιτία της εξασθένησης και προετοίμασε το έδαφος για την τελική πτώση της πόλης.

Η προδοσία των Σταυροφόρων και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Οι δυτικοί ηγέτες ήταν έτοιμοι να πλεύσουν προς την Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουν στον Άγιο Τάφο, κατά την εποχή της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού —ο οποίος είχε στερήσει από τον Ισαάκ το βασίλειο και τα μάτια του— όταν ο γιος του Ισαάκ, Αλέξιος, υποσχέθηκε ότι θα γίνει παπικός. Τότε, όχι μόνο από τον Φίλιππο της Αλαμανίας, αλλά και από τον ίδιο τον πάπα εκείνης της εποχής, τον Ιννοκέντιο Γ΄, φέρνει επιστολές προς τους άρχοντες που βρίσκονταν στη Βενετία με σκοπό να πλεύσουν προς την Ιερουσαλήμ, μέσω των οποίων τους προτρέπει να επιτεθούν στην Κωνσταντινούπολη.

Είναι γνωστό ότι οι Λατίνοι εγκατέστησαν στην Κωνσταντινούπολη τον ψευδοπατριάρχη Θωμά Βενετικό. Ο πάπας απέστειλε επίσης έναν έξαρχο, ονομαζόμενο Πελάγιο, ο οποίος φορούσε περίεργα κόκκινα ενδύματα και ανάγκαζε τους πολίτες να υποταχθούν στον πάπα. Απαγχόνιζε μοναχούς, φυλάκιζε ιερείς και έκλεινε τις άγιες εκκλησίες, προκειμένου να τους αναγκάσει να ομολογήσουν τον παπισμό. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, ενώ οι κάτοικοι της πόλης ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν, ο Ερρίκος, ο τότε Λατίνος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, εμπόδισε τη σκληρότητα του εξάρχου και άνοιξε τις εκκλησίες. Παρά ταύτα, μοναχοί, κληρικοί και αξιωματούχοι έφυγαν εξαιτίας αυτών των γεγονότων προς τον Λάσκαρη στη Νίκαια. Όμως, καθ' όλη τη διάρκεια που εξουσίαζαν την Κωνσταντινούπολη, την Αντιόχεια και την Ιερουσαλήμ, χειροτονούσαν βίαια δικούς τους ανθρώπους, αν και οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες τους εμπόδιζαν, όπως σημείωσε και ο Θεόδωρος Βαλσαμών, τον οποίο οι Λατίνοι δεν άφηναν να μεταβεί στον θρόνο του στην Αντιόχεια.

Η Σύνοδος του Λατερανού το 1215

Είναι επίσης γνωστό ότι το έτος 1215, υπό τον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, συνήλθε η Σύνοδος του Λατερανού. Αυτή η σύνοδος φαινομενικά φρόντιζε να ενισχύσει τα αρχαία έθιμα της Εκκλησίας, αλλά στην πραγματικότητα νομοθέτησε ρητά ότι οι Πατριάρχες, όταν θα λάμβαναν το «πάλλιον» —δηλαδή τη σφραγίδα του αρχιερατικού αξιώματος— από τον Πάπα της Ρώμης, έπρεπε να του δώσουν όρκο πίστης και υποταγής. Μόνο τότε θα τους επιτρεπόταν να απονέμουν το πάλλιον στους υφισταμένους τους, λαμβάνοντας από αυτούς την υπόσχεση υπακοής προς τη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Θεσπίστηκε επίσης ότι ενώπιόν τους έπρεπε να προπορεύεται παντού η σημαία με τον Σταυρό του Κυρίου, εκτός από τη Ρώμη και τα μέρη όπου ήταν παρών ο πάπας ή ο τοποτηρητής του. Σε όλες τις επαρχίες που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία τους, όταν υπήρχε ανάγκη, η έφεση έπρεπε να κατευθύνεται προς αυτούς, εκτός από τις εκκλήσεις που ανήκαν αποκλειστικά στον αποστολικό θρόνο της Ρώμης. Διότι, σύμφωνα με αυτούς, μόνο σε αυτόν τον θρόνο όλοι οι Χριστιανοί όφειλαν να παρουσιάζουν με ταπεινότητα τα ζητήματά τους.

Η λεηλασία των νησιών και ο άγριος διωγμός στην Κύπρο

Από την εποχή της βασιλείας του Μανουήλ Πορφυρογέννητου έως τη βασιλεία του Ιωάννη Βατάτζη, οι Λατίνοι λεηλατούσαν με μανία τα νησιά και τις πόλεις. Από όσα εδάφη μπορούσαν να κατακτήσουν, εξεδίωκαν τους Ορθοδόξους αρχιερείς και στη θέση τους τοποθετούσαν καρδιναλίους της ίδιας με αυτούς γνώμης, όπως συνέβη στην Κωνσταντινούπολη, στην Κύπρο, στην Κρήτη, στη μεγάλη Αντιόχεια και στις υπόλοιπες χώρες που εξουσίαζαν.

Όμως, και τον υπόλοιπο λαό, τους ιερείς και τους μοναχούς, τους ανάγκαζαν τυραννικά να έχουν την ίδια σκέψη με αυτούς, να βρίσκονται σε κοινωνία μαζί τους και να μνημονεύουν τον πάπα. Όσους δεν συμμορφώνονταν με τα δόγματά τους, τους αντιμετώπιζαν με μεγάλη σκληρότητα. Εκείνους που τους έλεγχαν ως αιρετικούς και απέρριπταν εντελώς την κοινωνία μαζί τους, τους βασάνιζαν φανερά, προσφέροντας έτσι μαρτυρία ανάλογη με εκείνη των αρχαίων διωκτών του Χριστιανισμού.

Την αλήθεια αυτή μαρτυρούν οι Άγιοι Μοναχοί που μαρτύρησαν στην Κύπρο. Ορισμένους από αυτούς, επειδή αρνήθηκαν να έχουν κοινωνία με τους Λατίνους, τους κράτησαν φυλακισμένους για τρία χρόνια. Αφού τους βασάνισαν με κάθε τρόπο και δεν τους έπεισαν να προδώσουν την πίστη τους, από τη μανία τους, κάποιους τους έδεσαν στις ουρές των αλόγων, τους έσυραν σε δύσβατα μέρη και τους σκότωσαν, ενώ άλλους, τους πιο εξέχοντες, τους έκαψαν ζωντανούς ανάβοντας μια μεγάλη φωτιά. Ο ηγούμενός τους, ονομαζόμενος Αββάς Ιωάννης, φαινόταν για πολλή ώρα σε όλους να στέκεται μέσα στο μέσο της φλόγας και να προσεύχεται. Τότε, ένας από τους έφιππους Λατίνους εξοργίστηκε, έριξε εναντίον του ένα ρόπαλο και, αφού τον χτύπησε, τον πέταξε βαθύτερα στη φλόγα, όπου ο Όσιος παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό.

Όταν η φωτιά έσβησε, οι παπολάτρες διώκτες του Χριστού, επειδή βρήκαν τα λείψανα των μαρτύρων άθικτα, συγκέντρωσαν οστά από κάθε είδους ακάθαρτα ζώα, τα έθεσαν πάνω από τα λείψανα των αγίων και άναψαν δεύτερη φωτιά, αφήνοντάς την να καίει μέχρι να γίνουν όλα στάχτη. Ο πάπας, όταν ελέγχθηκε για αυτές τις πράξεις, απέστειλε απεσταλμένους στον τότε Πατριάρχη Γερμανό, ο οποίος κατοικούσε στη Νίκαια. Όταν αυτοί κατηγορήθηκαν για τα δεινά που υπέστησαν οι Ορθόδοξοι σε όλα τα μέρη από τους Λατίνους, και ιδιαίτερα για τους βασανισθέντες στην Κύπρο, απάντησαν ψευδώς ότι ο πάπας και οι αξιωματούχοι του λυπούνταν για αυτά.

Γνωρίζουμε επιπλέον ότι ο βασιλιάς και ο πατριάρχης απέστειλαν επιστολές γεμάτες αγάπη και ταπεινότητα προς τον πάπα Γρηγόριο Θ΄ το έτος 1227, τονίζοντας ότι οι Λατίνοι είναι σχισματικοί και ένοχοι για το ανάθεμα του Αποστόλου Παύλου προς τους Γαλάτες. Ανέφεραν επίσης ότι στην Κύπρο ανάγκαζαν τόσο πολύ τους Ορθοδόξους να υπακούσουν στον πάπα, ώστε πολλοί προτίμησαν να μαρτυρήσουν παρά να προδώσουν την Ορθοδοξία. Ο πάπας Γρηγόριος απάντησε με επιστολή και έστειλε αντιπροσώπους για συζήτηση. Όταν αυτοί έφτασαν στη Νίκαια, συγκλήθηκε μια μεγάλη Σύνοδος στο λεγόμενο Νυμφαίο, όμως δεν προέκυψε καμία ειρήνη. Το μόνο αποτέλεσμα αυτής της Συνόδου ήταν ότι οι Λατίνοι αποδείχθηκαν και πάλι αιρετικοί, όπως καταγράφεται στα συνοδικά βιβλία από τον Δοσίθεο.

Η Σύνοδος της Λυών (1274) και η αντίσταση της Εκκλησίας

Η Σύνοδος της Λυών, η οποία συγκλήθηκε από τον πάπα Γρηγόριο Ι΄ το έτος 1274, νομοθέτησε το δικαίωμα της έκκλησης (του εκκλήτου) προς τον πάπα. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έλεγε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους για την τεχνητή ένωση: «Άνθρωποι», τους έλεγε, «τα δόγματα της πίστης μας θα παραμείνουν απαραβίαστα. Μόνο τρία πράγματα παραχωρούμε στον πάπα: το πρωτείο, το έκκλητο και τη μνημόνευση. Αυτά θα αποτελέσουν το λύτρο για να μην χυθεί το αίμα πολλών Ελλήνων που κινδυνεύουν».

Παρά τα λόγια του Μιχαήλ, η Εκκλησία και το πλήρωμά της δεν πείθονταν. Για τον λόγο αυτό, οι Πατριάρχες Αρσένιος, Ιωσήφ και Γρηγόριος εναντιώθηκαν. Ο ένας άφησε τον θρόνο του και έφυγε, ο άλλος καταδιώχθηκε, ενώ εκλεκτοί αρχιερείς, κληρικοί και αξιωματούχοι μαστιγώθηκαν, είδαν τις περιουσίες τους να δημεύονται και φυλακίστηκαν. Υπέφεραν από τον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο και από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο όσα ακριβώς είχαν υποστεί οι αρχαίοι μάρτυρες από τον Νέρωνα, τον Δέκιο, τον Διοκλητιανό και τον Μαξιμιανό.

Ο άγριος διωγμός των λατινοφρόνων κατά των Αγιορειτών Πατέρων (1275)

Είναι επίσης γνωστό ότι τα βασανιστήρια, οι μαστιγώσεις, οι τιμωρίες και οι επώδυνοι θάνατοι που οι λατινόφρονες προκάλεσαν στους Πατέρες του Αγίου Όρους, δεν διαπράχθηκαν από κανέναν άλλον παγανιστή διώκτη. Όλα αυτά τα εγκλήματα τα διέπραξαν οι λατινόφρονες, επί των ημερών του Μιχαήλ και του Βέκκου, στο Άγιον Όρος το έτος 1275.

Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας (όχι ο Μέγας, αλλά άλλος με το ίδιο όνομα), ο οποίος ήταν πατριάρχης όταν ξέσπασαν οι αντιδράσεις εναντίον του λατινόφρονος Βέκκου, θέλησε να αποχωρήσει για να ζήσει στην απομόνωση. Περνώντας από τον Εύριπο, φιλοξενήθηκε από Ορθοδόξους λαϊκούς. Όταν όμως τον συνέλαβαν οι Λατίνοι, τον φυλάκισαν και του ζητούσαν να ασπαστεί τον παπισμό και ιδιαίτερα τη διδασκαλία τους για τα άζυμα. Ο πατριάρχης τους απαντούσε ότι δεν είχε καμία ανάγκη να δεχθεί τον παπισμό. Του έθεσαν τότε το δίλημμα ή να ομολογήσει ή να τον κάψουν ζωντανό, ως κάποιον που αμαρτάνει ενάντια στη θεϊκή Εκκλησία. Συγκέντρωσαν μάλιστα και πλήθος λαού, αναγκάζοντάς τον να υποταχθεί, αλλά εκείνος δήλωνε ότι εκείνη η σύναξη δεν αποτελούσε κανονική και νόμιμη σύνοδο. Ενώ προσπαθούσαν να τον κάψουν, κάποιοι έμποροι, φοβούμενοι μήπως οι συγγενείς του Αθανασίου από την Αλεξάνδρεια τους προξενήσουν προβλήματα εξαιτίας του θανάτου του, τον γλίτωσαν από την καταδίκη. Όταν κατέφυγε στη Θήβα, τον συνέλαβε ο τοπικός ηγεμόνας ζητώντας του δύο χιλιάδες νομίσματα. Επειδή όμως ο ηγεμόνας ασθένησε και θεραπεύτηκε μέσω του πατριάρχη με τη θεϊκή δύναμη, τον άφησε ελεύθερο και εκείνος διέφυγε.

Ο Πατριάρχης Λάζαρος των Ιεροσολύμων

Ο Πατριάρχης Λάζαρος των Ιεροσολύμων, καταδιωκόμενος από τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Ιωάννη Καλέκα, αφού μετέβη στον Γαλατά για να αναχωρήσει από εκεί, αναζητούνταν από κάθε είδους Λατίνους της περιοχής. Οι πιο τολμηροί από αυτούς τον προέτρεπαν να δεχθεί τον παπισμό, υποσχόμενοι ότι τότε θα τον τιμούσαν και θα τον βοηθούσαν πλουσιοπάροχα μέσω του πάπα. Αν δεν το έπραττε, θα τον παρέδιδαν σε εκείνους που τον αναζητούσαν. Ο Λάζαρος όμως, περιφρονώντας τις ανόητες προτάσεις τους, παραδόθηκε δεμένος στους Λατίνους που τον κατεδίωκαν. Ο Ιωάννης, επειδή σεβάστηκε την ακλόνητη στάση του απέναντι στους Λατίνους, τον υποδέχθηκε με ευλάβεια και πολλή αγάπη, αποκαλώντας τον Ομολογητή και αφήνοντάς τον σε ειρήνη. Διότι ο Ιωάννης είχε πέσει μόνο στην αίρεση του Βαρλαάμ, ενώ σε όλα τα άλλα ήταν απολύτως ομόδοξος με την Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με τον Δοσίθεο.

Η προδοσία εις βάρος του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου

Είναι γνωστό ότι, όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος αποβιβάστηκε δύο φορές στην Ιταλία και παρακάλεσε θερμά για βοήθεια, του δόθηκαν υποσχέσεις τόσο από τον πάπα (τον Ουρβανό ΣΤ΄) όσο και από τους άλλους ηγεμόνες. Στο τέλος όμως δεν του παρείχαν καμία βοήθεια, με το πρόσχημα ότι ο αυτοκράτορας δεν καταδέχθηκε να ασπαστεί το υπόδημα του δεξιού ποδιού του επισκόπου, το οποίο ήταν διακοσμημένο με τη μορφή του Χριστού.

Για τον λόγο αυτό, ο πάπας, βρίσκοντας πρόφαση, έγραψε σε όλους τους Ιταλούς: «Όποιος βοηθήσει τον αυτοκράτορα των Ελλήνων, ο οποίος δεν καταδέχθηκε να ασπαστεί τη μορφή του Χριστού, θα είναι ασυγχώρητος». Όταν ο αυτοκράτορας, ο οποίος έτρεφε μεγάλες ελπίδες, άκουσε αυτά τα λόγια, αποχώρησε και κατέφυγε στη Βενετία, χωρίς να επιτύχει τίποτα από όσα είχε ζητήσει.

Η σκευωρία της ψευδούς «Ανατολικής Ομολογίας» του Κυρίλλου Λουκάρεως

Έχω διαβάσει επίσης ότι, μετά την εμφάνιση του Καλβινισμού, οι Ιησουίτες, βρίσκοντας αφορμή από ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε με το όνομα του Κυρίλλου Λουκάρεως το έτος 1629 υπό τον τίτλο «Ανατολική Ομολογία της Χριστιανικής Πίστης», προσπάθησαν να τον εξοντώσουν. Στην πραγματικότητα, το κείμενο αυτό ήταν κατασκευασμένο από τους Ιησουίτες με σκοπό να τον δυσφημήσουν στους υπόλοιπους Ορθοδόξους και να του δημιουργήσουν προβλήματα, επειδή εκείνος ήλεγχε τις λανθασμένες διδασκαλίες των Ρωμαιοκαθολικών. Αυτή η ομολογία, έχοντας καλβινιστικό περιεχόμενο, προκάλεσε τεράστια αναταραχή και ανείπωτη ταραχή σε ολόκληρη την Εκκλησία.

Ο Κύριλλος την αποκήρυξε με όρκο. Η Σύνοδος των Ιεροσολύμων το 1672 διαβεβαιώνει ότι ο Λούκαρης ούτε σε σύνοδο, ούτε σε εκκλησία, ούτε ιδιωτικώς δίδαξε ποτέ κάτι από όσα οι αντίπαλοί του ισχυρίζονταν. Τους Ορθοδόξους Ρώσους που κατοικούσαν στη Λιθουανία, την Ουκρανία και την Πολωνία τους βασάνιζαν τυραννικά για να τους οδηγήσουν στον παπισμό, επικαλούμενοι ως δήθεν βάσιμη αιτία τον καλβινισμό του Πατριάρχη και επιδεικνύοντάς τους το εν λόγω βιβλίο.

Για τον λόγο αυτό, ο Μητροπολίτης Κιέβου, Πέτρος Μογίλας (1639), συνέταξε την «Ορθόδοξη Ομολογία» για να προστατεύσει το ποίμνιό του από τη ρωμαιοκαθολική προπαγάνδα, η οποία ήδη από τον 16ο αιώνα είχε παρασύρει εκατομμύρια Ορθοδόξους στην Ουνία. Ο ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας, Βασίλειος, συγκάλεσε τη Σύνοδο του Ιασίου το έτος 1642, στην οποία τα καλβινιστικά κεφάλαια αναθεματίστηκαν, ενώ ο Κύριλλος Λούκαρης, καθώς αποδείχθηκε ότι ποτέ δεν είχε διδάξει προφορικώς ή γραπτώς κάτι αιρετικό, δεν αναθεματίστηκε.

Συμπεράσματα

Αυτές, λοιπόν, εν συντομία και μέσα από παραδείγματα, υπήρξαν οι πολιορκητικές μηχανές τις οποίες χρησιμοποίησαν οι πάπες εναντίον της Ανατολικής Εκκλησίας, προσπαθώντας με όλες τους τις δυνάμεις να την υπονομεύσουν και να την γκρεμίσουν. Αυτό το έργο τους δεν το σταμάτησαν ποτέ, ούτε και πρόκειται να το σταματήσουν μέχρι το τέλος των αιώνων. Δυστυχώς, οι λατινόφρονες πληθαίνουν και στις ημέρες μας, τόσο στα πατριαρχεία όσο και στις αρχιεπισκοπές.

Πηγές & Αναφορές:

  • Κεντρική Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο «Η πορεία του κόσμου χωρίς τον Θεάνθρωπο – Η αποστασία των εσχάτων», Σειρά Αντιαιρετικά-Εσχατολογικά – Τόμος 4, Εκδόσεις «Ο Ποιμενικός Αυλός», Άγιον Όρος.
  • Αναδημοσίευση & Ρουμανική Μετάφραση: Ψηφιακό ορθόδοξο περιοδικό Apărătorul Ortodox (aparatul.md), Οκτώβριος 2026

Μετάφραση Ορθή Πίστη



Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2026

 

Άγιος Απόστολος Αριστόβουλος, ο Φωτιστής και πρώτος Επίσκοπος της Βρετανίας

ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού 

     Ένας από τους επιφανείς αποστόλους της ευρύτερης ομάδος, των Εβδομήκοντα, είναι ο άγιος απόστολος Αριστόβουλος.

     Πατρίδα του ήταν η Κύπρος, είχε ιουδαϊκή καταγωγή, αναφέρεται ως αδελφός του αγίου αποστόλου Βαρνάβα και ήταν ένας από τους πάμπολλους Ιουδαίους ελληνιστές, οι οποίοι είχαν ενστερνιστεί τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό τρόπο ζωής. Άλλωστε αυτό μαρτυρεί και το ελληνικό όνομά του Αριστόβουλος, που σημαίνει αυτός που συμβουλεύει τα χρήσιμα. Αυτός που συμβουλεύει τα άριστα.

      Γεννήθηκε στις αρχές του 1ου μ. Χ. αιώνα και έλαβε σοβαρή ελληνική παιδεία.    Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε περισσότερα για την πρότερη ζωή του.

      Άνηκε στη χορεία των 70 Αποστόλων. Να επισημάνουμε εδώ πως εκτός από τους δώδεκα Αποστόλους, οι οποίοι επί τρία ολόκληρα χρόνια ακολουθούσαν τον Κύριο στις περιοδείες του στις πόλεις και τα χωριά της Παλαιστίνης, υπήρξαν αυτήκοοι του σωτηρίου κηρύγματος Του και αυτόπτες μάρτυρες του έργου και των θαυμάτων Του, στα ιερά Ευαγγέλια γίνεται λόγος και για εβδομήκοντα άλλους Αποστόλους. Τους επέλεξε από τους πολυπληθείς ακροατές Του. 

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει: «Μετά δε ταύτα ανέδειξεν ο Κύριος καί ετέρους εβδομήκοντα καί απέστειλεν αυτούς ανά δύο προ προσώπου αυτού εις πάσαν πόλιν καί τόπον ου ήμελλεν αυτός έρχεσθαι. Έλεγεν ούν προς αυτούς· ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι. Δεήθητε ούν τού κυρίου τού θερισμού, όπως εκβάλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού. Υπάγετε· ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως άρνας εν μέσω λύκων. Μη βαστάζετε βαλλάντιον, μη πήραν, μηδέ υποδήματα, καί μηδένα κατά την οδόν ασπάσησθε· εις ην δ’ αν οικίαν εισέρχησθε, πρώτον λέγετε· ειρήνη τω οίκω τούτω καί εάν η εκεί υιός ειρήνης, επαναπαύετε επ’ αυτόν η ειρήνη υμών· ει δε μήγε, εφ’ υμάς ανακάμψει… καί θεραπεύετε τούς εν αυτή ασθενείς, καί λέγετε αυτοίς· ήγγικεν εφ’ υμάς η βασιλεία τού Θεού» (Λουκ.10,1-10). Αναφέρει ο ιερός Ευαγγελιστής επίσης ότι έστελνε αυτούς δύο μαζί να προπορευθούν από Αυτόν σε κάθε πόλη και τόπο, όπου επρόκειτο να πάει, να προπαρασκευάσουν τρόπον τινά το έδαφος, να προετοιμάσουν τις καρδιές να υποδεχθούν και να ακούσουν τον Κύριο.

      Ο Αριστόβουλος λοιπόν ήταν ένας από αυτούς. Γνωρίστηκε με τον απόστολο Παύλο και τον ακολούθησε σε κάποιες από τις περιοδείες του. Δοκίμασε πολλές δοκιμασίες, περιπέτειες, κόπους και πίκρες κοντά του. Τις περιγράφει ο Παύλος στην Α΄ Κορινθίους επιστολή του: «δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α΄Κορ.4,9-15).

      Ο θερμός και ζηλωτής ακόλουθός του Αριστόβουλος τα υπέμεινε όλα αυτά με καρτερία και υπομονή, κάτι που εκτίμησε ιδιαζόντως ο Παύλος. Παράλληλα εκτίμησε τα διδακτικά και διοικητικά του χαρίσματα, αλλά και τον γνήσιο ζήλο του, συμπεριλαμβάνοντάς τον, στην προς Ρωμαίους επιστολή του, μεταξύ των οικείων του, προς τους οποίους αποστέλλει τους ασπασμούς του. Γι’ αυτό τον προόρισε για

μεγάλη αποστολή. Τον έστειλε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην εσχατιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, στις Βρετανικές Νήσους «της νυν Εγκλιτέρας, Σκωτίας και Ιβερνίας». Πριν τον αποστείλει τον χειροτόνησε Επίσκοπο.    

      Ο Αριστόβουλος ανάλαβε τεράστιο φορτίο και δυσχερέστατο έργο να φέρει εις πέρας. Οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης βρισκόταν τότε σε ημιάγρια κατάσταση. Ήταν άξεστοι φανατικοί ειδωλολάτρες, ακόλουθοι της παγανιστικής θρησκείας των Κελτών, όπου λάμβαναν χώρα φρικτές ανθρωποθυσίες. Οι κίνδυνοι από τις επιθέσεις των φανατικών ειδωλολατρών και κύρια των ιερέων ήταν μεγάλοι.  Όμως με εφόδια την βαθειά και φλογερή πίστη του στο Θεό και τον ένθερμο ζήλο του να γνωρίσουν οι άνθρωποι αυτοί το κήρυγμα του Χριστού, να απελευθερωθούν από τα δαιμονικά δεσμά και την φρίκη της ειδωλολατρίας και βέβαια με τη χάρη του Θεού, κατόρθωσε να μεταστρέψει πολλούς Βρετανούς και να ιδρύσει την Εκκλησία της Βρετανίας και να την καταστήσει ως μια από τις ακμάζουσες αρχαίες Εκκλησίες.

     Κήρυττε ατέλειωτες ώρες το ευαγγέλιο της σωτηρίας, ιερουργούσε, αγιάζοντας τους Βρετανούς και αναλίσκονταν στην φιλανθρωπία.

     Κοιμήθηκε ειρηνικά σε μεγάλη ηλικία, παραδίνοντας την ψυχή του στον Κύριο, που τόσο αγάπησε και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην υπηρεσία Του.

      Η μνήμη του τιμάται στις 31 Οκτωβρίου και στις 15 Μαρτίου.

      Η Αγία μας Εκκλησία αποκαλείται «Αποστολική», διότι είναι θεμελιωμένη στους Αγίους Αποστόλους, στους τιτάνιους αγώνες τους και εν πολλοίς στο τίμιο αίμα τους, το οποίο έχυσαν για το Χριστό και την Εκκλησία Του. Αυτοί, με μόνα εφόδια την Θεία Χάρη και τον ζήλο τους, εν μέσω απερίγραπτων δυσκολιών και κινδύνων, στάλθηκαν στα πέρατα της οικουμένης να αναγγείλουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, της δικαιοσύνης, της αγάπης και της συναδελφώσεως των ανθρώπων. Στάλθηκαν από τον Κύριο να είναι οι πρωτεργάτες του της δημιουργίας «καινού κόσμου», της «καινής κτίσεως» (Β΄Κορ.5,17) και το κατόρθωσαν! Αυτοί είναι οι αληθινοί φωτιστές της ανθρωπότητας! Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος απόστολος Αριστόβουλος! Ας έχουμε τις πρεσβείες του στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού!  



Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2026

 

Αγίου Φιλοθέου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως - Η θεολογία της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και η ανασκευή του filioque με αφορμή την Ευαγγελική περικοπή του Αγίου Δημητρίου

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

Δείτε και το Α΄ και Β΄μέρος -Ομιλία στον Μεγαλομάρτυρα του Χριστού, Θαυματουργό και Μυροβλύτη Δημήτριο (Ἁγίου Φιλοθέου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

Μέρος Γ΄:

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ FILIOQUE ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ [Ιω. 15,15-27]

  [[ ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Στο συγκεκριμένο μέρος του εγκωμίου προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με αφορμή την ευαγγελική περικοπή της εορτής (Ιω. 15,15–27), αναφέρεται στις δογματικές πλάνες και τις αιρετικές διδασκαλίες των Ρωμαιοκαθολικών, επικεντρώνοντας την κριτική του στο filioque («και εκ του Υιού»). Επικαλούμενος αγιογραφικές και πατερικές μαρτυρίες, υπερασπίζεται την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποκλειστικά από τον Πατέρα.

    Η αντιρρητική αυτή αναφορά αποτελεί το μοναδικό στοιχείο για την πιθανή χρονολόγηση του εγκωμίου στα έτη 1367–1372, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του αγίου Φιλοθέου, και, ειδικότερα, την εποχή κατά την οποία ο άγιος Φιλόθεος ασκούσε έντονη κριτική στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με αφορμή τις συζητήσεις που διεξάγονταν για την ένωση των δύο Εκκλησιών. Αξιοσημείωτο είναι ότι το συγκεκριμένο τμήμα απουσιάζει από έναν από τους δύο σωζόμενους χειρόγραφους κώδικες, ενδεχομένως λόγω σκόπιμης αφαίρεσης.

    ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Η παρούσα κατάτμηση της ενιαίας ομιλίας είναι συμβατική και εξυπηρετεί αποκλειστικά τη θεματική οργάνωση και τη διευκόλυνση της μελέτης]].

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

    [4]. Εσύ, όμως, τι έχεις να πεις, Πάπα της Ρώμης, νεόκοπε θεολόγε του Αγίου Πνεύματος, που τολμάς να παρουσιάζεις ως αληθινή μια καινούρια και ξένη προς την πατερική παράδοση διδασκαλία; Εσύ που κομπάζεις και μεγαλαυχείς για την Πρεσβύτερη Ρώμη [[«Πρεσβύτερη Ρώμη: Η παλαιά Ρώμη, σε αντιδιαστολή προς την Κωνσταντινούπολη (Νέα Ρώμη). Ο άγιος Φιλόθεος επικρίνει εδώ την επίκληση του ιστορικού κύρους της Ρώμης ως θεμελίου των παπικών αξιώσεων για καθολική εκκλησιαστική εξουσία]], για τα εκκλησιαστικά πρωτεία και τους επισκοπικούς θρόνους, και επικαλείσαι παντού απέναντί μας, με την συνηθισμένη χαρακτηριστική σου υπεροψία, την αξίωσή σου για απόλυτη εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία, διεκδικώντας για τη Ρώμη το πρωτείο και την εξουσία πάνω σε κάθε Εκκλησία, ενώ συγχρόνως εισάγεις επαίσχυντους νεωτερισμούς στην πίστη και κατασπιλώνεις τη θεολογία του Αγίου Πνεύματος με τη διδασκαλία περί εκπορεύσεώς Του και από τον Υιό; Με παρόμοιο τρόπο είχε απευθυνθεί παλαιότερα κάποιος από τους δικούς μας σοφούς σε εκείνους που βλασφημούσαν τον Υιό.

     Από πού και από ποιον διδάχθηκες αυτήν την καινούργια και πρωτόφαντη θεολογία, αυτή την πρωτάκουστη διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα, ω «άριστε»; Ποιον άλλον Θεό και θεολόγο, ποιον άλλον καθοδηγητή και δάσκαλο βρήκες στη γη μετά τον Χριστό, ώστε να στηρίζεις σε αυτόν τη νέα σου διδασκαλία; Δεν είναι ο Χριστός ο ένας και μοναδικός Διδάσκαλος όλων μας, όπως ο Ίδιος διακήρυξε; [Ματθ. 23,8–10 : «Ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· εἷς γάρ ἐστιν ὑμῶν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε. καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατὴρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός(:Εσείς όμως μη δεχθείτε να σας ονομάσουν οι άνθρωποι ραββί, δηλαδή διδάσκαλε. Διότι ένας είναι ο διδάσκαλός σας, ο Χριστός˙ όλοι εσείς είστε αδελφοί. Και κανέναν επάνω στη γη να μην τον ονομάσετε πατέρα σας με κύρος και εξουσία απεριόριστη και απόλυτη· διότι ένας είναι ο Πατέρας σας, Εκείνος που είναι στους ουρανούς. Ούτε να ονομαστείτε εσείς καθηγητές, διότι ένας είναι ο καθηγητής σας, που με τη διδασκαλία του σας οδηγεί στη σωτηρία, ο Χριστός)»]. Αυτός είναι συγχρόνως Θεός και εκείνος που μας αποκαλύπτει τη θεότητά Του: Θεός από τη φύση Του και διδάσκαλός μας από συγκατάβαση προς εμάς.

    Γιατί ο ίδιος ο Χριστός, όπως ακούς —αν βέβαια είσαι πρόθυμος να ακούσεις έστω και τώρα τα λόγια Του—, λέει: «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται (:το Πνεύμα της αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα)», ορίζοντας ρητά τον Πατέρα ως Εκείνον από τον Οποίο εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα» [Ιω. 15,26 : «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ(:Όταν, δηλαδή, έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για Εμένα)»].

      Εσύ, όμως, πώς τολμάς να προσθέτεις το «και από τον Υιό», στη διδασκαλία για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, κάτι που ασφαλώς δεν άκουσες ποτέ από τον ίδιο τον Χριστό; Πώς παρουσιάζεις τον Υιό ως συναίτιο της θεότητας μαζί με τον Πατέρα, ο Οποίος είναι η μοναδική πηγή της υπερούσιας θεότητας, και αποδίδεις και στους δύο την αιτία και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος; Έτσι επιχειρείς, όπως εσύ θα ισχυριζόσουν, να συμπληρώσεις με θρασύ και αυθάδη λόγο την υποτιθέμενη έλλειψη της θεολογικής διδασκαλίας του Χριστού, σαν να μην είχε διδάξει κάτι επειδή το αγνοούσε.

     Αλλά συγχώρησέ μας, Χριστέ, Εσύ που είσαι η ενυπόστατη Σοφία του Πατέρα, ο προαιώνιος Λόγος και ισότιμος με Εκείνον που Σε γέννησε, και ας μείνει μακριά από εμάς κάθε βλάσφημη σκέψη που θα απέδιδε σε Εσένα άγνοια ή σκόπιμη απόκρυψη της αλήθειας! Γιατί θα ήταν εξίσου βλάσφημο να ισχυριστεί κανείς ότι αποσιωπούσες με τη θέλησή Σου όσα επιθυμούσες τόσο πολύ να γνωρίζουν οι δικοί Σου, ώστε να τα διδάξουν και σε εμάς, τις επόμενες γενιές, σύμφωνα με τις δικές Σου θείες ρήσεις, μεταδίδοντάς μας όσα και οι ίδιοι είχαν διδαχθεί. Γιατί λέει ο Χριστός στους αποστόλους Του: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν (:Πηγαίνετε σε ολόκληρο τον κόσμο και κάντε μαθητές μου όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάσκοντάς τους να τηρούν και να εφαρμόζουν στη ζωή τους όλα τα παραγγέλματα που σας έδωσα ως εντολές, χωρίς να παραλείπετε τίποτε από τη διδασκαλία μου)”» [Ματθ. 28,19–20 ].

     Γι’ αυτό οι απόστολοι και οι ευαγγελιστές, καθώς και οι ιερές χορείες των διδασκάλων και των Πατέρων, αντλώντας όλοι διαδοχικά από την ίδια πηγή, δηλαδή από τη διδασκαλία του Χριστού, το ζωογόνο νερό της θεολογίας, ποτίζουν με αυτό την παγκόσμια Εκκλησία του Χριστού, όπως ακριβώς ποτίζει κανείς μια εύφορη και πολύκαρπη γη, ώστε να αποδίδει πλούσιους πνευματικούς καρπούς. Δεν ποτίζουν μόνο την Εκκλησία της Ρώμης, όπως ισχυρίζεσαι εσύ, επικαλούμενος τα πρωτεία που διεκδικείς γι’ αυτήν, τα οποία περιορίζονται σε στενά γεωγραφικά όρια και σε ένα μικρό μέρος του κόσμου, αλλά την Εκκλησία που, με τη δύναμη Εκείνου που τη φύτεψε, δηλαδή του Χριστού, έχει εξαπλωθεί με υπερφυσικό τρόπο σε ολόκληρη τη γη, ξεπερνώντας βουνά, νησιά, θάλασσες, ποταμούς και τις πιο απομακρυσμένες περιοχές, μέχρι που έφτασε στα πέρατα του κόσμου.

    Γνωρίζω, όμως, ότι θα επαναλάβεις και πάλι τα συνηθισμένα σου επιχειρήματα, επικαλούμενος διαδοχικά και συνδέοντας μεταξύ τους ευαγγελικά, αποστολικά και πατερικά χωρία, για να στηρίξεις τη διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό. Ωστόσο, αυτά τα χωρία υποστηρίζουν περισσότερο τη δική μας θέση και την ορθή πίστη, παρά εσένα και αυτόν τον πρόσφατο νεωτερισμό. Εννοώ τα λόγια του Χριστού: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾿ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν.Ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν (:Όταν, όμως, έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της Αληθείας, θα σας οδηγήσει σε όλη  τη σωτηριώδη αλήθεια. Διότι δεν θα μιλήσει από μόνος Του και ανεξάρτητα από τα άλλα πρόσωπα της θεότητος, αλλά θα σας πει όσα θα ακούσει από τον Πατέρα˙ θα σας αναγγείλει μάλιστα και όσα πρόκειται να συμβούν μελλοντικά στην Εκκλησία μου. Εκείνος θα δοξάσει και Εμένα. Και θα με δοξάσει, διότι θα πάρει από τον δικό μου θησαυρό της γνώσεως και θα σας τον αναγγείλει. Κι έτσι θα σας μεταδώσει την ίδια αλήθεια που κι Εγώ σας δίδαξα. Και θα αποκαλύψει σε όλους τους πιστούς τη δόξα της ενανθρωπήσεώς μου και του μεγαλείου μου)» [Ιω. 16,13-14 ], «ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν (:τον Οποίο Εγώ θα σας στείλω)» [ Ιω. 15,26] και «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ ὑμᾶς(: Και ιδού Εγώ θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο)» [Λουκ. 24,49].

    Στα επιχειρήματα αυτά θα προσθέσεις την εμφύσηση και τη χάρη που δόθηκε από τον αναστημένο Χριστό στους μαθητές Του[Ιω. 20,22 : «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον (:Κι αφού το είπε αυτό, προκειμένου να τους μεταδώσει την πνοή της νέας ουράνιας ζωής εμφύσησε στα πρόσωπά τους και τους είπε: ‘’Λάβετε Πνεύμα Άγιο’’)»], καθώς και τα αποστολικά λόγια «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (:Ο άνθρωπος όμως που δεν έχει μέσα του Πνεύμα Χριστού δεν ανήκει στον Χριστό)»» [Ρωμ. 8,9] και «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν (:ο Θεός απέστειλε το Πνεύμα του Υιού Του στις καρδιές σας)» [Γαλ. 4,6].Θα επικαλεστείς, επίσης, τις διατυπώσεις «διά» και «προσεχῶς», που χρειάζονται ερμηνευτική διευκρίνιση, καθώς και όσα αναφέρουν οι θεολόγοι για το Άγιο Πνεύμα ως εικόνα του Υιού και για τη σύνδεσή Του με τον Πατέρα μέσω του Υιού, μαζί με άλλα παρόμοια χωρία.

     Διότι εμείς, οι Ορθόδοξοι, ονομάζουμε το Άγιο Πνεύμα «Πνεύμα Υιού», επειδή έχει ιδιαίτερη σχέση με Αυτόν, δεν λέμε όμως ότι εκπορεύεται από τον Υιό, ως από την αιτία της υποστατικής Του υπάρξεως. Ο Πατέρας είναι η πηγή της θεότητας, η μία και μοναδική πηγή της υπερούσιας Θεότητας. Από Αυτόν και μόνο έχει το Άγιο Πνεύμα την ύπαρξή Του. Όλα όσα έχει ο Πατέρας ανήκουν και στον Υιό, με εξαίρεση την ιδιότητα του να είναι αιτία, η οποία αποτελεί προσωπικό ιδίωμα του Πατέρα. Σε αυτά προστίθεται και η θεία αποκάλυψη που δόθηκε στον μέγα Γρηγόριο, [[τον Θαυματουργό, επίσκοπο Νεοκαισαρείας]], σύμφωνα με την οποία το Άγιο Πνεύμα έχει την ύπαρξή Του από τον Πατέρα και φανερώνεται μέσω του Υιού, δηλαδή στους ανθρώπους[Αγίου Γρηγορίου του  Θαυματουργού, Ἔκθεσις πίστεως, PG 10, 985A και Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὸν βίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, PG 46, 912D–913: «Καὶ ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον· καὶ δι’ Υἱοῦ πεφηνὸς, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις (:Και ένα Άγιο Πνεύμα, που έχει την ύπαρξή Του από τον Θεό, ως τη μοναδική πηγή της υποστατικής Του προελεύσεως, και έχει φανερωθεί στους ανθρώπους μέσω του Υιού)»]. Επικαλούμαστε επίσης και τη θεολογική διατύπωση: «Πῶς οὐκ ἔσται τὸ Πνεῦμα ὁ Θεός, ὅλην ἔχον ἐν ἑαυτῷ οὐσιωδῶς τὴν ἰδιότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, οὗ καὶ Πνεῦμά ἐστι, δι’ Υἱοῦ τῇ κτίσει χορηγούμενον; (:Πώς είναι δυνατόν να μην είναι Θεός το Πνεύμα, αφού έχει ουσιωδώς μέσα Του ολόκληρη την ιδιότητα του Πατέρα και του Υιού, του Οποίου είναι Πνεύμα, και χορηγείται στην κτίση μέσω του Υιού;)» [Αγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Θησαυρὸς περὶ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος, λόγος ΛΔ΄ (34), PG 75, 576C].

     Εσύ, λοιπόν, με αυτή την πρωτοφανή και ασυνήθιστη προσθήκη σου, δηλαδή με την προσθήκη περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό, αλλοιώνεις όλα όσα προαναφέρθηκαν. Και όχι μόνο αυτά, αλλά και όλα τα συγγράμματα των Πατέρων και των θεολόγων, καθώς και τον κατεξοχήν όρο και κανόνα της ευσέβειας, δηλαδή το μεγάλο και θεόπνευστο Σύμβολο της ορθής πίστης, μαζί με την ίδια την πρωταρχική και ύψιστη θεολογία του Χριστού.

    Δεν σέβεσαι ούτε τον απόστολο Πέτρο, τον κορυφαίο των αποστόλων και θεολόγων, μολονότι καυχιέσαι υπερβολικά για τη σχέση σου μαζί του και προσπαθείς να παρουσιάσεις ως αποκλειστικά δικό σου πνευματικό θεμέλιο αυτόν τον διδάσκαλο, που ανήκει σε ολόκληρη την Εκκλησία. Ο απόστολος Πέτρος, αφού πρώτος μετά τον Χριστό παρέλαβε τη θεολογική διδασκαλία για τον ίδιο τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, διατύπωσε και ο ίδιος, ακολουθώντας πιστά τον Διδάσκαλό του, τη διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη του Πνεύματος από τον Πατέρα, δηλαδή στην εκπόρευσή Του ως προς την υποστατική Του ύπαρξη, και στη χορήγησή Του μέσω του Υιού σε όσους μετέχουν σε Αυτό, δηλαδή στους ανθρώπους που δέχονται τη χάρη Του. Γι’ αυτό και είπε: «Τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ Θεοῦ ὑψωθείς, τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρός, ἐξέχεε τοῦτο ὃ νῦν ὑμεῖς βλέπετε καὶ ἀκούετε (:Αφού, λοιπόν, ο Ιησούς μετά την Ανάστασή του ανυψώθηκε με τη δύναμη του Θεού στον ουρανό και πήρε από τον Πατέρα Του το Άγιο Πνεύμα, που υποσχέθηκε σε μας τους αποστόλους ότι θα μας έστελνε, μας πλημμύρισε με τις δωρεές και τις υπερφυσικές αυτές ενέργειες που εσείς βλέπετε και ακούτε)» [Πράξ. 2,33].

    Με όλους αυτούς, λοιπόν, τους εσφαλμένους συλλογισμούς σου και με όσους άλλους συνδέονται με αυτούς, εσύ ο ίδιος, όπως ήδη είπα, καταλήγεις στην παραδοχή δύο αρχών και δύο αιτίων μέσα στη Θεότητα, αντί να αναγνωρίζεις τον Πατέρα ως τη μοναδική αιτία της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Με αυτόν τον τρόπο υπονομεύεις και καταλύεις, όσο εξαρτάται από εσένα, τη μεγάλη ισχύ και το κύρος της Εκκλησίας, αφού στη θέση της πίστης στον έναν και μοναδικό Θεό και στη μία αρχή και Θεότητα εισάγεις την πολυαρχία και την πολυθεΐα — κάτι που μακάρι να μην έκανες!

     Γι’ αυτό ακριβώς, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ἡμῖν εἷς Θεός, ὅτι μία θεότης, καὶ πρὸς ἓν τὰ ἐξ αὐτοῦ τὴν ἀναφορὰν ἔχει, κἂν τρία πιστεύηται (: Για εμάς Ένας είναι ο Θεός, επειδή μία είναι η Θεότητα και όσα προέρχονται από Αυτόν έχουν την αναφορά και την αναγωγή τους σε μία και μοναδική αρχή,  ακόμη κι αν πιστεύουμε σε τρία Πρόσωπα)» [Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΜΒ΄ (42), «Συντακτήριος», §15]. Ειδικότερα, εμείς γνωρίζουμε ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται αποκλειστικά από τον Πατέρα και έχουμε μάθει ότι έχει, όπως και ο Υιός, από Εκείνον αχρόνως την αιτία και την ύπαρξή Του, χωρίς δηλαδή να υπάρχει χρονική προτεραιότητα ή διαδοχή. Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται απευθείας από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς τη μεσολάβηση του Υιού, με τρόπο, όμως, διαφορετικό από εκείνον με τον οποίο ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα. Το Άγιο Πνεύμα αναπαύεται στον Υιό και παραμένει αχώριστα ενωμένο μαζί Του, όντας εκ φύσεως Πνεύμα Του, όπως ακριβώς είναι και Πνεύμα του Πατέρα, όχι ως προς την αιτία της υποστατικής Του υπάρξεως, αλλά ως προς την κοινή θεία ουσία, η οποία είναι μία και η ίδια και στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε και χορηγήθηκε στους ανθρώπους διά του Υιού, ενώ αποστέλλεται και παρέχεται επίσης από τον Υιό και τον Πατέρα, όχι ως προς την αιώνια υποστατική Του εκπόρευση, αλλά ως προς τη φανέρωση και τη χορήγησή Του στους ανθρώπους, σύμφωνα με την κοινή θεία ευδοκία και θέληση και βούληση.

    Με βάση την ίδια κοινή θεία ευδοκία και βούληση, απεστάλη και ο Υιός από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Υιός έχει την υποστατική Του ύπαρξη από το Άγιο Πνεύμα -όπως λέει ο μέγας και επιφανής θεολόγος Γρηγόριος: «Τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς ἀποστολὴν εἶναι νόμισον (:Να θεωρείς ότι στην αγαθή θέληση και συγκατάθεση, στην ευδοκία του Πατέρα συνίσταται η αποστολή του Υιού)» [[Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΛΗ΄ (38), «Εἰς τὰ Θεοφάνια, ἤτοι Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος», §15. Η ρήση απαντά στο σημείο όπου ο Γρηγόριος εξηγεί πώς ο Υιός λέγεται ότι αποστέλλεται από τον Πατέρα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατωτερότητα της θεότητάς του. Πιο συγκεκριμένα, στον Λόγο ΜΕ΄, §27, ο άγιος Γρηγόριος αναφέρει: «Ἀπεστάλη μὲν, ἀλλ᾿ ὡς ἄνθρωπος· διπλοῦς γὰρ ἦν· ἐπεὶ καὶ ἐκοπίασε, καὶ ἐπείνησε, καὶ ἐδίψησε, καὶ ἠγωνίασε, καὶ ἐδάκρυσε, νόμῳ φύσεως. Εἰ δὲ καὶ ὡς Θεὸς, τί τοῦτο; Τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς ἀποστολὴν εἶναι νόμισον, ἐφ᾿ ὃν ἀναφέρει τὰ ἑαυτοῦ, καὶ ὡς ἀρχὴν τιμῶν ἄχρονον, καὶ τοῦ μὴ δοκεῖν εἶναι ἀντίθεος (:Ο Χριστός απεστάλη, αλλά ως άνθρωπος, αφού είχε δύο φύσεις. Γι’ αυτό και κουράστηκε, πείνασε, δίψασε, αγωνιούσε και δάκρυσε, σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης. Αν, όμως, λέγεται ότι απεστάλη και ως Θεός, τι σημαίνει αυτό; Να κατανοείς ως αποστολή την ευδοκία του Πατέρα, στον Οποίο ο Υιός αναφέρει όσα Τον αφορούν, τόσο για να Τον τιμήσει ως άχρονη αρχή, όσο και για να μη δίνεται η εντύπωση ότι αντιτίθεται στον Πατέρα ως Θεός)» Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διευκρινίζει ότι η αποστολή του Υιού, όταν νοείται σε σχέση με τη θεότητά Του, δηλώνει την ευδοκία του Πατέρα και δεν συνεπάγεται κατωτερότητα ή εξάρτηση της θείας φύσεώς Του. Ο άγιος Φιλόθεος επικαλείται τη συγκεκριμένη ρήση για να διακρίνει την αποστολή του Αγίου Πνεύματος από την αιώνια υποστατική εκπόρευσή Του]].

    Το Άγιο Πνεύμα, όμως, έρχεται και από μόνο Του, με την εξουσία που Του ανήκει ως αληθινού Θεού· :«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος (:διότι, όταν έρθει ο Παράκλητος)» [Ιω. 15,26], όπως λέει ο Χριστός· πνέει όπου θέλει [ βλ. Ιω. 3,8 : «Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»], όποτε θέλει και στον βαθμό που θέλει, αφού έχει κοινή με τον Πατέρα και τον Υιό τη βούληση, τη δύναμη και την ενέργεια, καθώς και τα τρία θεία Πρόσωπα έχουν κοινή τη θεία φύση.

    Έχοντας, λοιπόν, διδαχθεί αυτές τις αλήθειες από τον Χριστό και όλους όσοι ανήκουν σε Εκείνον, και χρησιμοποιώντας τις ως κανόνα και μέτρο για τη διάκριση της ορθής διδασκαλίας από την πλάνη, αποκόπτουμε με τη μάχαιρα του Πνεύματος καθετί περιττό και στρεβλό από τη διδασκαλία της πίστης και το απομακρύνουμε από όσα είναι ορθά και αναγκαία για την πνευματική μας σωτηρία, παραμένοντας μέσα στα όρια της ανόθευτης και ορθής πίστης [Εφ. 6,17 : «Καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθε, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ (:Και δεχθείτε σαν περικεφαλαία την ελπίδα της σωτηρίας, ώστε, όπως η περικεφαλαία προστατεύει το κεφάλι του στρατιώτη, έτσι να περιφρουρούν τη διάνοιά σας οι αγαθοί και χαρούμενοι λογισμοί που εμπνέει η χριστιανική ελπίδα. Πάρτε και το μαχαίρι που δίνει το Άγιον Πνεύμα, και το οποίο είναι ο λόγος του Θεού)»]. Επομένως, όταν ακούμε ότι ο Παράκλητος έρχεται ή αποστέλλεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους μέσα στον χρόνο, δεν εννοούμε την εκπόρευσή Του ως προς την ίδια Του την ύπαρξη, αλλά τη φανέρωση και την αποστολή Του στον κόσμο. Διότι πώς θα ήταν δυνατόν να ταυτίσουμε αυτή τη χρονική αποστολή με την εκπόρευσή Του, η οποία είναι άχρονη και δεν προκαλείται από κάποιο γεγονός μέσα στον χρόνο; Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, εννοούμε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος μέσα στον χρόνο, σύμφωνα με τη θεία ευδοκία, δηλαδή με την αγαθή θέληση του Θεού, η οποία είναι κοινή στον Πατέρα και στον Υιό. Αυτή η αποστολή παραμένει κοινή, ακόμη κι αν λέγεται ότι πραγματοποιείται άλλοτε από τον Πατέρα, άλλοτε από τον Υιό, άλλοτε από τον Πατέρα και τον Υιό μαζί και άλλοτε πάλι από τον Πατέρα μέσω του Υιού, χωρίς οι διαφορετικές αυτές διατυπώσεις να δηλώνουν διαφορετική αιτία της υποστατικής υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.  Διότι ο Χριστός λέει: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας(:Όταν έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σα, το Πνεύμα της Αληθείας)»[ Ιω.15,26], αναφερόμενος στην αποστολή Του προς τους ανθρώπους.

    Επίσης, και η αποκάλυψη που δόθηκε στον άγιο Γρηγόριο τον Θαυματουργό αναφέρει επίσης ότι το Άγιο Πνεύμα έχει και Αυτό την ύπαρξή Του από τον Πατέρα και ότι μέσω του Υιού φανερώθηκε στους ανθρώπους, χωρίς η φανέρωση αυτή να ταυτίζεται με την αιώνια εκπόρευσή Του[Άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός, Ἔκθεσις πίστεως, PG 10, 985A: «Καὶ ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον· καὶ δι’ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις». Εδώ, με τη φράση «ἡ πρὸς τὸν θαυματουργὸν ἀποκάλυψις», ο άγιος Φιλόθεος αναφέρεται στην αποκάλυψη της Αγίας Τριάδας προς τον άγιο Γρηγόριο τον Θαυματουργό, επίσκοπο Νεοκαισαρείας (3ος αιώνας).Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο άγιος Γρηγόριος αξιώθηκε να δει σε όραμα την Υπεραγία Θεοτόκο και τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Ο τελευταίος, κατόπιν παρακλήσεως της Θεοτόκου, του δίδαξε το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Η διδασκαλία αυτή συνδέεται με την περίφημη «Έκθεση Πίστεως» του αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού]].

     Άλλοτε πάλι εννοούμε την κοινή χάρη των πνευματικών ενεργειών και χαρισμάτων, δηλαδή τη θεία χάρη που εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους στους ανθρώπους, και η οποία παρέχεται από τον Πατέρα μέσω του Υιού εν Αγίω Πνεύματι. Όπως λέει και ο Μέγας Αθανάσιος, «ἡ διδομένη χάρις καὶ δωρεὰ ἐν τριάδι δέδοται παρὰ πατρὸς δι’ υἱοῦ ἐν ἁγίῳ πνεύματι (:η χάρη και η δωρεά που παρέχονται δίνονται εντός της Αγίας Τριάδας, από τον Πατέρα μέσω του Υιού εν Αγίω Πνεύματι”)»[Μεγάλου Αθανασίου, Πρὸς Σεραπίωνα, Ἐπιστολὴ Α΄, κεφάλαιο 30, PG 26, 596–597], φανερώνοντας την ενότητα της θείας ενέργειας. Για αυτά ακριβώς μιλούσε και ο σοφός Παύλος, όταν έλεγε ότι «διαιρέσεις χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ πνεῦμα καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι καὶ ὁ αὐτὸς κύριος καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, ὁ δὲ αὐτὸς ἐστι θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν (: υπάρχουν βέβαια διακρίσεις διαφόρων χαρισμάτων, αλλά το Άγιο Πνεύμα που διαιρεί και διανέμει τα χαρίσματα είναι το ίδιο. Υπάρχουν και διανομές διακονιών και υπηρεσιών. Άλλη, δηλαδή, διακονία ανατίθεται στο ένα μέλος της Εκκλησίας και άλλη στο άλλο. Ενώ, όμως, διανέμονται έτσι οι διακονίες στην Εκκλησία, ο Ένας και ο Ίδιος Κύριος τις διανέμει αυτές και υπηρετείται με αυτές από όλους. Υπάρχουν και διανομές δυνάμεων, που εκδηλώνονται ως έκτακτες και υπερφυσικές ενέργειες και πράξεις. Ο ίδιος, όμως, Θεός ενεργεί όλα αυτά σε όλους εκείνους μέσα από τους οποίους ενεργούνται, όπως και σε εκείνους για την ευεργεσία των οποίων γίνονται αυτά)» [Α΄Κορ.12,4-6].

    Γι’ αυτό και ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του και πριν από την Ανάληψή Του στους ουρανούς, ενεφύσησε προς τους μαθητές Του, μεταδίδοντάς τους ένα συγκεκριμένο χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, και τους είπε: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο»[Ιω. 20,22: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»] . Δεν τους έδινε, όμως, τότε το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα με την ουσιώδη παρουσία Του, αλλά ένα από τα χαρίσματά Του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού λίγο προηγουμένως τους είχε πει: «Αν Εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έρθει»; [Ιω. 16,7:«Ἀλλ’ ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς»].

    Και μετά την εμφύσηση αυτήν τους είπε πάλι: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους (:Κι εγώ σας υπόσχομαι να σας βοηθήσω αποτελεσματικά στο έργο αυτό. Ιδού Εγώ, που από τώρα είμαι και ως άνθρωπος ο βασιλεύς του κόσμου και η κεφαλή της Εκκλησίας, θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό το Πνεύμα προανήγγειλαν οι προφήτες ότι θα δοθεί σε κάθε άνθρωπο. Εσείς λοιπόν καθίστε στην πόλη Ιερουσαλήμ και μην απομακρυνθείτε απ’ αυτήν, μέχρι να φορέσετε ως πνευματικό ένδυμα τη δύναμη και την ενίσχυση που θα σας έλθει από τον ουρανό με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος)»[Λουκά 24,49]. Επομένως, ο Χριστός δεν τους έδινε τότε, όπως ήδη ανέφερα, την ουσιώδη και ενυπόστατη παρουσία του Αγίου Πνεύματος, η οποία διακρίνεται από την παροχή των χαρισμάτων. Διότι πώς θα προανήγγελλε ότι η παρουσία αυτή θα πραγματοποιούνταν μετά τη δική Του έλευση, αν την παρείχε ήδη τότε, όπως πιστεύουν ορισμένοι; Αντίθετα, εκείνη τη στιγμή τους μετέδιδε ένα χάρισμα του Πνεύματος, ως εκδήλωση της κοινής ενέργειας της Αγίας Τριάδας, όπως ήδη είπα.

     Γι’ αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας την ευαγγελική φράση “ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα με μέτρο”[ Ιω.3,34:«Ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα)»] λέει: «Τί δέ ἐστιν ὃ φησιν, Οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα; Θέλει δείξαι, ὅτι πάντες ἡμεῖς μέτρῳ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐνέργειαν ἐλάβομεν· Πνεῦμα γὰρ ἐνταῦθα τὴν ἐνέργειαν λέγει· αὕτη γάρ ἐστιν ἡ μεριζομένη· οὗτος δὲ ἀμέτρητον ἔχει καὶ ὁλόκληρον πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν. Εἰ δὲ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἀμέτρητος, πολλῷ μᾶλλον ἡ οὐσία (:Τι σημαίνει, λοιπόν, η φράση “Ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα με μέτρο”; Με αυτήν θέλει να δείξει ότι όλοι εμείς έχουμε λάβει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος σε περιορισμένο βαθμό, ανάλογα με τη χάρη που μας χορηγείται. Εδώ, λοιπόν, με τη λέξη “Πνεύμα” εννοεί τη θεία ενέργεια και όχι την ίδια την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, επειδή η ενέργεια είναι εκείνη που μερίζεται ως προς τη μετοχή των ανθρώπων σε αυτήν. Ο Χριστός, αντίθετα, έχει ολόκληρη την ενέργεια του Πνεύματος, χωρίς κανέναν περιορισμό. Και αν η ενέργειά Του είναι απεριόριστη, πολύ περισσότερο είναι η θεία ουσία)»[Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην, Ὁμιλία Λ΄ (30), §2, PG 59, 174].

      Όταν, όμως, ακούμε για την άχρονη εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, που δεν πραγματοποιείται εξαιτίας κάποιου συγκεκριμένου λόγου ή σκοπού, δεν πρέπει να την συγχέουμε με τη χρονική παροχή των θείων χαρισμάτων. Διότι ούτε ο Υιός γεννιέται ούτε το Πνεύμα εκπορεύεται κατά φύση για κάποιον σκοπό, προς ορισμένους αποδέκτες ή σε κάποια χρονική στιγμή. Ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, όπως διδάσκουν οι θεολόγοι Πατέρες, προέρχονται από τον Θεό Πατέρα κατά φύση, ο Υιός ως γέννημα και το Πνεύμα ως εκπορευτό, και όχι ως αποτελέσματα της θελήσεως ή της ενέργειάς Του, όπως συμβαίνει με τα κτίσματα.

     Όταν, λοιπόν, ακούμε αυτά, αντιλαμβανόμαστε αμέσως, όπως ήδη ανέφερα, ότι το Άγιο Πνεύμα έχει την υπέρχρονη, αιώνια και φυσική ύπαρξή Του από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς χρονική αρχή και χωρίς κάποια εξωτερική αιτία που να καθορίζει ή να προκαλεί την εκπόρευσή Του. Αυτό το λέω σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτίες του επίγειου κόσμου, για να διευκρινίσω ότι η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος δεν έχει χρονική αρχή ούτε οφείλεται σε κάποια εξωτερική αιτία. Το Άγιο Πνεύμα έχει την ύπαρξή Του από τη μοναδική αρχή και πηγή της υπερούσιας θεότητας, δηλαδή από τον Πατέρα, συναΐδια με τη γέννηση του Υιού, χωρίς να προηγείται χρονικά η μία και να ακολουθεί η άλλη. Αυτή την αλήθεια διδάσκει πρώτος ο ίδιος ο Χριστός με τα λόγια: «Το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα» [ βλ. παραπάνω, Ιω. 15,26 : «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»], όπως έχω ήδη αναφέρει πολλές φορές.

     Ακολουθεί η μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου, της τιμημένης κορυφής των θεολόγων. Με την ευκαιρία αυτή θα επικαλεστώ και όσα διδάσκει ο σοφός άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης για το Άγιο Πνεύμα, καθώς και όσα διατυπώθηκαν κατά την εποχή του και ύστερα από αυτόν, από τις συνάξεις των αποστόλων και των Πατέρων, οι οποίοι θεολόγησαν είτε ο καθένας χωριστά με τις επιμέρους διδασκαλίες του είτε από κοινού με τις συλλογικές διατυπώσεις της πίστεώς τους, και μας κληροδότησαν τον καταγεγραμμένο όρο της πίστεως, δηλαδή το Σύμβολο της Πίστεως, σαν μια έμψυχη και ζωντανή στήλη που διακηρύσσει: «Πιστεύω καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν πατρὶ καὶ υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον (:Πιστεύω και στο Άγιο Πνεύμα, το Κύριο, το ζωοποιό, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και που μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό συμπροσκυνείται και συνδοξάζεται)».

    Εμείς, λοιπόν, που από την αρχή διδαχθήκαμε αυτές τις αλήθειες της ορθόδοξης πίστης και ασκηθήκαμε σε όλη μας τη ζωή, όπως ήδη ανέφερα, στη θεολογία αυτή, η οποία έχει θεία και όχι ανθρώπινη προέλευση, αφού δεν πηγάζει από επίγειες διδασκαλίες και δασκάλους, αλλά από τον ουρανό και από τον ίδιο τον Χριστό, τον ενυπόστατο Λόγο του Πατέρα, ομολογούμε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα του Πατέρα, ότι υπάρχει μέσα στον Πατέρα και μαζί με Αυτόν και ότι προέρχεται από Αυτόν. Με αυτές τις εκφράσεις δηλώνουμε αφενός ότι τα θεία Πρόσωπα έχουν κοινή ουσία και είναι απολύτως ενωμένα και αχώριστα και αφετέρου ότι το Άγιο Πνεύμα έχει αιώνια την ύπαρξή Του, δηλαδή εκπορεύεται, από την υπόσταση του Πατέρα. Η ιδιότητα αυτή της υποστατικής προέλευσης ανήκει αποκλειστικά στον Πατέρα, επειδή μόνο Αυτός είναι Πατέρας και φυσική αρχή της θεότητας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Επιπλέον, με τις ίδιες εκφράσεις δηλώνουμε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα προς τα δημιουργήματα, σύμφωνα με τη θεία ευδοκία, αποστολή την οποία ο Πατέρας πραγματοποιεί μέσω του Υιού και σε συνεργασία μαζί Του. Δηλώνουμε ακόμη τη χορήγηση των πνευματικών χαρισμάτων, η οποία, όπως προανέφερα, αποτελεί κοινή ενέργεια της μακαρίας Τριάδας και μεταδίδεται στους αξίους από τον Πατέρα, μέσω του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι.

     «Ὥσπερ γὰρ ἐκ τοῦ Πατρός ἐστι δι’ Υἱοῦ ἡ διδομένη χάρις (:Πράγματι, όπως η θεία χάρη που χορηγείται στους ανθρώπους προέρχεται από τον Πατέρα μέσω του Υιού)», λέει και πάλι ο Μέγας Αθανάσιος, «οὕτως οὐκ ἂν γένοιτο κοινωνία τῆς δόσεως ἐν ἡμῖν, εἰ μὴ ἐν τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ. Τούτου γὰρ μετέχοντες, ἔχομεν τοῦ Πατρὸς τὴν ἀγάπην, καὶ τοῦ Υἱοῦ τὴν χάριν, καὶ αὐτοῦ τοῦ Πνεύματος τὴν κοινωνίαν (:έτσι δεν θα ήταν δυνατή η μετοχή μας στη δωρεά αυτή παρά μόνο εν Αγίω Πνεύματι, μέσω του Οποίου η θεία χάρη γίνεται μεθεκτή από τους ανθρώπους. Διότι, μετέχοντας στο Άγιο Πνεύμα, έχουμε του Πατέρα την αγάπη, και του Υιού τη χάρη και του ίδιου του Αγίου Πνεύματος την κοινωνία [Β΄ Κορ. 13,13 : «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν»], μετέχοντας έτσι στην κοινή δωρεά της Αγίας Τριάδας)» [Μεγάλου Αθανασίου, Πρὸς Σεραπίωνα, Ἐπιστολὴ Α΄, 31, PG 26, 600–60] . Αποδεικνύεται, επομένως, και από αυτά ότι η ενέργεια της Αγίας Τριάδας είναι μία, κοινή δηλαδή και στα τρία θεία Πρόσωπα.

     Αυτήν ακριβώς την ενέργεια είχε ονομάσει λίγο προηγουμένως «Πνεύμα» και ο Ιερός Χρυσόστομος, χρησιμοποιώντας τη λέξη αυτή με τη σημασία της θείας ενέργειας, καθώς ερμήνευε τον ευαγγελικό λόγο Ἰω. 3,34: «Ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα» [βλ. και παραπάνω, Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἰωάννην, Ὁμιλία Λ΄, 2, PG 59, 174: «Τί δέ ἐστιν ὃ φησιν, Οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα; Θέλει δείξαι, ὅτι πάντες ἡμεῖς μέτρῳ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐνέργειαν ἐλάβομεν· Πνεῦμα γὰρ ἐνταῦθα τὴν ἐνέργειαν λέγει· αὕτη γάρ ἐστιν ἡ μεριζομένη· οὗτος δὲ ἀμέτρητον ἔχει καὶ ὁλόκληρον πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν. Εἰ δὲ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἀμέτρητος, πολλῷ μᾶλλον ἡ οὐσία (:Τι σημαίνει, λοιπόν, η ευαγγελική φράση “Ο Θεός δεν δίνει το Πνεύμα με μέτρο”; Ο Ευαγγελιστής θέλει να δείξει ότι όλοι εμείς λαμβάνουμε την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος σε ορισμένο μέτρο, δηλαδή με περιορισμένο τρόπο και όχι σε όλη την πληρότητά της. Διότι εδώ με τη λέξη “Πνεύμα” εννοεί τη θεία ενέργεια, και όχι την ίδια την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος ως κάτι που διαιρείται· γιατί η ενέργεια είναι εκείνη που διανέμεται στους ανθρώπους. Εκείνος όμως, δηλαδή ο Χριστός, κατέχει ολόκληρη την ενέργεια, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς μέτρο. Και αν η ενέργεια του Πνεύματος είναι απεριόριστη, πολύ περισσότερο είναι απεριόριστη η ουσία Του)».

     Ονομάζουμε, επίσης, το Άγιο Πνεύμα «Πνεῦμα Χριστοῦ» [Ρωμ. 8,9 : «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ’ ἐν πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ (:Εσείς, όμως, δεν είστε αιχμάλωτοι και δούλοι της σαρκός, αλλά κυριαρχείστε από την ανώτερη πνευματική σας φύση, όπως αυτή φωτίστηκε και αναγεννήθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, εάν βέβαια, όπως ελπίζω, κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα του Θεού. Ο άνθρωπος, όμως, που δεν έχει μέσα του Πνεύμα Χριστού δεν ανήκει στον Χριστό)»], «νοῦν Χριστοῦ» [Α΄ Κορ. 2,16 : «Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν (:Και δεν μπορεί να καταλάβει φυσικός και μη αναγεννώμενος άνθρωπος τον αναγεννημένο, διότι ποιος από εκείνους που δεν φωτίστηκαν από το Πνεύμα του Θεού γνώρισε την σκέψη και τις βουλές του Θεού; Ποιος από αυτούς θα διδάξει και θα διορθώσει τον Κύριο; Κανείς. Κανείς λοιπόν από τους μη αναγεννημένους δεν μπορεί να κατανοήσει και εμάς. Διότι και εμείς έχουμε τον νου και την σκέψη του Χριστού)»] και «Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ» [Γαλ. 4,6 : «Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ (:Δεν είστε πλέον δούλοι, αλλά υιοί του Θεού. Κι επειδή είστε υιοί του επουρανίου Πατρός, γι’ αυτό απέστειλε ο Θεός στις καρδιές σας το Πνεύμα του Υιού Του, το οποίο σας δίνει την πληροφορία και την παρρησία να απευθύνεστε στο Θεό με την κραυγή και την επίκληση: ‘’Αββά, δηλαδή, Πατέρα’’)»], δηλώνοντας με αυτούς τους χαρακτηρισμούς την αχώριστη σχέση Του με τον Υιό.

    Λέμε ακόμη ότι παραμένει αχώριστα μέσα στον Υιό [Ιω. 1,32–33 : «Καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ’ αὐτόν. Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ’ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (:Ο Ιωάννης μάλιστα έδωσε και την εξής μαρτυρία: Έχω δει το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι απ’ τον ουρανό και να μένει πάνω Του μόνιμα και διαρκώς, και όχι όπως στους προφήτες, οι οποίοι δέχονταν εκτάκτως τη χάρη του Πνεύματος και για ειδικό σκοπό. Όπως εσείς, έτσι κι εγώ δεν γνώριζα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας. Αλλά ο Θεός που με έστειλε να βαπτίζω με απλό νερό, Εκείνος μου είπε: “Σ’ όποιον δεις το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει μόνιμα πάνω Tου, Aυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο και Aυτός χορηγεί τις δωρεές και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε όσους βαπτίζονται με το βάπτισμά Tου”)»] και αναπαύεται σε Αυτόν [ βλ. Ησ. 11,2 : «Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ’ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας(:Και στον ευλογημένο αυτόν απόγονο του Ιεσσαί θα αναπαύεται τελείως το Πνεύμα του Θεού με όλα τα χαρίσματά Του: με τα χαρίσματα της σοφίας και της συνέσεως, με τα χαρίσματα της βουλήσεως, της θελήσεως και της δυνάμεως, με τα χαρίσματα της γνώσεως του Θεού και της ευσέβειας)»], καθώς και ότι αποτελεί τη ζωντανή και απαράλλακτη εικόνα Του. Και, αν θέλεις, μπορούμε να ονομάσουμε το Άγιο Πνεύμα εικόνα και του Πατέρα, όπως και του Υιού, εξαιτίας της ενότητας της θείας ουσίας που είναι κοινή στα τρία θεία Πρόσωπα. Το Άγιο Πνεύμα είναι, επίσης, ισότιμο με τον Υιό και προέρχεται κατά φύση, άχρονα και άμεσα από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς χρονική αρχή και χωρίς την παρεμβολή άλλου προσώπου ως αιτίας της υποστατικής Του προέλευσης.

   Ακόμη κι αν κάποιος από τους θεολόγους χρησιμοποίησε την έκφραση «μέσω του Υιού», αναφερόμενος στο Άγιο Πνεύμα, αυτή πρέπει να κατανοηθεί σε συνάρτηση με τον Πατέρα, επειδή η ίδια η ονομασία «Πατέρας» καθιστά αναγκαίο να νοείται συγχρόνως και ο Υιός, αφού η πατρότητα προϋποθέτει την ύπαρξη του Υιού. Καθώς, λοιπόν, ο Υιός γεννάται αιώνια από τον Πατέρα, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αχώριστα, αλλά με διαφορετικό τρόπο, χωρίς να υπάρχει χρονική απόσταση ανάμεσα στη γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Πνεύματος. Έτσι, το ότι είναι και ονομάζεται «Πνεύμα του Πατέρα» συνδέεται με τη σχετική ονομασία του Υιού, η οποία εκφράζει τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα. Διότι ο Πατέρας είναι ασφαλώς Πατέρας, όπως είναι και εκείνος από τον οποίο προέρχεται το Άγιο Πνεύμα. Δεν είναι, όμως, πρωτίστως Πατέρας, με την έννοια ότι η πατρότητα δεν προηγείται ως θεία ιδιότητα της σχέσης Του προς το Πνεύμα.

     Άλλωστε, ούτε η λογική κατηγορία της σχέσης επιβάλλει πάντοτε αντίστοιχες ονομασίες με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις υποστατικές σχέσεις. Το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε στους ανθρώπους μέσω του Υιού, ενώ επίσης εμφυσάται [Ιω. 20,22: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον (:Κι αφού το είπε αυτό, προκειμένου να τους μεταδώσει την πνοή της νέας ουράνιας ζωής εμφύσησε στα πρόσωπά τους, όπως κάποτε ο Θεός στο πρόσωπο του Αδάμ, και τους είπε: Λάβετε Πνεύμα Άγιο)»], αποστέλλεται, χορηγείται και δίνεται στην κτίση «δι’ αὐτοῦ (:μέσω Αυτού)» και «παρ’ αὐτοῦ(:από Αυτόν)». Και, αν θέλεις, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ακόμη και την έκφραση «ἐξ αὐτοῦ (:από Αυτόν)», εφόσον αναφερόμαστε στη φανέρωση και τη χορήγηση του Πνεύματος στην κτίση και όχι στην αιώνια υποστατική Του προέλευση.

   Διότι, φίλοι μου, δεν πρόκειται να εμπλακούμε σε καμία απολύτως φιλονικία για τις λέξεις, όπως είπε και κάποιος άλλος, εφόσον η πρόθεση εκείνου που χρησιμοποιεί αυτές τις διατυπώσεις είναι ορθή και δεν αλλοιώνει το θεολογικό τους νόημα, ενώ συγχρόνως διευκρινίζονται ο χρόνος και η αιτία της έλευσης του Αγίου Πνεύματος από εκεί, δηλαδή από τον Υιό, όπως προκύπτει από τα προηγούμενα. Πρόκειται για την αποστολή του Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό προς τους ανθρώπους, σύμφωνα με τη θεία ευδοκία, και μάλιστα για τη δωρεά των πνευματικών ενεργημάτων και χαρισμάτων.

    Για αυτά έχουμε ήδη μιλήσει πολλές φορές, διακρίνοντάς τα ως εκδηλώσεις της θείας οικονομίας προς την κτίση από εκείνη την προαιώνια και φυσική εκπόρευση και ύπαρξη του Πνεύματος από την πατρική υπόσταση, η οποία ανήκει αποκλειστικά στην πατρική αιτία και ιδιότητα, αφού μόνο ο Πατέρας αποτελεί την υποστατική αιτία του Αγίου Πνεύματος και είναι, κατά τους θεολόγους, η μοναδική αρχή και πηγή της θεότητας. Αυτό ακριβώς δίδασκε και ο Χριστός στους μαθητές και αποστόλους Του, όταν πλησίαζε η ώρα της Σταύρωσής Του, αναφερόμενος στο Άγιο Πνεύμα και στη σχέση Του με τον Πατέρα, όπως ήδη αναφέραμε, λέγοντας: «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται (:Όταν έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για μένα. Διότι το Άγιο Πνεύμα ως πηγή της αλήθειας φανερώνει στους ανθρώπους την αλήθεια. Αυτό εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός, όπως αναπηδά ο ποταμός από τη φυσική πηγή του)»:[Ιω. 15,26].

   Επειδή, λοιπόν, πρέπει ο λόγος μας να επιστρέψει και πάλι στις θεόπνευστες μαρτυρίες της Αγίας Γραφής, σαν να διαγράφει έναν κύκλο, από έναν ορισμένο πόθο να αναζητήσει και πάλι σε αυτές τη θεολογική αλήθεια, έτσι εμπνεόμαστε κι εμείς να σκεφτόμαστε και να μιλάμε για το Άγιο Πνεύμα. Αυτά διακηρύσσουν οι Ευαγγελιστές και οι Απόστολοι, καθώς και η χορεία των θεολόγων, μαζί με εκείνον που πραγματεύτηκε τα ζητήματα αυτά με τόσο εξαιρετικό θεολογικό βάθος, τόσο παλαιότερα όσο και τώρα, εκφράζοντας την ίδια πίστη για το Άγιο Πνεύμα. Το ίδιο μαρτυρούν και οι χορείες των μαρτύρων, των ομολογητών, των Πατέρων και των διδασκάλων, άνδρες και γυναίκες μαζί, που πότισαν την παγκόσμια Εκκλησία του Χριστού με κρουνούς αίματος και δακρύων και με τους ιδρώτες τους, δηλαδή με το μαρτύριο, τους πνευματικούς αγώνες και τους κόπους τους, και την οδήγησαν σε τέτοιο βαθμό ωραιότητας και μεγαλείου, χάρη στην ανέκφραστη δύναμη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, όπως ήδη ανέφερα.

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

                μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ

·        «Φιλοθέου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον», Μακεδονικά, τόμ. 2 (1951), σ. 570-576: https://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_02/ekd_pemk_02_laourdas.pdf?utm

·       Δ. Γ. Τσάμης (έκδ.), Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου Ἁγιολογικὰ Ἔργα, Α΄: Θεσσαλονικεῖς Ἅγιοι, σειρά «Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοὶ Συγγραφεῖς», αρ. 4, Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1985.

·       Δ. Γ. Τσάμης, «Φιλοθέου Κοκκίνου, εγκώμιο στον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο τον Μυροβλήτη», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., 26 (1981), σ. 49–83.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.

·       Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.