Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2026

 

Άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
ΑΓΙΟΣ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
       Ο σεπτός πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική του πορεία ανάδειξε μια πληθώρα αγίων Επισκόπων, οι οποίοι λαμπρύνουν την Εκκλησία μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ένας όντως σπουδαίος άνδρας, ο οποίος διαδραμάτισε το δικό του ρόλο στην μετά τους διωγμούς εποχή της Εκκλησίας μας.
      Γεννήθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα και είχε αριστοκρατική καταγωγή. Υπήρξε γιος του ειδωλολάτρη Ρωμαίου ευγενούς Δομετίου, αδελφού του αυτοκράτορα της Ρώμης Πρόβου (276-282). Ο Δομέτιος είχε αποκτήσει δύο γιούς, τον Πρόβο και τον Μητροφάνη, στα οποία έδωσε σοβαρή μόρφωση. Ο Μητροφάνης διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την πραότητά του και την ενάρετη ζωή του.
 Ο Δομέτιος, άνθρωπος αγαθός και καλών προαιρέσεων, συναισθάνθηκε την παραδοσιακή ειδωλολατρική θρησκεία ως ανάξια του χαρακτήρα του και ασφυκτιούσε μέσα στο δεισιδαίμον παγανιστικό περιβάλλον. Η λατρεία των ψεύτικων, ανήθικων και εν πολλοίς γελοίων παγανιστών «θεών» δεν τον συγκινούσε και γι’ αυτό κάποια στιγμή έπαψε να συμμετέχει στις ειδωλολατρικές θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις και άρχισε να ψάχνει την πίστη στον αληθινό Θεό. Μάλιστα για να ξεφύγει από τους ελέγχους και τις πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε, με την οικογένειά του, στο Βυζάντιο, την αποικία των Μεγαρέων, η οποία έμελλε να αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Εκεί γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο Βυζαντίου Τίτο, με τον συνδέθηκε με φιλία, κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αυτός και η οικογένειά του.
       Ο Επίσκοπος Τίτος εκτίμησε πολύ τον Δομέτιο, τον οποίο προόρισε για διάδοχό του στον επισκοπικό θρόνο. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποίμανε το Βυζάντιο για λίγους μήνες το 272, παραδίδοντας, με  τη σειρά του, το θρόνο στον Ρουφίνο (272-303). Κατόπιν εκλέχτηκε Επίσκοπος ο γιός του Δομέτιου Πρόβος (303-306) και εν συνεχεία εκλέχτηκε Επίσκοπος ο άλλος γιός του, ο Μητροφάνης (306-314).
      Έμεινε στον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου επτά χρόνια και θεωρείται ο τελευταίος Επίσκοπος της μικρής πόλης του Βοσπόρου, πριν σε αυτή μεταφερθεί η πρωτεύουσα του Κράτους και αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Η επισκοπική του διακονία είναι συνδεδεμένη με την παύση των διωγμών των Χριστιανών, με την έκδοση του περιφήμου Διατάγματος των Μεδιολάνων, που είχε υπογράψει ο Μ. Κωνσταντίνος με τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο το 313. Ένας εύρωστος νέος κόσμος έκαμε την εμφάνισή του, μπροστά στον απόλυτα γερασμένο και παρηκμασμένο παλιό κόσμο της ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας. Η Εκκλησία, αν και βαριά τραυματισμένη από τους σκληρούς διωγμούς τριών αιώνων, από το ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κράτος και τα αδίστακτα ειδωλολατρικά ιερατεία, έδειξε τη ζωτικότητά της και φανέρωσε ότι το μέλλον του κόσμου είναι δικό Της.
      Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων δόθηκε η ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως σε όλους τους πολίτες της απέραντης αυτοκρατορίας, της οποίας τα όρια συνέπιπταν σχεδόν με αυτά του τότε γνωστού κόσμου. Ο νέος μεγάλος ηγέτης του κράτους Κωνσταντίνος (306-337), διείδε ότι το μέλλον ανήκει στην χριστιανική πίστη και γι’ αυτό ανάλαβε την υποστήριξη της Εκκλησίας, χωρίς να παραγκωνίζει τις άλλες πίστεις, ακόμα και την ειδωλολατρία. Για να αφήσει πίσω το ειδωλολατρικό παρελθόν, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, διότι κατάλαβε το μοναδικό στρατηγικό σημείο της πόλεως. Αφότου έγινε μονοκράτορας (324), άρχισε να κτίζει τη νέα πρωτεύουσα, αποφασίζοντας να την καταστήσει λαμπρότερη από την παλαιά Ρώμη.
      Ο Επίσκοπος Μητροφάνης ανάλαβε να οικοδομήσει τους περίλαμπρους ναούς, ώστε να καταστεί η νέα πρωτεύουσα κέντρο του χριστιανικού κόσμου. Ο άγιος αυτός Επίσκοπος έβαλε τα θεμέλια των μετέπειτα περίλαμπρων ναών της Αγίας του Θεού Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Δυνάμεως, με την αρωγή του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν. Επίσης εντόπισε στην Ιερουσαλήμ τους δώδεκα κοφίνους, τους οποίους είχε γεμίσει ο Κύριος θαυματουργικά με τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων (Ματθ.14,14-22), τους οποίους μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
      Θεωρούσε το επισκοπικό αξίωμα ύψιστη εκκλησιαστική διακονία και γι’ αυτό φρόντισε να ασκήσει την ποιμαντορία του με ακρίβεια και φόβο Θεού. Παροιμιώδης υπήρξε η ταπεινοφροσύνη του και η καλοσύνη του. Χιλιάδες αναξιοπαθούντες έβρισκαν καταφύγιο, παρηγοριά και βοήθεια σε αυτόν. Υπήρξε επίσης και άνθρωπος της προσευχής και της καλλιέργειας των αρετών. Γι’ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε με το χάρισμα της θαυματουργίας.
       Αλλά ο Μητροφάνης βρισκόταν σε βαθύ γήρας και του ήταν αδύνατο να ασκήσει τα επισκοπικά του καθήκοντα. Γι’ αυτό παρεχώρησε το θρόνο στον άξιο διάδοχό του άγιο Αλέξανδρο (314-336). Όμως δεν έμεινε μακριά από τα προβλήματα του θρόνου. Όταν το 325 συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να καταδικάσει τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο Μητροφάνης θεώρησε χρέος του να συμμετάσχει και αυτός. Αλλά ήδη διένυε το 117 έτος της ηλικίας του και ήταν κατάκοιτος. Γι’ αυτό κάλεσε τον Αλέξανδρο και τον Παύλο Αναγνώστη τον Ομολογητή, να τον αντιπροσωπεύσουν, δίνοντάς τους ρητές εντολές για την ομολογιακή στάση, που πρέπει να κρατήσουν στην Σύνοδο.  
         Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 4 Ιουνίου το 327, αφού έλαβε πριν πληροφορία του θανάτου του από άγγελο Κυρίου. Ο λαός θρήνησε τον σεβάσμιο και άγιο Επίσκοπό του, όπως και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος, ο οποίος έδωσε εντολή να κτιστεί στην Πόλη ναός επ’ ονόματί του, όπου είχε αναστηλωθεί και εικόνα του. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές ο ναός του αγίου Μητροφάνη βρισκόταν  κοντά στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου, στο Επτάσκαλο, όπου φυλάσσονταν τα τίμια λείψανά του, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

      Η Μνήμη του εορτάζεται στις 4 Ιουνίου.  


Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2026

 

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων
ΓΕΝΙΚΑ: Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η τελευταία Κυριακή του «Πεντηκοσταρίου». Με αυτήν τελειώνει ο κινητός κύκλος των εορτών που άρχισε από την Α΄Κυριακή του Τριωδίου (Τελώνου και Φαρισαίου). Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η σφραγίδα της εορταστικής αυτής περιόδου, που μας παρουσιάζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους Αγίους Πάντες. Είναι απόδειξη του έργου της Εκκλησίας και παρουσιάζει όσους αγαθά αγίασε το Πνεύμα το Άγιο στον κόσμο.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Η Εορτή των Αγίων Πάντων τους πρώτους αιώνες ήταν εορτή μόνο των Μαρτύρων. Το Τυπικό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Ι' αιώνα, προβλέπει σύναξη και παννυχίδα στη Μεγάλη Εκκλησία, και στο ναό των Αγίων Μαρτύρων. Η εορτή ονομάζεται “των Αγίων Πάντων” και το συναξάρι επισημαίνει ότι κατ' αυτήν επιτελείται η μνήμη «των αγίων και καλλινίκων μαρτύρων των εν πάση τη οικουμένη κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων υπέρ του ονόματος του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού». Η Εορτή των Αγίων Πάντων θεσπίσθηκε επί Λέοντος του Σοφού.
Μετά το θάνατο της ευλαβούς συζύγου του Θεοφανούς, έκτισε ναό με σκοπό να τον τιμήσει στο όνομά της. Όταν ανακοίνωσε στην Εκκλησία το σκοπό του, του υποδείχθηκε ότι πρέπει να περάσει χρόνος για να αποκτήσει αυτή το «τίμιον και σεβάσμιον». Ο Βασιλεύς υποτάχθηκε και αφιέρωσε το ναό στη μνήμη και τιμή πάντων των Αγίων των απανταχού της γης.
ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ: Έστω κι αν η εορτή ξεκίνησε για τους Αγίους Μάρτυρες και επεκτάθηκε στη συνέχεια για Πάντες τους Αγίους, οι Άγιοι Πατέρες θέσπισαν τη συλλογική αυτή εορτή για να μας δείξουν ότι κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα στον κόσμο και ανεβαίνει στον ουρανό ο χοϊκός άνθρωπος. Οι πριν αποξενωμένοι από το Θεό γίνονται “ένα” με αυτόν, έχοντας τη δυνατότητα να γίνουν Άγιοι. Και έτσι η ανθρωπότητα διά των Αγίων Πάντων αναπλήρωνει το πεπτωκός εκείνο τάγμα των Αγγέλων. Ακόμη, επειδή υπάρχουν πολλοί άγνωστοι και αφανείς άγιοι, γνωστοί στο Θεό, «νέφος μαρτύρων», αυτούς τους αγνώστους τιμά η Εκκλησία. Είναι, θα λέγαμε, το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη της Ορθοδοξίας η παρούσα εορτή. Η εορτή καθιερώθηκε ακόμη διότι κρίθηκε επιβεβλημένο να συναθροισθούν όλοι οι γνωστοί και άγνωστοι Άγιοι σε μια κοινή εορτή για να υπογραμμισθεί μ' αυτόν τον τρόπο ότι όλοι μαζί αγωνίσθηκαν για ένα Χριστό, σε ένα κοινό στάδιο της αρετής και υπό ενός Τριαδικού Θεού στεφανώθηκαν και συνέστησαν την «μίαν Εκκλησίαν», προτρέποντας και εμάς να αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις «τον ίσον αγώνα» με αυτούς, ώστε και εμείς να μπορέσουμε να συναριθμηθούμε μετά των Αγίων του. Τέλος η εορτή συνεστήθη ακόμη για τους “επιγενησομένους αγίους”, αυτούς δηλαδή που θα γίνουν στη συνέχεια άγιοι. Θα λέγαμε ότι η εορτή έχει και προληπτικό χαρακτήρα εφόσον υπάρχει η δυνατότητα να περιλαμβάνει κάθε πιστό του σήμερα και του αύριο.
ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ: Μάρτυρες του Χριστού και Άγιοι δεν είναι μόνο εκείνοι που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού. Μάρτυρες είναι όλοι όσοι αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται τον αγώνα της Χριστιανικής ζωής με ακρίβεια και συνέπεια. Είναι αυτοί που αναδεικνύουν το μαρτύριο του πνεύματος, αυτοί που καθημερινά βιώνουν τη χαρμολύπη του λόγου του Σταυρού, αυτοί που σταυρώνουν τα πάθη τους και την κακία τους.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ: Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα, η Εκκλησία σου στολισαμένη, δι' αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός. Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην εικόνα της σύναξης των Αγίων Πάντων, το άνω τμήμα το καταλαμβάνει σε κυκλική διάταξη η δόξα του Χριστού στο κέντρο, και γύρω οι χοροί των δικαίων. Η Ετοιμασία του θρόνου βρίσκεται πάνω από τη δόξα και οι δύο προφήτες Δαβίδ και Σολομών γονατιστοί με ανοιχτά ειλητάρια. Κάτω εικονίζεται ο παράδεισος και οι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ καθισμένοι σε θρόνους. Μεταξύ τους παρεμβάλλεται ο ληστής, ντυμένος μόνο με περίζωμα και κρατώντας το σταυρό. Δηλαδή, γυμνός από αρετές, αλλά πρώτος στο παράδεισο.


 

Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος και Ιαματικός. (1ῃ ̉ Ιουνίου)

 

Ὅσιος Ἀγαπητός

ὁ ̉ Ανάργυρος καί ̉  Ιαματικός

Ο Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἔζησε στὴ Ρωσία περὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου στὰ χρόνια τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ ὁποίου ἦταν μαθητής († 10 Ἰουλίου). Ὁ Ὅσιος πράγματι ἦταν ἀγαπητὸς στὸν Θεὸ καὶ ἔτσι τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε παντοῦ καὶ πλήθη πιστῶν ἔρχονταν στὸν Ὅσιο, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν ἰατρό

   Στό Κίεβο ζοῦσε ἕνας διάσημος παθολόγος ὁ ὁποῖος δέν μπόρεσε νά κάνει καλά μία ἄρρωστη γυναίκα.  ̉Εκείνη τότε κατέφυγε στόν ῞Οσιο  ̉Αγαπητό ὁ ὁποῖος τήν θεράπευσε. ῾Ο γιατρός, ὅταν τό ἔμαθε, γεμάτος φθόνο προσπάθησε νά τόν δηλητηριάσει, ὁ Θεός ὅμως τόν προστάτεψε καί δέν ἔπαθε τίποτα. 

   Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, ἐθεράπευσε καὶ τὸν πρίγκιπα τοῦ Τσέρνιγκωφ Βλαδίμηρο Βσεβολόντοβιτς, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Κιέβου μὲ τὴν ἐπωνυμία «Μονομάχος» (1114 - 1125).

   Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται στὸ Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (Λάβρα Πετσέρσκα)

Παρακλητικὸς Κανὼν

εἰς τὸν ῞Οσιον ̉Αγαπητὸν τὸν ̉Ανάργυρον

Ποίημα τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Εὐλογήσαντος τοῦ ῾Ιερέως, τὸ Κύριε εἰσά­κουσον, μεθ̉ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος (τετράκις) καὶ τὰ ἑξής:

Ἦχος δʹ. ῾Ο ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ…

Τὸν Θεοδόξαστον, ὑμνήσωμεν πάντες* τῶν  ̉Ορ­θοδόξων οἱ χοροὶ καὶ προσπέσωμεν* ἐν κατά­νύξει βοῶντες ἐκ μέσης ψυχῆς·* ῥῦσε τοὺς σοι σπεύδοντας,*  ̉Αγαπητὲ παμμάκαρ,* πάσης περιστάσε­ως καὶ ἐκ νόσων ποικίλων* ταῖς πρὸς Χρι­στὸν λι­ταῖς σου, θαυμαστέ,* σὲ γὰρ θεράποντα ἀνάργυρον ἔχομεν.  

Δόξα Πατρὶ… ̉ Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ.

῞Οσιε καὶ ἰαματικὲ  ̉Αγαπητέ,* πρέσβευε τό πα-νυκτήρμονι Θεῷ,* ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε,* τὰς δυναστεί­ας σου λαλεῖν οἱ  ἀνάξιοι.* Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐ­στα­σο πρεσβεύουσα,* τὶς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ το­σού­των κιν­δύ­νων;* Τὶς  δὲ  διεφύλαξεν  ἔως  νῦν  ἐ­λευθέ­ρους;* Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ  σοῦ˙* σοὺς γὰρ δούλους σώζεις αεὶ* ἐκ παντοίων δει­νῶν.

῾Ο Νʹ (50ος) Ψαλμὸς καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ αʹ. ῾Υγρὰν διοδεύσας[1]...

Προσπίπτω ἐνθέρμως  ̉Αγαπητέ,* πρός σε ὁ ἀχρεῖος* καὶ αἰτοῦμαι σὴν ἀρωγήν,* ἣν παρέχει ὁ Πλάστης ἀφθόνως* τοῖς σοι προστρέχουσι πίστει, πανένδοξε.

Ψυχὴν τε καὶ σῶμα,  ̉Αγαπητέ,* ἐμοῦ τοῦ ἀθλίου* σὺ θεράπευσον ταχυνῶς,* καὶ τοῖς σοι προστρέχουσι, Θεόφρον,* ἐκ τῶν βελῶν ἀρχεκάκου διάσωσον.

Εἰρήνην σὺ δίδου,  ̉Αγαπητέ,* διὰ τῶν λιτῶν σου* πρὸς τὸν Πλάστην καὶ Λυτρωτήν,* ἡμῖν τοῖς σοι προσφεύγουσι πίστει* καὶ ὑγιείαν παράσχου, τρισόλβιε.

Θεοτοκίον.

Παρθένε ἱκέτευε σῷ Υἱῷ,* ὅπως παράσχῃ τοῖς Σοι προστρέχουσι εὐλαβῶς* μετάνοιαν, πίστιν καί ὑγείαν,* ὡς καί τά τέλη τοῦ βίου ἀνώδυνα.

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος…

Τοῦ πυρὸς τὴν μανίαν* λιταῖς σου κατάσβε­σον,*  ̉Αγαπητέ, ἀ­γροὺς καὶ οἰκίας* σὺ διαφύ­λα­ξον,* ἵνα  ὑμνοῦμεν  σὲ* τὸν  τοῦ  Χριστοῦ  στρατιώ­την* τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα* καὶ κατα­φύγιον. 

῾Ικετεύω σέ, πάτερ,* τὸν ψυχικὸν τάραχον* καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην* ταχὺ ἐκδίωξον,* σὺ γάρ,  ̉Αγαπητέ,* τὸν Λυτρωτὴν καί Σωτήραν,* ἐκ παιδὸς ἠγάπησας* καὶ διεκήρυξας.

̉Ο ρθοδόξων ἐδείχθης* φρουρὸς ὁ ἀκοίμητος* καὶ τῶν μοναζόντων τὸ κλέος ὡς καὶ τὸ πρότυπον* τῶν δὲ νοσοῦντων ἀεὶ* σὺ ἰατρὸς καὶ προστάτης* καὶ χη­ρῶν ὑ­πέρμαχος* ἀκατανίκητος.

Θεοτοκίον.

̉Ορθοδόξων τὰ τέκνα* καλῶς διαφύλατ­τε* καὶ ἐν τῇ ὀρθῇ ἡμῶν πίστει* ταῦτα σὺ τήρησον,* ἵνα πορεύ­ονται* ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ Υἱοῦ Σου* καὶ Αὐ­τὸν δοξά­ζουσι* διὰ τοῦ βίου των. 

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφόρε,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

̉Επίβλεψον* ἐν εὐμενείᾳ,* πανύμνητε Θεοτό­κε,* ἐ­πὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κά­κωσιν* καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Εἶτα Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως καὶ ὁ Χορός τὸ Κύ­ριε, ἐλέησον (δωδεκάκις) καὶ τὸ

Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμὴ...

Σὺ πρέσβυς θερμὸς* καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον* ἐ­δεί­χθης, σεμνέ,* καὶ κόσμου καταφύγιον* ἐκτενῶς βο­ῶμεν σοί,* πάντιμε  ̉Αγαπητέ, πρόφθα­σον* καὶ ἐκ κιν­δύνων λύτρωσαι ἡμᾶς,* τοὺς  σοι  πόθῳ  καὶ  πίστει  προσφεύγοντας. 

ᾨδὴ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε...

Τοὺς νοσοῦντας θεράπευσον,* ἰατρὲ ἀνάργυρε, σοῦ δεόμεθα* καὶ θεραπευτὰς βοήθησον* ποι­εῖν καλὰς διαγνώσεις πάντοτε.  

Σὲ προστάτην καὶ στήριγμα* καὶ φρουρὸν ἀκοίμητον οἱ  ̉Ορθόδοξοι,* Νεομάρτυς  ̉Αγαπητέ, ἔχοντες* οὐ πτοούμεθα, Θεοκοινώνητε.

Τέκνα τάχος σὺ δώρησον* τοῖς ποθοῦσι,  ̉Αγαπητέ εὔσημε,* καὶ παράσχου ῥώσιν ἅπασι* τοῖς σοι πόθῳ καὶ πίστει προστρέχουσι.

Θεοτοκίον.

̉Εκ τροχαίου προστάτευσον* τὸν ἱκέτην, Δέσποινα Θεονύμφευτε,* καὶ τοὺς εἰς Σὲ κατα­φεύγο­ντας* ὑ­γιείαν δίδου, Παναμώμητε. 

ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς…

῞Υπνον ἐλαφρόν* καί ἀνάπαυσιν τοῦ σώματος* παράσχου πάντες δεόμεθα θερμῶς* καί ταῖς λιταῖς Σου* τῆς ψυχῆς τά πάθη κοίμησον.

Σκέδασον σοφέ, τῶν παθῶν μου τὰ σκιρτήματα, καὶ τῷ Θεῷ σὺ αἴτει θαυματουργέ, ἵνα ῥυσθῶμεν, τῆς αἰωνίου κολάσεως.

Πάντας τοὺς πιστοὺς* ἐντρυφήσαι καταξίωσον* ἐν ταῖς Γραφαῖς,  ̉Ιωάσαφ θαυμαστέ,* καὶ βιώσαι τοῖς Χριστοῦ λόγοις καὶ προστάγμασι.  

Θεοτοκίον.

Νόσων ἰατρὸς* ἀνεδείχθης, Θεοδόξαστε,* διὸ σοι πάντες  προσφεύγομεν  θερμῶς* καὶ   ἐξαιτοῦμεν παρασχεῖν ἡμῖν μετάνοιαν.

ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ…

Τὰ τέκνα τῶν  ̉ Ορθοδόξων φύλαττε* ἐκ τῶν βελῶν τοῦ Βελίαρ, Θεόφρον,* καὶ ταῖς λιταῖς σου,  ̉Αγαπητὲ μάρτυς,* εἰς τὰς νομὰς τοῦ Κυρίου ὁδήγη­σον* δεόμεθά σου ταπεινῶς,* ἡμεῖς οἱ πρός σε πίστει προσφεύγοντες.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,*  ̉Αγαπητέ, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Νεομάρτυς, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.

̉Εκ βλάβης τῶν φρενῶν διαφύλαττε,* ̉Αγαπητέ, τοὺς ἱκέτας σου τάχος* καὶ ἐκ ποικίλων παγίδων ἀ­παύστως* ἃς ὁ ἐχθρὸς ἐξυφαίνει διάσωσον* δεόμε­θα γονυκλινῶς,* Νεομάρτυς, ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι.  

Θεοτοκίον.

Πανάχραντε,  ̉Ορθοδόξους φύλαττε* καὶ διάσωζε ἐκ πάσης κακίας* καὶ ἐν τῇ πίστει ἡμῶν ἀλ­λοδόξους* τάχος ὁδήγησον πάντες δεόμεθα* τοὺς δὲ Ποιμένας ἀκραιφνεῖς* ὁδηγοὺς ἱκετῶν Σου ἀνάδει­ξον.

Διάσωσον* ἀπὸ κινδύνων ἱκέτας σου,  ̉Αθλοφόρε,* ὅ­τι πάντες δεητικῶς* εἰς σὲ καταφεύγο­μεν* ὡς ἔ­χοντι τῷ Θεῷ παῤῥησία. 

῎Αχραντε,* ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύ­τως* ἐπ̉ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα* δυ­σώ­πησον,* ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Καὶ πάλιν Δέησις ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως  καὶ τὸ Κοντάκιον.  Ἦχος β´. Προστασία...

Σὺ προστάτης τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυ­ντος* καὶ μεσίτης πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθε­τος·* μὴ πα­ρίδῃς* ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς,* ἀλλὰ σπεῦ­σον σύ, θαυματουργέ,* εἰς τὴν βοή­θειαν ἡ­μῶν τῶν πι­στῶς δεομένων σου·* δέχου ἡμῶν πρεσβείαις* καὶ ῥῦ­σε ἐκ τῶν κινδύνων,*  ̉Αγαπητέ νόσων ἰατρέ* καί τῶν πιστῶν τῶν κατα­φύγι­ον. 

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.  Ἦχος δ´.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. (δίς)

Στίχος. Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ, ἐθαυμάστωσεν αὐτοῦ ὁ Κύριος.

῾Ο ῾Ιερεύς: Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι  ἡμᾶς …

῾Ο Χορός: Κύριε ἐλέησον (τρίς)

῾Ο ῾Ιερεύς: Σοφία, ὀρθοὶ ἀκούσωμεν….

῾Ο Χορός: Καὶ τῷ Πνεύματί σου.

῾Ο ῾Ιερεύς:  ̉Εκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (Κεφ. ι΄. 1, 5)  ἁγί­ου Εὐαγγελίου …

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα Μαθητὰς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων· εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε. Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε, λέγοντες· Ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

῾Ο Χορός: Δόξα σοι, Κύριε, Δόξα σοι.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ…

Ταῖς τοῦ  ̉Αναργύρου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λει­ψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον,* ἐξά­λειψον τὰ πλήθη* τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα …

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι...

Μὴ ἐγκαταλείπης με* τῶν  ̉Ορθοδόξων προστάτα,*  ̉Αγαπητὲ ἔνδοξε,* ἀλλὰ δέ­ξαι δέη­σιν τοῦ ἱκέτους σου·* θλῖψις γὰρ ἔχει με,* φέρειν οὐ δύνα­μαι* ἀρχεκάκου τὰ τοξεύματα·* σκέπην οὐ κέ­κτημαι* οὐδὲ ποῦ πρσφύγω, Πανά­ριστε,* πά­ντοθεν πολεμού­με­νος* καὶ παραμυθί­αν οὐκ ἔχω πλὴν σου.* Σπεῦ­σον, Θεοφόρε,* καὶ γίνου σὺ προ­στάτης καὶ φρουρὸς* καὶ βακτηρία ἀκλόνητος* ἐμοῦ τοῦ τρισάθλιου.

῾Ο ῾Ιερεύς: Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου…

῾Ο χορός: Κύρει, ἐλέησον (δωδεκάκις)

῾Ο ῾Ιερεύς: ̉Ελέει καὶ οἰκτιρμοῖς …

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς ̉ Ιουδαίας...

̉Ο ρθοδόξων κατέστης* ἰατρὸς ἀλάνθαστος καὶ ἀ­νάργυρος,* ̉Αγαπητέ παμμάκαρ* καὶ πάντων ὁ­δοδείκτης* ἀκλινὴς τε καὶ ἀσειστος* τῶν δὲ πιστῶν βοηθὸς* ἀκοίμητος καὶ ῥύστης.

Τῶν ἀτέκνων κατέστης* καταφύγιον μέγα σύ, Πνευματέμφορε,* καὶ πάντων τῶν ποθοῦ­ντων* ἰδεῖν Θεοῦ τὴν δόξαν* ἀρωγός, διὸ κράζω­σι,* χαῖρε  ̉Αγαπητέ,* πιστῶν ἡ βακτηρία.

̉Αγαπητέ φωσφόρε,* πρὸς σὲ πίστει προσέρχο­μαι ὁ ἀνάξιος* καὶ χείρας μού σοι αἴρω* καὶ πόθῳ ἀ­νακράζω* ἀποδήμους διάσωσον* ἐκ τῶν χειρῶν πει­ραστοῦ* καὶ τῶν αἰρετιζόντων.     

Θεοτοκίον.

Τοῦ σεισμοῦ τὴν μανίαν* καταπαύει ὁ Πλάστης, Θεομακάριστε,* διὸ πιστῶν τὰ πλήθη* αἰτοῦσι σαῖς πρεσβεῖαις* καὶ  γονυκλινῶς σοῦ  δέονται,* τὸν Σόν Υἱόν Μαριάμ, εὐμένισον λιταῖς Σου. 

ᾨδὴ η’. Τόν Βασιλέα…

 ̉Αδυναμίας* τῶν μαθητῶν ταῖς λιταῖς σου* θε­ρα­πεύει ὁ Κτίστης ταχέως* καὶ εἰς τοὺς γονέ­ας* χα­ρὰν παρέχει τάχος.

Τὴν ἀνεργίαν*  ̉Αγαπητέ, ταῖς λιταῖς σου,* ὁ Δεσπό­της τῶν ὅλων ἀπελαύνει* καὶ πιστοῖς παρέ­χει* τα­χέως ἐργασίαν.

Σύ τάς ἰώσεις* ἐκ τῶν πιστῶν ἀπελαύνεις,* καί ὑγιείαν τάχος παρέχεις* διό σοι πάντες* προσφεύγουσι παμμάκαρ. 

Θεοτοκίον.

Τὸν Κύριόν μας* καὶ Λυτρωτὴν τῶν ψυχῶν μας* κα­θικέτευε, Μαρία Παρθένε,* ὅπως οἱ ἀχρεί­οι* ῥυ­σθῶμεν τῆς γεένης.

ᾨδὴ θʹ. Κυρίως Θεοτόκον...

̉Αγάπην καὶ εἰρήνην,* ῥώμην καὶ ὑγείαν,* ὑπο­μο­νήν καὶ πραότητα δίδου ἡμῖν* καὶ τῆς ὀσ­φῦος τὰ ἄλγη* λιταῖς σου ἴασον.  

Λιμὴν σὺ καὶ προστάτης,* πάντων  ἀνεδεί­χθης* καὶ τῶν  ̉Ορθοδόξων τεῖχος ἀκράδαντον,* κα­ταφυγὴ τε καὶ σκέπη* καὶ ἀγαλλίαμα.

Τὰ τέκνα ̉Ορθοδόξων* σὲ καθικετεύω* ἐκ τῆς ἀπιστί­ας τάχος διάσωσον* καὶ εἰς νομὰς τοῦ Κυρί­ου* ταύ­τα ὁδήγησον.

Θεοτοκίον.

̉Ε ξ ὄγκων δυσιάτων* φύλαττε, Παρθένε,* τοὺς σοῦ ἱκέτας δεόμεθα πάντες θερμῶς* καὶ ἐκ παθῶν ἐφαρμάτων* ἡμᾶς προστάτευσον.

Καὶ εὐ­θὺς τὰ πα­ρόν­τα Με­γα­λυ­νά­ρια.

῎Αξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς* μακαρίζειν σε τὴν Θεο­τόκον,* τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώ­μη­τον* καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.* Τὴν τιμιω­τέ­ραν τῶν Χε­ρουβεὶμ* καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ,*  τὴν  ἀδιαφθόρως  Θεὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν,* τὴν ὄ­ντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύ­νομεν.

Πάντων τῶν νοσοῦντων  ̉Αγαπητέ,* Τριὰς ἡ ῾Αγία* σὲ ἀνέδειξε ἰατρόν,* ὀρφανῶν προτάτην,* πενήτων τὸν τροφέα* καὶ πάντων τῶν ἐν θλίψει* τὸ καταφύγιον.

Χαίροις τῆς Ρωσίας ἄστρον λαμπρὸν* καὶ Λαύρας τοῦ Κιέβου* ὁ ἀτίμητος θησαυρός.* Χαίροις  ̉Ορθοδόξων* ἀγλάϊσμα καὶ δόξα* καὶ πάντων τῶν νοσοῦντων* τὸ καταφύγιον.  

῎Ελαβες τήν χάριν παρά Θεοῦ*  ̉Αγαπητέ μάκαρ* θεραπεύειν ὁλοτελῶς* ὄγκους καί ἰώσεις* καί πᾶσαν ἄλλην νόσων* διό σοι, Θεοφόρε, πίστει προσφεύγομεν.

Τὸν Χριστὸν ἠγάπησας ἐκ παιδός*  ̉Αγαπητέ μάκαρ*  ̉Ορθοδόξων ὁ ἰατρὸς* διὸ ἐνεδύθης* τῶν μοναχῶν χιτῶνα * ἐν Λαύρᾳ τοῦ Κιέβου* ἔνθα ἡγίασας.

Πάντας τοὺς προστρέχοντας ἐπὶ σε* φύλαττε βοῶμεν,* ̉Αγαπητέ θαυματουργέ,* ἐκ πάσης κακίας,* τροχαίου,  ἀνεργίας* καὶ  ἐκ χειρῶν  δαιμό­νων* πάντας προστάτευσον. 

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,* Πρόδρομε Κυ­ρίου,* ̉Αποστόλων ἡ δωδεκάς,* οἱ ἅγιοι Πά­ντες* μετὰ τῆς Θεοτόκου,* ποιήσατε πρεσβείαν* εἰς  τὸ  σωθῆναι  ἡμᾶς.

῾Ο Χορός: τὸ Τρισάγιον, Πάτερ ἡμῶν... ῾Ο ῾Ιερεύς: ῞Οτι σοῦ ἐστιν… Ὁ Χορός: ̉ Α­μήν. 

̉Εἶ­τα τὸ  ̉̉̉Απολυτίκιον. Ἦχος γʹ.

῞Οσιε καὶ ἰαματικὲ  ̉Αγαπητέ,* πρέσβευε τό πανυκτήρμονι Θεῷ,* ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν* παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Δέησις καὶ μικρὰ ἀπόλυσις. Τῶν  πιστῶν  ἀσπαζομένων  τὰς εἰκόνας  ψάλ­λομεν:

῏Ηχος βʹ. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου...

Πᾶσι τοῖς προστρέχουσι πιστῶς* πρὸ τῆς ἱε­ρᾶς σου εἰκόνας,*  ̉Αγαπητέ θαυμαστέ,* δίδου σὺ με­τάνοιαν,* ὑπομονὴν καὶ χαράν,* φωτισμὸν καὶ ταπεί­νωσιν,* εἰρήνην καὶ πίστιν,* ἄγγελον ἀκοί­μη­τον καὶ ὁδηγὸν ἀσφαλῆ.* Μάκαρ,  ̉Ορθο­δόξων τὸ κλέ­ος* ἀσθενῶν ἐδείχθης θεράπων* καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις  καταφύγιον.

῏Ηχος πλ. δʹ.

Δέσποινα, πρόσδεξαι* τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου* καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς* ἀπὸ πάσης ἀνά­γκης  καὶ θλίψεως.

῏Ηχος βʹ.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου* εἰς σὲ ἀνατίθημι,* Μῆ­τερ τοῦ Θεοῦ,* φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι̉ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε  ̉Ιη­σοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡ­μᾶς.  ̉ Αμήν



[1] . Εἰς τὰ δύο πρῶτα τροπάρια ἑκάστης ᾠδῆς λέγομεν: ῞Αγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, εἰς δὲ τὰ δύο τελευ­ταῖα: Δό­ξα Πατρὶ…, Καὶ νῦν…



Τρίτη, Ιουνίου 02, 2026

 

Το εκκλησιολογικό έγκλημα του πατρ. Βαρθολομαίου στην Ουκρανία εξηγημένο σε 10 λεπτά (Βασίλειος Τουλουμτσής).

 

Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: The Crucifixion of Orthodoxy in the 21st Century: Spiritual Wars, the Ecumenist Offensive, and Global Politics

«Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου αρχικώς να συγχαρώ το Κέντρο Γεωστρατηγικών Μελετών στο Βελιγράδι για την διοργάνωση του παρόντος διεθνούς συνεδρίου και επίσης να τους ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν.

Στην σύντομη εισήγηση που θα ακολουθήσει θα αναφερθούμε στον τρόπο αποδοχής των λεγόμενων πρώην σχισματικών Ουκρανών από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δίχως αναχειροτονία, αλλά και στην επιχειρηματολογία που προέβαλαν προκειμένου να δικαιολογηθεί η συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική πρακτική.

Εξαρχής είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εκκλησιαστική θεραπεία των σχισμάτων έχει χαρακτήρα όχι απλώς συμφιλιωτικό αλλά θεραπευτικό. Επί τη βάση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Κανονικής Παράδοσης. Καθώς συγκαλύπτοντας και όχι εξαλείφοντας τις αντιθέσεις, παραμένει πάντοτε ενεργός ο κίνδυνος της αλλοίωσης και της εκ νέου διαίρεσης του εκκλησιαστικού σώματος.

Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός και κανένα Πατριαρχείο δεν βρίσκεται υπεράνω της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ώστε να έχει το προνόμιο να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν και αποσπασματικά στοιχεία της Παραδόσεως, προκειμένου να ικανοποιεί συμπλεγματικές ορέξεις και φιλοδοξίες παγκόσμας εξουσίας επί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διαιρώντας μάλιστα το εκκλησιαστικό σώμα χωρίς καμμία συστολή.

Η ουσία του προβλήματος, του ουκρανικού σχίσματος, δεν αποτελεί ο τόμος της αυτοκεφαλίας, είναι βεβαίως προβληματικός και ο τρόπος απόδοσης αλλά και οι απoδέκτες αυτού, αλλά ο τόμος έρχεται ως δευτερεύον πρόβλημα. Το κύριο και πρώτιστο πρόβλημα του ουκρανικού ζητήματος είναι η έλλειψη ιερωσύνης στους δεχθέντες τον τόμο, καθώς αυτοί ουδέποτε χειροτονήθηκαν εντός της Εκκλησίας, ενώ στο πλαίσιο της αυτοκεφαλίας δημιουργήθηκε, και έως και σήμερα υποστηρίζεται, μία διαδοχή φερομένων ως «ιερέων» που όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσχεραίνεται έτι περαιτέρω η δυνατότητα θεραπείας.

Η ομάδα η οποία τον Ιανουάριο του 2019 έλαβε τον τόμο αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συγκροτήθηκε από τριών ειδών «επισκόπους»:

α) από πρώην κανονικούς επισκόπους που αποσχίστηκαν από το Πατριαρχείο της Μόσχας

β) από δεχθέντες χειροτονία εντός του σχίσματος

γ) και από αυτο-τιτλοφορούμενους ως επισκόπους, οι οποίοι πολύ πιθανό να είναι και αβάπτιστοι

Εδώ να κάνουμε μία παρένθεση και να πούμε ότι η άσκηση εκκλήτου από πλευράς ειδικά του Μακαρίου Μαλέτιτς αποτελεί έναν τραγέλαφο, διότι ο χαρακτήρας της εκκλήτου προφυγής είναι η αναίρεση μίας καταδικαστικής και καθαιρετικής πράξης, η οποία στην περίπτωση του Μαλέτιτς δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει, διότι δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει αρχική χειροτονία.

Και παρ’ ότι οι τρεις περιπτώσεις φέρουν διαφορετικά εκκλησιολογικά χαρακτηριστικά, εντούτοις όλοι ανεξαιρέτως έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγνωρίστηκαν όλοι ανεξαιρέτως ως αρχιερείς της Εκκλησίας.

Με τον τρόπο αυτό και την δημιουργία του συγκεκριμένου εκκλησιαστικού συνονθυλεύματος, θεωρήθηκε ότι επήλθε η θεραπεία, την στιγμή που η ύπαρξη παράλληλης εκκλησιαστικής δομής στον ίδιο τόπο, με την αναίτια περιθωριοποίηση του κανονικού Μητροπολίτη Ονουφρίου στοιχειοθετεί και αποτελεί ντε φάκτο σχίσμα.

Μία Εκκλησία όμως για να γίνει αυτοκέφαλη θα πρέπει πρωτίστως και προηγουμένως να είναι Εκκλησία, εφόσον Εκκλησία σημαίνει και συνεπάγεται υποστατά μυστήρια, αγιαστική χάρη και ιερωσύνη. Κατά συνέπεια είναι άλλο το ζήτημα της αποκατάστασης στην ιερωσύνη και διαφορετικό το ζήτημα της αυτοκεφαλίας. Αυτό σημαίνει ότι η αυτοκεφαλία δεν έχει δική της αυτόνομη χαρισματική υπόσταση αλλά θεμελιώνεται πρωτογενώς στην εκκλησιαστική υπόσταση μίας κατά τόπον Εκκλησίας, η οποία δευτερογενώς καθίσταται αυτοκέφαλη. Δεν είναι δυνατόν μία κίνηση διοικητικού χαρακτήρα, όπως είναι η αυτοκεφαλία, να προσδώσει απροϋπόθετα και μαγικώ τω τρόπω αρχιερωσύνη σε ανθρώπους που ποτέ δεν την έλαβαν και ενδεχομένως δεν ανήκαν καν στο Σώμα της Εκκλησίας. Ειδάλλως δημιουργείται το πρωτοφανές παράδοξο να έχουμε μία ομάδα η οποία να κατέχει μεν τόμο αυτοκεφαλίας αλλά να μην είναι Εκκλησία.

Η «επιχειρηματολογία» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά βάση βασίστηκε, θεμελιώθηκε, πάνω στην αλλοίωση κειμένων, στην παρερμηνεία Ιερών Κανόνων και ιστορικών γεγονότων της εκκλησιαστικής ιστορίας. Μία τέτοια προσπάθεια υπήρξε η δικαιολόγηση της μη αναχειροτόνησης των σχισματικών Ουκρανών μέσω του τρόπου αποδοχής των πρώην εικονομάχων επισκόπων από την 7η Οικουμενική Σύνοδο χωρίς αναχειροτόνηση.

Το δεδομένο όμως που διαφοροποιεί ριζικά τις δύο περιπτώσεις είναι ότι οι εικονομάχοι έφεραν υποστατή ιερωσύνη εντός της Εκκλησίας προ της αιρετικής τους απόκλισης και ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που η Εκκλησία δεν τους χειροτόνησε εκ νέου. Οι σχισματικοί της Ουκρανίας όμως δεν έχουν αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, με εξαίρεση ασφαλώς τους αρχιερείς που ανήκαν πριν στο Πατριαρχείο της Μόσχας από όπου και αποσχίστηκαν και ακολούθως καθαιρέθηκαν. Πράγμα που σημαίνει ότι άνευ χειροτονίας δεν είναι ιερείς και για αυτό δεν δύνανται να προσφέρουν την λατρεία της Εκκλησίας προς τον Θεό.

Σύμφωνα με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και την διαχρονική συνείδηση και πράξη της Εκκλησίας, τα όρια της Εκκλησίας και οι θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές είναι εκείνες που προσδιορίζουν αρχικώς την δυνατότητα, διότι δεν οικονομούνται όλες οι περιπτώσεις, και δευτερευόντως τον τρόπο αποδοχής των εξαιρέσεων επιστρεφόντων, με το δεδομένο ότι δεν υφίστανται μυστήρια εκτός Εκκλησίας. Συνεπώς, η αποδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων έλαβε χώρα κάτω από αυστηρό καθεστώς συγκεκριμένων εκκλησιολογικών προϋποθέσεων, με απαραίτητη προϋπόθεση η επισκοπική χειροτονία να είχε αρχικώς τελεστεί στους κόλπους της Εκκλησίας προ της αιρετικής απόκλισης.

Με άλλα λόγια. Η σημειούμενη πορεία εκκινά από την εκκλησιολογία και κατευθύνεται προς την εξέταση του τρόπου αποδοχής.

Σύμφωνα με την παρερμηνεία της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία φιλοδοξεί να υποστηρίξει την μη αναχειροτονία, σημειώνεται η ακριβώς αντίθετη πορεία. Εκκινά από τον τρόπο αποδοχής και κατευθύνεται προς την διαμόρφωση μίας νεάς εκκλησιολογίας.

Θεωρείται παγιωμένος ο τρόπος της μή αναχειροτόνισης, ως δήθεν θεμελιωμένος στην διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας και εκ του τρόπου της απροϋπόθετης αναγνώρισης ιερωσύνης εκτός Εκκλησίας, διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα μεν αδιευκρίνιστα δε, εκκλησιολογιικά όρια, εφόσον η μη αναχειροτόνιση δηλώνει την προ-ϋπαρξη υποστατής ιερωσύνης.

Όμως υπό την άποψη αυτή δεν υπάρχουν όρια της Εκκλησίας και επομένως δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν αιρετικοί και σχισματικοί. Γενόμενοι αυτοί a priori δεκτοί, τα μυστήρια της Εκκλησίας και των εκτός Αυτής διαφόρων ετερόδοξων και σχισματικών κοινοτήτων τίθενται επί ίσοις όροις. Ωσαν το πρόβλημα να αφορά σε διακοπή κοινωνίας και όχι σε έκπτωση εκ της Εκκλησίας.

Το εν λόγω εκκλησιολογικό σχήμα παραπέμπει ευθέως στην εκκλησιολογία του Κονγκάρ [Yves Congar], η οποία αργότερα έγινε και η εκκλησιολογία της δεύτερης Βατικανής συνόδου. Με κυρίαρχο στοιχείο αυτής να αποτελεί η έννοια της διαβαθμισμένης μετοχής όλων των «ιστορικών εκκλησιών» στην «μία εκκλησία» και την ύπαρξη ενός παγκόσμιου «πρώτου».

Στη νέα αυτήν περιεκτική εκκλησιολογία δεν υπάρχουν σχίσματα και αιρέσεις. Υπάρχουν απλώς χωρισμένοι αδελφοί με τους οποίους και επί τη βάση του θεωρούμενου ως ενός «χριστιανικού βαπτίσματος», υφίσταται κοινωνία ατελούς μορφής, η οποία καθίσταται ως τέλεια μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον παγκόσμιο «πρώτο». Αυτή η κοινωνία τελειοποιεί και αναπληρώνει το ατελές της κοινωνίας.

Γι’ αυτό και δεν υφίσταται επανάληψη τέλεσης μυστηρίων για τους λατίνους, δεδομένου ότι η Β’ Βατικανή ήρε την αποκλειστική εκκλησιολογία της Α’ Βατικανής συνόδου, αναγνωρίζοντας έγκυρα και υποστατά μυστήρια σε όλες τις ιστορικές «εκκλησίες».

[σ.σ. Σε αυτό το σημείο κατανοούμε, πώς η ψευδοσύνδος της Κρήτης που ονόμασε τις αιρέσεις «εκκλησίες», με την ιστορική τους έννοια όπως μας είπε ο Αθηνών Ιερώνυμος, μπήκε στην τροχιά της Β’ Βατικανής των παπικών για τα περαιτέρω.]

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η πρακτική που εφαρμόστηκε ως προς τον τρόπο αποδοχής και αναγνώρισης των σχισματικών και αχειροτόνητων ομάδων των Ουκρανών, δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την 7η Οικουμενική Σύνοδο και δεν εναρμονίζεται με την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, για την οποία δεν υφίστανται μυστήρια, συνεπώς και ιερωσύνη, εκτός της Εκκλησίας.

Φέρει χαρακτηριστικά Βατικάνειας εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την οποία το θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας δεν είναι πλέον η Πίστη και η Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά το πρόσωπο του παγκόσμιου «πρώτου». Η κοινωνία με τον «πρώτο» είναι αυτή που αναπληρεί την ανάγκη της αναχειροτονίας, αποτελώντας παράλληλα και τον αναγκαίο όρο ενότητας της «Εκκλησίας» και κοινωνίας με την «Εκκλησία».

Προς την νεόκοπη στοιχειοθέτηση ενός παγκόσμιου πρωτείου άνευ ίσων, εργάστηκε συστηματικά ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, μέσω της περσοναλιστικής παρερμηνείας του τριαδιολογικού δόγματος και της υποστήριξης της οντολογικής προτεραιότητας του Πατρός ει βάρος των Υποστάσεων Υιού και Πνεύματος. Με αποτέλεσμα, η αιρετική τριαδολογία να κατοπτρίζεται εικονικά σε μία αναλόγως προβληματική εκκλησιολογία, την «εκκλησιολογία του πρωτείου».

Στο επίπεδο της τριαδολογίας, ο Ζηζιούλας ταύτιζε τον Θεό μόνο με την υπόσταση του Πατρός και υποστήριζε ότι όπως ενδοτριαδικά υπάρχει ο Πατήρ ως πρώτος, κατ’ αντιστοιχία και στο επίπεδο της εκκλησιολογίας υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ένας παγκόσμιος πρώτος, ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα και το σημείο ενότητας της «Εκκλησίας». Άνευ του πρώτου ή άνευ της κοινωνίας με τον πρώτο, δεν υφίσταται ενότητα.

Στην πραγματικότητα το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, πέραν από παραγγελία κέντρου γεωπολιτικής ισχύος, υπήρξε περαιτέρω και μία πολύ βολική περίπτωση προκειμένου να εκφραστεί στο πρακτικό επίπεδο της εκκλησιολογίας η αιρετική αρειανική τριαδολογία του αποθανόντος μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, ως «εκκλησιολογία του πρωτείου». Η οποία θέτει τις Τοπικές Εκκλησίες σε διαφορετικά και άνισα επίπεδα υπό έναν πρώτο, την εκκλησιαστική παράδοση απλώς ως αποθήκη επιχειρημάτων απ’ όπου λαμβάνεται μόνον ό,τι εξυπηρετεί την κάθε περίσταση, ενώ η απροϋπόθετη αναγνώριση ιερωσύνης, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί ένα πολύ βολικό και εξυπηρετικό προηγούμενο προς την επιχειρούμενη πανχριστιανική ενότητα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.»

https://www.youtube.com/watch?v=vXHxDubah0E

Απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ